Τι συνέβη την ημέρα που η Πολιτική Προστασία δεν πήρε μυρωδιά
Στις 19 Μαΐου, από τα νότια προάστια μέχρι τις περιοχές του κέντρου χιλιάδες κάτοικοι περιέγραφαν μια βαριά οσμή που θύμιζε γκάζι, αρκετά έντονη ώστε να προκαλέσει ανησυχία, ερωτήσεις, ακόμη και εκκενώσεις χώρων.
Τα σενάρια εξαπλώθηκαν γρήγορα. Διαρροή υγραερίου, πλοίο στον Σαρωνικό, βιομηχανική εγκατάσταση, ακόμη και πιθανό ατύχημα που δεν είχε γίνει ακόμη γνωστό. Οι αρχές δέχονταν τηλεφωνήματα, τα κοινωνικά δίκτυα γέμιζαν αναρτήσεις, και για μερικές ώρες η πόλη προσπαθούσε να καταλάβει τι ακριβώς ανέπνεε.
Λίγες εβδομάδες αργότερα το βασικό ερώτημα παραμένει αναπάντητο και δεν υπάρχει επίσημη εξήγηση για την προέλευση της οσμής.
Κι αυτό, γιατί το πιο κρίσιμο στοιχείο που θα μπορούσε να δώσει απάντηση, δεν συλλέχθηκε ποτέ: ένα δείγμα του αέρα την ώρα που συνέβαινε το φαινόμενο.
Χωρίς αυτό, όπως συμφωνούν οι επιστήμονες που μίλησαν στο inside story, όλα τα υπόλοιπα παραμένουν υποθέσεις.
Μία από τις πιο τεκμηριωμένες προσπάθειες να απαντηθεί το ερώτημα για την προέλευση της οσμής δεν προήλθε από κάποια έρευνα που ζητήθηκε από την κυβέρνηση, αλλά από την ερευνητική ομάδα του AtmoHub, του εθνικού κόμβου παρακολούθησης της ατμόσφαιρας που συντονίζει το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών. Το inside story δημοσιεύει αποκλειστικά τα αποτελέσματα της ανάλυσης αυτής, επιχειρώντας να ανασυνθέσει την πορεία και την πιθανή προέλευση της μυστηριώδους οσμής της 19ης Μαΐου.
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Το δείγμα που δεν πάρθηκε ποτέ
«Από τη στιγμή που δεν έγινε δειγματοληψία και δεν πήραμε το κρίσιμο δείγμα εκείνη τη στιγμή για να μπορέσουμε να δούμε τι περιείχε ο αέρας, δεν ξέρουμε ποια ήταν η χημική σύστασή του. Και αν δεν ξέρουμε τη σύσταση, μπορούμε να κάνουμε μόνο υποθέσεις. Και επειδή δεν στηρίζονται σε μετρήσεις, παραμένουν απλά υποθέσεις», εξηγεί ο Νίκος Μιχαλόπουλος, διευθυντής ερευνών στο Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών και επιστημονικός υπεύθυνος του Εργαστηρίου Ατμοσφαιρικής Χημείας του Πανεπιστημίου Κρήτης. Όπως επισημαίνει, οι προσομοιώσεις, τα μοντέλα διασποράς και οι εκτιμήσεις για πιθανές πηγές μπορούν να περιορίσουν τις πιθανότητες, όχι όμως να υποκαταστήσουν τη μέτρηση.
Στην ερώτηση αν ζητήθηκε από το υπουργείο να παρθεί δείγμα, η απάντηση είναι αρνητική – η ομάδα του Αστεροσκοπείου δεν διαθέτει επιχειρησιακό ρόλο σε τέτοια περιστατικά. «Ναι μεν το Αστεροσκοπείο είναι δημόσιο, αλλά δεν έχουμε υπογράψει κάποια σύμβαση με το υπουργείο Πολιτικής Προστασίας, το οποίο θα μας υποχρέωνε να είμαστε επιχειρησιακοί σε τέτοια περιστατικά».
Η απουσία του κρίσιμου δείγματος δεν ήταν αποτέλεσμα αδράνειας ενός μόνο φορέα, αλλά και μιας συνολικότερης επιχειρησιακής ασυνέχειας. Οι ερευνητικές ομάδες λειτουργούν κυρίως σε ερευνητικό και όχι επιχειρησιακό πλαίσιο, με αποτέλεσμα να μην υπάρξει μηχανισμός άμεσης κινητοποίησης.
