Πολωνία & Ελλάδα: Οι ηττημένοι του λιγνίτη

Επί σειρά ετών, η Πολωνία και η Ελλάδα επιχείρησαν να διασώσουν τη λιγνιτική ηλεκτροπαραγωγή τους. Ευρωπαϊκές πολιτικές και πιέσεις της αγοράς, άλλοτε ανέκοψαν και άλλοτε ευνόησαν τις προσπάθειές τους. Τώρα, αυτή η ιστορία τελειώνει απότομα και οι δύο χώρες βγαίνουν ηττημένες.
Χρόνος ανάγνωσης: 
22
'
Καμινάδες του ενεργειακού συγκροτήματος Μπελτσατόφ στην Πολωνία. [Darek Redos/AFP]

Το 2017 η Eurelectric, η Ένωση των Ενεργειακών Παραγωγών της Ευρώπης, συντάχθηκε με τους στόχους για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής που είχαν θέσει το 2015 οι χώρες των Ηνωμένων Εθνών με τη Συμφωνία των Παρισίων. Οι παραγωγοί αποφάσισαν, μεταξύ άλλων, να δεσμευτούν εθελοντικά να μην πραγματοποιήσουν νέες επενδύσεις σε ανθρακικές και λιγνιτικές μονάδες μετά το 2020. Την ίδια στιγμή, στο δελτίο Τύπου που κυκλοφόρησαν, παρότρυναν την ηγεσία της ΕΕ να βασιστεί στις δυνάμεις της αγοράς για τη μετάβαση προς την καθαρή ενέργεια. Ωστόσο, μια μικρή υποσημείωση έδειχνε ότι η απόφαση αυτή μπορεί να μην ήταν τόσο συναινετική και ομόθυμη όσο το ύφος του δελτίου άφηνε να εννοηθεί: «Η αναφορά στις προθέσεις του τομέα να μην επενδύσει σε νεόδμητες ανθρακικές μονάδες μετά το 2020 δεν υποστηρίχθηκε από τα μέλη της Ελλάδας και της Πολωνίας».

Η Πολωνία και η Ελλάδα απέχουν σχεδόν 2000 χιλιόμετρα μεταξύ τους και οι αποστάσεις τους όσον αφορά το μέγεθος, τη γεωγραφία, την κουλτούρα, την ιστορία κ.α., είναι ακόμα μεγαλύτερες. Συνδέονται σε δύο επίπεδα, ωστόσο: το πρώτο είναι ότι ως προς την οικονομία τους ανήκουν και οι δύο στο κατώτερο μισό της ΕΕ. Το δεύτερο είναι η κατάσταση στον ενεργειακό τομέα, ιδίως όσον αφορά την πρωτοκαθεδρία των ανθρακικών καυσίμων στην ηλεκτροπαραγωγή. Και στις δύο χώρες, οι λιγνιτικές μονάδες αποτελούν περίπου το 30% της συνολικής ηλεκτροπαραγωγής. Η καύση λιγνίτη είναι η πιο ρυπογόνα μέθοδος παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος ως προς τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, αλλά και στις δύο χώρες έχει υπάρξει καθοριστική για την ανάπτυξη της βιομηχανίας των δύο μεγάλων κρατικών ενεργειακών επιχειρήσεων: της πολωνικής PGE και της ελληνικής ΔΕΗ.

Επί δύο δεκαετίες, και οι δύο χώρες αντιμετώπισαν κλιμακούμενες πιέσεις από την ΕΕ για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Και στις δύο έλειπε ο μακροπρόθεσμος ενεργειακός σχεδιασμός. Και οι δύο δυσκολεύτηκαν από την αναδιάρθρωση της αγοράς που προέκριναν η ΕΕ και οι ενεργειακοί κολοσσοί της Eurelectric. Και οι δύο κυνήγησαν τις ίδιες εξαιρέσεις από την ευρωπαϊκή στρατηγική, ενίοτε από κοινού. Και στο τέλος, και οι δύο έχασαν τη μάχη.

Διεθνείς και ευρωπαϊκές συμφωνίες για τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου

Τον Μάρτιο του 1995 στο Βερολίνο έλαβε χώρα η λεγόμενη COP1, δηλαδή η πρώτη Συνδιάσκεψη των Μερών για την Κλιματική Αλλαγή. Η COP1 –όπως και οι επόμενες 23 συνδιασκέψεις μέσα στα χρόνια που ακολούθησαν– ήταν καρπός της Σύμβασης-Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για τις Κλιματικές Μεταβολές, που είχε συνταχθεί στο Ρίο ντε Τζανέιρο τρία χρόνια πριν – της πρώτης, στην πραγματικότητα, θεσμικής επικύρωσης του φαινομένου που είχε θορυβήσει την επιστημονική κοινότητα για πάνω από μια δεκαετία. Ήταν ωστόσο η COP1 αυτή που πρώτη έθεσε σαφείς στόχους και ένα χρονοδιάγραμμα δύο ετών προκειμένου να σχεδιαστούν πολιτικές που θα αντιμάχονταν την κλιματική αλλαγή. Και πέτυχε τον στόχο της: η τρίτη COP, που διεξήχθη το 1997 στο Κιότο της Ιαπωνίας, γέννησε και το ομώνυμο Πρωτόκολλο, δηλαδή την πρώτη –έστω και ελάχιστα δεσμευτική– διεθνή απόφαση για την ανάγκη περιορισμού των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.

Παρόλα αυτά, το Πρωτόκολλο του Κιότο δεν είναι το πρωτότοκο τέκνο της COP1. Την τιμή αυτή έχει η Λευκή Βίβλος για την Ενεργειακή Πολιτική της ΕΕ που εξέδωσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον Δεκέμβριο του 1995. Εν αντιθέσει με την «ελαστικότητα» του Πρωτοκόλλου του Κιότο, η Λευκή Βίβλος παρήγαγε μια σειρά ευθέως συνδεδεμένων ευρωπαϊκών οδηγιών, οι οποίες θα γίνονταν εθνικές νομοθεσίες στα χρόνια που ακολούθησαν.

Έκτοτε, η περιβαλλοντική πτυχή της ενεργειακής πολιτικής πολύ σπάνια έχει συζητηθεί ως αυτόνομο ζήτημα. Η Λευκή Βίβλος γέννησε έναν συνδυασμό των συμπερασμάτων της COP1 και των κατευθυντήριων γραμμών που είχαν τεθεί νωρίτερα την ίδια χρονιά από την Πράσινη Βίβλο για την απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας, οι οποίες δεν έχουν υποστεί καμία σημαντική αναθεώρηση μέχρι σήμερα. Στη Λευκή Βίβλο (σ. 12) δηλώνεται ρητά ότι η απελευθέρωση θα άνοιγε τον δρόμο στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας που τότε ήταν «στο κατώφλι της οικονομικής βιωσιμότητας». Επίσης, θα άλλαζε το ενεργειακό μείγμα ώστε να καταστεί πιο εύκολη η εφαρμογή των υποχρεώσεων για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και σταδιακά θα οδηγούσε στην ενοποίηση της ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας, που είχε σκοπό να σπάσει την εξάρτηση της ΕΕ από τα εισαγόμενα καύσιμα.

