Το πρώτο ριφιφί στην ιστορία έγινε στην πλατεία Κλαυθμώνος
Η οδός Σταδίου, που ξεκινά από την πλατεία Ομόνοιας και εκβάλλει στην πλατεία Συντάγματος, είναι ένας από τους πρώτους δρόμους που χαράχτηκαν στην ελληνική πρωτεύουσα. Η κατασκευή της ολοκληρώθηκε το 1859 και με βάση την αρχική σχεδίαση των αρχιτεκτόνων Κλεάνθη και Σάουμπερτ (1833) προβλεπόταν να οδηγεί έως το Παναθηναϊκό (Καλλιμάρμαρο) Στάδιο. Το σχέδιο δεν υλοποιήθηκε ποτέ, εξαιτίας σφοδρών αντιδράσεων των ιδιοκτητών μεγάλων οικοπέδων πέριξ της πλατείας Συντάγματος, αλλά και της τελικής χωροθέτησης των Ανακτόρων (σημερινή Βουλή) στην ανατολική πλευρά της.
Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1850 η Σταδίου βρισκόταν εκτός σχεδίου πόλης και τη διέσχιζε ρέμα, βάθους περίπου τριών μέτρων, που κατέβαινε από τον Λυκαβηττό και κατέληγε στη σημερινή οδό Πειραιώς. «Η λαμπρά αύτη, κυριωτάτη και πολυσύχναστος οδός των σημερινών Αθηνών ήτο τότε (κατά το έτος 1851) κατά γράμμα αδιάβατος· καθότι εις το μέσον αυτής καθ’ όλον αυτής το μήκος εξετείνετο φάραγξ, αρχομένη από της θέσεως ένθα κείται νυν η πλατεία της Ομονοίας και απολήγουσα περίπου εις το έτερον άκρον, παρά την πλατείαν του Συντάγματος» έγραφε μερικά χρόνια μετά ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Μπάμπης Άννινος, διευκρινίζοντας: «Η διάβασις από της μίας πλευράς της οδού εις την άλλην εγίνετο δια προχείρων γεφυρών ξύλινων και σαθρών, τοποθετημένων κατ’ αποστάσεις, αλλ’ εν ώρα νυκτός, ένεκα του ατελεστάτου φωτισμού, δεν ήτο πάντοτε ασφαλής […]. Σημειωτέον ότι ήτο μεν απόκεντρος τότε η οδός αύτη και ολίγας είχεν ιδιωτικάς οικοδομάς, αλλά εσυχνάζετο αρκετά χάρις εις τα επ’ αυτής δημόσια κτίρια, τα οποία ήσαν το Εθνικόν Τυπογραφείον, το Νομισματοκοπείον […], οι Βασιλικοί Στάβλοι περαιτέρω […]» (Αι Αθήναι κατά το 1850, σσ. 38-39).
Η κλοπή του Κεντρικού Ταμείου «δια τρόπου λίαν ευφυούς»
Πράγματι, το 1835 στη βορειοανατολική όψη της σημερινής πλατείας Κλαυθμώνος (τότε πλατεία Κήπων Παλαιού Παλατιού) είχε ανεγερθεί το Βασιλικό Νομισματοκοπείο (και Σφραγιστήριο), όπου από το 1836 κατασκευάζονταν τα νομίσματα, τα μετάλλια και οι μεταλλικές σφραγίδες των κρατικών υπηρεσιών (Εφημερίς της Κυβερνήσεως, 27 / 18.6.1836). Το Νομισματοκοπείο έπαψε να λειτουργεί στη θέση αυτή το 1858 και από το 1863 μέχρι το 1939, όταν το κτήριο κατεδαφίστηκε, στέγασε το υπουργείο Οικονομικών και το Κεντρικό Ταμείο του Κράτους.
Το πρωί της Δευτέρας 20 Οκτωβρίου 1869, οι Αθηναίοι έκπληκτοι πληροφορήθηκαν πως «κλοπή αυθάδης και πρωτοφανής εις τα χρονικά της Ελλάδος διεπράχθη την εσπέραν (σ.σ.: της Κυριακής 19 Οκτωβρίου) […]. Κλέπται εισελθόντες εις το Κεντρικόν Ταμείον αφήρεσαν περί τας 150.000 δραχμών εις άργυρον και χαλκόν, θραύσαντες το εμπερικλείον αυτάς σιδηρούν κιβώτιον· ευτυχώς οι κλέπται δεν ανεκάλυψαν τον τόπον, όπου εφυλάσσετο ο χρυσός ειδ’ άλλως η ζημία του δημοσίου ήθελεν είσθαι πολλώ μεγαλειτέρα» (Εθνοφύλαξ, 20.10.1869).
