Γιατί είναι τόσο σημαντικό για τον Πούτιν το Ντονμπάς;
Βαθιά στην ανατολική Ουκρανία, κοντά στα σύνορα με τη Ρωσία, εκτείνεται η περιοχή του Ντονμπάς, εκεί που άλλοτε χτυπούσε η καρδιά της ουκρανικής βαριάς βιομηχανίας. Το Ντονέτσκ και το Λουχάνσκ, οι δυο περιφέρειες που μαζί συγκροτούν το Ντονμπάς, ήταν επί πολλές δεκαετίες τόπος ανθηρής οικονομικής δραστηριότητας, χάρη στα ορυχεία εξόρυξης άνθρακα και στη χαλυβουργία. Σήμερα τα εργοστάσια έχουν κλείσει, οι υποδομές έχουν υποστεί τεράστιες φθορές, τα ορυχεία έχουν καταστραφεί κι εγκαταλειφθεί, πολλά έχουν πλημμυρίσει, η γη –πλούσια σε κοιτάσματα σπάνιων γαιών– είναι ναρκοθετημένη, το πόσιμο νερό έχει μολυνθεί από τοξικές ουσίες. Εδώ και μια δεκαετία, το Ντονμπάς πληρώνει το τίμημα του πολέμου.
Με την προσάρτηση της Κριμαίας και την εισβολή στο Ντονμπάς είχε ξεκινήσει από το 2014 ο πόλεμος της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας, που κορυφώθηκε με την εισβολή πλήρους κλίμακας τον Φεβρουάριο του 2022. Οι ρωσικές δυνάμεις έχουν καταλάβει σχεδόν ολόκληρο το Λουχάνσκ και μεγάλο μέρος του Ντονέτσκ. Πριν από τρία χρόνια, στο τέλος Σεπτεμβρίου του 2022 ο Ρώσος πρόεδρος ανακοίνωσε την προσάρτησή τους, μαζί με τη Χερσώνα και τη Ζαπορίζια.
Η προσάρτηση δεν αναγνωρίζεται από τη διεθνή κοινότητα και δεν έχει καμιά νομική ισχύ εκτός της Ρωσίας. Ο Βλαντιμίρ Πούτιν έβαλε έτσι σε εφαρμογή το σχέδιό του για την αναβίωση της «Νέας Ρωσίας» –της μυθικής Νοβοροσίγια– που σύμφωνα με το αυτοκρατορικό του όραμα θα εκτείνεται ως την Μολδαβία.
Η Ρωσία θέλει και τις περιοχές του Ντονμπάς που δεν έχει καταλάβει
Ο όρος του Κρεμλίνου για να δεχτεί να συζητήσει την πιθανότητα της κατάπαυσης του πυρός, είναι να παραδώσει η Ουκρανία στη Ρωσία ολόκληρο το Ντονμπάς, δηλαδή και τις περιοχές που δεν έχουν καταφέρει να καταλάβουν οι δυνάμεις του ρωσικού στρατού.
Αυτό επανέλαβε στις 21 Οκτωβρίου ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ, στην τηλεφωνική συνομιλία που είχε με τον Αμερικανό ομόλογό του Μάρκο Ρούμπιο. Η Ρωσία παραμένει συνεπής με τη θέση που είχε εκφράσει ο Πούτιν στη συνάντησή του με τον Τραμπ στην Αλάσκα τον Αύγουστο του 2025, είπε ο Λαβρόφ, προσθέτοντας ότι μια βραχυπρόθεσμη εκεχειρία «δεν οδηγεί πουθενά». Μετά από αυτό, ο Τραμπ πείστηκε –έστω για την ώρα– ότι θα ήταν άσκοπο να συναντήσει τον Πούτιν στη Βουδαπέστη και είπε ότι η σύγκρουση πρέπει να παγώσει στη σημερινή γραμμή του μετώπου.
Δυο ημέρες νωρίτερα, όμως, σύμφωνα με αναλυτικό ρεπορτάζ των Financial Times, είχε έρθει σε άγρια αντιπαράθεση με τον πρόεδρο της Ουκρανίας Βολόντιμιρ Ζελένσκι. Ο Τραμπ απαιτούσε από τον Ζελένσκι να συμφωνήσει να παραδώσει στους Ρώσους ολόκληρο το Ντονμπάς, επαναλαμβάνοντας επιχειρήματα που του είχε αναπτύξει μια ημέρα νωρίτερα, τηλεφωνικά, ο Ρώσος πρόεδρος. Ο Ζελένσκι παρέμεινε αμετακίνητος στην άρνησή του.