Έτσι, τα ζητήματα της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής και της απελευθέρωσης της αγοράς ενέργειας ταυτίστηκαν. Η συνολική ενεργειακή πολιτική της ΕΕ θα κινούνταν εφεξής στην επιδίωξη μεταρρυθμίσεων και την επίλυση προβλημάτων μέσα από λύσεις στη λογική της αγοράς. Η πλέον εμβληματική των λύσεων αυτών ήταν η απόπειρα να ελαττωθούν οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου μέσα από το «χρηματιστήριο» του EU ETS, δηλαδή του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών, που θεσπίστηκε το 2003.

Συμπτωματικά, στην Πράσινη Βίβλο και τη Λευκή Βίβλο εμπλέκεται μια τότε ανερχόμενη Γερμανίδα πολιτικός, η οποία μάλιστα είχε προεδρεύσει στην COP1 του 1995, όταν –σύμφωνα με μεταγενέστερες αφηγήσεις– η πίεση από τις διαπραγματεύσεις την έκανε να ξεσπάσει σε κλάματα στο περιθώριο της συνδιάσκεψης. Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, το όνομά της συνδέθηκε με τις ιδέες της ελεύθερης αγοράς, αλλά και με την επιμονή της για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής: ήταν η τότε υπουργός Περιβάλλοντος, Προστασίας της Φύσης και Πυρηνικής Ασφάλειας στην κυβέρνηση Χέλμουτ Κολ και σημερινή καγκελάριος της Γερμανίας, Άνγκελα Μέρκελ. Έχει ειπωθεί ότι «το Κιότο δεν θα είχε συμβεί ποτέ χωρίς εκείνη». Η Άνγκελα Μέρκελ ήταν που πίεσε για τη διεξαγωγή της COP1 και συντόνισε τις διαδικασίες. Αυτό της έχει δώσει το παρατσούκλι της «κλιματικής καγκελάριου» (Klimakanzlerin), παρότι οι επικριτές της που παρακολουθούν τις εξελίξεις στον ενεργειακό τομέα στη Γερμανία έχουν αμφισβητήσει πολλάκις τον χαρακτηρισμό.

Σε κάθε περίπτωση, το Πρωτόκολλο του Κιότο του 1997 ήταν η πρώτη διεθνής συμφωνία που προέκρινε λύσεις βασισμένες στην αγορά για το πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής. Το Άρθρο 17 υποστήριζε ρητά την ιδέα της ανταλλαγής δικαιωμάτων εκπομπών που θα οδηγούσε στη δημιουργία του ETS, αλλά και σε άλλα παρόμοια συστήματα ανά τον κόσμο. Συγχρόνως, ζητούσε από τις υπογράφουσες χώρες να βαθύνουν τις μεταρρυθμίσεις υπέρ της αγοράς (market reforms) σε όλους τους τομείς που εκπέμπουν αέρια του θερμοκηπίου.

Η αλήθεια είναι πώς παρά την προθυμία των περισσότερων συμμετεχόντων να αγκαλιάσουν την απελευθέρωση της αγοράς, η ιδέα προϋπήρχε ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, όταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε αρχίσει να καταστρώνει σχέδια για την ενοποίηση της ευρωπαϊκής ενεργειακής αγοράς. Η ιδέα είχε προκαλέσει μεγάλη δυσφορία στους βασικότερους κρατικούς ενεργειακούς κολοσσούς, οι οποίοι ίδρυσαν την Eurelectric το 1990 προκειμένου να καταπολεμήσουν τις μεταρρυθμίσεις.

Μέχρι τη στιγμή που υπογράφτηκε το Πρωτόκολλο του Κιότο, όλα αυτά είχαν πλέον αλλάξει. Σε συνέντευξή του το 2016, ο Τζον Σκόουκροφτ, πρώην στέλεχος της Eurelectric, εξήγησε τον λόγο πίσω από αυτήν την αλλαγή: «Αν ο τομέας της ηλεκτροπαραγωγής δεν είχε ανοίξει με τον ανταγωνισμό στις αρχές της δεκαετίας του ‘90, ιδίως όσον αφορά τη χονδρική αγορά, δεν νομίζω ότι θα είχαν πειστεί οι παραγωγοί ηλεκτρισμού να μην αγνοήσουν εθελοντικές συμφωνίες [σημ.: όπως το Πρωτόκολλο] για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου». Τα κράτη-μέλη της ΕΕ, ελέω της προστασίας των κρατικών μονοπωλίων τους, μπορεί να απέφευγαν να νομοθετήσουν στις γραμμές που υποδείκνυε το Πρωτόκολλο. Οι αντιστάσεις των κυβερνήσεων δεν θα ήταν ίδιες αν το πεδίο εφαρμογής μιας περιβαλλοντικής νομοθεσίας ήταν όχι ένα κρατικό μονοπώλιο, αλλά μια ανοιχτή αγορά.

ΑΞΙΖΕΙ

Το διαδικτυακό ντοκιμαντέρ 7 σύντομων επεισοδίων From Kyoto to Paris: An Oral History of the Carbon Market (2016) βρίσκεται στο YouTube και συνοδεύει το ομώνυμο βιβλίο της Katie Kouchakji. Μία παραγωγή της Διεθνούς Ένωσης Ανταλλαγής Δικαιωμάτων Εκπομπών (IETA).

Η Πολωνία, το Διοξείδιο του Άνθρακα και η ΕΕ

Όταν ξεκινούσαν οι διεργασίες για τη δημιουργία της Eurelectric, η Πολωνία ήταν ακόμα στο Ανατολικό Μπλοκ. Το 1992, ωστόσο, όταν τα Ηνωμένα Έθνη συνεδρίασαν για το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής, ζούσε πλέον τους μετασεισμούς της κατάρρευσης του καθεστώτος. Πρώτα η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα και αργότερα η ΕΕ διατηρούσαν στενή συνεργασία με την Πολωνία, μέσω μιας σειράς διεθνών συμβάσεων. Το 1994, αυτές εξελίχθηκαν σε επίσημο αίτημα για την ένταξη της Πολωνίας στην ΕΕ, μια διαδικασία που θα χρειαζόταν τελικώς 10 ολόκληρα χρόνια για να ολοκληρωθεί. Στο μεσοδιάστημα, οι Βρυξέλλες συνιστούσαν στην πολιτική ηγεσία της χώρας να συμμορφωθεί με τις αρχές της ελεύθερης αγοράς στην ΕΕ και να προωθήσει την ιδέα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης στους πολίτες.