Δεν ήταν η πρώτη φορά που το Κεντρικό Ταμείο γινόταν στόχος ληστρικής επίθεσης: είχε προηγηθεί η κλοπή στις 26 Οκτωβρίου 1867, όταν διαπιστώθηκε ότι από τα χρηματοκιβώτιά του είχαν αφαιρεθεί περίπου 45.000 δραχμές «εις χρυσά, χαρτονομίσματα και τάλληρα» (Αυγή, 28.10.1867). Το γεγονός είχε προκαλέσει πολιτική ένταση, με τον –τότε– πρωθυπουργό Αλέξανδρο Κουμουνδούρο να εγκωμιάζει από του βήματος της Βουλής «την καλήν των πραγμάτων του Κράτους κατάστασιν και την κοινήν ασφάλειαν» και τους βουλευτές της αντιπολίτευσης να αντιτείνουν πως «τούτο δεν αποδεικνύεται από την συμβάσαν λήστευσιν του Κεντρικού Ταμείου» (Μέριμνα, 28.10.1867).
Ωστόσο, η ιδιαιτερότητα της δεύτερης κλοπής έγκειτο στο γεγονός ότι οι δράστες, προκειμένου να προσεγγίσουν κρυφά το σημείο, είχαν χρησιμοποιήσει τον υπόνομο που είχε κατασκευαστεί το 1857 σε όλο το μήκος της Σταδίου, όταν το ρέμα καλύφθηκε.
Τα στοιχεία που είδαν σταδιακά το φως της δημοσιότητας ήταν εντυπωσιακά: όπως σημείωνε η εφημερίδα Αιών, οι δράστες άρχισαν τις εργασίες «διατρυπήσεως της υπονόμου και της κατασκευής διόδων μέχρι της αιθούσης του ταμείου […] την 4 Σεπτεμβρίου περατώσαντες εντός ημερών 45. Επί τούτω ενοικίασαν τον παρά την έξοδον της μεγάλης υπονόμου, κάτωθεν της πλατείας Ομονοίας, οικίσκον […], όστις εχρησίμευσεν αυτοίς ως στρατηγείον, όπου ανεπαύοντο, εκοιμώντο και απέθετον τα εργαλεία των. […] Ειργάζοντο δε την ημέραν, […] αλλά πολλάκις, μη δυνηθέντες να εξέλθωσι της υπονόμου ασφαλώς, αναγκάσθησαν να διατρίψωσιν ολόκληρον την ημέραν εντός αυτής» (23.10.1869).
Ο πρώτος πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Ελλάδα και ένθερμος φιλέλληνας, Κάρολος Τάκερμαν, στις εξαιρετικά ενδιαφέρουσες αναμνήσεις του από την τετραετή θητεία του στην Αθήνα, που δημοσίευσε το 1872 και πέντε χρόνια αργότερα κυκλοφόρησαν σε ελληνική μετάφραση (Οι Έλληνες της σήμερον), αναφέρει χαρακτηριστικά: «Το εν Αθήναις κεντρικόν ταμείον εκλάπη δια τρόπου λίαν ευφυούς. Οι κλέπται έστησαν εις απόστασιν ενός μιλίου από του κτιρίου, εκείθεν δε δι’ ατρήτων κόπων και υπομονής μεγάλης κατασκεύασαν υπόγειον είσοδον μέχρι του κτιρίου και υπό το σανίδωμα της αιθούσης, εν ή εσκόπευον να εισέλθωσι. Υπόνομον ενός μιλίου δεν κατασκεύασαν, καθότι υπήρχεν, είναι δ’ αύτη η γνωστή υπόνομος της οδού Σταδίου· οι κλέπται διατρύπησαν το μεσολαβούν διάστημα από της υπονόμου έως εις το δωμάτιο του κεντρικού ταμείου, μήκους δεκαπέντε περίπου πήχεων (σ.σ.: σχεδόν 10 μέτρα)». Ακόμα, ο Τάκερμαν δεν παραλείπει να τονίσει τον πρωτότυπο τρόπο που χρησιμοποίησαν οι δράστες ώστε να επισημάνουν το σωστό σημείο διάτρησης του δαπέδου για να βρεθούν εντός του ταμείου. «Εις των συναυτουργών επορεύετο καθ’ εκάστην εις το ταμείον, δήθεν δι’ υποθέσεις, και έπληττε δια της ράβδου το έδαφος, ίνα δείξη τοις κάτωθεν εργαζομένοις την ακριβή θέσιν» γράφει χαρακτηριστικά (σ. 294).
