Θεραπείες μεταστροφής: ένα βασανιστήριο που γίνεται ακόμα στην Ελλάδα
Τα μεγαλύτερα εγκλήματα είναι αυτά που διαπράττονται από μικρούς, ασήμαντους ανθρώπους έλεγε η πολιτική επιστήμονας και φιλόσοφος Χάνα Άρεντ, προσπαθώντας να εξηγήσει την κοινοτοπία του κακού. O Άντολφ Άιχμαν, εξηγούσε, δεν ήταν εγγενώς κακός· ήταν απλώς ρηχός και ανίδεος, κάποιος που ενεργούσε με μοναδικό στόχο να προωθήσει την καριέρα του στη ναζιστική γραφειοκρατία.
Κάπως έτσι, σε όλες τις περιόδους της ιστορίας άνθρωποι καθημερινοί επιβάλλουν βίαια τις αντιλήψεις τους σε οποιονδήποτε φαίνεται διαφορετικός, ακόμα κι αν δεν έχουν κακές προθέσεις, αλλά επειδή μια κυρίαρχη ιδεολογία έχει ορίσει τι είναι σωστό και τι λάθος. Τι συμβαίνει όμως όταν αυτοί οι καθημερινοί άνθρωποι έχουν εξουσία πάνω στις ζωές άλλων; Όταν πρόκειται για ψυχολόγους, ψυχιάτρους, ιερείς, πνευματικούς, εναλλακτικούς θεραπευτές ή ακόμα και γονείς ή άλλους συγγενείς;
Ας μιλήσουμε λοιπόν για τις θεραπείες μεταστροφής.
Η έρευνα του Orlando LGBT+
Θεραπείες μεταστροφής ή «επανόρθωσης» αποτελούν οποιεσδήποτε παρεμβάσεις (ψυχοθεραπευτικές, ψυχολογικές, ιατρικές, φαρμακευτικές, συμπεριφορικές ή πνευματικές) που αποσκοπούν στην αλλαγή του σεξουαλικού προσανατολισμού ή της ταυτότητας φύλου ενός ατόμου. Σε αυτές τις περιπτώσεις κάποιος «ειδικός» μπορεί να υπόσχεται ευθέως ότι θα βοηθήσει να επέλθει «αλλαγή» της ΛΟΑΤΚ+ ταυτότητας του ατόμου, ή έμμεσα να αμφισβητεί τον αυτοπροσδιορισμό του και να παρουσιάζει ως «προτιμότερη», πιο «υγιή» ή «λειτουργική» μία ετεροφυλόφιλη ταυτότητα.
Τη συζήτηση γι’ αυτό το ζήτημα άνοιξε στην Ελλάδα από πριν λίγες μέρες η έρευνα του Orlando LGBT+, ενός επιστημονικού φορέα που εξειδικεύεται στην ψυχική υγεία και τις ΛΟΑΤΚΙ+ ταυτότητες. Όπως αναφέρει σχετικά ο φορέας, «για την Ελλάδα μέχρι σήμερα δεν υπήρχαν ερευνητικά δεδομένα που να δείχνουν ποια είναι η κατάσταση και η ένταση ανάλογων θεραπειών. Μετά από έρευνα κάποιων μηνών, δημοσιεύουμε τα πρώτα αποτελέσματα για τις θεραπείες μεταστροφής στην Ελλάδα με απώτερο στόχο την ποινικοποίησή τους. Είναι σοκαριστικά, και περιλαμβάνουν οργανωμένη ψυχολογική βία, σωματική κακοποίηση, σεξουαλική παρενόχληση και βιασμό».
Στην έρευνα περιλαμβάνονται 97 ολοκληρωμένες ανώνυμες μαρτυρίες, εκ των οποίων οι περισσότερες αφορούν την τελευταία δεκαετία. Στις μαρτυρίες γίνονται αναφορές για κακοποιητικές συμπεριφορές από 72 επαγγελματίες ψυχικής υγείας (ψυχολόγοι, ψυχίατροι, ψυχοθεραπευτές/ψυχαναλυτές, σύμβουλοι), τρεις γιατρούς άλλων ειδικοτήτων (ενδοκρινολόγοι, νευρολόγος), 30 ιερείς, πνευματικούς, μοναχούς, θεολόγους, τρεις ενεργειακούς/εναλλακτικούς θεραπευτές. Τέλος, δύο αφορούν πρακτικές που εφαρμόστηκαν από την οικογένεια.
To inside story μίλησε με ανθρώπους που έχουν υποστεί κακοποιητικές συμπεριφορές από ψυχιάτρους, ψυχολόγους, συμβούλους, πνευματικούς, αλλά και το οικογενειακό τους περιβάλλον. Κάποιες από τις μαρτυρίες είναι επώνυμες και κάποιες ανώνυμες.
Στηβ Στιβακτής, 30 ετών, σκιτσογράφος
Σε ηλικία 20 χρονών ο Στηβ αποφάσισε να μοιραστεί με τον στενό του κύκλο πως ήταν τρανς αγόρι. Στη συνέχεια παίρνοντας θάρρος από τη στήριξη φίλων, το είπε και στη μητέρα του. Εκείνη στάθηκε στο πλευρό του και αποφάσισαν μαζί να μιλήσουν με ειδικούς, για να τους βοηθήσουν τόσο στη μεταξύ τους επικοινωνία όσο και στην πορεία της μετάβασης. Για να μπορέσει ένα τρανς άτομο να προχωρήσει μια διαδικασία μετάβασης, πρέπει να παρακολουθηθεί ενάμιση χρόνο από ψυχίατρο, που θα επιβεβαιώσει τη δυσφορία φύλου.
Η μητέρα του Στηβ, αναζητώντας σε πρώτη φάση συμβουλευτική ως προς το πώς να διαχειριστεί την κατάσταση, έψαξε και βρήκε στο διαδίκτυο ψυχιάτρους που δήλωναν ειδικοί σε τέτοια θέματα. «Ένας από τους γιατρούς τής είπε πως όταν ήμουν στην εφηβεία, εκείνη δεν έκανε πίσω τη θηλυκότητά της κι εγώ γι’ αυτό κατέληξα να νομίζω ότι είμαι άντρας. Ένας άλλος της είπε ότι “αν ήταν η δική μου κόρη που τα έλεγε αυτά θα την έπιανα απ’ το αυτί, θα της έριχνα δυο χαστούκια και θα της έλεγα, δεν κόβεις τις μαλακίες”; Μία άλλη ψυχολόγος από γραμμή στήριξης κλινικής της είπε πως επειδή στο παρελθόν [η μητέρα του Στηβ] είχε βρεθεί σε μία κακοποιητική σχέση και στο σπίτι μπήκε κακοποιητικός άνθρωπος, το παιδί ταυτίστηκε με τον κακοποιητή και γι’ αυτό νομίζει ότι είναι άντρας». Στις συμβουλές των «ειδικών» υπήρχαν και προτροπές όπως «να απευθύνεσαι στο παιδί με το βαφτιστικό του όνομα όσο το δυνατόν συχνότερα»».