To 1997, στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων, η Πολωνία συνέπτυξε τα απαραίτητα βήματα που έπρεπε να γίνουν στην «Εθνική Στρατηγική Ένταξης» τα οποία αποδέχθηκε και εμπλούτισε η ΕΕ με την «Ατζέντα 2000». Μέρος αυτών ήταν και η υποχρέωσή της να συμμορφωθεί με τη Λευκή Βίβλο του 1995 για την απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας. Η απελευθέρωση αποτελούσε πρόκληση για τις περισσότερες ευρωπαϊκές οικονομίες, αλλά την πτώση του κομμουνισμού στην Πολωνία είχε διαδεχθεί ένα κύμα ιδιωτικοποιήσεων και φιλελευθεροποίησης που επέτρεπε το ευκολότερο άνοιγμα στην αγορά. Ταυτόχρονα, μια μεγάλη διαδικασία αποβιομηχάνισης –μέσα σε μία δεκαετία, η βιομηχανική παραγωγή μειώθηκε κατά 40% με απώλεια 2 εκατ. θέσεων εργασίας– περιόρισε τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα.

Μέχρι την ένταξή της στην ΕΕ το 2004, η Πολωνία είχε εκπληρώσει τις δεσμεύσεις της ως προς την αγορά και βρισκόταν καθ’ οδόν προς την επίτευξη των στόχων που είχαν τεθεί από το Σύμφωνο Ένταξης για τη συμμετοχή των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα μέχρι το 2010. Την Εθνική Στρατηγική Ένταξης είχε κατά το μεγαλύτερο μέρος εφαρμόσει η συντηρητική κυβέρνηση του Γιέρζι Μπούζεκ, από το 1997 ως το 2001, η οποία επέβαλε –ενίοτε ιδιαίτερα επιθετικά– μεταρρυθμίσεις υπέρ της ελεύθερης αγοράς. Ο διακηρυγμένος στόχος του Μπούζεκ ήταν η προετοιμασία της χώρας για ένταξη στο ΝΑΤΟ (την οποία πέτυχε το 1999) και την ΕΕ. Σύμφωνα με αναφορά του Freedom House από το 1999, οι σκληρές πολιτικές του, όπως η ιδιωτικοποίηση του πολωνικού συστήματος υγείας, γρήγορα οδήγησαν σε ευρεία δυσαρέσκεια, αύξηση της ανεργίας και οικονομική επιβράδυνση – αλλά αυτές ήταν που απαιτούνταν για την ένταξη της Πολωνίας στην ΕΕ.

Όμως, οι στόχοι για την απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας όσο και για τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα ήταν σχετικά χαμηλοί: οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας έπρεπε να φτάσουν στο 7,5% του ενεργειακού μίγματος μέχρι το 2010. Συγχρόνως, η Εθνική Στρατηγική Ένταξης προέβλεπε ότι το 40% του φυσικού αερίου της χώρας έπρεπε να προέρχεται από εισαγωγές, που στην περίπτωση της Πολωνίας δεν έρχονταν από Ευρωπαίους προμηθευτές, αλλά κατά το μεγαλύτερο μέρος από τη ρωσική Gazprom – μια πρόβλεψη το λιγότερο περίεργη (ή, ίσως, όχι και τόσο περίεργη, αν αναλογιστεί κανείς ότι ο προκάτοχος της Άνγκελα Μέρκελ, Γκέρχαρντ Σρέντερ, το 2006 έγινε πρόεδρος των μετόχων του αγωγού Nord Stream, τον οποίο κατέχει κατά πλειοψηφία η Gazprom). Επιπροσθέτως, η ένταξη της Πολωνίας στην ΕΕ συνέπεσε με τις προετοιμασίες για τη λειτουργία του EU ETS, καθώς επίσης και με τις συνεχιζόμενες συζητήσεις, με την υποστήριξη της Άνγκελα Μέρκελ, για την αναβάθμιση των περιβαλλοντικών στόχων, πράγμα που καθιστούσε τα επιτεύγματα της Πολωνίας ως προς τις εκπομπές και την απελευθέρωση της αγοράς ελάχιστα σε σχέση με όσα όφειλαν να γίνουν εφεξής.

Το 2007, αυτές οι ευρωπαϊκές συζητήσεις αποκρυσταλλώθηκαν στο πρώτο Πακέτο για το Κλίμα και την Ενέργεια, γνωστό και ως σχέδιο «20-20-20»: προέβλεπε ότι μέχρι το 2020, η ΕΕ θα όφειλε να έχει επιτύχει μείωση 20% στις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα σε σχέση με τα επίπεδα του 1990, 20% συμμετοχή των ΑΠΕ στο ενεργειακό μίγμα και 20% αύξηση στην ενεργειακή αποδοτικότητα μέχρι το 2020. Το πακέτο παρουσιάστηκε πρώτη φορά τον Μάρτιο του 2007 και μετά από μήνες διαπραγματεύσεων με τα κράτη-μέλη, ψηφίστηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τον Δεκέμβριο του 2008. Η Απόφαση Καταμερισμού των Στόχων προέβλεπε ότι η Πολωνία, αντίθετα με τις υπόλοιπες χώρες, θα μπορούσε να αυξήσει τις εκπομπές της κατά 14% από το 2005 μέχρι το 2020. Αυτό στην πράξη σήμαινε ότι, επιλέγοντας το 1990 ως έτος βάσης για τη σύγκριση της ποσότητας των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, επιτρεπόταν ένα λογιστικό «τρικ», με το οποίο η μεγάλη αποβιομηχάνιση παρουσιαζόταν ως συμμόρφωση με τους στόχους. Ήταν η πρώτη από πολλές φορές που η ΕΕ θα εθελοτυφλούσε απέναντι στην προσκόλληση της Πολωνίας στον άνθρακα.

Από την ένταξη και ύστερα, η Πολωνία άρχισε να εναντιώνεται με όλο και μεγαλύτερη δριμύτητα τόσο στην απελευθέρωση της αγοράς όσο και στους περιβαλλοντικούς στόχους – και το πλέον παράδοξο είναι πως οι ίδιοι αξιωματούχοι που κάποτε πρωταγωνίστησαν στην ένταξη της Πολωνίας, ήταν αυτοί που ηγήθηκαν αυτής της εναντίωσης. Μαζί με την Ελλάδα, η οποία βρισκόταν στο κατώφλι μιας σαρωτικής οικονομικής κρίσης όταν εκπονούνταν οι νέοι στόχοι το 2009, έγιναν οι δύο πιο σημαντικές χώρες του «κατώτερου μισού» της Ευρώπης, οι οποίες θα πέρναγαν την επόμενη δεκαετία να ζητάνε εξαιρέσεις και ευνοϊκή μεταχείριση, αντί να εκπονούν σχέδια ενεργειακής μετάβασης.

Η Ελλάδα, το ενεργειακό μίγμα και η κρίση

Το 2005, όταν ξεκίνησε επίσημα η λειτουργία του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών EU ETS, η ΔΕΗ ευθυνόταν για το μεγαλύτερο μέρος εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στην Ελλάδα. Σε συνδυασμό με την έκρηξη της βαριάς βιομηχανίας, το 2007 είχε αυξήσει τις συνολικές εκπομπές κατά 30% σε σύγκριση με τη στιγμή που είχε υπογραφεί το Πρωτόκολλο του Κιότο (δέκα χρόνια πριν, το 1997). Η υποχρέωση αποζημίωσης για τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα αύξησε το κόστος παραγωγής της ΔΕΗ κατά δεκάδες εκατομμυρίων ευρώ, σε σημείο που η ίδια η ΔΕΗ αναγκάστηκε να ανοίξει χαρτοφυλάκιο για ανταλλαγή δικαιωμάτων εκπομπών στο «χρηματιστήριο ρύπων».