Οι Ουκρανοί γνωρίζουν ότι δεν μπορούν, σε αυτήν τη φάση τουλάχιστον, να ανακαταλάβουν τα εδάφη του Ντονμπάς που έχουν στον έλεγχό τους οι ρωσικές δυνάμεις και όπου ζουν υπό κατοχή περίπου δυο εκατομμύρια άνθρωποι. Αλλά ο Ζελένσκι έχει επανειλημμένα απορρίψει την απαίτηση των Ρώσων. Έχει ξεκαθαρίσει ότι η Ουκρανία δεν θα παραδώσει τα εδάφη του Ντονμπάς. Έτσι κι αλλιώς, ο πρόεδρος της χώρας δεν μπορεί να το κάνει αυτό χωρίς να παραβιάσει το ουκρανικό Σύνταγμα. «Δεν θα εγκαταλείψουμε το Ντονμπάς, δεν μπορούμε να το κάνουμε αυτό», είχε πει για άλλη μια φορά, πριν από την επεισοδιακή του συνάντηση με τον Τραμπ στην Ουάσινγκτον.
Γιατί ο Πούτιν θέλει ολόκληρο το Ντονμπάς
Οι λόγοι για τους οποίους ο Πούτιν θέλει να περάσει ολόκληρο το Ντονμπάς στον ρωσικό έλεγχο, δεν έχουν να κάνουν με την ίδια τη γη του Ντονμπάς, μας λέει ο Βολόντιμιρ Φεσένκο, διευθύνων σύμβουλος του Κέντρου Πολιτικών Επιστημών Penta του Κιέβου. «Από όλες τις προσαρτημένες ουκρανικές περιοχές, μόνο η Κριμαία έχει ειδική –συμβολική και σχεδόν ιερή– σημασία γι’ αυτόν. Η επιμονή του Πούτιν στην αποχώρηση των ουκρανικών στρατευμάτων από το Ντονμπάς είναι περισσότερο τακτικού χαρακτήρα», εξηγεί ο Ουκρανός πολιτικός επιστήμονας.
Από καθαρά πολιτική σκοπιά και λόγους συμβολισμού, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο πόλεμος μεγάλης κλίμακας κατά της Ουκρανίας –αυτό που η Ρωσία αποκαλεί «ειδική στρατιωτική επιχείρηση»– ξεκίνησε ακριβώς για να υποστηρίξει τα φιλορωσικά αυτονομιστικά καθεστώτα του Κρεμλίνου στο Ντονμπάς – τις λεγόμενες «Λαϊκές Δημοκρατίες του Ντονέτσκ και του Λουχάνσκ», λέει ο Φεσένκο. «Εκείνη την εποχή, τον Φεβρουάριο του 2022, η Ρωσία υποτίθεται ότι επεδίωκε να “απελευθερώσει” το Ντονμπάς». Οπότε η απαίτηση για τον έλεγχο του Ντονμπάς έχει ζωτική σημασία για την προπαγάνδα του Κρεμλίνου, κυρίως εντός αλλά και εκτός της Ρωσίας.
Ο Φεσένκο λέει ότι θα πρέπει κανείς να ξέρει και το εξής: «Ο Πούτιν απαιτεί την απόσυρση των ουκρανικών στρατευμάτων από το Ντονμπάς για τη διάρκεια της εκεχειρίας, και μόλις ξεκινήσουν οι ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις, το Κρεμλίνο θα απαιτήσει από την Ουκρανία να παραδώσει όλες τις περιοχές που έχουν προσαρτηθεί από τη Ρωσία».
Το Ντονμπάς έχει καταστεί το κεντρικό σύμβολο του μύθου του Πούτιν περί «Ρωσικού Κόσμου»
«Η εμμονή του Πούτιν με την κατάληψη ολόκληρου του Ντονμπάς συνδέεται με το ευρύτερο όραμά του να αποδομήσει την ουκρανική κρατική υπόσταση και να επαναβεβαιώσει τη Ρωσία ως κυρίαρχη δύναμη στον ευρασιατικό χώρο. Για τον ίδιο, το Ντονμπάς δεν είναι απλώς ένα κομμάτι γης — είναι ο ιδεολογικός, ιστορικός και ψυχολογικός πυρήνας του πολέμου του», λέει ο Μαξίμ Τσεμποτάροφ, από το Κέντρο Διατλαντικού Διαλόγου, του Κιέβου.