Στη συνέχεια, ο Στηβ και η μητέρα του αποφάσισαν να πάνε μαζί για συμβουλευτική σε πολύ γνωστό ψυχίατρο της Αθήνας. «Οι ερωτήσεις που μου έκανε ήταν πολύ παραβιαστικές. Με ρώτησε επανειλημμένα με τι αυνανίζομαι και στη συνέχεια περιέγραφε τι τον “έφτιαχνε” τον ίδιο. Όλο αυτό με έκανε να νιώσω μειονεκτικά, να νιώσω σαν σκουπίδι, ότι είμαι ένα χαζό παιδάκι που δεν καταλαβαίνω τι λέω. Μου είπε να δω μήπως έχω άλλα ψυχικά προβλήματα και ειδικά νευρική ανορεξία. Σ’ αυτόν πήγαμε σε μία μόνο συνεδρία».
Οι δυσκολίες του Στηβ συνεχίστηκαν όταν ξεκίνησε «θεραπεία» με έναν ψυχίατρο που επίσης δήλωσε «ειδικός» σε θέματα τρανς ατόμων. Παρότι αρχικά τον επισκέφθηκαν μαζί στο ιατρείο του στο κέντρο της Αθήνας, στην πορεία ο ψυχίατρος ζήτησε να βλέπει μόνο τον Στηβ στις συνεδρίες, οι οποίες γίνονταν μία φορά την εβδομάδα επί ενάμιση χρόνο. Από την πρώτη στιγμή ο Στηβ είχε καταστήσει σαφές ότι ο λόγος που πήγε ήταν η ταυτότητά του ως τρανς αγόρι. «Στην αρχή μου έδειξε ένα παλιό βιβλίο που έλεγε πως αυτό που έχω είναι διαταραχή την οποία όμως μαζί θα λύσουμε. Κατάλαβα λοιπόν ότι θα προχωρήσουμε στην κατεύθυνση που ήθελα και θα πάρω το χαρτί για να ξεκινήσω τη ζωή μου. Ταυτόχρονα πάλευα με κρίσεις πανικού οπότε όταν μου είπε ότι πρώτα θα λύσουμε τα άλλα προβλήματα που έχεις και μετά θα πιάσουμε το τρανς κομμάτι, μου φάνηκε λογικό. Στις επόμενες συνεδρίες μου ξεκαθάρισε ότι θα μου απευθύνεται στο θηλυκό, με το παλιό μου όνομα. Αυτό ήταν κάτι που με ενόχλησε αλλά θεώρησα πως με τον καιρό θα αλλάξει γνώμη.
Ο καιρός περνούσε και εγώ προσπαθούσα να επαναφέρω το θέμα της ταυτότητάς μου, ωστόσο εκείνος έλεγε είτε πως δεν έχουμε λύσει ακόμα άλλα θέματα είτε πως αυτό που λέω δεν ισχύει. “Δεν είσαι τρανς”, μου έλεγε. Μια φορά θυμάμαι μου είχε πει: “Δεν είσαι τρανς, το λες γιατί θέλεις να τσαντίσεις τη μάνα σου”. Με διέγνωσε με οιστριονικη διαταραχή λέγοντας μου ότι θέλω συνέχεια να τραβάω την προσοχή. Μου είχε πει ότι “κατά βάθος όλες οι γυναίκες θέλετε να γίνετε άντρες και μην το κάνεις θέμα”. Σ’ εκείνη τη φάση μου περιέγραφε πως οι γυναίκες ζηλεύουν τους άντρες οι οποίοι είναι ανώτεροι και πρέπει να αποδεχτώ την κατώτερη θέση μου ως γυναίκα. Όταν είδε ότι επέμενα, κατέληξε να με χρεώνει εκατοντάδες ευρώ για όλο και πιο ακριβά τεστ, τα οποία βέβαια εκτύπωνε από το ίντερνετ».
Και συνεχίζει: «Σ’ αυτή τη φάση εγώ φοβόμουν να συζητήσω το θέμα, ένιωθα μειονεκτικά. Ο ψυχίατρος είχε καταστήσει σαφές ότι η επιθυμία μου να δηλώνω τρανς είχε να κάνει με τραύματα του παρελθόντος. Μ’ έκανε να νιώθω ότι έπρεπε να αποδείξω ξανά και ξανά το τι είμαι. Να φαντάζομαι για τον εαυτό μου πράγματα που δεν ίσχυαν. Επίσης επέμενε πολύ στο να μην λέω τίποτα στη μάνα μου».
Είχε περάσει πλέον ενάμισης χρόνος και ο Στηβ είχε κουραστεί να μην συζητάει για το θέμα που ήθελε. Όταν το ζήτησε για μία ακόμη φορά, συνάντησε και πάλι την αδιαφορία και την επίκριση του ψυχιάτρου, οπότε αποφάσισε να σταματήσει τις συνεδρίες. Ο ψυχίατρος δεν το δέχτηκε και επέμεινε ο Στηβ να συνεχίσει τη θεραπεία. Έφτασε μέχρι και να τον κατηγορεί για αχαριστία, ενώ από την πίεση ο Στηβ πάθαινε κρίσεις πανικού.
«Τελικά μετά από καιρό –γιατί είχα άρνηση να ξαναπάω σε γιατρούς– το 2015 πήγα σ’ έναν ψυχίατρο στο Δαφνί ο οποίος μου ζήτησε να του μιλήσω για μένα. Εγώ άρχισα να του εξηγώ για το παρελθόν κι εκείνος μου είπε “Δεν έχω αμφιβολία ότι είσαι τρανς, με το άγχος σου να δούμε τι θα κάνουμε”! Έφυγα πετώντας από εκεί. Ήταν τόσο μεγάλη ανακούφιση ένας άνθρωπος να μη σε αντιμετωπίζει σαν απατεώνα. Δεν περιγράφεται αυτή η χαρά».
