Αώος: ο τελευταίος άγριος ποταμός κινδυνεύει και δεν φταίει μόνο η κλιματική αλλαγή
«Ο Αώος έχει μείνει πια χωρίς ροή. Η έλλειψη νερού στο ποτάμι είναι τέτοια, που δεν μπορούμε να ποτίσουμε τα χωράφια μας. Ο υδροφόρος ορίζοντας έχει πέσει τόσο χαμηλά που αναγκαζόμαστε να κατεβάζουμε τις αντλίες των γεωτρήσεων ολοένα και πιο βαθιά» λέει στο inside story ο αντιδήμαρχος Κόνιτσας και πρόεδρος του Τοπικού Οργανισμού Έγγειων Βελτιώσεων, Στράτος Νικόλαος. Το πρόβλημα, τονίζει, «δεν είναι απλώς οικολογικό, είναι θέμα επιβίωσης για την περιοχή μας».
Σε μια από τις πιο υδροφόρες περιοχές της Ελλάδας, στους πρόποδες της Πίνδου, ο Δήμος Κόνιτσας το καλοκαίρι κάλεσε τους κατοίκους του να περιορίσουν την κατανάλωση και να προετοιμαστούν για καθημερινές διακοπές ύδρευσης – μια εικόνα που μοιάζει αδιανόητη για μια ορεινή περιοχή σαν την Κόνιτσα. Κι όμως, όπως παραδέχονται οι τοπικές αρχές, τα τελευταία χρόνια η έλλειψη νερού τους έχει ανησυχήσει.
Η αιτία αυτής της κατάστασης δεν είναι μόνο η κλιματική αλλαγή, όπως θα φανταζόταν κανείς· πάει αρκετές δεκαετίες πίσω και ξεκινά από πολύ ψηλά – από τις πηγές του Αώου.
Από το 1987, που η ΔΕΗ κατασκεύασε φράγμα για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, τα νερά του ποταμού δεσμεύονται πλήρως στην τεχνητή Λίμνη Πηγών Αώου και εκτρέπονται προς διαφορετική λεκάνη απορροής. Παρά τις ευρωπαϊκές και εθνικές υποχρεώσεις, το φράγμα λειτουργεί εδώ και σχεδόν τέσσερις δεκαετίες, χωρίς να εξασφαλίζει την απαραίτητη «οικολογική παροχή» – το ελάχιστο δηλαδή νερό που πρέπει, σύμφωνα με την ευρωπαϊκή οδηγία για τα ύδατα, να αφήνεται ελεύθερο ώστε να διατηρείται ζωντανό το ποτάμι και το οικοσύστημά του.
Έτσι, η ροή του Αώου εξαρτάται πλέον σχεδόν αποκλειστικά από τους παραποτάμους του, που έρχονται να τον συμπληρώσουν κατά μήκος της διαδρομής του. Όμως η λειψυδρία και οι παρατεταμένες ξηρασίες περιορίζουν σημαντικά και τη δική τους ποσότητα, με αποτέλεσμα οι κοινότητες από τη Βωβούσα έως την Κόνιτσα να βλέπουν κάθε χρόνο τα νερά του ποταμού να λιγοστεύουν.
Όπως προκύπτει από τις απαντήσεις του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΥΠΕΝ) και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Ηπείρου στα ερωτήματά μας, οι αρμόδιες αρχές γνωρίζουν ότι δεν απελευθερώνεται νερό από το φράγμα, «λόγω όμως μικρών διαρροών από το φράγμα και της λοιπής τροφοδοσίας από την ορεινή λεκάνη», όπως λένε, ο ποταμός Αώος διατηρεί τη ροή του.
Πρόσφατη επιστημονική μελέτη του Μεσογειακού Ινστιτούτου για τη Φύση και τον Άνθρωπο (MedINA) κατέγραψε τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις του φράγματος, αναδεικνύοντας την ανάγκη μιας ελάχιστης παροχής νερού από το φράγμα προς τον ποταμό.
Το inside story, σε μια προσπάθεια να ξετυλίξει το νήμα μιας ιστορίας που ξεκινά τη δεκαετία του ’80 και οι συνέπειές της φτάνουν μέχρι σήμερα, βρέθηκε στις Πηγές του Αώου, εκεί όπου η ροή του ποταμού έχει πια σχεδόν χαθεί· παρακολούθησε το διεθνές συνέδριο του MedINA στα Ιωάννινα για τη βιώσιμη διαχείριση των ποτάμιων οικοσυστημάτων, συνομίλησε με επιστήμονες, φορείς και κατοίκους και απεύθυνε ερωτήματα προς το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας και την αρμόδια Αποκεντρωμένη Διοίκηση Ηπείρου.