Σε οικονομικό και συμβολικό επίπεδο, το Ντονμπάς αντιπροσωπεύει την εικόνα ισχύος της σοβιετικής εποχής – τη λεγόμενη «φάμπρικα της νίκης», που τροφοδότησε τη βιομηχανική και στρατιωτική δύναμη της Σοβιετικής Ένωσης, προσθέτει ο Τσεμποτάροφ κι εξηγεί πως η επαναφορά του στον ρωσικό έλεγχο επιτρέπει στον Πούτιν να προωθεί στο εσωτερικό το αφήγημα ότι «επαναφέρει» την καρδιά της αυτοκρατορίας, ανασταίνει τη δόξα της ΕΣΣΔ και διορθώνει αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «τη μεγαλύτερη γεωπολιτική καταστροφή του 20ού αιώνα» – την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης.
«Σε ιδεολογικό επίπεδο, η περιοχή αυτή έχει καταστεί το κεντρικό σύμβολο του μύθου του Πούτιν περί “Ρωσικού Κόσμου” – της πεποίθησης ότι Ρώσοι, Ουκρανοί και Λευκορώσοι αποτελούν ένα ενιαίο ιστορικό έθνος, που διχάστηκε άδικα από τη Δύση. Γι’ αυτό ο Πούτιν δεν μπορεί να υποχωρήσει στο Ντονμπάς χωρίς να υπονομεύσει τη δική του νομιμοποίηση. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε την παραδοχή ότι η Ουκρανία υπάρχει ως κυρίαρχο και διακριτό έθνος – μια πραγματικότητα που αναιρεί ολόκληρη την κοσμοθεωρία του».
Η «ζώνη-φρούριο» της Ουκρανίας
Η στρατιωτική σημασία του βορειοδυτικού Ντονμπάς, του τμήματος της περιοχής που ελέγχει ακόμη η Ουκρανία, είναι τεράστια, παρατηρεί ο Φεσένκο. Μιλάμε για τρεις μεγάλες αστικές συγκεντρώσεις –το Κραματόρσκ, την Κοστιαντινίβκα και το Σλοβιάνσκ– γύρω από τις οποίες –όπως και κοντά στην πόλη Ποκρόφσκ– οι ουκρανικές δυνάμεις έχουν δημιουργήσει ισχυρές οχυρωμένες θέσεις.
«Η στρατιωτική εμπειρία στο Ντονμπάς έχει δείξει ότι κάθε προσπάθεια των ρωσικών δυνάμεων να καταλάβουν μεμονωμένες πόλεις απαιτεί μήνες μαχών και συνοδεύεται από βαριές απώλειες. Ο αστικός πόλεμος είναι πάντοτε εξαιρετικά αιματηρός», λέει και φέρνει ως παράδειγμα το Ποκρόφσκ, που οι ρωσικές δυνάμεις προσπαθούν να καταλάβουν από τον Ιούλιο του 2024 και όπου η κατάσταση είναι αυτές τις ώρες εξαιρετικά κρίσιμη.
Από το 2014, το Κίεβο έχει μετατρέψει τον δυτικό άξονα του Ντονέτσκ σε ένα πολυεπίπεδο αμυντικό σύστημα μήκους 50 χλμ, που περιγράφεται ως «ζώνη-φρούριο», εξηγεί αναλυτικά ο Τσεμποτάροφ. «Αποτελείται από ναρκοπέδια, χαρακώματα και άλλες οχυρώσεις. Οι γεωγραφικές ιδιαιτερότητες της περιοχής παίζουν επίσης σημαντικό ρόλο στην άμυνα, καθώς ιδιαίτερα η περιοχή γύρω από το Τσάσιβ Γιαρ χαρακτηρίζεται από υψώματα που ευνοούν την παρατήρηση και τις επιχειρήσεις με ντρόουνς. Δεν πρόκειται απλώς για μερικά χαρακώματα της πρώτης γραμμής, αλλά για μια συνεχόμενη ζώνη που προστατεύει σημαντικά κέντρα ανεφοδιασμού και πληθυσμού στα μετόπισθεν. Η ζώνη-φρούριο αποτελεί τον πυρήνα του ουκρανικού ελέγχου σε βασικούς κόμβους μεταφορών και εφοδιασμού».