«Όταν μας κάλεσε η Πολιτική Προστασία, μέχρι να δούμε τι ακριβώς συμβαίνει ,το φαινόμενο είχε ήδη αρχίσει να εξασθενεί», λέει ο Δρ. Θωμάς Ε. Μάγγος, διευθυντής ερευνών στο Εθνικό Κέντρο Έρευνας Φυσικών Επιστημών (ΕΚΕΦΕ) «Δημόκριτος» και επικεφαλής του Εργαστηρίου Ατμοσφαιρικής Χημείας και Καινοτόμων Τεχνολογιών (AirTechLab). «Δεν προλάβαμε να κάνουμε μετρήσεις στα επίμαχα σημεία ώστε να έχουμε δικά μας δεδομένα». Όπως εξηγεί, οι εξειδικευμένες χημικές αναλύσεις οσμών δεν είναι μια διαδικασία που μπορεί να ενεργοποιηθεί στιγμιαία.
«Δεν είναι ότι παίρνω ένα βαλιτσάκι και πάω. Υπάρχει συγκεκριμένη μεθοδολογία, συγκεκριμένος εξοπλισμός και συγκεκριμένος τρόπος δειγματοληψίας. Αν το φαινόμενο είχε μεγαλύτερη διάρκεια, θα μπορούσαμε να πάρουμε δείγματα από διαφορετικές περιοχές και να έχουμε ασφαλέστερα συμπεράσματα».
Το αποτέλεσμα είναι ότι σχεδόν δύο εβδομάδες μετά το περιστατικό, κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα ποια ουσία βρισκόταν στον αέρα.
Και αυτό δημιουργεί ένα ακόμη ερώτημα. Αν η ουσία που προκάλεσε την οσμή ήταν δυνητικά επικίνδυνη για τη δημόσια υγεία, θα μπορούσε σήμερα κάποιος να το γνωρίζει; «Δεν θα το καταλαβαίναμε», απαντά ο Μιχαλόπουλος. «Γιατί δεν έχουμε τη μέτρηση».
Αλλά αν κανείς δεν μέτρησε την ουσία που μύριζαν οι πολίτες, τότε τι ακριβώς μετρούσαν οι σταθμοί παρακολούθησης της ατμοσφαιρικής ρύπανσης;
Τι μετρούσαν οι σταθμοί, αν όχι αυτό που μύριζαν οι πολίτες;
Η πιο παράδοξη πτυχή του περιστατικού της 19ης Μαΐου είναι ότι χιλιάδες άνθρωποι σε διαφορετικές περιοχές της Αττικής δήλωναν πως μύριζαν κάτι που έμοιαζε με γκάζι, ενώ οι σταθμοί δεν κατέγραψαν τίποτα το ασυνήθιστο.
Πώς είναι δυνατόν να συμβαίνει κάτι τέτοιο;
Η απάντηση, σύμφωνα με τους επιστήμονες που μίλησαν στο inside story, βρίσκεται στο ίδιο το αντικείμενο των μετρήσεων. Οι σταθμοί δεν είναι σχεδιασμένοι για να ανιχνεύουν κάθε χημική ουσία που μπορεί να βρεθεί στην ατμόσφαιρα. Παρακολουθούν μόνο ένα συγκεκριμένο σύνολο ρύπων.
«Το υπουργείο Περιβάλλοντος είναι υπεύθυνο για τους σταθμούς μέτρησης, αλλά αυτοί αφορούν τους θεσμοθετημένους ρύπους», εξηγεί ο Μιχαλόπουλος. «Για αυτούς τους ρύπους υπάρχουν συγκεκριμένα όρια και υποχρεώσεις παρακολούθησης απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση».
Στους λεγόμενους «θεσμοθετημένους ρύπους» σύμφωνα με το ΥΠΕΝ περιλαμβάνονται τα αιωρούμενα σωματίδια PM₂.₅ και PM₁₀, το διοξείδιο του θείου (SO₂), το διοξείδιο του αζώτου (NO₂), το όζον (O₃), το μονοξείδιο του άνθρακα (CO), το βενζόλιο (C6H6) και κάποια βαρέα μέταλλα.
Οι μετρήσεις εκείνης της ημέρας δεν έδειξαν κάποια ασυνήθιστη μεταβολή σε κανέναν από αυτούς τους ρύπους.
«Υπάρχει ένα δίκτυο που παρακολουθεί τους ρύπους που έχουμε υποχρέωση να παρακολουθούμε. Εκείνη την ημέρα δεν έδειξε τίποτα διαφορετικό από τις συνήθεις τιμές που καταγράφονται σε κάθε σταθμό. Δεν υπήρξε κάποια ωριαία διακύμανση που να δείχνει κάτι περίεργο», λέει η Ειρήνη Τσιλιμπάρη, προϊσταμένη της Διεύθυνσης Παρακολούθησης της Ατμοσφαιρικής Ρύπανσης του ΥΠΕΝ.
Το ίδιο επιβεβαιώνει και ο Μιχαλόπουλος. «Εκείνη τη μέρα, τουλάχιστον στους θεσμοθετημένους ρύπους που μετράμε, δεν είδαμε τίποτα το ασυνήθιστο».