Τις επόμενες ημέρες, νεότερες πληροφορίες ανέφεραν ότι, μετά από επισταμένη έρευνα των υπαλλήλων του υπουργείου Οικονομικών, το κλαπέν ποσό έφτανε τελικά στις 190.000 δραχμές, ενώ άλλες πηγές έκαναν λόγο για 1,2 εκατ. δραχμές – ποσό θηριώδες για την εποχή.
Οι δράστες συλλαμβάνονται
Οι κάτοικοι της μικρής, τότε, ελληνικής πρωτεύουσας αντιμετώπισαν έντρομοι αυτή τη νεοείσακτη μορφή εγκληματικότητας και ο αντιπολιτευόμενος Τύπος επέκρινε έντονα την αδυναμία των αστυνομικών αρχών να την αποτρέψουν. Η εφημερίδα Αιών παρατηρούσε πως «χωλαίνει η Αστυνομία, μη εννοήσασα τας επί τη κλοπή παρασκευάς, αίτινες επί μακρόν χρόνον εγένοντο» (23.10.1869), ενώ η (αντιπολιτευόμενη στην κυβέρνηση Θρασύβουλου Ζαΐμη) Αυγή σημείωνε: «Μετά την ανακλυφθείσαν […] κλοπήν του Κεντρικού Ταμείου μέγας φόβος και τρόμος κατέλαβε τους κατοικούντας κατά την οδόν Σταδίου, δι’ ης διέρχεται ο μέγας υπόνομος της πόλεως, όστις δεν απέχει των παροδίων οικιών ειμή κατά δύο ή τρία μέτρα. […] Αν δεν έχει πρόνοια τις εις εξασφάλισιν των οικιών τούτων, θα χρησιμεύη εφεξής το […] μέσον δι΄ ου θα εισέρχωνται οι κλέπται εν αυταίς. […] Ας προσέξουν λοιπόν και ας εξασφαλίσουν καλώς τας οικίας των οι παρόδιοι γείτονες της οδού Σταδίου, διότι από την αστυνομίαν δεν πρέπει να περιμένουν καλόν τι» (21.10.1869).
Ωστόσο, παρά τις αιτιάσεις αυτές, η αστυνομική έρευνα έφερε γρήγορα αποτελέσματα. Οι αστυνομικοί ερεύνησαν τη στοά που κατασκεύασαν οι δράστες και σε αυτήν βρήκαν, μεταξύ άλλων, εργαλεία, παπούτσια, ρούχα, καθώς και ένα βελούδινο παντελόνι που συνήθως χρησιμοποιούσαν ιταλοί εργάτες. Το τελευταίο αυτό εύρημα σε συνδυασμό με τη μαρτυρία αυτόπτη μάρτυρα πως τις πρωινές ώρες της Δευτέρας 20 Οκτωβρίου είδε ανθρώπους να βγαίνουν από τον υπόνομο και να απομακρύνονται με προφυλάξεις, μεταξύ των οποίων βρισκόταν και ένας γνώριμός του Ιταλός, οδήγησαν την έρευνα στα ίχνη του «διεθνούς» ιταλού κλέφτη, Βιτσέντζο Κατάνια και κατόπιν στον εντοπισμό και των άλλων μελών της σπείρας. Έτσι, τις αμέσως επόμενες ημέρες, συνελήφθησαν όλοι οι δράστες της κλοπής (δύο από αυτούς προτού προλάβουν να διαφύγουν στο εξωτερικό): επρόκειτο για τον γιο του πολωνού οδοντιάτρου του βασιλιά Όθωνα, Γεώργιο Λεύκοβιτς, τον πρώην πλοίαρχο και σεσημασμένο κακοποιό, Ηλία Βιολή ή Κεφάλα, τον ιδιοκτήτη καφενείου στον Πειραιά με επαφές στον υπόκοσμο της πόλης, Κυριάκο Σουσάνα, τον σιδηρουργό και πρώην ναυτικό από την Ύδρα, Αντώνιο Χατζόπουλο (στον οποίο, σύμφωνα με πληροφορίες της εποχής, ανήκε το σπίτι που χρησιμοποιούσαν οι δράστες κατά την προπαρασκευή της κλοπής) και τον Κατάνια, μαζί με τον κουρέα Πέτρο Σκληβανιώτη και τον υπεράνω κάθε υποψίας γιο του γιατρού Στεφανίδη, Φιλώτα, που είχαν επικουρικούς ρόλους. Μετά από ενδελεχή έρευνα οι αστυνομικοί κατάφεραν, επίσης, να εντοπίσουν σε διάφορα σημεία της Αθήνας και του Πειραιά τα κρυμμένα κλοπιμαία, που είχαν διαμοιραστεί μεταξύ των δραστών.
