Ο Γιαπωνέζος Σίντλερ
Τι κάνεις όταν καλείσαι να επιλέξεις ανάμεσα στη συνείδησή σου και αυτό που ζητά η κυβέρνησή σου; Όταν αναρωτιέσαι εάν τελικά θα ακούσεις τους ανώτερους ή τον Θεό σου; Ένα πρωινό του Ιουλίου του 1940, ο Ιάπωνας διπλωμάτης Τσιούνε Σουγκιχάρα, που είχε εγκατασταθεί στη Λιθουανία έναν χρόνο νωρίτερα για να στήσει εκεί το πρώτο προξενείο της χώρας του, βρέθηκε αντιμέτωπος με αυτό το δίλημμα.
Τι είχε συμβεί; Την προσάρτηση της Λιθουανίας από τη Σοβιετική Ένωση ακολούθησε η εντολή προς τους ξένους διπλωμάτες να αποχωρήσουν από τη χώρα μέχρι και το τέλος Αυγούστου. Ο Σουγκιχάρα μάζευε τα πράγματά του, όταν πληροφορήθηκε ότι μια αντιπροσωπεία Εβραίων πολιτών είχε φτάσει στο προξενείο και ζητούσε να συναντηθεί μαζί του.
Παρότι θα μπορούσε να είχε αγνοήσει το αίτημά τους, μιας και οι ημέρες του ως πρόξενου της Ιαπωνίας είχαν ουσιαστικά σχεδόν τελειώσει, συναντήθηκε μαζί τους. Κατά τη διάρκεια της συνάντησής τους κλήθηκε να λάβει την απόφαση της ζωής του· και το έκανε.
Όπως εξήγησε ο ίδιος: «Ίσως πρέπει να παρακούσω τις εντολές της κυβέρνησης, αλλά εάν δεν το κάνω, θα παρακούσω τον Θεό».
Πολωνοί και Λιθουανοί Εβραίοι σε κίνδυνο
Η 1η Σεπτεμβρίου 1939 ξεκίνησε με την ναζιστική εισβολή στην Πολωνία, που ολοκληρώθηκε περίπου έναν μήνα αργότερα. Η χώρα που έμελε να στεγάσει κάποια από τα μεγαλύτερα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και εξόντωσης, βρέθηκε να μοιράζεται ανάμεσα στη Γερμανία και την Σοβιετική Ένωση, που είχε πραγματοποιήσει την δική της εισβολή, από τις 16 Σεπτέμβρη.
Με τις διώξεις σε βάρος τους να εντείνονται, και το μεγαλύτερο τμήμα της Δυτικής Ευρώπης υπό τον έλεγχο των Ναζί, κύματα Εβραίων προσφύγων αποζήτησαν σωτηρία στα ανατολικά. Υπολογίζεται ότι περίπου 15.000 έφτασαν στην Λιθουανία, όπου συνάντησαν μια εβραϊκή κοινότητα που ευημερούσε.
Αναγκασμένοι σε μεγάλο βαθμό να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους δίχως χρήματα ή τα υπάρχοντά τους, οι Πολωνοεβραίοι πρόσφυγες βρήκαν στην τοπική εβραϊκή κοινότητα στήριγμα στις ανάγκες τους για στέγαση, σίτιση, ρουχισμό. Στη Λιθουανία κατοικούσαν περισσότεροι από 200.000 Εβραίοι, ενώ στο Κάουνας, προσωρινή πρωτεύουσα, όπου βρισκόταν και ο Σουγκιχάρα, από τους 120.000 κατοίκους ο ένας στους τέσσερις ήταν Εβραίος.
Στην θέση των υπαρχόντων που δεν πήραν, οι Πολωνοεβραίοι πρόσφυγες έφεραν μαζί τους ιστορίες φρίκης για διώξεις και μαζικές εξοντώσεις που είχαν τεθεί σε εφαρμογή. Όπως συνέβαινε συχνά με τις εν λόγω περιγραφές, οι ντόπιοι δυσκολεύονταν να πιστέψουν όσα λέγονταν, θεωρώντας πως επρόκειτο για «υπερβολές».
Στις 15 Ιουνίου 1940 όμως πήραν και οι Εβραίοι της Λιθουανίας τη δική τους γεύση από τρόμο: Οι Σοβιετικοί εισέβαλαν στη χώρα, γεγονός που τους πανικόβαλε, εν μέρει γιατί ο Στάλιν ήδη από το 1939 εξόντωνε συστηματικά και Εβραίους, αλλά και γιατί η προσάρτηση από την ΕΣΣΔ σήμαινε ότι πλέον, δίχως τα απαραίτητα ταξιδιωτικά έγγραφα, ήταν πολύ αργά γι' αυτούς να αναζητήσουν την σωτηρία τους στα ανατολικά, εγκαταλείποντας οριστικά την Ευρώπη και την απειλή των Ναζί.