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
O τελευταίος άγριος ποταμός της ΕΕ
Οι «άγριοι» ή «ελεύθεροι» ποταμοί –που στο μεγαλύτερο μέρος τους ρέουν χωρίς φράγματα, εκτροπές ή βαριές τεχνικές παρεμβάσεις– είναι πια σπάνιοι στην Ευρώπη. Σύμφωνα με τα επίσημα δεδομένα, στην ΕΕ καταγράφονται κατά μέσο όρο 0,74 τεχνικά εμπόδια σε κάθε χιλιόμετρο ποταμού. Στη διεθνή κοινότητα, ο Αώος συγκαταλέγεται ανάμεσα στους άγριους ποταμούς γιατί, παρά το φράγμα στις πηγές του, το υπόλοιπο τμήμα της διαδρομής του εξακολουθεί να κυλά ελεύθερα.
Με συνολικό μήκος 270 χιλιόμετρα, πηγάζει από την Ελλάδα και, διασχίζοντας το Εθνικό Πάρκο Βόρειας Πίνδου και 13 περιοχές του δικτύου Natura, εισέρχεται στην Αλβανία –όπου ονομάζεται Βιόσα (Vjosa)– και εκβάλλει τελικά στην Αδριατική. Είναι ο μοναδικός ποταμός μας που ρέει προς τον Βορρά. Κυλά μέσα από εθνικά πάρκα, προστατευόμενες περιοχές, πέτρινα χωριά με παραδοσιακά γεφύρια και αρχαία μονοπάτια, και μαζί με τους παραποτάμους του, Σαραντάπορο και Βοϊδομάτη, συγκροτεί ένα μοναδικό οικοσύστημα φυσικής και πολιτιστικής ομορφιάς, με αναγνωρισμένο καθεστώς προστασίας σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο.
Στην Ελλάδα, εντάσσεται στο Εθνικό Πάρκο Βόρειας Πίνδου –μία από τις πιο εκτεταμένες προστατευόμενες περιοχές της χώρας– και έχει αναγνωριστεί ως «Προστατευόμενο Τοπίο και Προστατευόμενος Φυσικός Σχηματισμός», ενώ η περιοχή Βίκου-Αώου αποτελεί Παγκόσμιο Γεωπάρκο της UNESCO. Στην Αλβανία, το 2023 οι εκβολές του κηρύχθηκαν ως το πρώτο «Άγριο Εθνικό Πάρκο» και πριν από περίπου έναν μήνα, αναγνωρίστηκε από την UNESCO ως ένα από τα 26 νεοσύστατα Αποθέματα Βιόσφαιρας.
Tι σημαίνει άγριος ποταμός
Ο όρος δεν αποτελεί θεσμικό ή επιστημονικό χαρακτηρισμό της ΕΕ, αλλά περισσότερο μια συμβολική έννοια, εμπνευσμένη από το αμερικανικό Wild and Scenic Rivers Act (1968), έναν νόμο που θεσπίστηκε για την προστασία ποταμών με εξαιρετική οικοσυστημική και πολιτιστική αξία.
Στα νερά του ζουν δώδεκα είδη αυτόχθονων ψαριών, έξι από τα οποία δεν συναντιούνται πουθενά αλλού στην Ελλάδα. Ανάμεσά τους ο κωβιός της Σκόδρας, ο μουστακαλής, ο χειλάς και η ιονική πέστροφα – ένα είδος που βρίσκεται στην εθνική Κόκκινη Λίστα των Απειλούμενων Ειδών και για τη διάσωση του οποίου έχει εκπονηθεί Εθνικό Σχέδιο Δράσης. Γύρω από τον ποταμό υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος που εξαρτάται από τα νερά του. Καφέ αρκούδες, λύκοι, βίδρες και αγριόγιδα, ζαρκάδια, αγριογούρουνα και 140 είδη πουλιών βρίσκουν καταφύγιο στα δάση δρυός και μαύρης πεύκης, ανάμεσα σε οξιές, ιτιές, σκλήθρες, και πλατάνια που αγκαλιάζουν την κοίτη του.
Στις όχθες του, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, γεννήθηκε ένας ολόκληρος πολιτισμός δεμένος με το νερό. Οι άνθρωποι που ζούσαν κατά μήκος του χάραξαν το τοπίο με πετρόκτιστα καμπυλωτά γεφύρια, νερόμυλους και μαντάνια, δημιουργώντας ένα ζωντανό τοπίο πολιτιστικής κληρονομιάς που συνυπάρχει με τη φύση.
Μαζί, Αώος και Βιόσα αποτελούν ένα ενιαίο, διασυνοριακό οικοσύστημα, και τελικά μια κοινή κληρονομιά που ενώνει τις δύο χώρες.