Η Κατερίνα
Η Κατερίνα είναι σήμερα 40 χρονών. Η ίδια αναφέρει: «Από πολύ μικρή είχα καταλάβει τη σεξουαλική μου ταυτότητα, ωστόσο αυτό πολύ νωρίς πλαισιώθηκε με τον μανδύα του “είμαι ελαττωματική, θα το αλλάξω, ελπίζω να μην το καταλάβει κανείς”. Η οικογένειά μου δεν ήταν ιδιαίτερα θρήσκα. Βέβαια δεν χρειάζεται να είσαι θρήσκος για να είσαι ομοφοβικός ή ρατσιστής και να φοβάσαι το διαφορετικό. Εγώ από μικρή πήγαινα σε χριστιανικές κατασκηνώσεις αλλά πιο πολύ για τις παρέες. Επίσης, είχα πνευματικό από 9 χρονών».
Η εμπειρία της Κατερίνας ξεκίνησε όταν ήταν 29 χρονών: «Ήταν μια περίοδος που αφότου είχα αλλάξει πόλη, έμεινα άνεργη οπότε επέστρεψα στο πατρικό μου. Δεν ήμουν καλά, ήμουν πολύ θυμωμένη και η λύση που μου πρότεινε η οικογένειά μου ήταν να απευθυνθώ σε μια πατρική για μένα φιγούρα, στον πνευματικό. Ο συγκεκριμένος άνθρωπος έχαιρε ευρύτατου σεβασμού γιατί έκανε και ακτιβιστικό έργο στην πόλη, ενώ είχε βοηθήσει και την οικογένειά μου. Παράλληλα ήταν και σύμβουλος ψυχικής υγείας, οπότε έδινα μεγαλύτερη βάση στη γνώμη του.
Η αντιμετώπισή του στο θέμα της σεξουαλικής μου ταυτότητας ήταν να μου λέει ότι “δεν είμαι γκέι”, γιατί όπως μου εξηγούσε “με τραβάνε οι άντρες” κτλ. Κάποια στιγμή εγώ του είπα ότι είμαι γκέι και να το πάρει απόφαση και τότε άρχισε να μου λέει ότι “ο Θεός μπορείς να σ’ το πάρει αυτό αρκεί να προσευχηθείς”. “Θα εξομολογείσαι, θα νηστεύεις και θα περάσει. Αρρώστια είναι, θα περάσει”, μου έλεγε και μου έδειχνε τρόπους να προσεύχομαι και κανόνες να ακολουθώ. Εγώ το ίδιο διάστημα έκανα και θεραπεία σε ψυχολόγο, στην οποία εκείνος με έστειλε. Εκείνη αποτελούσε μια φωνή λογικής την οποία όμως εγώ περνούσα μέσα από το φίλτρο του πνευματικού και θεωρούσα πως “θα μας κάψει ο Θεός” γι’ αυτά που λέμε.
Αυτή η κατάσταση με οδήγησε σε απόγνωση και ειδικά ως προς τη σχέση μου με τη θρησκεία, καθώς αναρωτιόμουν πού ήταν η θεραπεία που μου είχε υποσχεθεί.
Με τον καιρό ο πνευματικός άρχισε να χρησιμοποιεί άλλες εκφράσεις, όπως “ο Θεός θέλει να είσαι μόνη σου”. Εγώ έμεινα μόνη περίπου 2,5 χρόνια και κάποια στιγμή έπαψα να έχω επιθυμίες. Είχα πέσει σε κατάθλιψη. Εκείνο το διάστημα δεν επιτρεπόταν καμία απόλαυση. Ούτε η τηλεόραση, ούτε τα τραγούδια γιατί αποτελούν πειρασμούς. Μόνο βιβλία μπορούσα να διαβάζω κι αυτά ήταν συνήθως βιβλία μοναχικών βίων.
Παράλληλα, ο πνευματικός μού έδινε να καταλάβω ότι η «θεραπεία» του δεν πετύχαινε γιατί εγώ ήμουν δύσκολη ασθενής. Οποιαδήποτε αντίσταση εμφάνιζα είχε δαιμονική προέλευση.
Κάποια στιγμή εγώ ερωτεύτηκα μια κοπέλα κι όπως μου είπε εκείνος “υποτροπίασες”. “Αν θες να συνεχίσεις να με βλέπεις, πες στην κοπέλα αυτή να έρθει να με δει”. Η κοπέλα πράγματι πήγε και εξομολογούνταν σ’ εκείνον. Στόχος ήταν είτε να χωρίσουμε με καλούς όρους, είτε να παραμείνουμε φίλες χωρίς να κάνουμε σεξ. Ταυτόχρονα εγώ είχα αρχίσει να πείθομαι ότι όντως δεν είμαι γκέι και πρέπει να χωρίσω. Εν τέλει ο πνευματικός είπε στην κοπέλα αυτή όσα του έλεγα στην εξομολόγηση, λέγοντας πως το έκανε για το καλό μου. Αμέσως μετά μου πρότεινε να βγω με έναν άντρα και με ενθάρρυνε να κάνω σεξ μαζί του. Μ’ έκανε να νιώσω σαν εκδιδόμενη. Εκείνος έλεγε πως “τώρα γιατρεύομαι”».
Αναφερόμενη σε αυτήν την εμπειρία, η Κατερίνα λέει: «Είναι μια κατακλυσμιαία αίσθηση ντροπής. Στέκεται μπροστά στον Θεό σαν ένα ελαττωματικό ον που πρέπει να διορθωθεί. Ένιωθα διαρκείς πόνους στο σώμα μου. Σαν κάποιος να με είχε χώσει σε ένα πολύ στενό κουτί που όλο μου το σώμα πονούσε. Άρχισα να έχω παλινδρομήσεις, να ξεχνάω δεξιότητες που είχα, π.χ. να οδηγώ».
Σε μια άλλη περίπτωση, που αφορούσε έναν γκέι φίλο της που έψαχνε πνευματικό, η Κατερίνα περιγράφει πώς τον είχε αντιμετωπίσει (ο ιερέας): «Τον έβαλε σε “πρόγραμμα” για να βγει ο διάολος από μέσα του. Μάλιστα έλεγε πως ο Θεός τού είχε δώσει αποστολή να ξεσκεπάσει τους ιερείς με τους οποίους είχε κοιμηθεί ο φίλος μου. Έλεγε πως είναι “οι διάολοι που θέλουν να καταστρέψουν την Εκκλησία από τα μέσα”. Του ζήτησε κιόλας διευθύνσεις και τηλέφωνα. Ο φίλος μου ντρεπόταν πάρα πολύ γιατί ήταν και αρκετά θρησκευόμενος και αυτό τον οδήγησε σε αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές».