Από τις ανακρίσεις προέκυψε πως ιθύνων νους της κλοπής ήταν ο Λεύκοβιτς, ο οποίος όπως διαπιστώθηκε είχε συμμετοχή και στην κλοπή του 1867, φυγοδικούσε στο εξωτερικό και είχε επιστρέψει στην Αθήνα δύο μήνες νωρίτερα κυκλοφορώντας ως… ιερέας του Αγίου Όρους. Ο Λεύκοβιτς είχε εμπιστευθεί το σχέδιό του στον Σουσάνα, αυτός επιστράτευσε τον Βιολή και ο τελευταίος τους Χατζόπουλο και Κατάνια.
Επί σειρά ημερών, οι εφημερίδες της εποχής αφιέρωναν εκτενή ρεπορτάζ στον τρόπο με τον οποίον είχε πραγματοποιηθεί η εντυπωσιακή κλοπή και είχε επιτευχθεί η σύλληψη των δραστών. «Επειδή οι συστασιώται ήσαν αναγκασμένοι να ενεργήσωσι την κλοπήν ημέραν, δια το ασφαλέστερον, η δε είσοδός των εις την υπόνομον απέβαινεν επικίνδυνος την Κυριακήν, εισήλθον ταύτην την ώραν 8 του Σαββάτου, διέμειναν δ’ εν αυτή δι’ όλης της νυκτός και όλην την ημέραν. Την ώραν 4 ή 5 μ.μ. της Κυριακής, ο Λεύκοβιτς, ο Κεφάλας και ο Κατάνιας δια τριβελίου και τρυπανίου διέρρηξαν το πάτωμα του ταμείου, αφού εβεβαιώθησαν ότι ουδείς εν τω δωματίω υπήρχεν. […] Ότε ήρξατο τακτική η εργασία της διαρρήξεως του κιβωτίου, περατωθείσα την 6. […] Προηγουμένως αφήρεσαν και έρριψαν εντός του υπονόμου όσα εύρον μικρά κιβώτια και άλλα χρηματικά ποσά επί της τραπέζης του ταμείου» περιέγραφε ο Αιών στις 27 Οκτωβρίου.
Μετά τις απολογίες τους, οι συλληφθέντες προφυλακίστηκαν στις φυλακές του Μενδρεσέ (Πλάκα), ενώ οι εφημερίδες έσπευσαν να ανασκευάσουν τις κατηγορίες σε βάρος της αστυνομίας. «Δεν δυνάμεθα ειμή να απονείμωμεν τον προσήκοντα έπαινον εις τον Διευθυντήν της αστυνομίας κ. Βουγιούκαν, τον Γραμματέαν αυτής και εις τινα αστυν. όργανα άτινα μετά ζήλου και δραστηριότητος ειργάσθησαν εις την υπόθεσιν ταύτην» υπογράμμιζε ο Πρωινός Κήρυξ της 25ης Οκτωβρίου 1869 και πρόσθετε: «Ουχ ήττον οφείλεται έπαινος και εις την δικαστ. Αρχήν, τον […] Εισαγγελέα των Πρωτοδικών κ. Λυμπερόπουλον και τον αντιεισαγγελέα κ. Καρύδαν […]».