Στην καρδιά των βουνών
«Οι πρώτες πηγές του Αώου ξεκινούν από το οροπέδιο Πολιτσές, πάνω από το Μέτσοβο, και μαζί με άλλα ρέματα από την περιοχή της Κατάρας, και τις πλαγιές του Μαυροβουνίου ενώνονταν σ’ ένα κεντρικό ποτάμι που κατηφόριζε προς τη Βακαράτσα» εξηγεί ο αντιδήμαρχος Μετσόβου, Νίκος Καλοφύρης, που θυμάται το τοπίο πριν τις καθοριστικές επεμβάσεις. «Αυτό που άλλαξε με την κατασκευή του φράγματος είναι ότι όλα αυτά τα νερά δεσμεύτηκαν. Τα ποταμάκια που κάποτε σχημάτιζαν έναν δυνατό ποταμό, συγκρατήθηκαν για να δημιουργηθεί η τεχνητή λίμνη. Η θέση της δεν επιλέχθηκε τυχαία, ήταν ιδανική».
Σήμερα, όπως διαπιστώσαμε και στην επιτόπια επίσκεψή μας, η παλιά κοίτη του ποταμού έχει μεταμορφωθεί σε χωματόδρομο.
«Εκεί ήταν η φυσική κοίτη του ποταμού, με σημαντική ποσότητα νερού ακόμη και το καλοκαίρι. Ο δρόμος δεν υπήρχε. Φοβόταν ο κόσμος, δεν πλησίαζε γιατί όταν έπιαναν οι βροχές κατέβαζε τόσο νερό που πλημμύριζε», θυμάται ο Καλοφύρης.
Η φυσική αρχή του Αώου έχει μετατοπιστεί, καθώς το ποτάμι ζει πια κυρίως από τους παραποτάμους του. Όπως εξηγεί ο Καλοφύρης, «ο Αώος που κάποτε ξεκινούσε από τις πηγές του, σήμερα θεωρείται ότι αρχίζει πιο κάτω, εκεί όπου το ποτάμι της Βακαράτσας συναντά το Αρκουδόρεμα από τη Βάλια Κάλντα, στη θέση Σμιξώματα, περίπου πέντε χιλιόμετρα πριν τη Βωβούσα. Από εκεί και μετά μπορούμε να μιλάμε για τον Αώο», λέει.
Το φράγμα συγκρατεί το μεγαλύτερο μέρος των νερών, ενώ η κλιματική πίεση των τελευταίων ετών έχει μειώσει και τη ροή των παραποτάμων, κάνοντας τις επιπτώσεις ακόμη πιο εμφανείς. «Πηγές στα βουνά που ήξερα από πάντα λειτουργικές, φέτος τις είδα για πρώτη φορά ξερές» λέει ο Καλοφύρης. «Είχαμε λίγα χιόνια τα τελευταία δύο-τρία χρόνια. Δεν είναι μόνο οι βροχές· τα χιονισμένα βουνά είναι ουσιαστικά εσωτερικές πηγές νερού. Έτσι, η καρδιά των βουνών λειτουργεί και σαν ταμιευτήρας για τα νερά» λέει.
.
Εκτροπή του ποταμού για παραγωγή ενέργειας
Η ιστορία του φράγματος ξεκινά ήδη από τη δεκαετία του ’70, όταν η ΔΕΗ αναζητούσε θέσεις για υδροηλεκτρικά έργα στο σύστημα του Αώου, του Σαραντάπορου και του Βοϊδομάτη. Το 1981 ξεκινά η κατασκευή του φράγματος και της τεχνητής λίμνης των Πηγών Αώου, ως βασικών υποδομών του Υδροηλεκτρικού Σταθμού (ΥΗΣ) της περιοχής, που τέθηκε σε λειτουργία το 1991. Το έργο χωροθετείται στην καρδιά του Εθνικού Πάρκου Βόρειας Πίνδου.
Σε υψόμετρο 1.300 μ. στην περιοχή Πολιτσών, βορειοδυτικά του Μετσόβου, απλώνεται η τεχνητή λίμνη των Πηγών Αώου – ένα έργο χωρητικότητας 145 εκατ. κυβικών μέτρων και επιφάνειας 11,5 km². Αποτελείται από επτά επιμέρους φράγματα, τα οποία τροφοδοτούν έναν υπόγειο σταθμό ισχύος 210 MW, με μέση παραγωγή 150-198 GWh ετησίως. Μαζί με τους άλλους δύο υδροηλεκτρικούς σταθμούς (ΥΗΣ) της περιοχής, «συνεισφέρουν στο 1% της συνολικά παραγόμενης ενέργειας στη χώρα».