Παναγιώτης Αλιφράγκης, 44 ετών, ιδιωτικός υπάλληλος και σύμβουλος ψυχικής υγείας
Ο Παναγιώτης πήγε πρώτη φορά σε ψυχολόγο στα 14, αναζητώντας την ταυτότητά του και ζητώντας μια επιβεβαίωση ότι δεν ήταν αυτό που φοβόταν, ένα γκέι αγόρι. «Ο ψυχολόγος με είδε μία φορά και μου είπε ότι είναι φάση της εφηβείας: “μην ανησυχείς, θα γίνεις στρέιτ, θα περάσει”. Εγώ περίμενα να περάσει, ωστόσο αυτό δεν γινόταν κι εγώ παράλληλα δυσφορούσα. Η άρνησή μου ήταν μεγάλη, ήταν και η εποχή τέτοια που στα μάτια μου οι ομοφυλόφιλοι άνδρες συνεπάγονταν κοροϊδία και μοναξιά. Πήγα στα 16 σε έναν άλλο ψυχολόγο ο οποίος με είδε και μου είπε κι αυτός “μην ανησυχείς, δεν θα είσαι γκέι”. Μετά από χρόνια έμαθα ότι μετά το ραντεβού τον πήρε τηλέφωνο η μητέρα μου για να ρωτήσει τι συμβαίνει κι εκείνος της είπε να μην ανησυχεί γιατί “θα τον κάνουμε στρέιτ. Θα κάνουμε συνεδρίες και θα συνέλθει”. Εγώ τελικά δεν ξαναεπισκέφθηκα τον συγκεκριμένο ψυχολόγο.
Φεύγοντας από τα ραντεβού με αυτούς τους ψυχολόγους θυμάμαι να νιώθω ευφορία τις πρώτες 2-3 μέρες. Ένιωθα πως είχα ελπίδα να μ’ αγαπήσουν οι γονείς μου, οι φίλοι μου, πως είχα μια θέση στην ετεροκανονική κοινωνία. Μετά από 1-2 μέρες όμως είχα πυρετό, ρίγη, αρρώσταινα.
Κάποια στιγμή δοκιμάσαμε κι έναν πνευματικό καθοδηγητή. Αυτή ήταν η πιο ντροπιαστική εμπειρία που έχω ζήσει. Του εξομολογούμουν την ιστορία μου. Τελικά με έβαλε να ξαπλώσω με το εσώρουχο σε ένα κρεβάτι και αυτός άρχιζε να μου διαβάζει κάτι ακαταλαβίστικα προσπαθώντας να μου “διώξει” την ομοφυλοφιλία.
Τα χρόνια περνούσαν και στα 18-19 άρχισα να πηγαίνω περιοδικά σε έναν τρίτο ψυχολόγο. Εκείνος μου έδινε συμβουλές όπως το να κοιτάζω το στήθος της κολλητής μου, με παρακινούσε να αυνανίζομαι με γυναικείες φιγούρες. Τον σταμάτησα μετά από ένα χρόνο γιατί η προσέγγισή του δεν μου ταίριαζε. Το 2003, ήμουν 24, και παίρνω έναν γνωστό ψυχίατρο στη Θεσσαλονίκη ο οποίος ήταν κάθετος κι έλεγε ότι “σίγουρα θα γίνεις ετεροφυλόφιλος” κτλ. Έκλεισα το τηλέφωνο τρομοκρατημένος.
Μετά από καιρό, ένας συνάδελφος μού σύστησε έναν άλλο ψυχολόγο, που μετά από κάποιους μήνες θεραπείας με βοήθησε να έρθω σε επαφή με την αλήθεια μου και τότε άρχισε για μένα το ταξίδι της αποδοχής».
Ο Κώστας
«Βρέθηκα στη διαδικασία της θεραπείας μεταστροφής μόνο μία φορά, για κακή μου τύχη στα 16 μου χρόνια. Στην εφηβεία μου είχα την υπόνοια πως ήμουν ομοφυλόφιλος. Όταν το συζήτησα με τη μητέρα μου, θεώρησε πως ο δρόμος ήταν να το εξετάσουμε τόσο ορμονικά, όσο και ψυχοθεραπευτικά, επισκεπτόμενοι έναν αποκαλούμενο ψυχίατρο-σεξολόγο. Εκείνος μίλησε στη μητέρα μου, λέγοντάς της πως η ομοφυλοφιλία είναι κάτι που μπορούμε να αλλάξουμε και ότι οι ομοφυλόφιλοι έχουν ζητήματα κοινωνικής ενσωμάτωσης και περιθωριοποιούνται.
Στη διάρκεια της συνεδρίας, δεν είπε τα ίδια σε μένα, αλλά με ρώτησε για φαντασιώσεις και σεξουαλικές εμπειρίες, και του απάντησα με ψεύτικες ομοφυλοφιλικές εμπειρίες που δεν ανταποκρίνονταν ούτε καν σε φαντασιώσεις.
Όλο αυτό το δέχτηκα σαν βία· το επεξεργάστηκα στην ανάλυσή μου κάποια χρόνια μετά. Μετά το πέρας της συνεδρίας, μας ενημέρωσε για εξετάσεις που κατ’ αυτόν θα έπρεπε να κάνω και για τη συνέχιση της θεραπείας που θα με κανονικοποιούσε. Μας μίλησε για κάποια ειδικά τεστ και συνεδρίες που κόστιζαν εξωφρενικά ποσά, που αποθάρρυναν τη μητέρα μου κι εμένα μου φάνηκαν ανόητα και σπάταλα».
Γιώργος Τουρασβίλι, 20 ετών, φοιτητής
Ο Γιώργος κατάγεται από τη Γεωργία και ήρθε στην Ελλάδα 5 χρονών. Στην ηλικία των 12 η μητέρα του αποφάσισε να τον στείλει στη Γεωργία στον πατέρα του, ώστε να πάρει «αντρικά» πρότυπα. «Εκεί με πήγαιναν επί 2-3 μήνες σε ψυχολόγους, σε σεξολόγο, σε γιατρούς σε νοσοκομείο που μου έκαναν ορμονικές εξετάσεις που έδειχναν βέβαια ότι είμαι μια χαρά. Θυμάμαι ένα γιατρό να με ρωτάει “θες ν’ αλλάξεις; Υπάρχουν πολλά παραδείγματα ανθρώπων που άλλαξαν”.