Η αύξηση στις εκπομπές της Ελλάδας είχε προβλεφθεί από το Πρωτόκολλο του Κιότο. Σύμφωνα με τη Συμφωνία Καταμερισμού των Βαρών ανάμεσα στα κράτη-μέλη της ΕΕ, η Ελλάδα επιτρεπόταν να αυξήσει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κατά 25% μέχρι το 2010, χάριν της ευρωπαϊκής και εθνικής αισιοδοξίας για ανάπτυξη – η οποία ήταν μέχρι έναν βαθμό δικαιολογημένη. Την είσοδο της Ελλάδας στην ευρωζώνη διαδέχθηκε μια ανοδική τάση της οικονομίας και, βεβαίως, των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Την ίδια περίοδο, η ελληνική κυβέρνηση προέβλεπε τη συνέχιση αυτής της ανοδικής πορείας, η οποία θα οδηγούσε και σε αύξηση της ενεργειακής ζήτησης. Αυτή η πρόβλεψη καταγραφόταν στα σχέδια της ΔΕΗ για νέες μονάδες –λιγνιτικές, λιθανθρακικές, ακόμα και πυρηνικές– αλλά και στα μέτρα που άρχισαν να συζητούνται για την ανάπτυξη των ΑΠΕ. Το 2007, το Συμβούλιο Εθνικού Ενεργειακού Σχεδιασμού προέβλεψε ότι οι τιμές του λιγνίτη θα παρέμεναν τελείως σταθερές, ενώ του πετρελαίου και του φυσικού αερίου θα αυξάνονταν. Μόνο το δεύτερο μισό αυτής της πρόβλεψης επαληθεύτηκε τελικά.

Η εισαγωγή του λιθάνθρακα στο ενεργειακό μίγμα πολεμήθηκε ταυτόχρονα από τις περιβαλλοντικές οργανώσεις, τις τοπικές κοινωνίες και τους εργαζόμενους της ΔΕΗ. Οι πυρηνικές μονάδες ήταν απλά μια στιγμιαία ιδέα που δεν ξανασυζητήθηκε ποτέ. Το μόνο σχέδιο που θα γινόταν πραγματικότητα λίγα χρόνια μετά ήταν η λιγνιτική μονάδα Πτολεμαΐδα V – που πλέον αποτελεί έναν ελλειμματικό πονοκέφαλο αξίας 1,5 δισ. ευρώ για το κράτος και την επιχείρηση. Η συμμόρφωση με τους στόχους που έθετε η Συμφωνία Καταμερισμού των Βαρών του Πρωτοκόλλου του Κιότο μόνο σποραδικά αναφέρεται σε επίσημα έγγραφα και δηλώσεις της εποχής.

Το 2009, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, που είχε βασίσει την προεκλογική της εκστρατεία μεταξύ άλλων και σε μια «πράσινη ατζέντα», επιχείρησε να αυξήσει τη συμμετοχή των ΑΠΕ στο ενεργειακό μίγμα. Αιχμή αυτής της προσπάθειας ήταν ένας νόμος του 2010, με τον οποίο θεσπίζονταν γενναιόδωρες τιμές αγοράς της παραγόμενης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, προκειμένου να ενθαρρυνθεί η ανάπτυξή τους. Οι τιμές θα πληρώνονταν από ένα ειδικό τέλος που επιβλήθηκε στους λογαριασμούς των καταναλωτών ονόματι ΕΤΜΕΑΡ (Ειδικό Τέλος Μείωσης Εκπομπών Αερίων Ρύπων).

Μέχρι το 2013, οι επενδύσεις σε φωτοβολταϊκά είχαν φτάσει τα 5,5 δισεκατομμύρια ευρώ συνολικά και η Ελλάδα έφτασε να έχει το δεύτερο μεγαλύτερο ποσοστό συμμετοχής τους στο ενεργειακό μίγμα διεθνώς. Όμως, ταυτόχρονα η έκρηξη των φωτοβολταϊκών είχε δημιουργήσει ένα συσσωρευμένο έλλειμμα στα κρατικά ταμεία. Το κόστος παραγωγής ενέργειας μειώθηκε ραγδαία με την εξέλιξη των τεχνολογιών και καθώς οι τιμές εξαγοράς ήταν εγγυημένες από τον νόμο του 2010 επέτρεπαν μεγάλα περιθώρια κέρδους, πράγμα που εκτίναξε τον αριθμό των επενδύσεων. Σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η κρίση και η λιτότητα που επιβλήθηκε από τα προγράμματα διάσωσης είχαν οδηγήσει σε μία ραγδαία αύξηση του χρέους προς τη ΔΕΗ, η εξυπηρέτηση των παραγωγών ΑΠΕ και ο μηδενισμός του ελλείμματος ήταν πρακτικά αδύνατο να συμβούν. Έτσι, με νομοσχέδιο του 2014, η επόμενη κυβέρνηση εξαναγκάστηκε να περικόψει κατά 30% τις τιμές αποζημίωσης των ΑΠΕ που είχαν υποσχεθεί οι προηγούμενοι το 2010.

«Το νομοσχέδιο ονομάστηκε από την αγορά με σκωπτική διάθεση “new deal”» μας λέει ο Κώστας Μαθιουδάκης, καθηγητής του ΕΜΠ και γενικός γραμματέας του υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής από το 2009 έως το 2015. «Ήταν αρνητικό μέτρο, αλλά δεν είχαμε άλλη επιλογή. Κινδύνευε το σύστημα να καταρρεύσει οικονομικά». Το new deal δεν έπληξε μόνο τους μεγάλους παραγωγούς. Σύμφωνα με τον κ. Μαθιουδάκη, τη στιγμή του new deal, υπήρχαν περίπου 50.000 οικιακά φωτοβολταϊκά και 10.000 μικρά φωτοβολταϊκά πάρκα.

Την ίδια στιγμή που η ελληνική κυβέρνηση αναγκαζόταν να αναστείλει το πρόγραμμα ανάπτυξης των ΑΠΕ, βρισκόταν επίσης παγιδευμένη στις απαιτήσεις των δανειστών για την απελευθέρωση της ενεργειακής αγοράς. Ένα υπόμνημα του 2012 από τους εκπροσώπους των δανειστών προς τις ελληνικές αρχές, που έχουμε στη διάθεσή μας, περιγράφει ένα εκτενές σχέδιο που απαιτεί την ιδιωτικοποίηση διαφόρων λιγνιτικών μονάδων και τη συνεκμετάλλευση άλλων μονάδων με ιδιώτες – σε πλήρη αντίθεση με τους περιβαλλοντικούς στόχους της ΕΕ: οι μονάδες της Καρδιάς, λόγου χάρη, που ρητά προβλεπόταν η ιδιωτικοποίησή τους, κατασκευάστηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1970 και το 2007 ο ΑΗΣ Καρδίας κρίθηκε ο δεύτερος πιο ρυπογόνος λιγνιτικός σταθμός της Ευρώπης.