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι στην ατμόσφαιρα δεν υπήρχε κάποια άλλη ουσία. Σημαίνει μόνο ότι δεν καταγράφηκε κάποια μεταβολή στους ρύπους που τα δίκτυα είναι σχεδιασμένα να παρακολουθούν 24/7. «Μπορεί τελικά η οσμή της 19η Μαρτίου να ήταν και κάτι επιβλαβές για την ανθρώπινη υγεία;», ρωτάμε τον Μιχαλόπουλο, που απαντά «Από τη στιγμή που δεν ανήκει σε κάποιους από τους θεσμοθετημένους ρύπους που έχουμε επίσημο επιδημιολογικό όριο, δεν μπορώ να πω 100% αν είναι τοξικό ή όχι».
Η νέα γενιά ρύπων που μπαίνει στο μικροσκόπιο
Τα τελευταία χρόνια, η επιστημονική γνώση για τις επιπτώσεις της ατμοσφαιρικής ρύπανσης έχει διευρυνθεί σημαντικά. Αυτό οδήγησε την Ευρωπαϊκή Ένωση στην αναθεώρηση της Οδηγίας για την Ποιότητα του Αέρα (Revised Ambient Air Quality Directive), η οποία αυστηροποιεί τα όρια για τους γνωστούς ρύπους και εισάγει νέους, που στην παλιά οδηγία αποτελούσαν απλώς σύσταση.
Όπως επισημαίνει ο Δρ. Βασίλης Αμοιρίδης, διευθυντής ερευνών στο Ινστιτούτο Αστρονομίας, Αστροφυσικής, Διαστημικών Εφαρμογών και Τηλεπισκόπησης του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών και επικεφαλής του Κόμβου Ενημέρωσης AtmoHub, «οι ρύποι που εντάσσονται στο κανονιστικό πλαίσιο της ποιότητας του ατμοσφαιρικού αέρα και για τους οποίους θεσπίζονται οριακές ή τιμές-στόχοι επιλέγονται κυρίως με βάση τις επιπτώσεις τους στην ανθρώπινη υγεία και στο περιβάλλον. Η νέα ευρωπαϊκή οδηγία ενισχύει ιδιαίτερα το πλαίσιο για τους ρύπους με τεκμηριωμένες επιπτώσεις στην υγεία, ενώ παράλληλα εισάγει πιο προηγμένη παρακολούθηση της ατμοσφαιρικής σύστασης, όπως για υπέρλεπτα σωματίδια, black carbon, αμμωνία και χημική σύσταση των PM₂.₅.». Οι τελευταίοι ανήκουν στους λεγόμενους «αναδυόμενους ρύπους» μαζί με άλλες ουσίες που ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) έχει συστήσει να παρακολουθούνται συστηματικά, λόγω των πιθανών επιπτώσεών τους.
Όπως σημειώνει ο Αμοιρίδης, η νέα οδηγία σηματοδοτεί μια μετάβαση σε πολύ αυστηρότερο πλαίσιο παρακολούθησης. «Αυτό απαιτεί νέες υποδομές, εξειδικευμένα όργανα και σταθμούς αναφοράς υψηλής ποιότητας», εξηγεί ο Δρ. Αμοιρίδης. Για παράδειγμα, «για τα PM₁₀, το ετήσιο όριο πέφτει από τα 40 στα 20 μικρογραμμάρια ανά κυβικό μέτρο, ενώ για τα PM₂.₅ από τα 25 στα 10. Για την Ελλάδα αυτό θα είναι μεγάλη πρόκληση, ιδιαίτερα σε αστικές, λιμενικές και βιομηχανικές περιοχές, όπου οι πηγές σωματιδιακής ρύπανσης είναι συνεχείς. Σε αυτές προστίθενται και φυσικές επιβαρύνσεις, όπως τα επεισόδια μεταφοράς σκόνης. Με τα νέα όρια, θα είναι πολύ πιο δύσκολο να επιτυγχάνεται συμμόρφωση».
Προς το παρόν, όμως, η υποχρεωτική παρακολούθηση εξακολουθεί να αφορά κυρίως ρύπους με θεσμοθετημένα όρια. «Υπάρχουν βέβαια στην Ελλάδα ερευνητικές υποδομές, όπως στο Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών και στον Δημόκριτο, που μπορούν να μετρήσουν πιο εξειδικευμένες παραμέτρους της ατμοσφαιρικής σύστασης, για παράδειγμα μαύρο άνθρακα, υπέρλεπτα σωματίδια ή χημική σύσταση των PM. Όμως αυτές οι μετρήσεις γίνονται κυρίως για ερευνητικούς σκοπούς. Δεν αποτελούν ακόμη, στο σύνολό τους, μέρος ενός υποχρεωτικού εθνικού συστήματος συμμόρφωσης με τη νομοθεσία», επισημαίνει ο επικεφαλής του AtmoHub.