Γύρισα στην Ελλάδα 16 χρονών και η συμπεριφορά της μητέρας μου ήταν η ίδια. Μου έλεγε ότι θα μου δώσει φάρμακα, ότι θα με κλείσει σε μοναστήρι για να «αλλάξω». Πήγαμε μαζί σε ψυχολόγους, με τους οποίους η μητέρα μου είχε συνεννοηθεί από πριν. Μία ψυχολόγος μου έλεγε πως «έτσι θα αντιμετωπίσεις εμπόδια στη ζωή σου. Εδώ μπορούμε να μιλήσουμε, να σου αλλάξω γνώμη». Κάναμε 5-6 ραντεβού και μεταξύ άλλων μου έλεγε πως μπορούσε να μου δώσει χάπια και συγκεκριμένα τεστοστερόνη. Ένιωθα τρομερή πίεση. Δεν ήξερα αν έπρεπε να ακούσω αυτήν, εμένα ή τη μάνα μου. Τελικά δεν ξαναπήγα.
Η μητέρα μου συνέχισε να προσπαθεί να με πείσει με συζητήσεις ότι είμαι άντρας και πρέπει να πηγαίνω με γυναίκες γιατί θα μου αρέσει. Μου ‘λεγε πως για να σου δείξω πώς είναι η ομοφυλοφιλία θα φέρω μια γυναίκα και θα κάνω σεξ μαζί της. Μου έδειχνε γκέι ταινίες και μου έλεγε πως αν είμαι γκέι, κάποιος θα με αποπλανήσει και θα με βιάσει.
Κάποια στιγμή απλά σταμάτησε τις προσπάθειες».
Οι «ειδικοί» και ο κώδικας δεοντολογίας των επαγγελματιών ψυχικής υγείας
Μιλήσαμε με την ψυχολόγο-ψυχοθεραπεύτρια Έλενα-Όλγα Χρηστίδη, επιστημονικά υπεύθυνη του Orlando LGBT+ μαζί με την κλινική ψυχολόγο Νάνσυ Παπαθανασίου, με στόχο να κατανοήσουμε καλύτερα την γκρίζα ζώνη που καλύπτει τις πρακτικές πολλών επαγγελματιών ψυχικής υγείας.
Ένα από τα βασικά ερωτήματα που προκύπτουν είναι με ποιον τρόπο μπορεί να ελεγχθεί ένας επαγγελματίας ψυχικής υγείας. Συχνά όταν ακούμε για μια υπόθεση κακοποιητικής συμπεριφοράς αναρωτιόμαστε «γιατί δεν έγινε καταγγελία». Η απάντηση είναι: γιατί δεν είναι εύκολο.
Αρχικά να εξηγήσουμε ότι συχνά μπορεί να υπάρχει κακοποιητική συμπεριφορά, χωρίς αυτό να την καθιστά θεραπεία μεταστροφής. Σχηματικά, σε μια πυραμίδα, οι θεραπείες μεταστροφής είναι στην κορυφή, ενώ στη βάση είναι οι κακές πρακτικές όπου συναντάμε κακοποιητικές συμπεριφορές. Στις θεραπείες μεταστροφής ο επαγγελματίας ψυχικής υγείας θα πει ρητά στο άτομο ότι «μπορεί να αλλάξει» ή θα αμφισβητεί τον αυτοπροσδιορισμό του σε τέτοιο βαθμό, προτείνοντας ταυτόχρονα τη διερεύνηση μιας άλλης ταυτότητας από αυτήν που έχει.
Ρωτήσαμε επίσης την ψυχολόγο για τον μηχανισμό που ενεργοποιείται και δυσκολεύει ένα άτομο να φύγει από τη θεραπεία, παρότι μπορεί να του προκαλεί δυσφορία. Όπως μάς εξήγησε, υπάρχουν εξίσου πολλές περιπτώσεις που ένα άτομο φεύγει ή δε δέχεται καν τη θεραπεία.
Και πρόσθεσε: «Τις περιπτώσεις που ένα άτομο δεν φεύγει ή εξακολουθεί να δέχεται τη θεραπεία μεταστροφής μπορούμε να τις παραλληλίσουμε με όλες τις περιπτώσεις των κακοποιητικών καταστάσεων και σχέσεων. Το αντίστοιχο ερώτημα το έχουμε ακούσει αυτές τις μέρες: “γιατί δεν αντιστάθηκε μια γυναίκα που υπέστη βιασμό;”. “Γιατί δεν έφυγε ή δε σταμάτησε μια συνεργασία όταν δέχθηκε σεξουαλική παρενόχληση, κακοποίηση ή εργασιακό εκφοβισμό;”. Και στις θεραπείες μεταστροφής, αυτό που έχουμε είναι διαφορά ισχύος: Άτομα σε θέση αδυναμίας, κυρίως νεαρής ηλικίας και συχνά ανήλικα, που νιώθουν ήδη ντροπή και ενοχικότητα λόγω του κοινωνικού στίγματος και της περιθωριοποίησης που βιώνουν, έρχονται αντιμέτωπα με άτομα που έχουν μάθει να εμπιστεύονται – για παράδειγμα γονείς, ευρύτερο περιβάλλον, ακόμα και τους ίδιους τους θύτες (ιερέας, πνευματικός, ψυχολόγος)– ειδικά οι τελευταίοι περιβάλλονται και από τον μανδύα του “ειδικού”. Πρόκειται επομένως για μία τελείως άνιση δυναμική ισχύος. Πολλά ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα μπορεί να σκεφτούν την πιθανότητα μιας θεραπείας μεταστροφής ακόμα και εκούσια, κάτω από το βάρος του στίγματος. Για να συζητήσουμε επομένως για τους λόγους για τους οποίους δεν φεύγει ένα άτομο από μια τέτοια θεραπεία, πρέπει να συζητήσουμε για όλη την επίδραση της πατριαρχίας, της ομοφοβίας, της τρανσφοβίας, όλου του προβληματικού κοινωνικού πλαισίου μέσα στο οποίο γεννιόμαστε και ανατρεφόμαστε».