«Είμαστε αθώοι»
Η δίκη για την πολύκροτη υπόθεση πραγματοποιήθηκε στις 19 και 20 Ιουνίου 1870 στο Ορκωτό Κακουργιοδικείο της Αθήνας. Όλοι οι κατηγορούμενοι δήλωσαν αθώοι, υποστηρίζοντας ότι όσα ομολόγησαν στους αστυνομικούς «ηναγκάσθησαν να τα είπωσιν όπως απαλλαγώσι των βασάνων εις ας υπέβαλλον αυτούς και ότι τα χρήματα τα οποία τοις αφήρεσαν ήσαν […] ιδικά των» (Παλιγγενεσία, 20.6.1870), ενώ οι περισσότεροι από τους 30 μάρτυρες υπεράσπισης κατέθεσαν «όσα ηδύναντο να απομακρύνωσιν από τους κατηγορουμένους πάσαν κατηγορίαν, παραστήσαντες αυτούς ότι ήσαν πρόσωπα απολαύοντα υπολήψεως» και ότι «ήσαν διαγωγής ανεπιλήπτου» (Μέριμνα, 23.6.1870). Από την πλευρά τους, οι πολυάριθμοι συνήγοροι υπεράσπισης (μεταξύ αυτών, και εν ενεργεία βουλευτής) «προσεπάθησαν να αποδείξωσιν ότι οι κατηγορούμενοι ήσαν εντελώς αθώοι, τινές δ’ αυτών ισχυρίσθυσαν ότι υπάρχουσι και χρησιμώτατοι άνθρωποι και λίαν έντιμοι πολίται» (Αιών, 22.6.1870).
Εν τέλει, το δικαστήριο καταδίκασε τους Λεύκοβιτς, Βιολή (Κεφάλα) και Κατάνια σε ποινή φυλάκισης 10 ετών, τον Χατζόπουλο σε 8ετή και τον Σουσάνα σε 7ετή φυλάκιση, ενώ κήρυξε αθώους τους Σκληβανιώτη και Στεφανίδη.
Έξι μήνες νωρίτερα, στις 19 Δεκεμβρίου 1869, είχε διεξαχθεί στο Κακουργιοδικείο της Σύρου η δίκη για την προηγούμενη κλοπή του Κεντρικού Ταμείου τον Οκτώβριο του 1867. Και σε αυτήν, βασικός κατηγορούμενος ήταν ο Λεύκοβιτς, μαζί με τον Θεόδωρο Νταλέκο, γόνο «καλής των Αθηνών οικογενείας, αριθμούσα πολλούς υιούς εντίμως βιούντας, πάντας εργαζομένους, ασκούντας επιτόπιον επιρροήν και ουδέποτε δόντας υπονοίας εγκληματικάς» (Ερμούπολις, 31.12.1869) και έναν πυροσβέστη. Ο Λεύκοβιτς είχε καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης επίσης 10 ετών, ο Νταλέκος σε 6ετή φυλάκιση και ο πυροσβέστης σε κάθειρξη 2,5 ετών.
Το πρώτο ριφιφί
Σύμφωνα με όλα τα διαθέσιμα διεθνή εγκληματολογικά δεδομένα, η πρώτη καταγεγραμμένη παγκοσμίως ληστεία με τη μέθοδο «ριφιφί» θεωρείται αυτή που διέπραξαν στις 20 Νοεμβρίου 1869 ο Άνταμ Γουόρθ (από τον οποίο ο Κόναν Ντόυλ εμπνεύστηκε εν μέρει τον χαρακτήρα του βασικού αντιπάλου του Σέρλοκ Χολμς, καθηγητή Μοριάρτι) και ο Τσαρλς Γ. Μπάλαρντ (ή Piano Charley) στις ΗΠΑ. Από το κατάστημα φαρμακευτικών ειδών που διατηρούσαν δίπλα στην Boylston National Bank της Βοστώνης, έσκαψαν υπόγεια σήραγγα για να βγουν στην αίθουσα του χρηματοκιβωτίου, αποκομίζοντας λεία ενός εκατομμυρίου δολαρίων.