Η ανάπτυξη των ΑΠΕ είχε επιβραδυνθεί, μια θηριώδης λιγνιτική μονάδα αξίας 1,5 δισ. βρισκόταν καθ’ οδόν προς τη δημιουργία της και οι απαιτήσεις της τρόικας για ιδιωτικοποιήσεις των υπαρχουσών μονάδων αντέβαιναν στα σχέδια της κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ για σταδιακό κλείσιμό τους. Το υπόμνημα του 2012 που έστειλαν οι δανειστές στις ελληνικές αρχές, ωστόσο, χαρακτηρίζει τα προτεινόμενα μέτρα «περιβαλλοντικά βιώσιμα» χωρίς περαιτέρω επεξήγηση. Παράλληλα με τις διαπραγματεύσεις για την απελευθέρωση της αγοράς και το μέλλον του λιγνίτη, οι περιβαλλοντικές οργανώσεις άρχισαν να τοποθετούνται για τις αστοχίες της εγχώριας ενεργειακής πολιτικής. Τόσο η WWF όσο και η Greenpeace ανέλυσαν τα επιζήμια αποτελέσματα που είχε η επιμονή της Ελλάδας στον λιγνίτη στο περιβάλλον, τα δημόσια οικονομικά και τους καταναλωτές.

Οι περιβαλλοντικοί στόχοι που θα έκριναν τη βιωσιμότητα των μέτρων που πρότεινε το υπόμνημα ήταν οι αναθεωρήσεις που έφερε το σχέδιο «20-20-20» και η ευρωπαϊκή οδηγία του 2009 που επέκτεινε το πεδίο εφαρμογής του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών. Μαζί μ’ αυτούς όμως ήρθε και μια σειρά νέων μέτρων που προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις και τα οποία θα αποδεικνύονταν πιο καθοριστικά για το μέλλον του λιγνίτη.

Φίλοι και εχθροί

Η ευρωπαϊκή οδηγία του 2009 άνοιξε έναν νέο κύκλο διαπραγματεύσεων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και των κρατών-μελών. Στο κείμενο λέγεται ρητά ότι το σχέδιο «20-20-20» θα διαδεχόταν η υποχρέωση μείωσης των εκπομπών κατά 50% μέχρι το 2050. Η οδηγία εγκαινίασε επίσης μία ριζική αναδιάρθρωση του EU ETS, που αφαίρεσε το δικαίωμα από τους δικαιούχους των δωρεάν δικαιωμάτων να τα αποθηκεύουν για μεταγενέστερη χρήση, καθώς αυτός ήταν ο βασικός λόγος που έκανε το σύστημα να αποτύχει στα τέσσερα πρώτα χρόνια λειτουργίας του. Επίσης, αφαίρεσε πλήρως τα δωρεάν δικαιώματα εκπομπών από τους ηλεκτροπαραγωγούς. Η οδηγία όριζε ότι τα δωρεάν δικαιώματα θα διανέμονταν εφεξής από ένα μεταβατικό σύστημα που θα άρχιζε τη λειτουργία του το 2013. Το μεταβατικό αυτό σύστημα ήταν το θέμα του Άρθρου 10γ της οδηγίας, οι λεπτομέρειες της εφαρμογής του οποίου θα ορίζονταν σε επόμενη φάση.

Ο Γιέρζι Μπούζεκ, ο οποίος είχε μεταφερθεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μετά τη λήξη της θητείας του ως πρωθυπουργού της Πολωνίας, μαζί με τον ειδικό σε ζητήματα ενέργειας Κριστόφ Ζμιτζέφσκι, συγκρότησαν το Κοινωνικό Συμβούλιο του Εθνικού Προγράμματος Εκπομπών και το χρησιμοποίησαν για να κάνουν lobbying στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπέρ πολιτικών που θα ευνοούσαν τη λιγνιτική παραγωγή της χώρας τους. Το όργανο αυτό δρούσε ταυτόχρονα στην Πολωνία και τις Βρυξέλλες. Σε ομιλίες του και σε συναντήσεις στο Ευρωκοινοβούλιο, ο Ζμιτζέφσκι τόνιζε επανειλημμένα ότι οι πιο φιλόδοξοι στόχοι για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής είναι φαντασιώσεις και ότι η Πολωνία είναι εναντίον τους. Ο καρπός των προσπαθειών τους ήταν ότι οι χώρες που μπορούσαν να λάβουν δωρεάν δικαιώματα μέσω του μεταβατικού συστήματος ήταν αυτές των οποίων το κατά κεφαλήν ΑΕΠ δεν ξεπερνούσε το 60% του ευρωπαϊκού μέσου όρου το 2013. Το 2014, όταν ολοκληρώθηκαν οι διαπραγματεύσεις του Κλιματικού Σχεδίου Δράσης για το 2030, η πολωνική κυβέρνηση παρουσίασε τα δωρεάν δικαιώματα στους πολίτες ως «πρωτοφανή επιτυχία».

Το ίδιο όμως δεν ίσχυσε για την Ελλάδα. Το 2013, το ελληνικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ, σε σταθερά καθοδική πορεία από τις αρχές της κρίσης ήταν στο 61% του μέσου όρου της ΕΕ, προτού κατρακυλήσει στο 59% την επόμενη χρονιά. Ως εκ τούτου, η Ελλάδα δεν μπορούσε να λάβει δωρεάν δικαιώματα μέσα από το μεταβατικό σύστημα. Ουδείς επιχείρησε εκείνη την περίοδο να ζητήσει την αλλαγή του έτους βάσης από το 2013 στο 2014, ώστε να λάβει η Ελλάδα τα δωρεάν δικαιώματα. Ο Μόσχος Μόσχου, πρόεδρος του Σωματείου «Σπάρτακος», θυμάται ότι σε μία συνάντηση που είχε το Σωματείο με τους ευρωβουλευτές Μαρία Σπυράκη και Νίκο Ανδρουλάκη το 2016 στην Αθήνα, τους ρώτησε γιατί δεν πολέμησαν για την αλλαγή του έτους βάσης. «Δεν είχαμε συνειδητοποιήσει ότι το κόστος του λιγνίτη θα ανέβαινε τόσο πολύ», θυμάται ότι ήταν η απάντηση του κ. Ανδρουλάκη. «Δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε ότι ο λιγνίτης ήταν το Α και το Ω».