Ο πλήρης έλεγχος της περιοχής θα εξασφάλιζε στη Ρωσία τον χερσαίο διάδρομο προς την Κριμαία, θα εδραίωνε την κατοχή της νότιας Ουκρανίας και θα μετέτρεπε το Ντονμπάς σε προκεχωρημένη ζώνη επιχειρήσεων για άσκηση πίεσης στο Χάρκοβο, το Ντνιπρό και ολόκληρη την αριστερή όχθη του Δνείπερου, επισημαίνουν και οι δυο Ουκρανοί αναλυτές. Παράλληλα, θα έδινε στη Μόσχα μοχλό επιρροής στο ενεργειακό δίκτυο και τη βιομηχανική βάση της Ουκρανίας.
Τεχνικά, οι Ουκρανοί θα μπορούσαν να μετακινήσουν τις οχυρώσεις τους δυτικότερα σε περίπτωση οποιασδήποτε ειρηνευτικής συμφωνίας, αλλά η αμυντική γραμμή που έχει κατασκευαστεί όλα αυτά τα χρόνια θα χανόταν, επισημαίνει ο Τσεμποτάροφ. «Η μεταφορά των αμυντικών γραμμών προς τα δυτικά δεν θα σήμαινε απλώς υποχώρηση και ξανασκάψιμο. Θα σήμαινε εγκατάλειψη ενισχυμένων θέσεων, παρατηρητηρίων και έτοιμων προσβάσεων, καθώς και αποδοχή μιας περιόδου αυξημένης ευαλωτότητας έως ότου δημιουργηθούν νέες οχυρώσεις».
Το Ντονμπάς υπήρξε τόπος καταφυγής και ελευθερίας
Τα χρόνια της Σοβιετικής Ένωσης, το Ντονμπάς παρέμεινε το «προβληματικό παιδί» της Μόσχας, γράφει ο ιστορικός Χιροάκι Κουρομίγια, συγγραφέας του «Ελευθερία και Τρόμος στο Ντονμπάς», της πληρέστερης έως σήμερα μελέτης για την περιοχή της ανατολικής Ουκρανίας. Όπως και πριν από τη ρωσική επανάσταση, το Ντονμπάς συνέχισε να λειτουργεί ως μαγνήτης για πρόσφυγες και φυγάδες, καθώς υπήρχε διαρκώς ανάγκη για εργατικά χέρια, για ανθρώπους διατεθειμένους να δουλέψουν σε σκληρές και επικίνδυνες συνθήκες. Όποιος είχε λόγο να διαφύγει, είτε από πολιτικές διώξεις είτε από οικονομικές δυσχέρειες, έφευγε προς τα εκεί και έβρισκε καταφύγιο, κυριολεκτικά και μεταφορικά, κάτω από τη γη, γράφει ο Κουρομίγια. Στις αρχές του 20ου αιώνα, το Ντονμπάς υπήρξε τόπος καταφυγής και ελευθερίας.
Μετά ήρθε η δεκαετία του ’30, το σταχανοβίτικο κίνημα, ο σταλινικός τρόμος, η μαζική εξόντωση των Ουκρανών αγροτών και η καταστολή της ουκρανικής γλώσσας. Την περίοδο των σταλινικών διώξεων, η περιοχή έγινε το καταφύγιο των αντιφρονούντων και των Εβραίων της ΕΣΣΔ. Ανάμεσά τους, γράφει ο Ιάπωνας ιστορικός, ήταν κι ο πατέρας του αντιφρονούντα και αργότερα Ισραηλινού πολιτικού Νατάν Σαράνσκι, ο οποίος είχε αναγκαστεί να εγκαταλείψει την Οδησσό μην μπορώντας να βρει εκεί δουλειά, λόγω του αντισημιτισμού. Όπως και η Σιβηρία, το Ντονμπάς είχε γίνει ο τόπος όπου κατέληγαν οι ανεπιθύμητοι – αναπόφευκτα, ήταν και ο τόπος όπου διαδίδονταν ανατρεπτικές πολιτικές ιδέες.
Μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και τη διακήρυξη της ανεξαρτησίας της Ουκρανίας το 1991, η περιοχή εξακολούθησε να είναι σημαντική για την ουκρανική οικονομία, αλλά με τα χρόνια παράκμαζε. Πριν ακόμη από την επανάσταση της αξιοπρέπειας στο Μαϊντάν και την καθαίρεση του προέδρου Βίκτορ Γιανουκόβιτς, το Κρεμλίνο είχε αποδυθεί σε έναν πόλεμο προπαγάνδας –με βασικότερο όχημα το ψέμα ότι στο Ντονμπάς απαγορευόταν η χρήση της ρωσικής γλώσσας– και την υποδαύλιση της έντασης στην περιοχή. Το 2014 είχε ξεκινήσει ο πόλεμος με τη διείσδυση ρωσικών δυνάμεων, που έγινε αιτία να γίνουν εσωτερικοί πρόσφυγες περίπου δυο εκατομμύρια άνθρωποι. Στις εκλογές του 2019, οι Ουκρανοί του Ντονμπάς ψήφισαν μαζικά υπέρ του Ζελένσκι, ενός ρωσόφωνου πολιτικού ο οποίος είχε δεσμευτεί να αγωνιστεί για την ειρήνη χωρίς να θυσιάσει την ουκρανική εθνική κυριαρχία
«Για τους Ουκρανούς, το ζήτημα ξεπερνά κατά πολύ το θέμα της γης»
Ρωτάω τους δυο Ουκρανούς πολιτικούς επιστήμονες πώς νιώθουν σήμερα οι συμπατριώτες τους για το Ντονμπάς, πώς αντιδρούν στη ρωσική απαίτηση. «Για τους Ουκρανούς, το ζήτημα ξεπερνά κατά πολύ το θέμα της γης: αφορά την αποκατάσταση της δικαιοσύνης, την προστασία των ανθρώπων που υποφέρουν υπό την κατοχή και την απόδειξη ότι η ανεξαρτησία της χώρας είναι αμετάκλητη», λέει ο Μαξίμ Τσεμποτάροφ.
«Για την Ευρώπη –και ειδικά για την Ελλάδα– η Μαριούπολη, μια ιστορική ελληνική πόλη που σήμερα κείτεται σε ερείπια, αποτελεί επώδυνη υπενθύμιση του τι διακυβεύεται: το ερώτημα αν ο επιθετικός πόλεμος και η απόπειρα να απαλειφθούν εθνικές ταυτότητες μπορούν ποτέ ξανά να ανταμειφθούν στην Ευρώπη».
Η επικρατούσα θέση στην Ουκρανία είναι ότι μονομερείς παραχωρήσεις προς τη Ρωσία είναι απαράδεκτες, συμπεριλαμβανομένων αυτών που αφορούν εδαφικά ζητήματα, λέει ο Φεσένκο. «Αυτό ισχύει όχι μόνο για το Ντονμπάς, αλλά και για όλα τα κατεχόμενα εδάφη συνολικά». Και προσθέτει ότι σύμφωνα με έρευνα που έκανε το Διεθνές Ινστιτούτο Κοινωνιολογίας του Κιέβου στα τέλη Σεπτεμβρίου και στις αρχές Οκτωβρίου 2025, το 54% των ερωτηθέντων συμφώνησαν με τη θέση «Υπό καμία συνθήκη δεν πρέπει η Ουκρανία να αναγνωρίσει επισήμως ορισμένες περιοχές ως τμήμα της Ρωσίας και να παραιτηθεί οριστικά από αυτές – ακόμη κι αν αυτό παρατείνει τον πόλεμο και θέτει σε κίνδυνο την ανεξαρτησία της». Ένα 38% υποστήριξε τη θέση ότι «Για να επιτευχθεί ειρήνη και να διατηρηθεί η ανεξαρτησία το συντομότερο δυνατό, η Ουκρανία μπορεί να παραιτηθεί από ορισμένα εδάφη της».
Παράλληλα, οι κοινωνιολόγοι εξέτασαν πιο συγκεκριμένα σενάρια. Η συντριπτική πλειοψηφία των ερωτηθέντων, συγκεκριμένα το 71%, απορρίπτει τη μεταβίβαση εδαφών που ελέγχει η Ουκρανία στη Ρωσία. Μόνο 19% δήλωσαν πρόθυμοι να αποδεχθούν μια τέτοια επιλογή.