Ποιος ελέγχει τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας;
Η κ. Χρηστίδη μάς βοήθησε να κατανοήσουμε το πλαίσιο στο οποίο λειτουργούν οι επαγγελματίες αυτοί: «Είναι τριπλό το πλαίσιο. Οι ψυχίατροι ανήκουν στον ιατρικό σύλλογο. Εκεί υπάρχει δεσμευτικός κώδικας δεοντολογίας, ο οποίος βέβαια ακόμα δεν έχει συμπεριλάβει ρητώς ζητήματα σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου. Υπάρχουν πειθαρχικές κυρώσεις αλλά δεν περιλαμβάνουν τέτοια ζητήματα γιατί τόσο ο κώδικας δεοντολογίας όσο και τα αντανακλαστικά των ιατρικών συλλόγων δεν είναι σε μεγάλο βαθμό συμβατά με τα σύγχρονα δεδομένα».
Όπως εξηγεί «τα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα είναι δεδομένα, αλλά δημιουργείται μια γκρίζα ζώνη στις περιπτώσεις που δεν περιγράφεται κάτι πολύ ρητά. Και όταν δεν συμβαίνει αυτό, οι λήπτες υπηρεσιών δεν έχουν πρόσβαση σε μηχανισμό προστασίας».
Ακόμα αναφέρει πως «η ρητορική των επαγγελματιών ψυχικής υγείας μπορεί να αλλάζει και να φαίνεται πιο μετριοπαθής. Δεν θα πάει απαραίτητα ένας ψυχίατρος να πει σε ένα γκέι άτομο ότι η ομοφυλοφιλία είναι ασθένεια. Υπάρχουν τρόποι πιο έμμεσοι αλλά επίσης προβληματικοί, που είναι ξεκάθαρα αντίθετοι στα επιστημονικά δεδομένα και στις σύγχρονες πρακτικές. Για παράδειγμα θα του δώσει να καταλάβει ότι είναι κάτι “που μπορεί να αλλάξει” μέσω της ψυχοθεραπείας».
«Σε ό,τι αφορά τους ψυχολόγους, υπάρχει ένας κώδικας δεοντολογίας που δεν είναι δεσμευτικός, καθώς δεν υπάρχει ενιαίος σύλλογος ψυχολόγων στον οποίο υποχρεωτικά ανήκουν όλοι και από τον οποίον λαμβάνουν την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος. Άρα και καταγγελία στο Σύλλογο να γίνει, δεν είναι ότι θα χάσει κάποιος την άδεια του. Η άδεια λαμβάνεται από την Περιφέρεια και δεν υπάγεται σε κάποιον κώδικα δεοντολογίας», αναφέρει η κ. Χρηστίδη.
Τέλος, όπως τονίζει, «οι μη ψυχολόγοι επαγγελματίες ψυχικής υγείας, όπως οι σύμβουλοι, οι ψυχοθεραπευτές, δεν ελέγχονται από πουθενά. Έγκειται στη διακριτική ευχέρεια κάθε λήπτη υπηρεσιών να ρωτήσει αν ο σύμβουλος είναι σε κάποιο σύλλογο γραμμένος, ποια εκπαίδευση έχει τελειώσει κ.λπ.».
Τα γραφεία προστασίας δικαιωμάτων ληπτών υπηρεσιών υγείας
Καταγγελία για ιατρικό, νοσηλευτικό ή διοικητικό προσωπικό νοσοκομείων μπορεί να κάνει κάποιος στα Γραφεία Προστασίας Δικαιωμάτων Ληπτών/ριών Υπηρεσιών Υγείας και στην Επιτροπή Ελέγχου Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ληπτών Υπηρεσιών Υγείας του υπουργείου Υγείας.
Τα γραφεία αυτά συστάθηκαν το 2016 και άρχισαν να λειτουργούν μετά το 2017. Βρίσκονται εντός των νοσοκομείων και μεταξύ άλλων μεριμνούν για «την ενημέρωση των ασθενών για τα δικαιώματά τους [...], τη συλλογή και διεκπεραίωση καταγγελιών και παραπόνων, τη συλλογή θετικών εντυπώσεων για τις παρεχόμενες υπηρεσίες υγείας προκειμένου να εντοπίζονται και να προωθούνται οι καλές πρακτικές, τη διευκόλυνση υποβολής αναφορών στο Συνήγορο του Πολίτη, στην Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και την Εθνική Επιτροπή Βιοηθικής, στις Επιτροπές Ελέγχου Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ληπτών/ριών Υπηρεσιών Υγείας και Ψυχικής Υγείας και σε κάθε σχετική ελεγκτική αρχή [...]».
Σχετικά με τη λειτουργία τους, σε έρευνα μεταπτυχιακής εργασίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου με τίτλο «Αξιολόγηση των Γραφείων Προστασίας Δικαιωμάτων Ληπτών Υπηρεσιών Υγείας», αναφέρεται πως «τα Γραφεία δεν είναι ακόμη γνωστά στους ασθενείς. Είναι σημαντικό να κάνουν γνωστή την ύπαρξη και τη λειτουργία τους, ενημερώνοντας τους πολίτες για τα δικαιώματά τους και παροτρύνοντάς τους να τα υποβάλλουν εγγράφως ώστε να συμμετέχουν ενεργά στη βελτίωση της ποιότητας της φροντίδας τους και να μην καταφεύγουν στη δικαιοσύνη για να λυθεί οποιοδήποτε θέμα κακής πρακτικής από την πλευρά των γιατρών ή των Νοσοκομείων».
Εν ολίγοις, τόσο οι επαγγελματίες υγείας όσο και οι λήπτες αγνοούν τις αρμοδιότητες των γραφείων, με αποτέλεσμα οι πρώτοι να μην παραπέμπουν σε αυτά και οι δεύτεροι να μην προχωρούν σε ενδεχόμενη καταγγελία/παράπονο.
Η Εκκλησία και οι θέσεις χριστιανικών ιστοσελίδων
Στους κόλπους της Εκκλησίας εντοπίζονται ορισμένα χαρακτηριστικά παραδείγματα θεραπειών μεταστροφής. Στην έρευνα του Orlando LGBT+, πάνω από το ένα τρίτο των μαρτυριών αναφέρονται σε ιερείς, πνευματικούς, μοναχούς και θεολόγους.