Σύμφωνα με τη μελέτη, «τα νερά του ταμιευτήρα προέρχονται από πηγές και χειμάρρους των γύρω ορεινών όγκων» και μέσω σηράγγων μήκους σχεδόν 3 χλμ. διοχετεύονται στον υπόγειο σταθμό, εκμεταλλευόμενα υψομετρική πτώση 670 μ. Μετά την παραγωγή ενέργειας, τα νερά διοχετεύονται στην κοίτη του ποταμού Μετσοβίτικου –δηλαδή σε άλλη λεκάνη απορροής, αυτήν του Αράχθου– αποκόπτοντας τη φυσική ροή του Αώου.
Περιβαλλοντική αδειοδότηση μετά από 25 χρόνια λειτουργίας
Την εποχή που σχεδιάστηκε το φράγμα (1970-1990), η περιβαλλοντική νομοθεσία στην Ελλάδα ήταν ακόμη ανύπαρκτη και τα μεγάλα έργα, όπως φράγματα ή βιομηχανικές εγκαταστάσεις, εγκρίνονταν κυρίως με τεχνικά και οικονομικά κριτήρια. Όταν το 1986 θεσπίστηκε ο πρώτος νόμος για την προστασία του περιβάλλοντος, ο οποίος καθιέρωσε την εκπόνηση περιβαλλοντικών μελετών, το έργο του Αώου είχε ήδη σχεδόν ολοκληρωθεί – κι έτσι αδειοδοτήθηκε εκ των υστέρων.
Η πρώτη Απόφαση Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (ΑΕΠΟ) εκδόθηκε 19 ολόκληρα χρόνια μετά, το 2005 και ανανεώθηκε το 2014. Σε καμία από τις δύο δεν καθορίστηκε η απαιτούμενη οικολογική παροχή – το ελάχιστο δηλαδή νερό που πρέπει να αφήνει το φράγμα στον ποταμό. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι ήδη από το 2007 είχε ενσωματωθεί στην ελληνική νομοθεσία η Ευρωπαϊκή Οδηγία για τα Ύδατα που το απαιτεί. Το ΥΠΕΝ απάντησε σε σχετική ερώτηση του inside story ότι «η κατάσταση κατάντη του φράγματος είχε ήδη διαμορφωθεί ύστερα από 25 χρόνια λειτουργίας χωρίς οικολογική παροχή». Τι είχαμε τι χάσαμε, δηλαδή;
Η ισχύουσα άδεια λήγει το 2026 – και αυτή η ανανέωση θεωρείται πλέον κομβική ευκαιρία για να θεσπιστεί επιτέλους, 39 χρόνια μετά τη λειτουργία του φράγματος, μια νομικά δεσμευτική πρόβλεψη για τη ροή του ποταμού.
Το θεσμικό παράδοξο
Η «οικολογική παροχή» είναι το ελάχιστο νερό που χρειάζεται να αφήνεται από ένα τεχνητό έργο σε ένα ποτάμι για να παραμείνει ζωντανό και λειτουργικό. Όπως εξήγησε στο συνέδριο η Σοφία Κόπελα, διδάσκουσα στη Νομική Σχολή του ΔΠΘ, αποτελεί βασικό εργαλείο της Οδηγίας για τα Ύδατα (που ενσωματώθηκε στην ελληνική νομοθεσία με Π.Δ.), συνδέεται με τη στρατηγική της ΕΕ για τη βιοποικιλότητα και τον νέο Κανονισμό για την Αποκατάσταση της Φύσης (2024), που επιβάλλει την αναθεώρηση αδειών άντλησης και την αποκατάσταση 25.000 χλμ. ελεύθερης ροής στην ΕΕ μέχρι το 2027.
Στην ελληνική νομοθεσία, οι στόχοι αυτοί ενσωματώνονται μέσω των Σχεδίων Διαχείρισης Λεκανών Απορροής Ποταμών (ΣΔΛΑΠ), τα οποία καθορίζουν πολιτικές για την επίτευξη καλής οικολογικής κατάστασης σε κάθε υδάτινο σώμα. Στα ΣΔΛΑΠ Ηπείρου –που εγκρίθηκαν το 2024, με διετή καθυστέρηση– παρότι το φράγμα του Αώου χαρακτηρίζεται «ιδιαιτέρως τροποποιημένο», το τμήμα του ποταμού ακριβώς κάτω από αυτό δηλώνεται ως «καλής οικολογικής κατάστασης» – παρότι δεν έχει ουσιαστική ροή και ενώ στα προηγούμενα Σχέδια (2017) καταγραφόταν επίσης ως «ιδιαιτέρως τροποποιημένο».