Όπως το είχε θέσει το 1936 ο Χάιμ Βάιτσμαν, που αργότερα θα γινόταν ο πρώτος πρόεδρος του κράτους του Ισραήλ: «Ο κόσμος δείχνει να έχει χωριστεί σε δύο μέρη: εκείνα στα οποία οι Εβραίοι δεν μπορούν να ζουν και εκείνα στα οποία δεν μπορούν να εισέλθουν».
Μέσα σε λιγότερο από ένα μήνα, ο Σουγκιχάρα θα άλλαζε τα πράγματα όσον αφορά το δεύτερο σκέλος της διαπίστωσης.
Ο μόνος τρόπος διαφυγής
Την στιγμή που οι άλλοι ξένοι αξιωματούχοι εγκατέλειπαν την χώρα, ο Σουγκιχάρα και ο Ολλανδός Γιαν Τσβάρτενταϊκ, που ήταν διευθυντής της Philips στην Λιθουανία και πρόξενος της χώρας, εξασφάλισαν ορισμένες ακόμη ημέρες παραμονής. Η ιδέα για την διάσωση των Εβραίων ανήκε σε ορισμένους Πολωνούς πρόσφυγες: ανακάλυψαν πως για να εισέλθουν σε δύο νησιά της Καραϊβικής που αποτελούσαν ολλανδικές αποικίες, το Κουρασάο και την Ολλανδική Γουιάναp (πλέον Σουρινάμ), δεν χρειάζονταν επίσημες άδειες εισόδου από τους εκεί διοικητές. Στην πραγματικότητα δεν ήθελαν να καταλήξουν εκεί. Επειδή όμως για όλα τα υπόλοιπα μέρη δεν μπορούσαν να διασφαλίσουν βίζες εισόδου, που ήταν απαραίτητες προκειμένου να τους επιτραπεί να βγουν από τη Λιθουανία, έστησαν έναν ολόκληρο μηχανισμό με υποτιθέμενο τελικό προορισμό τα δύο νησιά.
Ακολουθώντας το παράδειγμα του Ολλανδού πρέσβη στην Λετονία, που ήταν και ο διοικητικά ανώτερός του, ο Τσβάρτενταϊκ ξεκίνησε να υπογράφει βίζες, που έγραφαν: «H Ολλανδική Βασιλική Αποστολή στη Ρίγα δηλώνει με την παρούσα ότι δεν απαιτείται βίζα για την είσοδο αλλοδαπών στο Σουρινάμ, το Κουρασάο και τις άλλες ολλανδικές κατοχές στην Αμερική». Υπήρχε όμως ακόμη ένα εμπόδιο: οι αρμόδιοι Σοβιετικοί αξιωματούχοι συμφώνησαν να τους αφήσουν να διασχίσουν την Σοβιετική Ένωση (με πενταπλάσια τιμή στο εισιτήριο του τρένου), με τον όρο πως, πέραν των ολλανδικών εγγράφων, θα κατείχαν ακόμη βίζα διέλευσης από την Ιαπωνία, καθώς θα έπρεπε να περάσουν και από εκεί για να φτάσουν στις ολλανδικές αποικίες.
Τότε στήθηκε το σχέδιο: εκείνο το πρωινό, που ο Σουγκιχάρα – ο Σέμπο, όπως θα ζητούσε από τους Εβραίους να τον αποκαλούν για την δική τους ευκολία – πληροφορήθηκε πως η υπογραφή του θα μπορούσε να βοηθήσει να σωθούν εκατοντάδες ανθρώπινες ζωές.
29 ημέρες μόνο
Ακούγοντας το αίτημα των Εβραίων αντιπροσώπων στις 27 Ιουλίου, ο Σέμπο έγραψε στο ιαπωνικό υπουργείο Εξωτερικών, ζητώντας εξουσιοδότηση για να εκδώσει βίζες. Έγραψε τρεις φορές, όσες και οι αρνητικές απαντήσεις που έλαβε. Οι Εβραίοι εκπρόσωποι όμως δεν έφευγαν. Όπως θα θυμόταν αργότερα η σύζυγός του, περίπου 200-300 άνθρωποι συνέχισαν να περιμένουν έξω από το προξενείο τα επόμενα εικοσιτετράωρα, κατάκοποι, με ηλικιωμένους και μικρά παιδιά ανάμεσά τους. O ίδιος ο Σέμπο θυμάται τους ανθρώπους σε τέτοια ανάγκη, που του φιλούσαν τα παπούτσια.