«Οποιοσδήποτε ρωσικός έλεγχος σημαίνει καταπίεση, όχι ειρήνη»
Στις αρχές Σεπτεμβρίου 2025, το ίδιο ινστιτούτο πραγματοποίησε επίσης έρευνα σχετικά με τη στάση των Ουκρανών απέναντι σε δύο υποθετικά ειρηνευτικά σχέδια: ένα υπό την ηγεσία της Ευρώπης και της Ουκρανίας, και ένα υπό ρωσική ηγεσία. Ο Φεσένκο εξηγεί πως η περιγραφή του ρωσικού «υπό όρους» ειρηνευτικού σχεδίου περιλάμβανε: α) την απόσυρση των ουκρανικών στρατευμάτων από το τμήμα της περιφέρειας του Ντονέτσκ που ελέγχει σήμερα η Ουκρανία (συμπεριλαμβάνοντας, μεταξύ άλλων, τις πόλεις Κραματόρσκ και Σλοβιάνσκ), β) την επίσημη αναγνώριση από την Ουκρανία της Κριμαίας και των περιοχών Ντονέτσκ και Λουχάνσκ ως μέρη της Ρωσίας, με οριστική παραίτηση από αυτές.
«Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της δημοσκόπησης, το ρωσικό ειρηνευτικό σχέδιο κρίνεται ως εντελώς απαράδεκτο για τη μεγάλη πλειονότητα των Ουκρανών: Το 75% των ερωτηθέντων το απορρίπτουν, ενώ μόλις 17% δηλώνουν πρόθυμοι να αποδεχθούν τη ρωσική εκδοχή της ειρήνης», λέει ο Φεσένκο.
Δεν υπάρχει κανένα ρεαλιστικό σενάριο στο οποίο οι Ουκρανοί θα συμφωνούσαν να παραχωρήσουν έδαφος, σχολιάζει και ο Τσεμποτάροφ, παραπέμποντάς με και αυτός σε όλες τις σχετικές δημοσκοπήσεις. «Ακόμη και καθώς αυξάνεται η κούραση από τον πόλεμο, οι Ουκρανοί τραβούν μια σαφή γραμμή μεταξύ ειρήνης και παράδοσης εδαφών. Η εμπειρία της κατοχής στο Μαριούπολη, στην Μπούτσα και σε άλλες πόλεις έχει πείσει τους περισσότερους ανθρώπους ότι οποιοσδήποτε ρωσικός έλεγχος σημαίνει καταπίεση, όχι ειρήνη. Για τον λόγο αυτό, ο εδαφικός συμβιβασμός de jure είναι πολιτικά και ηθικά απαράδεκτος – θα υπονόμευε όλα όσα αγωνίζεται να πετύχει η Ουκρανία».
«Η ζωή υπό ρωσική κατοχή είναι ένας καθημερινός εφιάλτης»
Ο συγγραφέας Σεργκέι Μαϊντούκοφ και η οικογένειά του εγκατέλειψαν το Ντονέτσκ το 2014. Επί μήνες διατηρούσαν την ελπίδα ότι θα εμφανιζόταν ο ουκρανικός στρατός να τους σώσει από τους ενόπλους που είχαν εισβάλει στην πόλη τους και συμπεριφέρονταν σαν να τους ανήκε. «Από το πρωί μέχρι το βράδυ ακούγαμε τον βρυχηθμό των πυροβόλων», γράφει.
Κάποια στιγμή, απελπισμένοι, έφτιαξαν δυο βαλίτσες, άφησαν το σπίτι τους κι έφυγαν για το Κίεβο. Οι ηλικιωμένοι γονείς του Μαϊντούκοφ έμειναν πίσω. Στις αρχές του χρόνου ο πατέρας του πέθανε, στα 96 του χρόνια. Ο συγγραφέας δεν μπορούσε να γυρίσει για την κηδεία.
Με την 90χρονη μητέρα του μιλάει ακόμη κάθε μέρα. Αλλά ξέρουν κι οι δυο ότι ίσως δεν καταφέρουν ποτέ ξανά να συναντηθούν. «Η ζωή υπό ρωσική κατοχή είναι ένας καθημερινός εφιάλτης για τον οποίον τα μέσα ενημέρωσης δεν μεταδίδουν τίποτα», γράφει ο Μαϊντούκοφ, περιγράφοντας πως οι άνθρωποι στο κατεχόμενο Ντονέτσκ έχουν νερό μόνο μια φορά την εβδομάδα, καμιά φορά και σπανιότερα.