Και οι δύο ευρωβουλευτές θα προσπαθούσαν να επανορθώσουν στην επόμενη φάση. Μετά το 2015 και την υπογραφή της Συμφωνίας των Παρισίων, ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις για την αναθεώρηση της οδηγίας του 2009. Αυτή τη φορά, πέρα από τις τροποποιήσεις του άρθρου 10γ, προστέθηκε και το άρθρο 10δ που προέβλεπε τη δημιουργία του Ταμείου Εκσυγχρονισμού, ενός μηχανισμού που θα υποστήριζε την αναβάθμιση των υποδομών ηλεκτροπαραγωγής. Με πρωτοβουλία του Νίκου Ανδρουλάκη και με την υποστήριξη της Μαρίας Σπυράκη και μιας ευρείας συμμαχίας Ελλήνων ευρωβουλευτών από τα περισσότερα πολιτικά κόμματα, πέρασε μία τροπολογία τον Φεβρουάριο του 2017 που διεύρυνε το έτος βάσης του άρθρου 10δ στα έτη 2014 και 2015 και επέτρεψε οι επιδοτήσεις του Ταμείου Εκσυγχρονισμού να χρησιμοποιούνται και για τηλεθέρμανση – την οποία στη Δυτική Μακεδονία παρέχουν οι λιγνιτικές μονάδες.

Η ελληνική κυβέρνηση, με τη σειρά της, διεκδίκησε επιτυχώς μία εξαίρεση στο άρθρο 10γ που επέτρεπε να λάβει δωρεάν δικαιώματα για να αντισταθμίσει τις δυσκολίες της ηλεκτροπαραγωγής στα νησιά που βασίζονταν στο πετρέλαιο. Η ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ χαιρέτισε τις επιτυχίες κυβέρνησης και ευρωβουλευτών, αλλά θεώρησε αποτυχία το γεγονός ότι δεν προέκυψαν επιδοτήσεις για την ηλεκτροπαραγωγή από λιγνιτικές μονάδες.

Σε συνεντεύξεις του, ο Νίκος Ανδρουλάκης έχει δηλώσει σαφώς ότι οι μεγαλύτερες ενστάσεις στη συμπερίληψη της Ελλάδας στο Ταμείο Εκσυγχρονισμού ήρθαν από τη χώρα που ωφελήθηκε περισσότερο από αυτό: την Πολωνία, η οποία ακόμα και με τη συμμετοχή της Ελλάδας, κατάφερε να αποσπάσει τελικώς το 43% των κονδυλίων του ταμείου. Μέχρι στιγμής, ωστόσο, διαφαίνεται ότι οι πολωνικές υπηρεσίες δεν θα ωφεληθούν ευθέως από το Ταμείο και ότι τα δωρεάν δικαιώματα θα πουληθούν σε δημοπρασίες προκειμένου να δημιουργηθεί ένα εθνικό ταμείο εκσυγχρονισμού του ενεργειακού τομέα.

Με τον τρόπο αυτό, επιτρέπεται στην Πολωνία να παρακάμψει τους αυστηρούς περιορισμούς που έχει θέσει η ΕΕ για τη χρήση των δωρεάν δικαιωμάτων μετά το 2021 – μεταξύ αυτών και η υποχρέωση ότι όλα τα ενεργειακά έργα μετά το 2021 θα έπρεπε να δημοπρατούνται. Η αναθεωρημένη ευρωπαϊκή οδηγία του 2018 επίσης προβλέπει ότι μόνο τα έργα που συνεισφέρουν στη διεύρυνση του ενεργειακού μίγματος, τη μείωση της περιβαλλοντικής βλάβης και τον εκσυγχρονισμό των υποδομών θα δικαιούνται τα δωρεάν δικαιώματα. Μέσω της συγκρότησης του εθνικού ταμείου, η Πολωνία έχει μεγαλύτερη ελευθερία στη διάθεση αυτών των κονδυλίων.

Ταυτόχρονα με τις διαπραγματεύσεις, ο λιγνίτης αντιμετώπιζε νέα εμπόδια στην Ελλάδα. Μετά την υπογραφή του τρίτου μνημονίου το καλοκαίρι του 2015, η Ελλάδα υποχρεούνταν να ανοίξει περαιτέρω την αγορά. Οι διαπραγματεύσεις κράτησαν όλο το 2016 και, μέχρι το τέλος του έτους, όλες οι πλευρές όδευαν προς συμφωνία. Όμως τον Δεκέμβριο του 2016, εκδόθηκε η απόφαση που κατέρριπτε την προσφυγή της ΔΕΗ στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, με την οποία είχε επιχειρήσει να προσβάλει την απόφαση της Διεύθυνσης Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που την υποχρέωνε να σπάσει το μονοπώλιό της στις λιγνιτικές μονάδες και τα ορυχεία. «Μία ημέρα του Δεκέμβρη, ο εκπρόσωπος των δανειστών εμφανίστηκε κρατώντας την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστήριου» μας λέει μια πηγή κοντά στις διαπραγματεύσεις. «Έτσι, ξανακαθίσαμε στο τραπέζι».

Με τη νέα συμφωνία, η Ελλάδα είχε την υποχρέωση να ιδιωτικοποιήσει μέρος του λιγνιτικού της χαρτοφυλακίου. Κάποιες από τις μονάδες που είχαν υποδειχθεί προς ιδιωτικοποίηση στο υπόμνημα του 2012 είχαν κερδίσει άδειες για μία σύντομη παράταση της ζωής τους, αλλά κι αυτή πλέον όδευε προς τη λήξη της. Αποφασίστηκε ότι οι μονάδες που θα ιδιωτικοποιούνταν ήταν η Μελίτη Ι, κατασκευής 2003, μαζί με μία άδεια για κατασκευή νέας μονάδας, και οι μονάδες Μεγαλόπολη 3 και 4, η μία εκ των οποίων ήταν ήδη αρκετά παλαιά. Η ιδιωτικοποίηση συνεπαγόταν την επέκταση του κύκλου ζωής των μονάδων, κάτι που σύμφωνα με τον κανονισμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, έδινε στη Γενική Διεύθυνση Περιβάλλοντος το δικαίωμα άσκησης βέτο στην απόφαση της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού. Δεν το έκανε. «Δεν θέλουν να μπλέκονται ο ένας στα ζητήματα του άλλου», μας λέει η πηγή μας.

Όμως, το 2017, όταν αποφασίστηκε η ιδιωτικοποίηση, ήταν επίσης και η χρονιά στην οποία οι τελευταίες τροποποιήσεις στο ETS θα άρχιζαν να φέρνουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα και οι τιμές των δικαιωμάτων εκπομπών CO2 θα επταπλασιάζονταν σταδιακά: από το ελάχιστο των €4,5 ανά τόνο το 2017 στο μέγιστο των €29 ανά τόνο το 2019.

Αυτό γρήγορα δημιούργησε ένα μείζον θέμα βιωσιμότητας της λιγνιτικής παραγωγής. Όπως έχουμε δείξει σε προηγούμενο μέρος της έρευνας, ακόμα και με τα πιο αισιόδοξα και ανέλπιστα σενάρια, η Πτολεμαΐδα V, η κατασκευή της οποίας ξεκίνησε το 2015, δεν θα μπορούσε με κανένα τρόπο να αποσβέσει μέχρι το 2050 το κόστος 1,5 δισ. ευρώ που χρειάζεται για την κατασκευή της. Επίσης, ιδιωτικές εταιρίες και βιομήχανοι στην Ελλάδα που πίεζαν να σπάσει το μονοπώλιο της ΔΕΗ στον λιγνίτη –και οι οποίοι ήταν και οι βασικότεροι υποψήφιοι αγοραστές των μονάδων– ανακάλυψαν ότι αυτές δεν θα μπορούσαν να είναι κερδοφόρες από μόνες τους.