Ο Σέμπο συζήτησε τις επιλογές του με την οικογένειά του. Καλούνταν να πάρει μια δύσκολη απόφαση: από την μια πλευρά η ιαπωνική πειθαρχία, στην οποία είχε ανατραφεί από τα παιδικά του χρόνια, η διασφάλιση της καριέρας, ακόμη και η ασφάλεια του ιδίου και της οικογένειάς του· από την άλλη, όσα επίτασσαν οι αρχές και ο ίδιος του ο Θεός. Οι ενδοιασμοί («Μα, η Γερμανία είναι σύμμαχός μας») που επικράτησαν αρχικά έδωσαν τη θέση τους στην συνείδηση, που κρατούσε ξύπνια την οικογένεια εκείνα τα βράδια.
Επί 29 ημέρες, από τις 31 Ιουλίου έως τις 28 Αυγούστου του 1940, ο Σουγκιχάρα υπέγραφε χειρόγραφα βίζες δίχως σταματημό. Λέγεται πως αφιέρωνε περίπου 20 ώρες την ημέρα, υπογράφοντας περισσότερες από 300 βίζες ημερησίως, όσες δίνονταν κανονικά στη διάρκεια ενός μήνα. Η σύζυγός του βοηθούσε στη σύνταξη και την υπογραφή των «μαγικών εγγράφων», έκανε μασάζ στα χέρια του άνδρα της όταν κουραζόταν και του έφτιαχνε σάντουιτς για το γραφείο, για να μην καθυστερεί με το φαγητό.
Όταν μαθεύτηκε πως στο ιαπωνικό προξενείο δίνονταν τα πολυπόθητα έγγραφα, εκατοντάδες Εβραίοι βρέθηκαν να κατασκηνώνουν έξω από τις πύλες του, αναμένοντας τη σειρά τους μέρα-νύχτα. Μια φορά, ο ίδιος ο Σουγκιχάρα βγήκε για να ηρεμήσει κάποιους απεγνωσμένους πρόσφυγες που είχαν σκαρφαλώσει τον τοίχο του προξενείου, διαβεβαιώνοντάς τους πως θα έκανε ό,τι μπορούσε. Παρά την κούραση λόγω των πολλών ωρών που αφιέρωνε, όσοι τον συνάντησαν είχαν να θυμούνται τους ευγενικούς του τρόπους και το χαμόγελο με το οποίο τους παρέδιδε την βίζα.
Λέγεται πως ο Σέμπο δεν σταμάτησε να υπογράφει βίζες, ακόμη και έφτασε πια ο καιρός της δικής του φυγής. Πριν το σιδηροδρομικό ταξίδι της οικογένειας για το Βερολίνο, όπου θα υπηρετούσε πλέον, αποφάσισε να περάσει μία μέρα σε ξενοδοχείο για να ξεκουραστεί· τελικά οι επόμενες ημέρες τον βρήκαν στο λόμπι του ξενοδοχείου, υπογράφοντας κι άλλες βίζες για τους Εβραίους που τον είχαν ακολουθήσει.
Υπέγραφε βίζες ακόμη και καθ' οδόν για τον σιδηροδρομικό σταθμό, ενώ συνέχισε και ύστερα από την επιβίβασή του στο τρένο, ρίχνοντας τα έγγραφα από το παράθυρο. Όταν ήταν πια καιρός να φύγει, ο Σέμπο έδωσε την σφραγίδα του σε έναν πρόσφυγα για να χρησιμοποιηθεί για την υπογραφή κι άλλων εγγράφων, ενώ ζήτησε συγχώρεση από το συγκεντρωμένο πλήθος που δεν μπορούσε να υπογράψει περισσότερες βίζες.
Τότε κάποιος από το πλήθος απάντησε: «Σουγκιχάρα, δεν θα σε ξεχάσουμε ποτέ. Είμαι σίγουρος πως θα σε ξαναδώ».