Αν αυτό το στοιχείο είναι έγκυρο, τότε η κλοπή στο Κεντρικό Ταμείο επί της (σημερινής) πλατείας Κλαυθμώνος, που διαπράχθηκε έναν μήνα νωρίτερα, θα πρέπει να τοποθετηθεί στην αφετηρία αυτής της κατηγορίας ληστειών, παγκοσμίως.
Σε κάθε περίπτωση, από το 1869 η συγκεκριμένη μέθοδος χρησιμοποιήθηκε διεθνώς πολλές φορές. Στην Ελλάδα η γνωστότερη σχετική υπόθεση αφορά το «ριφιφί του αιώνα», τον Δεκέμβριο του 1992· άγνωστοι μέχρι και σήμερα δράστες διάνοιξαν σήραγγα μήκους 25 μέτρων από την (υπόγεια) κοίτη του Ιλισού μέχρι το θησαυροφυλάκιο του κεντρικού καταστήματος της Τράπεζας Εργασίας στην οδό Καλλιρόης, παραβιάζοντας περισσότερες από 300 θυρίδες με συνολική λεία αξίας περίπου πέντε δισεκατομμυρίων δραχμών.
«Du rififi chez les hommes»
Πάντως, μολονότι αυτή η μέθοδος πρωτοεμφανίστηκε τον 19ο αιώνα, ο όρος «ριφιφί» που την περιέγραφε (διάρρηξη με τρύπημα σε δάπεδο ή τοίχο, υπογείως ή μέσω εφαπτόμενου οικήματος) καθιερώθηκε μόλις το 1955 με το αριστουργηματικό φιλμ νουάρ «Du rififi chez les hommes» σε σκηνοθεσία Ζιλ Ντασέν (γαλλική παραγωγή, διάρκειας 115΄, ελληνικός τίτλος: «Ριφιφί»).
Η ταινία βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του σημαντικού γάλλου συγγραφέα Ωγκύστ λε Μπρετόν και θεωρείται ένα από τα πλέον επιδραστικά heist movies στην ιστορία του κινηματογράφου. Αφηγείται την ιστορία τεσσάρων φίλων που αποφασίζουν να διαρρήξουν ένα κοσμηματοπωλείο στο κέντρο του Παρισιού, ανοίγοντας τρύπα στην οροφή του. Η σκηνή της διάρρηξης, διάρκειας περίπου 30΄, γυρισμένη σε πραγματικό χρόνο (real time) και με την απουσία διαλόγων ή μουσικής συγκαταλέγεται σήμερα στις κορυφαίες σκηνές ανθολογίας του παγκόσμιου κινηματογράφου.
ΠΗΓΕΣ
- Αρχείο εφημερίδων Αιών, Αυγή, Εθνοφύλαξ, Ερμούπολις, Μέριμνα, Παλιγγενεσία και Πρωϊνός Κήρυξ
- Εφημερίς της Κυβερνήσεως, 1836
- Μπάμπη Άννινου, Αι Αθήναι κατά το 1850 : Εντυπώσεις δύο Γάλλων περιηγητών, Εκδ. Οικ. Δ. και Π. Δημητράκου, χ.χ.
- Καρόλου Τάκερμαν, Οι Έλληνες της σήμερον, μτφ. Αντωνίου Α. Ζυγομαλά, Τυπογραφείο Φιλοκαλίας, Αθήνησι 1877
- Τάσου Γουδέλη, «Ριφιφί» ή Ένας Αμερικανός στο Παρίσι, στο συλλογικό «Jules Dassin», επιμ. Αχιλλέας Κυριακίδης, 34o Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, Αθήνα 1993 (σσ. 29-31)
- Κώστα Η. Μπίρη, Αι Αθήναι από του 19ου εις τον 20ο αιώνα, Εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα 1996
- Katharina Kinder, Adam Worth, Ο Ναπολέων του εγκλήματος, στο συλλογικό «Η ληστεία τράπεζας, Ιστορία - Θεωρία - Πρακτική», επιμ. Klaus Schonberger, μτφ. Παναγιώτης Καλαμαράς, Εκδόσεις Ελευθεριακή Κουλτούρα, Αθήνα 2004, σ. 22-23.