Έχοντας χάσει τα δωρεάν δικαιώματα από το Άρθρο 10γ, ο μόνος τρόπος να αντισταθμιστούν, έστω και μερικώς, τα ελλείμματα των λιγνιτικών μονάδων ήταν μέσω των τελευταίων επιδοτήσεων που απέμεναν, οι οποίες έγιναν εκ νέου αντικείμενο διαπραγμάτευσης μετά τη Συμφωνία των Παρισίων: αυτές του Μηχανισμού Διασφάλισης Επαρκούς Ισχύος, των κονδυλίων που δόθηκαν σε μονάδες ηλεκτροπαραγωγής οι οποίες διασφαλίζουν τη σταθερότητα του συστήματος. Βάσει αυτών, οι ιδιοκτήτες των μονάδων δηλώνουν με Αποδεικτικά Διαθεσιμότητας Ισχύος (ΑΔΙ) ότι μπορούν να παρέχουν έναν αριθμό καθαρής Ισχύος στο σύστημα και να αποζημιώνονται γι’ αυτή τους τη δυνατότητα. Τον Σεπτέμβριο του 2018, παρουσιάστηκε ένα κείμενο θέσεων υπέρ των σχετικών επιδοτήσεων, που συντάχθηκε με πρωτοβουλία της Πολωνίας και παρουσιάστηκε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπογεγραμμένο από την Πολωνία και την Ελλάδα, αλλά και από τη Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ιταλία, την Ουγγαρία και την Ιρλανδία.

Στις περισσότερες χώρες που υπέγραφαν, οι ιδιωτικές εταιρείες παρότρυναν την Επιτροπή να μην επιτρέψει τη λειτουργία Μηχανισμού Επάρκειας Ισχύος, επειδή τα κονδύλια αυτά θα αποτελούσαν κρατικές ενισχύσεις που υπονομεύουν τον ελεύθερο ανταγωνισμό. Οι διαπραγματεύσεις ολοκληρώθηκαν στο τέλος του 2018, με τις περισσότερες υπογράφουσες χώρες να έχουν χάσει τη μάχη. Η Πολωνία κέρδισε μία ρήτρα εξαίρεσης από τη λήξη στις επιδοτήσεις Επάρκειας Ισχύος μετά το 2025 για κάθε μηχανισμό που θα έμπαινε σε λειτουργία μέχρι το τέλος του 2019. Σε δηλώσεις του, ο Γιέρζι Μπούζεκ χαρακτήρισε την επιτυχία στις διαπραγματεύσεις «ευκαιρία για την ενεργειακή μεταμόρφωση της Πολωνίας».

Η Ελλάδα έμεινε μόνη να διαπραγματεύεται τη λήψη επιδοτήσεων και για τις δικές τις λιγνιτικές μονάδες, όπως έγινε με την Πολωνία. Σε σειρά εκκλήσεων προς την Επίτροπο Ανταγωνισμού Μαργκρέτε Βεστάγκερ, η ΔΕΗ και το υπουργείο Ενέργειας την παρακαλούσαν να αποδεχθεί τη θέσπιση ενός μηχανισμού Επάρκειας Ισχύος χωρίς ποτέ να λάβουν οριστική απάντηση. Λίγες μέρες πριν τις εκλογές του Ιουλίου 2019, μία από τις τελευταίες πράξεις της προηγούμενης κυβέρνησης ήταν η μονομερής θέσπιση ενός Μηχανισμού Επάρκειας Ισχύος – χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Το τέλος του λιγνίτη

Από όταν η ΕΕ άρχισε να σχεδιάζει μέτρα για τον περιορισμό της κλιματικής αλλαγής και των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, η Πολωνία και η Ελλάδα ήταν σε σταθερή βάση οι δύο χώρες που επιζητούσαν εξαιρέσεις και επιχειρούσαν να ελιχθούν γύρω από τις αποφάσεις της Επιτροπής. Για ένα διάστημα, με τις εξαιρέσεις που διεκδικήθηκαν και κερδήθηκαν εξ ολοκλήρου ή εν μέρει από το 2014 έως το 2018, φάνηκε ότι μπορεί και να επιτύχουν να διατηρήσουν σχετικά αλώβητη τη σχέση τους με τον λιγνίτη.

Τους τελευταίους όμως μήνες, η εκστρατεία αυτή κατέληξε σε αποτυχία. Στην τελευταία Συνδιάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών στη Νέα Υόρκη, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανακοίνωσε το κλείσιμο όλων των λιγνιτικών μονάδων της Ελλάδας μέχρι το 2028. Ακολούθως, ο Κωστής Χατζηδάκης επέσπευσε το κλείσιμο, μεταφέροντας την ημερομηνία στο 2023, αλλά άφησε ανοιχτό το ερώτημα για τις μονάδες Πτολεμαΐδα V και Άγιος Δημήτριος V.

Στη δε Πολωνία, παρά τις πρόσφατες δηλώσεις του Προέδρου Αντρέι Ντούντα στην COP24 ότι τα ανθρακικά αποθέματα της Πολωνίας επαρκούν για 200 χρόνια ακόμα, ο πρώην πρόεδρος της ΡΑΕ, Παντελής Κάπρος, η εταιρία E3 Modelling του οποίου έχει εμπλακεί ως συμβουλευτική στην κατάρτιση του Μακροχρόνιου Ενεργειακού Σχεδιασμού της Πολωνίας, μας διαβεβαιώνει ότι δεν είναι έτσι. «Τα μοντέλα μας ποσοτικοποιούν σενάρια με τα οποία οι κυβερνήσεις διαμορφώνουν τα σχέδια τα οποία υποβάλλουν στις Βρυξέλλες για το long-term strategy στον ενεργειακό σχεδιασμό. Ε, στην Πολωνία, το long-term strategy είναι ακριβώς η απαλλαγή από τον λιγνίτη και τον άνθρακα».

Αμφότερες οι χώρες βασίζονται στον λιγνίτη. Και σε αμφότερες τις χώρες, η ΕΕ έπαιξε εξόχως αντιφατικό ρόλο: από τη μία σχεδίαζε στρατηγικές για τον περιορισμό των ορυκτών καυσίμων, από την άλλη όχι μόνο επέτρεπε εξαιρέσεις που αντιβαίνουν στους περιβαλλοντικούς στόχους αλλά πίεζε για τη λήψη μέτρων –όπως η ιδιωτικοποίηση των λιγνιτικών μονάδων– που έδιναν προτεραιότητα στην απελευθέρωση της αγοράς έναντι της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής.