Το MedINA επισημαίνει ότι η ταξινόμηση αυτή είναι εσφαλμένη. «Η υποβάθμιση του τμήματος ακριβώς μετά το φράγμα αποδεικνύει ότι θα έπρεπε να χαρακτηριστεί “μέτρια” ή “κακή” η οικολογική κατάσταση».
Στην απάντησή του προς το inside story, το ΥΠΕΝ αναγνωρίζει ότι μέχρι σήμερα «δεν αποδεσμεύεται περιβαλλοντική παροχή», υποστηρίζει όμως ότι «λόγω μικρών διαρροών του φράγματος και τροφοδοσίας από την ορεινή λεκάνη, ο ποταμός διατηρεί ροή σε όλο του το μήκος». Βάσει των στοιχείων παρακολούθησης του ΕΛΚΕΘΕ, τον χαρακτηρίζει «καλής κατάστασης» –μια εκτίμηση που έρχεται σε αντίθεση με τα δεδομένα των μελετών– ενώ επισημαίνει ότι η ταξινόμηση του ποταμού θα επανεξεταστεί στο επόμενο ΣΔΛΑΠ, το 2027.
Όπως εξηγεί ο Σταμάτης Ζόγκαρης, ιχθυολόγος του ΕΛΚΕΘΕ και συντάκτης της μελέτης του MedINA, κάθε χώρα αξιολογεί την οικολογική κατάσταση των ποταμών (Άριστη, Καλή, Μέτρια, Ελλιπής και Κακή), βάσει δεικτών που διαμορφώνονται από τα πρότυπα της ΕΕ. Οι δείκτες αυτοί δίνουν μια πρώτη εικόνα, αλλά δεν αποτυπώνουν πάντα την πραγματικότητα. «Περίπου το ένα τρίτο (30-35%) των ποτάμιων σταθμών ενδέχεται να ταξινομείται σε διαφορετική κατηγορία από την πραγματική τους κατάσταση» αναφέρει.
Το αποτέλεσμα ωστόσο αποτελεί θεσμικό παράδοξο, καθώς στα χαρτιά η Ελλάδα φαίνεται να συμμορφώνεται με την ευρωπαϊκή νομοθεσία, αλλά στην πράξη, ένας από τους σημαντικότερους ποταμούς της χώρας παραμένει χωρίς νερό ήδη από τις πηγές του, και επιβιώνει χάρη στους παραποτάμους – των οποίων όμως η ροή μειώνεται διαρκώς.
Εκτός από την ΑΕΠΟ, μεγάλη σημασία για την προστασία του περιβάλλοντος έχει και η άδεια χρήσης ύδατος – το βασικό νομικό εργαλείο που καθορίζει πώς, πότε και πόσο νερό μπορεί να δεσμεύσει ένα έργο. Και αυτή όμως στην περίπτωση του Αώου φαίνεται να είναι απαξιωμένη από την πρώτη στιγμή. Η πρώτη τέτοια άδεια εκδόθηκε από τη Διεύθυνση Υδάτων της Αποκεντρωμένης Διοίκησης το 2012 και ανανεώθηκε το 2017, με ισχύ έως το 2028. Αν και όριζε ότι πρέπει να «εξασφαλίζεται κατά προτεραιότητα στην κοίτη του ποταμού Αώου και κατάντη του φράγματος συνεχής καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους παροχή για τη διατήρηση του οικοσυστήματος», το μέτρο αυτό ποτέ δεν ποσοτικοποιήθηκε. Έτσι ο πιο κρίσιμος όρος της άδειας που θα διασφάλιζε τη ροή του ποταμού έμεινε ανεφάρμοστος. Επιπλέον, η άδεια έδινε προτεραιότητα στην κάλυψη των υδρευτικών και αρδευτικών αναγκών της περιοχής και απαιτούσε τη συστηματική μέτρηση τόσο της εκτρεπόμενης ποσότητας όσο και της οικολογικής παροχής.
Η Αποκεντρωμένη Διοίκηση από την πλευρά της επιβεβαιώνει ότι η εταιρεία τηρεί τις σχετικές καταγραφές. Όμως στο πλαίσιο των ερωτημάτων που απευθύναμε επανειλημμένα στη ΔΕΗ, ζητήσαμε να μας παρασχεθούν τα σχετικά υδρολογικά δεδομένα και η εταιρεία αρνήθηκε να τοποθετηθεί.
