Ομάχα: Όταν ο όχλος κυνηγούσε τους «βρωμοέλληνες»
Το απόγευμα της Κυριακής της 21ης Φεβρουαρίου του 1909, ένα πλήθος χιλίων περίπου κατοίκων της Νότιας Ομάχα συγκεντρώθηκε σε ένα οικόπεδο κοντά στο Δημαρχείο. Καθώς περνούσε η ώρα μαζεύονταν όλο και περισσότεροι για να ακούσουν τον Χένρι Σ. Μέρφι, τον πρώην εισαγγελέα της πόλης, ιρλανδικής καταγωγής. Αυτός έβγαλε ένα πύρινο λόγο κατά των Ελλήνων.
«Είναι καιρός οι κάτοικοι αυτής της πόλης να αναλάβουν πρωτοβουλία ώστε να την απαλλάξουν από τη μάστιγα των Ελλήνων. Να απαιτήσουμε από τις επιχειρήσεις της πόλης να σταματήσουν να προσλαμβάνουν άτομα ελληνικής καταγωγής», είπε μεταξύ άλλων.
Ο επόμενος ομιλητής, ο Τζον Νάιτινγκεϊλ, υπερθεμάτισε προσθέτοντας ότι: «Οι αυτοαποκαλούμενοι Έλληνες δεν έφεραν μόνο την παρανομία και τη βία στην πόλη, αλλά μαζί με την αχρειότητα και την αισχρότητα πάσχουνε και από ασθένειες όπως η σύφιλη. Οι αρχές οφείλουν να τους απαγορεύσουν να εργάζονται σε επιχειρήσεις που συσκευάζουν ή παράγουν τρόφιμα».
Καθώς νύχτωνε, οι συγκεντρωμένοι –ανάμεσά τους γυναίκες και παιδιά– έφτασαν τους τρεις χιλιάδες και, επηρεασμένοι από τα κηρύγματα των ομιλητών, όρμησαν προς την ελληνική παροικία της Νότιας Ομάχα, κρατώντας δαυλούς, ρόπαλα και περίστροφα. Οι Έλληνες