Από πού μπορεί να ήρθε η μυρωδιά;
Το ερώτημα για την προέλευση της έντονης οσμής παραμένει ανοιχτό, με τους επιστήμονες να εξετάζουν τα δεδομένα μέσα από συνδυασμό μετρήσεων, μοντέλων διασποράς και σεναρίων πιθανών πηγών.
Ο Μιχαλόπουλος επισημαίνει αρχικά ότι η κλίμακα του φαινομένου δείχνει σημαντική ποσότητα ουσίας στην ατμόσφαιρα. «Είναι πολύ μεγάλη ποσότητα για να επηρεάσει την ατμόσφαιρα της Αττικής». Όπως εξηγεί, η πρώτη προσπάθεια των επιστημόνων ήταν να αποκλείσουν πιθανά σενάρια. «Με εις άτοπον επαγωγή αποκλείσαμε διάφορα σενάρια, “δεν είναι αυτό, δεν είναι εκείνο, άρα τι μπορεί να είναι; Πιθανότατα αυτό”», λέει.
Τα στοιχεία του ΕΛΚΕΘΕ απέκλεισαν τα σενάρια φυσικής προέλευσης της οσμής. Όπως αναφέρει το Ινστιτούτο, δεν καταγράφηκαν συγκεντρώσεις υδρόθειου ούτε φαινόμενα έξαρσης φυτοπλαγκτού στον Σαρωνικό που θα μπορούσαν να εξηγήσουν τη δυσοσμία.
Ένα από τα πρώτα σενάρια που εξετάστηκαν ήταν το φυσικό αέριο. Ωστόσο οι διαθέσιμες μετρήσεις δεν έδειξαν κάτι τέτοιο. «Είδαμε ότι δεν ήταν φυσικό αέριο, δηλαδή μεθάνιο», λέει ο Μιχαλόπουλος. «Το μεθάνιο παρότι δεν είναι ούτε στους θεσμοθετημένους ούτε στους αναδυόμενους, το μετράμε με πολύ μεγάλη ακρίβεια, γιατί αποτελεί αέριο του θερμοκηπίου και συμμετέχει στο φαινόμενο του θερμοκηπίου. Είχαμε τις μετρήσεις μας, είδαμε τι συνέβαινε εκείνη την ημέρα και δεν παρατηρήσαμε κάτι ασυνήθιστο».
Αφού δεν εντοπίστηκαν ενδείξεις για φυσικό αέριο, η προσοχή στράφηκε σε ένα διαφορετικό ενδεχόμενο, το υγραέριο (LPG), δηλαδή κυρίως προπάνιο και βουτάνιο, τα οποία ομως δεν μετριούνται, γιατί δεν ανήκουν ούτε στους θεσμοθετημένους, ούτε στους αναδυόμενους ρύπους, αλλά συμμετέχουν στην παραγωγή του όζοντος, γι αυτό και υπάρχει ερευνητικό ενδιαφέρον για μελλοντική παρακολούθησή τους.
«Ο κόσμος ανέφερε χαρακτηριστική μυρωδιά από γκαζάκι», λέει ο Μιχαλόπουλος. Η χαρακτηριστική μυρωδιά στο γκαζάκι, δεν υποδηλώνει κάτι συγκεκριμένο, στην πραγματικότητα το προπάνιο και το βουτάνιο, όπως και το μεθάνιο, είναι άοσμα αλλά για να γίνονται αντιληπτές οι διαρροές, οι εταιρείες προσθέτουν τεχνητά μικρές ποσότητες θειούχων ενώσεων, γνωστών ως μερκαπτάνες. «Ουσιαστικά αυτή την ένωση μυρίζουν οι άνθρωποι. Αυτό, ας πούμε, ήταν που λέγανε και στο ατύχημα που έγινε στην Καρδίτσα. Οι εργαζόμενοι μυρίζανε διαρροή, αλλά ουσιαστικά μυρίζανε αυτή την ένωση. Μπαίνει εξ αρχής σαν “προειδοποιητικό”».
Παρότι το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών διαθέτει έναν από τους πλέον εξειδικευμένους σταθμούς ατμοσφαιρικών μετρήσεων στη χώρα, την ημέρα του περιστατικού δεν είχε ακόμη εγκατασταθεί το όργανο που θα μπορούσε να καταγράψει συγκεντρώσεις βουτανίου και προπανίου. «Αν το όργανο ήταν ήδη σε λειτουργία, θα μπορούσε ενδεχομένως να είχε καταγράψει κάποια σχετική ένδειξη», λέει ο Δρ. Αμοιρίδης. Το όργανο δεν έχει λειτουργήσει μέχρι σήμερα.