«Ο Αμερικανός πρόεδρος δεν δείχνει κανένα ενδιαφέρον για τα εκατομμύρια των Ουκρανών τους οποίους προτίθεται να αφήσει στη Ρωσία ως κρατούμενους. Ούτε για τα εκατομμύρια των προσφύγων που δεν μπορούν να επιστρέψουν, για τον απλό λόγο ότι δεν έχουν πια πατρίδα».
Η πρόταση για κατάπαυση του πυρός κατά μήκος της σημερινής γραμμής του μετώπου
«Αυτή είναι η μόνη ρεαλιστική επιλογή για τον τερματισμό του πολέμου σε μια κατάσταση όπου καμία από τις δύο πλευρές δεν μπορεί να νικήσει», λέει ο Βολόντιμιρ Φεσένκο για την πρόταση κατάπαυσης του πυρός κατά μήκος της τρέχουσας γραμμής μετώπου. «Ο Τραμπ πρότεινε αυτό το σενάριο τους πρώτους μήνες της δεύτερης προεδρικής του θητείας, και η Ουκρανία συμφώνησε. Ωστόσο, στη συνέχεια ο Αμερικανός πρόεδρος άρχισε να επιδιώκει την ειρήνη μέσω παραχωρήσεων προς τη Ρωσία, γεγονός που οδήγησε τη διαπραγματευτική διαδικασία σε αδιέξοδο».
Η Ρωσία δεν ελπίζει σε μια στρατιωτική νίκη, αλλά στο ότι η Ουκρανία δεν θα αντέξει έναν πόλεμο φθοράς, λέει ο Ουκρανός πολιτικός επιστήμονας «Ή επιμέρους τμήματα της ουκρανικής πρώτης γραμμής θα καταρρεύσουν, ή τα μετόπισθεν της χώρας θα διαλυθούν. Τότε, η Ρωσία θα μπορέσει να επιβάλει στην Ουκρανία την ειρήνη με τους δικούς της όρους. Ωστόσο, το Κρεμλίνο προσπαθεί να εφαρμόσει αυτή τη στρατηγική εδώ και περίπου δύο χρόνια, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία».
Αν μιλάμε για μια κατάπαυση του πυρός κατά μήκος της γραμμής του μετώπου, η ακριβής διάρκειά της έχει μικρή σημασία, επισημαίνει. Κατά τη γνώμη του, το βασικό είναι να είναι βιώσιμη και αρκετά μακρόχρονη. «Ένα πρόχειρο σχέδιο εκεχειρίας είχε προταθεί ήδη τον Μάρτιο του 2025: αρχική ανακωχή 30 ημερών, με δυνατότητα παράτασης για χρονικό διάστημα που θα συμφωνηθεί εκ των προτέρων».
Όμως ποιος πιστεύει ότι ο Ρώσος πρόεδρος είναι έτσι κι αλλιώς πρόθυμος να σταματήσει τον πόλεμο; Όσο κι αν πιέζει για την παράδοση του Ντονμπάς, γνωρίζει πολύ καλά ότι δεν υπάρχει περίπτωση η Ουκρανία να συναινέσει. Ο Βολόντιμιρ Φεσένκο εκτιμά πως ο ισχυρισμός του Πούτιν ότι αν παραδοθεί ολόκληρο το Ντονμπάς θα προχωρήσει σε εκεχειρία είναι μόνο ένα πρόσχημα, προκειμένου να συνεχίσει τον πόλεμο.
«Η βασική σημασία αυτής της πρότασης είναι να δώσει στον Τραμπ την εντύπωση ότι ο ίδιος είναι διατεθειμένος να συμβιβαστεί προκειμένου να λήξει ο πόλεμος». Το κάνει εκ του ασφαλούς, γνωρίζοντας ότι η πρότασή του δεν θα γίνει ποτέ αποδεκτή. «Ο στόχος του είναι να προκαλέσει δυσπιστία και ένταση στις σχέσεις ΗΠΑ-Ουκρανίας· πρέπει να πιστέψει ο Τραμπ ότι η Ρωσία θέλει ειρήνη, ενώ η Ουκρανία την αρνείται». Ίσως, όμως, ακόμη και ο Τραμπ να έχει στο μεταξύ πειστεί ότι το Κρεμλίνο θέλει στην πραγματικότητα να συνεχίσει αυτόν τον πόλεμο.