Το ποτάμι που έγινε ρέμα
Μέχρι πρόσφατα, οι επιπτώσεις του φράγματος στο ποτάμιο οικοσύστημα δεν είχαν μελετηθεί σε βάθος. Μια πρώτη υδρολογική μελέτη το 2014 ανέλυσε τη ροή του ποταμού πριν και μετά το φράγμα (1950-2012) και έδειξε μείωση 45% στη Βωβούσα, 15,5 χλμ. από το φράγμα. Παρότι τότε εκτιμήθηκε ότι η ροή αυτή επαρκούσε για τις αρδευτικές ανάγκες, η μελέτη προειδοποιούσε ότι το σύστημα είναι εξαιρετικά ευάλωτο στις κλιματικές διακυμάνσεις και στη χρήση νερού.
Δέκα χρόνια αργότερα, νέα έρευνα των οργανώσεων RiverWatch, EuroNatur και MedINA, στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας Save the Blue Heart of Europe, ήρθε να επιβεβαιώσει τις ανησυχίες. «Το τμήμα του Αώου κάτω από το φράγμα, λόγω της μηδενικής παροχής νερού, έχει πλέον υποβαθμιστεί σε ρυάκι με πλάτος μόλις 1,3μ. με εμφανείς υδρομορφολογικές αλλοιώσεις στην κοίτη και τις όχθες του» αναφέρει η μελέτη.
Μετρήσεις ροής σε σημεία 0,8-42 χλμ. κατάντη των πηγών έδειξαν ότι «η έλλειψη οικολογικής παροχής, ως αποτέλεσμα της λειτουργίας του Φράγματος, καθίσταται ιδιαίτερα κρίσιμη κατά τους θερινούς μήνες, όταν η ροή του νερού είναι ελάχιστη και η θερμοκρασία ιδιαίτερα υψηλή», δημιουργώντας δυσμενείς συνθήκες για τα υδρόβια είδη «ιδιαίτερα υπό το πρίσμα της εντεινόμενης πίεσης της κλιματικής αλλαγής, η οποία ενδέχεται να επιτείνει τη διάρκεια και τη συχνότητα των ξηρών περιόδων».
Όπως έδειξε η μελέτη, οι συνέπειες για την ιχθυοπανίδα είναι σοβαρές, ιδιαίτερα για ευαίσθητα και προστατευόμενα είδη, όπως η ιονική πέστροφα. Συγκεκριμένα, στη θέση δειγματοληψίας μόλις 0,8 χλμ. κάτω από το φράγμα, βρέθηκαν μόνο δύο είδη ψαριών και αποκλειστικά άτομα μικρού μεγέθους – ένδειξη ότι η περιοχή δεν είναι πλέον κατάλληλη για αναπαραγωγή ή ανάπτυξη.
Η μελέτη καταλήγει ότι η καθιέρωση μιας ελάχιστης ποσότητας 0,37 m³/s που θα αφήνεται από το φράγμα, μαζί με μια «δυναμική» παροχή ίση με το 20% της φυσικής ροής του ποταμού, είναι απαραίτητες για τη διατήρηση του Αώου, σύμφωνα με τη μεθοδολογία της ΕΕ.
«Tα σημάδια περιβαλλοντικής υποβάθμισης είναι εμφανή τόσο στον ποταμό, όσο και στις όχθες του», σημειώνεται, καθώς η ανάπτυξη βλάστησης μέσα στην κοίτη του περιορίζει τον ενεργό πυθμένα και μειώνει τη φυσική ικανότητα του ποταμού να μεταφέρει ιζήματα.
Τα ευρήματα αυτά παρουσιάστηκαν στο πρώτο Transboundary River Forum στα Ιωάννινα, όπου επιστήμονες, νομικοί και φορείς από Ελλάδα, Αλβανία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες συζήτησαν το όραμα για τη δημιουργία του πρώτου Διασυνοριακού Πάρκου Άγριου Ποταμού στην Ευρώπη, που θα προστάτευε τον Αώο/Βιόσα ως ενιαίο οικοσύστημα.
Εκεί, ο Φανοίκος Σακελλαράκης, συντονιστής προγραμμάτων για το νερό στο MedINA, έδωσε μια σαφή εικόνα για το μέγεθος της απώλειας που είχαν καταγράψει στο πεδίο: «Λείπουν από το σύστημα κατά μέσο όρο 2,9 m³/s, μετά την κατασκευή του φράγματος. Αυτό ισοδυναμεί με μια πισίνα ολυμπιακών διαστάσεων που “εξαφανίζεται” κάθε 15 λεπτά από το ποτάμι».
Σε δύο χρόνια η μελέτη από τη ΔΕΗ
Τον περασμένο Ιούλιο, μετά και τη δημοσίευση της παραπάνω έρευνας, η Αποκεντρωμένη Διοίκηση ζήτησε από τη ΔΕΗ να υποβάλει εντός τριών μηνών μελέτη, με την οποία θα καθορίζει και θα ποσοτικοποιεί την οικολογική παροχή καθώς και τον τεχνικό τρόπο με τον οποίον θα εφαρμοστεί – δεδομένου ότι το έργο κατασκευάστηκε χωρίς την αντίστοιχη υποδομή.