Ως αποτέλεσμα, αμφότερες οι χώρες έχουν να αντιμετωπίσουν σοβαρές συνέπειες από την απροετοίμαστη είσοδό τους στην εποχή της ενεργειακής μετάβασης. Ιδιαίτερα μετά την ανακοίνωση Μητσοτάκη στη Συνδιάσκεψη του ΟΗΕ, το μέλλον της Πτολεμαΐδας V συζητείται έντονα, χωρίς να έχει παρθεί επίσημη απόφαση. Κανένα από τα σενάρια που εξετάζει το υπουργείο Ενέργειας δεν μπορεί να σώσει τη ΔΕΗ απ’ το έλλειμμα της μονάδας, μόνο να περιορίσει τη ζημιά.

Στη δε Πολωνία, η αντίστοιχη Πτολεμαΐδα V λέγεται Μπελτσατόφ. Η μονάδα των 5472 MW, που ανήκει στην κρατική PGE, τη μεγαλύτερη ενεργειακή εταιρεία της χώρας, ευθύνεται για περισσότερο από το ένα πέμπτο της ηλεκτροπαραγωγής της Πολωνίας και είναι η μεγαλύτερη πηγή εκπομπών CO2 στην Ευρώπη. Η μονάδα έχει δεχθεί σειρά πιέσεων από περιβαλλοντικές οργανώσεις και την ΕΕ για την επίλυση του ζητήματος, χωρίς αποτέλεσμα. Η μονάδα ελέγχεται από το κράτος, το οποίο δεν έχει επιδείξει κάποια αποφασιστική στάση για απομάκρυνση από τον άνθρακα. Αντιθέτως, διαδοχικές κυβερνήσεις διαβεβαιώνουν το κοινό ότι ο άνθρακας θα παραμείνει «εγγυητής της ενεργειακής ασφάλειας της Πολωνίας».

Συγχρόνως, μελέτες υπολογίζουν ότι τα κοιτάσματα λιγνίτη στο ενεργειακό συγκρότημα του Μπελτσατόφ δεν είναι απεριόριστα και ότι επιτρέπουν τη λειτουργία της μονάδας μέχρι το 2035. Η κυβέρνηση συζητά το ενδεχόμενο άνοιγμα του παρακείμενου ορυχείου στο Ζλότσεφ εδώ και χρόνια, το οποίο θα μπορούσε να παρατείνει τη ζωή της μονάδας – και δεν θα δυσκολευόταν να βρει πολιτική υποστήριξη γι’ αυτό.

«Θα κάνουμε κάθε προσπάθεια να επιτύχουμε φέτος την παραχώρηση του κοιτάσματος του Ζλότσεφ» δήλωνε τον περασμένο Αύγουστο ο υφυπουργός Περιβάλλοντος με αρμοδιότητα τα ορυκτά καύσιμα, Πιότρ Τζιάτζιο. Παράλληλα δήλωσε ότι το υπουργείο Περιβάλλοντος που επιβλέπει τις παραχωρήσεις «ενδιαφέρεται να διασφαλίσει ότι ο ενεργειακός μας πλούτος θα χρησιμοποιείται ορθά όχι μόνο με άξονα το σήμερα, αλλά έχοντας στο νου μας και τις επόμενες γενιές». Ουδεμία νύξη έκανε για τα περιβαλλοντικά ζητήματα.

Ωστόσο, ενδέχεται η παράταση της ζωής της Μπελτσατόφ να μην αποτελεί πλέον επιλογή. Το ανερχόμενο κόστος των δικαιωμάτων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα καθιστά ασύμφορη τη λιγνιτική και ανθρακική ηλεκτροπαραγωγή σε όλη την Ευρώπη. 79% των ανθρακικών μονάδων της ΕΕ παρουσιάζουν έλλειμμα, ενώ η ζημία υπολογίζεται σε 6,57 δισ. ευρώ μόνο για το 2019. Ακόμα κι αν ανοίξει το νέο ορυχείο, στο μέλλον θα πρέπει να κλείσει μαζί με την υπόλοιπη μονάδα, εξαιτίας του ανοδικού κόστους των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.

Οι πολωνικές εταιρείες έχουν μέχρι στιγμής επικαλύψει το πρόβλημα μέσω μιας στρατηγικής χειραγώγησης των τιμών με υψηλές επιδοτήσεις που εγγυώνται την κερδοφορία των λιγνιτικών μονάδων. Ωστόσο, με την περαιτέρω μείωση των ενεργειακών τιμών από τις ΑΠΕ, καθίσταται σαφές ότι αυτή η ανισορροπία διευρύνεται και ότι ο άνθρακας δεν είναι πια βιώσιμος. Αυτός είναι πιθανώς και ο λόγος που οι δηλώσεις όπως αυτή του προέδρου Ντούντα στην COP24 ακούγονται όλο και λιγότερο τον τελευταίο καιρό. Αντίθετα, σταδιακά αντικαθίστανται από διχογνωμίες. Ο υπουργός Περιβάλλοντος Χένρικ Κοβάλτσικ πρόσφατα παραδέχθηκε ότι το 2050 δίνει επαρκές χρονικό διάστημα στην Πολωνία να φύγει από τον άνθρακα. Απ’ την άλλη, ο υπουργός Παιδείας Γιάροσλαβ Γκόβιν δήλωσε ότι οι επιστήμονες δεν έχουν καταλήξει ότι η υπερθέρμανση του πλανήτη είναι ανθρωπογενής.

Το ύψος των χρημάτων που θα λάβουν η Πολωνία και η Ελλάδα, καθώς και άλλες χώρες, για να πραγματοποιήσουν την ενεργειακή μετάβαση είναι ακόμα ασαφές. Το ευρωπαϊκό σχέδιο για τη θέσπιση και τη λειτουργία του Ταμείου Δίκαιης Μετάβασης είναι ακόμα υπό διαμόρφωση, με τις διαπραγματεύσεις να αναμένεται να ενταθούν τους προσεχείς μήνες. Οι λιγνιτικές περιοχές που βασίζουν την οικονομία τους στην ηλεκτροπαραγωγή, όπου και πάλι η Σιλεσία της Πολωνίας και η Δυτική Μακεδονία της Ελλάδας έχουν οριστεί ως υπό μελέτη περιοχές για τη Δίκαιη Μετάβαση, αγωνιούν να μάθουν τι θα σημάνει γι’ αυτούς το μέλλον.

Στο επόμενο και τελευταίο μέρος, η διασυνοριακή έρευνα θα επικεντρωθεί στο ζήτημα της Δίκαιης Μετάβασης.


Το άρθρο υλοποιήθηκε με την υποστήριξη του Journalismfund.eu / This article was developed with the support of Journalismfund.eu

Δημοσιογράφος με ειδίκευση στα οικονομικά της ενέργειας και του περιβάλλοντος και νυν διευθύντρια σύνταξης του green-news.pl. Πρώην αρχισυντάκτρια του WysokieNapiecie.pl και συντάκτρια στις επιφανείς οικονομικές εφημερίδες της Πολωνίας, Dziennik Gazeta Prawna και Rzeczpospolita.
Το Manifold είναι μια ερευνητική δημοσιογραφική ομάδα με μέλη στην Αθήνα, το Λονδίνο και τη Λευκωσία. Ρεπορτάζ της ομάδας έχουν δημοσιευθεί στο Al Jazeera English, την Deutsche Welle το Columbia Journalism Review και αλλού.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.