Ελλείψει άμεσων μετρήσεων, οι ερευνητές αναγκάστηκαν να διαβάσουν το περιστατικό και «ανάποδα», όχι μόνο μέσα από όσα έδειχναν τα διαθέσιμα δεδομένα, αλλά και μέσα από όσα δεν έδειχναν. Και ανάμεσα σε αυτά ήταν η απουσία οποιασδήποτε αναφοράς για γνωστό ατύχημα ή διαρροή. «Αν ήταν κάτι νόμιμο, θα το μυρίζαμε κάθε μέρα. Άρα έχει γίνει κάτι, ή ατύχημα ή κάτι παράνομο», λέει ο Μιχαλόπουλος.
Το σενάριο του AtmoHub: τι έδειξαν τα μοντέλα διασποράς
Μια ξεχωριστή ερευνητική προσπάθεια επιχείρησε να ανασυνθέσει εκ των υστέρων τι ακριβώς συνέβη.
Το AtmoHub, ο εθνικός κόμβος παρακολούθησης της ατμόσφαιρας που συντονίζεται από το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών (ΕΑΑ) υπό την αιγίδα του Ελληνικού Κέντρου Διαστήματος (ΕΛΚΕΔ) και αποτελεί μέρος του Εθνικού Προγράμματος Συνεργασίας της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Παρακολούθησης της Ατμόσφαιρας Copernicus Atmosphere Monitoring Service (CAMS), πραγματοποίησε ειδική μελέτη για το περιστατικό, σε συνεργασία με τον ακαδημαϊκό Κώστα Συνολάκη. Σύμφωνα με τον επικεφαλής, Βασίλη Αμοιρίδη, η ανάλυση εκτελέστηκε σε υπολογιστική υποδομή υψηλών επιδόσεων του ΕΑΑ (supercomputer), με πολύ υψηλή χωρική ανάλυση και πολλαπλές προσομοιώσεις, προκειμένου να διερευνηθούν τα πιθανά σενάρια προέλευσης της οσμής.
Το inside story δημοσιεύει για πρώτη φορά τα βασικά συμπεράσματα αυτής της ανάλυσης.
Η ομάδα αξιοποίησε 164 αναφορές πολιτών που συγκέντρωσε η Πολιτική Προστασία. Οι αναφορές ανέδειξαν όχι μόνο το πού αλλά και το πότε έγινε αντιληπτή η οσμή, επιτρέποντας στους ερευνητές να ανασυνθέσουν και να παρακολουθήσουν σχεδόν σε πραγματικό χρόνο τη χρονική και γεωγραφική πορεία του φαινομένου μέσα στον αστικό ιστό. «Στις 11:30 είχαμε τις πρώτες μαρτυρίες στη Βουλιαγμένη, μετά στη Βούλα κ.ο.κ. οπότε παρατηρούμε μια κίνηση από τα ανατολικά προς τα δυτικά», λέει ο Αμοιρίδης.
Στον πρώτο χάρτη της ανάλυσης, το μέγεθος των κύκλων αντιστοιχεί στον αριθμό των αναφορών, ενώ η χρωματική διαβάθμιση αποτυπώνει τη χρονική εξέλιξη του φαινομένου. Η εικόνα δείχνει ότι η οσμή φαίνεται να μετακινείται σταδιακά από τα νοτιοανατολικά προς τις δυτικότερες περιοχές της Αττικής.
Με βάση αυτές τις πληροφορίες και αξιοποιώντας μετεωρολογικά δεδομένα από ευρωπαϊκά κέντρα πρόγνωσης, οι ερευνητές εφάρμοσαν μοντέλα οπισθοτροχιάς αερίων μαζών, επιχειρώντας να απαντήσουν στο αντίστροφο ερώτημα, ιχνηλατώντας από πού θα μπορούσε να έχει έρθει η μάζα αέρα που έφτασε στις περιοχές όπου καταγράφηκαν οι αναφορές.
Έτσι, οι ερευνητές κατέληξαν σε μια υπόθεση εργασίας που συνδύαζε τρία στοιχεία, τις χωρο-χρονικές καταγραφές της Πολιτικής Προστασίας για τη δυσοσμία, τις μαρτυρίες των πολιτών ότι η οσμή θύμιζε «γκαζάκι», και την κατεύθυνση από την οποία έδειχναν να προέρχονται οι αέριες μάζες σύμφωνα με την μετεωρολογία που επικρατούσε στην ευρύτερη περιοχή του Σαρωνικού.