«Ξεκίνησε όταν πήγα για εξομολόγηση πρώτη φορά. Η τυπική διαδικασία ήταν να εξομολογούμαι, στη συνέχεια αυτός να προσπαθεί να με πείσει ότι ο σεξουαλικός προσανατολισμός μου είναι αμαρτία και ότι θα με τιμωρήσει ο Θεός, ακολουθούσε μια σειρά από ευχές και “διαβάσματα”, ειδικές προσευχές να “διώξω” το δαιμόνιο από μέσα μου, αγιασμός, επέβαλε να γίνω παπαδοπαίδι και να παρακολουθώ άτυπα τα καλοκαίρια κατηχητικό, με αποκορύφωμα κάποιες φορές κάτι σαν εξορκισμό»
(Απόσπασμα μαρτυρίας, Orlando LGBT+)
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ιστοσελίδα omofylofilia.gr, η οποία όπως διαβάζουμε αποτελεί «τη μεγαλύτερη ελληνική συλλογή άρθρων και υλικού για την ομοφυλοφιλία και την Ορθόδοξη Χριστιανική πίστη». Επίσης στο σάιτ αναφέρεται πως «η διαχείριση αυτού του ιστοτόπου βρίσκεται σε πνευματική κοινωνία με την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος υπό τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο».
Σε άρθρο με τίτλο «Κι όμως, ο σεξουαλικός προσανατολισμός αλλάζει» (1/11/18), παρουσιάζονται έρευνες που παρακινούν «την ομοφυλοφιλική κοινότητα να εγκαταλείψει τα επιχειρήματά της που στηρίζονται στο αμετάβλητο του σεξουαλικού προσανατολισμού (born this way), καθώς αυτά καθίστανται πλέον αντιεπιστημονικά».
Ενδιαφέρον έχει ότι σε πρόσφατα σχόλια του συγκεκριμένου άρθρου ένας αναγνώστης χαρακτηρίζει επικίνδυνες τις θεραπείες μεταστροφής και ο ίδιος ο συντάκτης του δημοσιεύματος απαντά πως τέτοιες θεραπείες «δεν διενεργούνται στην Ελλάδα».
Μεταξύ άλλων στην ιστοσελίδα φιλοξενούνται απόψεις ενός γνωστού ομοφοβικού ιερέα, του Μητροπολίτη Μόρφου, ο οποίος στο άρθρο του «Συμβουλές του Μητροπολίτη Μόρφου για τον ομοφυλόφιλο Χριστιανό» (15/12/20) αναφέρει: «Η ομοφυλοφιλία, αγαπητέ μου, είναι πρόβλημα αγάπης, όπως η πορνεία, η μοιχεία και όλα τα σαρκικά αμαρτήματα».
Σε άλλο άρθρο (Ορθοδοξία στα χρόνια της ομοφυλοφιλίας, 26/12/20) ο συντάκτης καλεί την Εκκλησία να καταπραΰνει «τις λανθάνουσες συμπεριφορές και όχι επιδεικνύοντας μια άτεγκτη –σχεδόν ξύλινη– ηθική. Ειρηνεύοντας στωικά τα ίδια τα πάθη και όχι πολεμώντας κατά μέτωπον πόρνες, ομοφυλοφίλους, αναρχικούς και λοιπούς ασθενείς και ασώτους».
Δεύτερο παράδειγμα ιστοσελίδας με δημοσιεύματα που στηρίζουν ανοιχτά τις θεραπείες μεταστροφής αποτελεί το «Μαμά, Μπαμπάς και Παιδιά», στο οποίο έχει αναφερθεί το inside story πρόσφατα ως ένα από τα «κινήματα» (όπως αυτοπροσδιορίζεται) που δηλώνει πως είναι αντίθετο «στην αδιάκριτη και καθολική εφαρμογή της μάσκας στο σχολείο». Όπως αναφέρει, είναι «μια συλλογική προσπάθεια για την ανάδειξη, την υπεράσπιση και την προώθηση των αξιών και των ιδανικών της Ελληνορθόδοξης Οικογένειας. Μια παρότρυνση προς όλους να αξιοποιηθούν τα χαρίσματα του κάθε μέλους της, όπως αρμόζει στην Ορθόδοξη Χριστιανική Παράδοση και στα βιώματα της Πατρίδας μας».
Σε δημοσίευμα με τίτλο «Η κανονικότητα στη σεξουαλικότητα είναι δικαίωμα και η αυτονόητη επιλογή» (29/10/20), που φέρει την υπογραφή του ίδιου του ιστοτόπου, αναφέρεται: «Η ποινικοποίηση των θεραπειών σεξουαλικής μεταστροφής συνιστά καταπάτηση του δικαιώματος στην υγεία και απαράδεκτη παρέμβαση στις ατομικές επιλογές».
Και στη συνέχεια: «οι δήθεν ισχυρισμοί πως τέτοιου τύπου βοήθειες είναι βασανιστήρια και άλλα ανάλογα, είναι όχι απλά αστείοι, αλλά και παντελώς ψευδείς. Τα άτομα που συνειδητά επέλεξαν τις θεραπείες και εργάστηκαν μαζί με τους θεραπευτές τους, βοηθήθηκαν στα σοβαρά τους προβλήματα, βρήκαν ψυχική ισορροπία και έζησαν ευτυχισμένες ζωές».
Σε πιο πρόσφατο δημοσίευμα (6/1/21) αναδημοσιεύεται βίντεο όπου Αμερικανός ψυχίατρος μιλάει για την «Επανορθωτική θεραπεία στην ομοφυλοφιλία. Τι είναι και πώς βοηθά».
«Ελάχιστες οι κακές περιπτώσεις» λέει η Εκκλησία
Το inside story μίλησε με τον Αρχιμανδρίτη π. Θεολόγο Αλεξανδράκη, αναπλ. διευθυντή του Επιμορφωτικού Ιδρύματος της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, σχετικά με την αντιμετώπιση της Εκκλησίας στις θεραπείες μεταστροφής και τις μαρτυρίες που σκιαγραφούν κακοποιητικές συμπεριφορές από πλευράς πνευματικών και ιερέων.
Σύμφωνα με τον π. Θεολόγο, η Εκκλησία σέβεται κάθε άνθρωπο και προσπαθεί να του δώσει τη δυνατότητα της αυτογνωσίας, δηλαδή της κατάστασης εκείνης όπου νιώθει καλά με τον εαυτό του και είναι πνευματικά ήρεμος. Παράλληλα, διευκρίνισε πως τα φύλα είναι δύο και αυτός είναι ο τρόπος που δημιουργείται οικογένεια και πορεύεται η κοινωνία. Σε ερώτηση σχετικά με τις κακές πρακτικές πνευματικών μάς απάντησε πως «είναι ελάχιστες οι περιπτώσεις, ενώ η πλειονότητα των πατέρων δίνει έναν αθόρυβο αγώνα μέσα στις παλαίστρες της καθημερινής κατάστασης που αντιμετωπίζουμε ως Εκκλησία».