Το ταξίδι της σωτηρίας
Με τις βίζες ανά χείρας, οι Εβραίοι πρόσφυγες ταξίδεψαν για την Μόσχα και από εκεί συνέχισαν με τον υπερ-Σιβηρικό για το Βλαδιβοστόκ, από όπου μπορούσαν να πάρουν το πλοίο για την ιαπωνική πόλη Τσουρούγκα. Τελικός προορισμός των περισσοτέρων ήταν η Κόμπε, όπου υπήρχε εβραϊκός πληθυσμός. Κάποιοι συνέχισαν το ταξίδι τους για άλλες χώρες του κόσμου, ενώ αρκετοί βρέθηκαν στη συνέχεια στην Σανγκάη, που βρισκόταν υπό ιαπωνική κατοχή.
Οι εκτιμήσεις για τον συνολικό αριθμό των Εβραίων που έσωσε ο Σέμπο διίστανται: ο ίδιος κάνει λόγο για 4.500, αλλά ο αριθμός που συχνότερα αναφέρεται είναι 6.000 άνθρωποι, εκτίμηση που υποστηρίζουν ερευνητές και κέντρα όπως το Κέντρο Simon Wiesenthal (που υπολογίζει επίσης 40.000 απογόνους τους). Κάτι που έχει την δική του σημασία είναι το γεγονός πως ο Σέμπο έγραψε πολλές από τις βίζες σε άνδρες-αρχηγούς των οικογενειών τους, που μπορούσαν να πάρουν στο ταξίδι και τους υπόλοιπους συγγενείς τους.
Από την πλευρά του, ο καθηγητής του πανεπιστημίου της Βοστώνης, Χιλέλ Λεβάιν, που έχει ερευνήσει την περίπτωση του Σέμπο, εκφράζοντας τις αντιρρήσεις του και για ορισμένα από τα στοιχεία της ιστορίας του, υποστηρίζει πως ο Σέμπο βοήθησε περίπου 10.000 ανθρώπους, αλλά δεν κατάφεραν όλοι να σωθούν.
Πράγματι, αρκετοί δεν πρόλαβαν να διαφύγουν, με αποτέλεσμα όταν οι Γερμανοί εισέβαλαν στην Λιθουανία έντεκα μήνες αργότερα να συλληφθούν και η μεγάλη πλειοψηφία τους να εξοντωθεί. Μέσα σε μόλις τρία χρόνια, ο αριθμός των Εβραίων της Λιθουανίας, που προσέγγιζε τους 210.000, μέτρησε 190.000-195.000 θύματα.
Ποιος ήταν τελικά ο Σέμπο;
Γεννημένος το 1900, μεγαλωμένος σε ένα περιβάλλον ιαπωνικής πειθαρχίας, που απαιτούσε τον σεβασμό στους ανώτερους και τις εντολές τους, ο Σέμπο απέδειξε νωρίς πως δεν θα αρκούνταν στο να ακολουθεί την πεπατημένη. Όντας καλός μαθητής, ο πατέρας του επέμενε να γίνει γιατρός· επειδή όμως ο ίδιος είχε άλλες βλέψεις, φρόντισε να γράψει μόνο το όνομά του όταν ήρθε η ώρα των εξετάσεων, για να διασφαλίσει πως δεν θα περνούσε στην Ιατρική.
Ακολούθησε το πάθος του για τις γλώσσες, μαθαίνοντας αγγλικά, ρώσικα και γερμανικά, και μπήκε στο διπλωματικό σώμα, ορμώμενος από την άλλη βαθιά επιθυμία του: να ζήσει στο εξωτερικό. Ένας Ιάπωνας που, παρότι ασυνήθιστο για εκείνη την εποχή, παντρεύτηκε μία Ρωσίδα, την πρώτη του γυναίκα, και έγινε χριστιανός ορθόδοξος. Η απόφασή του να αμφισβητήσει τους ανωτέρους του επαναλήφθηκε το 1935, όταν παραιτήθηκε από αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών στην Μαντσουρία, διαμαρτυρόμενος για τον άσχημο χειρισμό των ντόπιων Κινέζων από τους Ιάπωνες.
Πώς βρέθηκε στην Λιθουανία; Όπως θυμάται ο Νομπούκι Σουγκιχάρα, ο μόνος γιος της οικογένειας που ζει σήμερα, στην πραγματικότητα δεν υπήρχε κάποιος εμπορικός ή τουριστικός λόγος για να έχει η Ιαπωνία προξενείο στη χώρα. «Κανονικά, ένα ιαπωνικό προξενείο προορίζεται για τους Ιάπωνες που ζουν εκεί, ή όσους συναλλάσσονται ή ταξιδεύουν ως τουρίστες (σ.σ. στην Ιαπωνία), αλλά δεν υπήρχαν Ιάπωνες στην Λιθουανία και οι ντόπιοι δεν είχαν ξαναδεί Ιάπωνα ποτέ», σύμφωνα με τον ίδιο τον Σέμπο.