«Γυρνώντας πίσω στον χρόνο, βλέπουμε ότι η πιθανότερη περιοχή που επηρέασε την ατμόσφαιρα των Αθηνών ήταν η θαλάσσια περιοχή νοτιοανατολικά της Σαλαμίνας. Σχετικά με την οσμή, το πιο πιθανό είναι ότι προερχόταν από τις μερκαπτάνες που συνήθως αναμιγνύονται στο βουτάνιο ή το προπάνιο για να ανιχνεύονται πιθανές διαρροές γκαζιού. Επομένως, εφόσον η περιοχή εκπομπής βρισκόταν εντός του Σαρωνικού, η μεγαλύτερη πιθανότητα για την πηγή είναι κάποιο πλοίο που κινούνταν στην περιοχή», λέει ο διευθυντής του AtmoHub. «Ένα δεύτερο σενάριο που δείχνει από μετεωρολογικής άποψης να έχει πιθανότητες είναι η Ψυττάλεια, ωστόσο δεν υπάρχει κάποια αναφορά για τυχόν περιστατικό στην ευρύτερη περιοχή», λέει ο Δρ. Αμοιρίδης.
Αναφερόμενος στα πιθανά σενάρια, ο Μιχαλόπουλος εξηγεί ότι, «αν ήταν μέσα από τη θάλασσα, θα μπορούσε να πρόκειται για κάποιο πλοίο που μετέφερε υγραέριο και το οποίο έκανε αυτό που στη ναυτιλιακή γλώσσα λέγεται “venting”, δηλαδή καθάριζε υπολείμματα για να μπορέσει να ξεφορτώσει. Αυτό κάποιες φορές γίνεται παράνομα. Μπορεί να τους ξέφυγε, δεν ξέρω, ή να υπήρξε μεγάλη διαρροή, αλλά μιλάμε για μεγάλη ποσότητα».
Όπως επισημαίνει ο Αμοιρίδης, «αν αυτή η υπόθεση είναι σωστή, το προπάνιο και το βουτάνιο, αυτά τα συγκεκριμένα αέρια, δεν έχουν καμία επίπτωση στην υγεία του ανθρώπου».
Η υπόθεση αυτή ανοίγει πάντως ένα ακόμη ερώτημα. Αν πράγματι υπήρξε κάποια διαρροή, θα μπορούσε η χώρα να την εντοπίσει έγκαιρα και να προειδοποιήσει τον πληθυσμό; Η απάντηση του Μιχαλόπουλου είναι επιφυλακτική. «Τι να σας πω; Εξαρτάται τι εννοείτε διαρροή. Για να υπάρχει διαρροή, θα πρέπει να το αναφέρει αυτός στον οποίο συμβαίνει. Θεωρώ ότι σοβαρές βιομηχανίες, με μηχανικούς ασφαλείας που αυτό είναι η δουλειά τους, αν δουν κάποια διαρροή το πρώτο πράγμα που κάνουν είναι να ενημερώσουν την Πολιτεία».
Το ευρωπαϊκό πλαίσιο για τη μεταφορά επικίνδυνων φορτίων στηρίζεται στην παραδοχή ότι τέτοια περιστατικά δηλώνονται στις αρμόδιες αρχές από τον ίδιο τον φορέα ή την εταιρεία που το προκαλεί. «Τα πλοία οφείλουν να δηλώνουν σωστά το φορτίο τους, να τηρούν αυστηρά πρωτόκολλα και να αναφέρουν άμεσα τυχόν περιστατικά», λέει ο Δρ. Αμοιρίδης. «Ένα περιστατικό εκπομπής αερίου θα αναμενόταν, υπό κανονικές συνθήκες, να ανιχνευθεί από τα συστήματα και τις διαδικασίες του πλοίου».
Ποιος είναι τελικά υπεύθυνος όταν η πόλη μυρίζει γκάζι;
Αν η αδυναμία ταυτοποίησης της οσμής οφείλεται στην απουσία δειγματοληψίας και στους περιορισμούς του συστήματος παρακολούθησης, ένα ακόμη ερώτημα παραμένει ανοιχτό: Ποιος είναι τελικά υπεύθυνος να διερευνήσει ένα τέτοιο περιστατικό όταν συμβαίνει;
Και η απάντηση που προκύπτει από τις συνομιλίες με τους επιστήμονες είναι λιγότερο σαφής από όσο θα περίμενε κανείς.
Από την πλευρά του υπουργείου Περιβάλλοντος, η αποστολή των αρμόδιων υπηρεσιών περιορίζεται στην παρακολούθηση των ρύπων που προβλέπονται από την ευρωπαϊκή και εθνική νομοθεσία. Από τη στιγμή που οι σταθμοί δεν κατέγραψαν κάποια ασυνήθιστη μεταβολή ή υπέρβαση στους θεσμοθετημένους ρύπους, η υπηρεσία θεωρεί ότι εκπλήρωσε τον θεσμικό της ρόλο. Ενώ το γραφείο Τύπου του ΥΠΕΝ μας είπε ότι η απόφαση για το αν και πώς θα απαντήσει στα ερωτήματά μας –πόσοι σταθμοί παρακολουθούνται, που βρίσκονται, τι μετράνε, τι δείξανε την ημέρα του περιστατικού, αν υπάρχει επιχειρησιακό πρωτόκολλο και γιατί δεν έγινε δειγματοληψία– είναι «πολιτική».