Η ΔΕΗ τελικά ενημέρωσε ότι θα την καταθέσει σε δύο χρόνια, δηλαδή ύστερα από 40 χρόνια λειτουργίας του φράγματος.
Η Αποκεντρωμένη αναγνωρίζει ότι «ο φορέας τηρεί εν μέρει τους περιβαλλοντικούς όρους», καθώς η απαραίτητη οικολογική παροχή «δεν έχει ακόμη πλήρως καλυφθεί». Θεωρεί ωστόσο την καθυστέρηση «εύλογη και αποδεκτή» – παρότι η τεχνική εφαρμογή της παροχής παραμένει άγνωστο πότε θα γίνει.
Το ζήτημα της οικολογικής παροχής του Αώου έχει φτάσει από το Ελληνικό Κοινοβούλιο έως τα θεσμικά όργανα της ΕΕ. Βουλευτές διαφορετικών κομμάτων έχουν ζητήσει σχετικές εξηγήσεις από το υπουργείο Περιβάλλοντος, ενώ το MedINA πρόσφατα απευθύνθηκε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ενημερώνοντας για την κατάσταση και ζητώντας να εκδοθούν συστάσεις ώστε το επόμενο Σχέδιο Διαχείρισης (2027) να προβλέπει ρητά μέτρα για την αποκατάσταση της ροής. Παράλληλα, επισημαίνει ένα ακόμη κρίσιμο θεσμικό κενό: η ελληνική νομοθεσία δεν προβλέπει υποχρεωτικά τον προσδιορισμό οικολογικής παροχής στην περιβαλλοντική αδειοδότηση των μεγάλων υδροηλεκτρικών, παρά μόνο αποσπασματικά για μικρότερα.
Η Κόνιτσα χωρίς νερό
Αν και η ΑΕΠΟ του 2005 όριζε ότι οι υδρευτικές και αρδευτικές ανάγκες έπρεπε να εξασφαλίζονται κατά προτεραιότητα, σήμερα αυτό ισχύει μόνο για τον κάμπο της Χρυσοβίτσας, όπου οι καλλιεργητές αντλούν νερό απευθείας από τη λίμνη. Για τις υπόλοιπες κοινότητες, η πρόβλεψη μένει στα χαρτιά. Χωριά που βασίζονταν ανέκαθεν στον Αώο, σήμερα αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα λειψυδρίας, καθώς το φράγμα συγκρατεί τις πηγές και η κλιματική αλλαγή μειώνει τα νερά των παραποτάμων που τροφοδοτούν τον ποταμό.
«Σε κοινότητες στα 1.100 μέτρα, το νερό που βγάζουν οι γεωτρήσεις πια δεν επαρκεί. Πηγές όπως εκείνη στη θέση Δέση, κοντά στη Μονή Στομίου, έχουν στερέψει. Πριν δέκα χρόνια όλη η Κόνιτσα υδρευόταν μόνο από αυτή την πηγή. Τώρα δεν έχει ίχνος νερού» λέει ο αντιδήμαρχος και πρόεδρος του ΤΟΕΒ, Στράτος Νικόλαος. Τα προβλήματα όμως δεν περιορίζονται μόνο στην ύδρευση. «Για τους αγρότες η κατάσταση είναι δραματική». Ο κάμπος της Κόνιτσας είναι 13,5 χιλιάδες στρέμματα και η Κλειδωνιά με την Καλλιθέα άλλα 5.000. «Στην Κόνιτσα είμαστε σε οριακή κατάσταση, στην Καλλιθέα που ποτίζουν ακόμη με κατάκλιση, επειδή το ποτάμι δεν έχει νερό, με το ζόρι καταφέρνουν να ποτίσουν τα χωράφια τους, και η παραγωγή τους είναι μειωμένη. Κάτω από αυτά τα χωριά ουσιαστικά δεν υπάρχει Αώος. Είναι πια στεγνός».
«Πριν δεν σκεφτόσουν καν ότι υπήρχε το φράγμα. Δεν μας ενδιέφερε, υπήρχαν νερά». Σήμερα, με τις ολοένα συχνότερες ξηρασίες, οι συνέπειες της παρέμβασης στη φυσική ροή του ποταμού από το φράγμα είναι παντού ορατές. «Δεν υπάρχουν πια ψάρια το καλοκαίρι. Παλιά ο κόσμος ψάρευε παντού. Πλέον ό,τι πέστροφα τρώμε είναι από ιχθυοτροφεία».