Έτσι, αφοσιώθηκε στον πραγματικό ρόλο των διπλωματών εκείνη την εποχή, λειτουργώντας ως κατάσκοπος που συγκέντρωνε πληροφορίες για τις κινήσεις των Γερμανών και Σοβιετικών στα σύνορα. Κάποιοι τον θυμούνταν να περιφέρεται στους τόπους εργασίας των ξυλοκόπων, ζητώντας να μάθει ποιοι αποθήκευαν αποθέματα και για ποια πλευρά. Ο λόγος ήταν σαφής: Θεωρούσε πως όποιος έκανε πρώτος επίθεση θα φρόντιζε να προμηθευτεί ξύλα για τα φέρετρα των νεκρών του.
Η στιγμή της αναγνώρισης
Το 1947 ζητήθηκε η παραίτησή του Σέμπο από το διπλωματικό σώμα, με την γυναίκα και τον γιο του να την αποδίδουν σε όσα έπραξε στην Λιθουανία (ο Λεβάιν ισχυρίζεται πως οφειλόταν καθαρά σε ζητήματα μείωσης προσωπικού).
Ο Σέμπο έφερε βαρέως την εξαναγκαστική παραίτησή του και εξασφάλισε την επιβίωση της οικογένειάς του στα επόμενα χρόνια κάνοντας διάφορες δουλειές: από πωλητής πόρτα-πόρτα, μέχρι αντιπρόσωπος εταιρείας στην Ρωσία, μακριά από τους δικούς του. Κανείς δεν γνώριζε την ιστορία του, ώσπου το 1967 ένας από τους Εβραίους που είχε σωθεί χάρη σε κείνον, ο Γιεχοσούα Νίσρι, διορίστηκε στην πρεσβεία του Ισραήλ στην Ιαπωνία και τον αναζήτησε.
Τον επόμενο χρόνο, ο Σέμπο ταξίδεψε στο Ισραήλ όπου και του αποδόθηκαν κρατικές τιμές στο Μουσείο του Ολοκαυτώματος, Γιαντ Βασσέμ, και ο ίδιος μπόρεσε να αντιληφθεί το μέγεθος της συνεισφοράς του, με την γαλήνη να επιστρέφει μέσα του. Είναι ο μόνος Ιάπωνας στον οποίο έχει απονεμηθεί ο τίτλος του «Δίκαιου των Εθνών», το 1984. Το όνομά του δόθηκε σε δρόμους στην Λιθουανία, το Ισραήλ και την Παλαιστίνη, παρέμενε όμως άσημος στην χώρα του.
Πέθανε στις 31 Ιουλίου 1986. Ακόμα και οι γείτονες αντιλήφθηκαν στην κηδεία του για ποιον επρόκειτο, όταν εμφανίστηκε ο Ισραηλινός πρέσβης, συνοδεία μιας μεγάλης αντιπροσωπείας Εβραίων, που είχε φτάσει από όλο τον κόσμο για να τον τιμήσει. Μετά θάνατον ο Σέμπο απέκτησε την αναγνώριση που του άξιζε. Το ιαπωνικό κράτος αναγνώρισε την προσφορά του και στη γενέτειρά του, Γιαότσου, υπάρχει μουσείο γι' αυτόν και μια ημέρα του χρόνου είναι αφιερωμένη στη μνήμη του. Η ζωή του αποδίδεται σε θεατρικά έργα, ακόμη και στην όπερα.
Πίσω στη Λιθουανία λειτουγεί το μουσείο «Σπίτι του Σουγκιχάρα» και μέσα από τα βιβλία και τα ντοκιμαντέρ που κυκλοφόρησαν για εκείνον, ο κόσμος είχε την ευκαιρία να γνωρίσει καλύτερα το έργο του σωτήρα χιλιάδων ψυχών, του «Ιάπωνα Σίντλερ», όπως συχνά αναφέρεται o άνθρωπος που εξήγησε με ταπεινότητα την πράξη του:
«Ήταν άνθρωποι και χρειάζονταν βοήθεια. Χαίρομαι που βρήκα την δύναμη να αποφασίσω να τους την δώσω».
Η ταινία Persona Non Grata, που βασίζεται στη ζωή του Τσιούνε Σουγκιχάρα, έκανε πρεμιέρα τον Δεκέμβριο του 2015 στην Ιαπωνία. Δείτε το τρέιλερ.