Αν ήταν κάποιος υπεύθυνος να κινητοποιήσει επιχείρηση επιτόπιας δειγματοληψίας, αυτό θα ήταν το υπουργείο Πολιτικής Προστασίας. Παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες δεν λάβαμε επίσημες απαντήσεις στα ερωτήματα που αποστείλαμε. Από την δε Περιφέρεια μας ενημέρωσαν ότι την αρμοδιότητα έχει κυρίως το ΥΠΕΝ και η Πολιτική Προστασία.
«Αυτό που θα έπρεπε να υπάρχει, κατά την άποψή μου, είναι ένας θεσμοθετημένος μηχανισμός άμεσης επιστημονικής απόκρισης», λέει ο Δρ. Αμοιρίδης. «Σε ένα επεισόδιο δυσοσμίας ή πιθανής ρύπανσης πρέπει να μπορεί να κινητοποιείται γρήγορα μια εξειδικευμένη ομάδα με κινητό εξοπλισμό, για δειγματοληψίες και στοχευμένες μετρήσεις όσο το φαινόμενο είναι ακόμη σε εξέλιξη».
Όπως εξηγεί, το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών διαθέτει τεχνογνωσία, μεθοδολογία και ερευνητικές υποδομές που μπορούν να συνεισφέρουν σε τέτοιες διερευνήσεις. «Αυτό που δεν υπάρχει σήμερα είναι το επιχειρησιακό πρωτόκολλο: ποιος ενεργοποιεί τον μηχανισμό, ποιος ζητά τη συνδρομή των επιστημονικών φορέων, ποιος συντονίζει την επιχείρηση και ποιος καλύπτει το κόστος και το προσωπικό», σημειώνει.
Όπως και οι υπόλοιποι επιστήμονες έτσι και ο ίδιος τονίζει ότι τα ερευνητικά κέντρα δεν είναι επιχειρησιακοί φορείς. «Εμείς κάνουμε επιστήμη, έχουμε τη μεθοδολογία και μπορούμε να βοηθήσουμε, αλλά η δουλειά μας είναι να κάνουμε έρευνα. Για να προσφερθούν τέτοιου είδους υπηρεσίες χρειάζονται άνθρωποι, χρηματοδότηση και συγκεκριμένες διαδικασίες».
Όπως εξηγεί, χρειάζεται ένας μηχανισμός για ατμοσφαιρικά επεισόδια αντίστοιχος με εκείνους που ενεργοποιούνται σε σεισμούς, πυρκαγιές ή άλλα έκτακτα περιστατικά. «Χρειάζεται προσωπικό επιχειρησιακής φύσεως, βάρδιες 24 ώρες το 24ωρο και αντανακλαστικά για άμεσες επιτόπιες επιχειρήσεις σε περιοχές με παρόμοια επεισόδια»
Η ανάγκη δεν προκύπτει μόνο από περιστατικά όπως η δυσοσμία της 19ης Μαΐου, αλλά από το γεγονός ότι συνεχώς εντοπίζονται άγνωστες ή μη καταγεγραμμένες πηγές εκπομπών. «Με τις τεχνολογίες που εφαρμόζουμε στο ΕΑΑ, ανακαλύπτουμε συνεχώς πηγές ρύπανσης που δεν γνωρίζαμε ότι υπάρχουν», αναφέρει, φέρνοντας ως παράδειγμα περιστατικά καύσης υλικών σε κατοικημένες περιοχές.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η συστηματική παρακολούθηση της ατμόσφαιρας σε μια πυκνοκατοικημένη πόλη όπως η Αθήνα είναι δύσκολη αλλά και απαραίτητη. Δυστυχώς, τα υφιστάμενα δίκτυα δεν επαρκούν για τον εντοπισμό τοπικών επεισοδίων ρύπανσης.
Η δυσκολία δεν αφορά μόνο το προσωπικό αλλά και τη χρηματοδότηση. Όπως εξηγεί ο Διεύθυνσης Ερευνών του Αστεροσκοπείου, Δρ Μιχαλόπουλος, τα ερευνητικά κέντρα καλύπτουν μεγάλο μέρος της λειτουργίας τους μέσα από ευρωπαϊκά και εθνικά προγράμματα. «Τα τελευταία 10-15 χρόνια το κράτος καλύπτει κυρίως τη μισθοδοσία των ερευνητών. Όλα τα υπόλοιπα, από τις λειτουργικές δαπάνες, συμπεριλαμβανομένης και της φύλαξης και της καθαριότητας και του νερού και του φωτός και του τηλεφώνου, μέχρι τη στελέχωση των ομάδων, εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από ευρωπαϊκά προγράμματα. Ουσιαστικά βρισκόμαστε συνεχώς στο “κυνήγι” τέτοιων χρηματοδοτήσεων για τη βιωσιμότητα του οργανισμού και για να καταφέρουμε να διατηρούμε τις ερευνητικές μας ομάδες».