Ακόμη και η άγρια ζωή αναγκάστηκε να αλλάξει συνήθειες. «Τα τελευταία χρόνια τα άγρια ζώα κατεβαίνουν στα χωριά. Ειδικά τους καλοκαιρινούς μήνες, επειδή οι πηγές στο βουνό στερεύουν, κατεβαίνουν στο ποτάμι για να βρουν νερό. Παλιά δεν πλησίαζαν, έλεγες “άγρια”, και ήταν πραγματικά άγρια. Τώρα έχουν ημερέψει όλα – αναγκάζονται».
Ο ήχος του ποταμού
«Το όνομα του χωριού, Βωβούσα, το πήρε απ’ τη βοή του ποταμού» λέει ο Θανάσης Σκαγκογιάννης, τέως πρόεδρος της Κοινότητας (1999-2006). «Παλιά λεγόταν Μπαϊεάσα, έτσι το λένε ακόμα στην Αλβανία. Μετά, οι φιλόλογοι είπαν ότι προέρχεται από τη βοή, τον ήχο του νερού, και το άλλαξαν σε Βωβούσα. Θυμάμαι όταν πήγαινα σχολείο, το γράφαμε με ωμέγα και περισπωμένη. Μετά τη δεκαετία του ’70, μας το έκαναν με όμικρον».
«Εγώ είμαι γεννημένος το ’47 και θυμάμαι το ποτάμι από τότε που ήμουν παιδί», λέει. «Όταν ήμασταν πιτσιρικάδες περνούσαμε όλη τη μέρα μας στο ποτάμι. Κάθε εκατό μέτρα υπήρχαν οι “οβύρες”, φυσικές πισίνες με τρία μέτρα βάθος και μήκος μέχρι σαράντα μέτρα. Ήταν απίστευτες. Σήμερα δεν υπάρχει καμία. Εξαφανίστηκαν, γιατί το ποτάμι δεν έχει τη δύναμη που είχε τότε. Παλιά ήταν το διπλάσιο, είχαμε το νερό της Βάλια Κάλντα και τη ροή του Αώου που κατέβαινε από τις πηγές στο Μέτσοβο. Τώρα έχει μείνει μόνο της Βάλια Κάλντα».
Η απόπειρα στη Βάλια Κάλντα
Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, η ΔΕΗ επιχείρησε να κατασκευάσει έναν ακόμη ΥΗΣ στην καρδιά του Εθνικού Δρυμού. Οι τοπικές αντιδράσεις ανέτρεψαν τα σχέδια. Το θέμα έφτασε μέχρι τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα. Από εκείνη την περίοδο παραμένουν ακόμα ίχνη τσιμεντένιων κατασκευών μέσα στο δάσος. Με αφορμή αυτά, γεννήθηκε το Φεστιβάλ της Βωβούσας, που εξελίχθηκε σε έναν πολιτιστικό θεσμό του Ανατολικού Ζαγορίου.
«Όταν άλλαζε ο καιρός, το ποτάμι στο έλεγε πρώτο» θυμάται ο Σκαγκογιάννης. «Πολλές φορές έλεγα στα παιδιά μου: “Αύριο θα βρέξει ή θα χιονίσει”. Μου λέγαν “πώς το ξέρεις;” κι εγώ τους απαντούσα: “Άλλαξε η βοή του ποταμού”. Είχε ένα βουητό διαφορετικό, κι αυτό δεν λάθεψε ποτέ. Μόνο που τώρα, δεν ακούγεται όπως παλιά, γιατί το νερό λιγόστεψε».
Υπάρχει πολιτική για τα ύδατα στη χώρα;
Τελικά, η ιστορία του Αώου καθρεφτίζει μια εποχή που πίστεψε ότι η φύση είναι ανεξάντλητη. Σήμερα, στην εποχή της κλιματικής κρίσης, το τίμημα εκείνης της νοοτροπίας γίνεται πιο ορατό από ποτέ. Κι όμως, στην ευρύτερη λεκάνη του Αώου και των παραποτάμων του, σχεδιάζονται 32 μικρά υδροηλεκτρικά έργα ενώ 4 είναι ήδη σε λειτουργία.
Όταν οι όροι αδειοδότησης δεν εφαρμόζονται και οι κρατικοί μηχανισμοί δεν διασφαλίζουν εγκαίρως την τήρησή τους, η ροή του ποταμού λιγοστεύει, τα οικοσυστήματα πλήττονται και η ανεξέλεγκτη χρήση νερού γίνεται αισθητή σε κάθε ξηρασία, με τις τοπικές κοινότητες να πληρώνουν τελικά το τίμημα. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν χρειαζόμαστε ενέργεια, αλλά αν μπορούμε να την παίρνουμε χωρίς να διαλύουμε όσα δεν θα μπορούν να αναπληρωθούν.