Σύμφωνα τον ίδιο, εάν υπήρχε μια σταθερή σύμβαση με την πολιτεία για τέτοιου είδους υπηρεσίες, θα μπορούσε να υπάρχει και το απαραίτητο προσωπικό. «Ο εξοπλισμός είναι εκεί. Εμείς είμαστε διατεθειμένοι να τον μεταφέρουμε όπου χρειαστεί. Αρκεί να υπάρχουν οι άνθρωποι που θα κάνουν τη δειγματοληψία, την ανάλυση, την επεξεργασία των δεδομένων και τη σύνταξη της μελέτης».
Παρόμοια εικόνα περιγράφει και ο Μάγγος από τον Δημόκριτο. «Δεν είναι ρεαλιστικό να διαθέτουν οι κρατικοί φορείς τον εξοπλισμό και την τεχνογνωσία για τέτοιες δειγματοληψίες. Ο δικός μας ρόλος είναι να παρέχουμε τεχνική και επιστημονική υποστήριξη στην Πολιτική Προστασία, στις Περιφέρειες και στους Δήμους, αλλά δεν είμαστε επιχειρησιακός φορέας».
Τελικά, το περιστατικό της 19ης Μαΐου δεν ανέδειξε απλώς μια άγνωστη οσμή, αλλά κρίσιμο ένα θεσμικό κενό. Παρά τα δίκτυα παρακολούθησης, τα ερευνητικά κέντρα, τα μοντέλα πρόγνωσης και την επιστημονική τεχνογνωσία που διαθέτει η χώρα, αποδείχθηκε ότι δεν υπάρχει σήμερα ένας σαφώς καθορισμένος μηχανισμός ή κάποιο επιχειρησιακό πρωτόκολλο που να ενεργοποιείται όταν οι πολίτες αναφέρουν ένα άγνωστο χημικό επεισόδιο.
Το ζήτημα, όπως προκύπτει από την ανάλυση των ειδικών, δεν αφορά μόνο την πιθανή πηγή της οσμής, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο το κράτος και οι θεσμοί διαχειρίζονται αυτή την αβεβαιότητα σε πραγματικό χρόνο. «Είχαμε αναφορές ότι εκκενώθηκε νοσοκομείο, ότι άδειασαν σχολεία, δημαρχεία», λέει ο Αμοιρίδης. «Ήταν λάθος αντίδραση. Σε τέτοιες περιπτώσεις κλείνεις τους ανθρώπους μέσα και κλείνεις τα παράθυρα. Η ανησυχία του πληθυσμού μπορεί από μόνη της να προκαλέσει επιπτώσεις, και αν τελικά επρόκειτο για κάτι πραγματικά επικίνδυνο, τότε αυτές οι κινήσεις θα μπορούσαν να αποδειχθούν ακόμη πιο προβληματικές».
Και η επόμενη μέρα;
Το περιστατικό της 19ης Μαΐου ήταν ένα «ατμοσφαιρικό επεισόδιο», το οποίο αναφέρθηκε από τους πολίτες λόγω της έντασής του. Γνωρίζουν όμως τα αρμόδια δύο υπουργεία εάν επαναλήφθηκε, σε μικρότερη κλίμακα, τις επόμενες ημέρες, ή αν επαναλαμβάνεται ακόμα; Γνωρίζουμε εάν υπάρχει κάποια μόνιμη διαρροή, που λόγω των ειδικών μετεωρολογικών συνθηκών που επικράτησαν εκείνη την ημέρα έγινε αντιληπτή; Η πιθανότητα να ανιχνευτεί κάτι είναι μικρή, αλλά έχει κάνει κάποιος κάτι για να την αποκλείσει;
Η απάντηση είναι όχι. Δείγμα αέρα δεν έχει ληφθεί μέχρι σήμερα, με βάση όσα γνωρίζουμε. Για το ελληνικό κράτος, είναι απλά μια Δευτέρα.
To inside story υλοποιεί τη δράση «Inside the story: Youth Perspectives», που υποστηρίζεται από από το Open Society Institute – Sofia και συγχρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση για το πρόγραμμα Media Resilience. Οι θέσεις και οι απόψεις που διατυπώνονται ανήκουν στους συγγραφείς και δεν αντιπροσωπεύουν κατ’ ανάγκην αυτές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Εκτελεστικού Οργανισμού «Εκπαίδευσης, Οπτικοακουστικών Θεμάτων και Πολιτισμού» (EACEA) ή του Open Society Institute – Sofia (OSIS). Ούτε η Ευρωπαϊκή Ένωση ούτε ο EACEA ούτε το OSIS μπορούν να θεωρηθούν υπεύθυνα γι’ αυτές.