«Εγώ δεν μπορώ να επιβάλλω σε κάποιον να μην κάνει κάτι. Ο καθένας έχει τη δική του επιλογή. Εμείς δεν παροτρύνουμε κάποιον να κάνει κάτι γιατί ακόμα και να το κάναμε τι θα πετυχαίναμε εάν ο ίδιος δεν το θέλει ή δεν το πιστεύει; Εμείς δίνουμε το Ευαγγέλιο ως ένα σημείο αναφοράς», σημείωσε ο π. Θεολόγος τονίζοντας πως «υπάρχουν και πάντα θα υπάρχουν οι ακραίες καταστάσεις, ωστόσο εμείς προσπαθούμε να έχουμε μια λογική αντιμετώπιση. Να βοηθήσουμε έναν άνθρωπο να βρει αυτό που εκείνος νιώθει ως ελευθερία στη ζωή του». «Οποιοσδήποτε άνθρωπος έρχεται μπροστά μας δεν θα πρέπει ούτε να τον κλωτσήσουμε ούτε να τον υποβιβάσουμε», είπε και πρόσθεσε πως κριτήριο για μια συμβουλή είναι το καλύτερο δυνατό για την ψυχή κάθε ανθρώπου.
Ακόμη, περιέγραψε πως είναι αρκετές οι περιπτώσεις όπου «η Εκκλησία αθόρυβα και χωρίς φανφάρες έχει αποτελέσει πνευματική μορφή υποστήριξης σε τέτοιους ανθρώπους».
Βασανιστήριο που πρέπει να απαγορευτεί
Οι εγκυρότεροι διεθνείς φορείς υγείας και ψυχικής υγείας έχουν καταδικάσει τις θεραπείες μεταστροφής. Τον Ιούλιο του 2020 ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας του ΟΗΕ συνέταξε σχετική έκθεση, κάνοντας έκκληση για παγκόσμια απαγόρευσή τους, αναφέροντας ότι προκαλούν εκτεταμένο ψυχικό πόνο σε ΛΟΑΤΚ+ άτομα, που συχνά οδηγεί σε μακροχρόνιες ψυχολογικές και σωματικές συνέπειες.
Όπως αναφέρεται στην έκθεση, «οι πρακτικές μεταστροφής είναι εγγενώς εξευτελιστικές, ταπεινωτικές και μεροληπτικές. Οι συνδυαστικές συνέπειες του αισθήματος αδυναμίας και της ακραίας ταπείνωσης δημιουργούν βαθιά συναισθήματα ντροπής, ενοχής, αυτοαποστροφής και αναξιότητας, και μπορούν να οδηγήσουν σε λανθασμένη αντίληψη του εαυτού και διαρκή αλλαγή προσωπικότητας». Και συνεχίζει: «Ο ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας του ΟΗΕ είναι πεπεισμένος ότι η απόφαση υποβολής ενός παιδιού σε πρακτικές μεταστροφής δεν μπορεί ποτέ να είναι πραγματικά σύμφωνη με τα συμφέροντα ενός παιδιού. Οι γονείς πρέπει να λαμβάνουν αποφάσεις για τα παιδιά τους υπό την προϋπόθεση της συναίνεσης κατόπιν ενημέρωσης, η οποία συνεπάγεται τη γνώση της πραγματικής φύσης της πρακτικής, την αδυναμία της να επιτύχει πραγματικά τη “μεταστροφή” και τα ολοένα περισσότερα στοιχεία που αποδεικνύουν τη μακροχρόνια σωματική και ψυχολογική βλάβη».
Στην ίδια λογική, τον Οκτώβριο του 2020 61 μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ζήτησαν σε ανοιχτή επιστολή προς την πρόεδρο της Κομισιόν να μπει τέλος στις θεραπείες μεταστροφής σε όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ. Σύμφωνα με τους ευρωβουλευτές «επί του παρόντος, μόνο η Γερμανία, η Μάλτα και κάποιες περιοχές της Ισπανίας έχουν απαγορεύσει αυτές τις πρακτικές ενώ άλλα κράτη μέλη, όπως η Γαλλία, σκοπεύουν να το πράξουν. Ωστόσο, καθώς πολλά κράτη μέλη δεν εξετάζουν το ενδεχόμενο να θεσπίσουν τέτοια νομοθεσία στο εγγύς μέλλον, και ελλείψει μιας οριζόντιας οδηγίας κατά των διακρίσεων η οποία θα καθιστούσε παράνομη τη διάκριση για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού σε θέματα υγείας, η Κομισιόν οφείλει να αναλάβει δράση». Πρόσφατα έβαλε τέλος σε αυτές τις θεραπείες και το Σώμα Ψυχολόγων της Αλβανίας, όπου εντάσσονται όλοι οι ψυχολόγοι της χώρας. Για την κατάργησή τους δεσμεύτηκε εκ νέου τον Δεκέμβριο και ο Βρετανός πρωθυπουργός, Μπόρις Τζόνσον.
Σύμφωνα με το Διεθνές Συμβούλιο Αποκατάστασης Θυμάτων Βασανιστηρίων (IRCT) οι θεραπείες μεταστροφής εφαρμόζονται σε περισσότερες από 69 χώρες, ενώ στερούνται επιστημονικότητας και παραβιάζουν την παγκόσμια απαγόρευση για βασανιστήρια και κακοποίηση. Με βάση την ακραία και συχνά αδιανόητη οδύνη που προκαλεί στους ανθρώπους η θεραπεία μεταστροφής, το IRCT απαιτεί την παγκόσμια απαγόρευση της πρακτικής.
Η καμπάνια του Orlando LGBT+ για τις θεραπείες μεταστροφής στην Ελλάδα στοχεύει στην αναγνώριση του προβλήματος, στην ενδυνάμωση των θυμάτων, σε πιθανές καταγγελίες των ποινικά κολάσιμων πράξεων, αλλά και στην πρόληψη και προστασία νέων πιθανών θυμάτων. Ο φορέας διεκδικεί την ποινικοποίηση των θεραπειών μεταστροφής κάθε είδους όπως και την επικαιροποίηση του κώδικα δεοντολογίας για επαγγελματίες ψυχικής υγείας, ώστε να ορίζεται σαφώς η προστασία των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων.
Παραφράζοντας τον Ρολάν Μπαρτ, κλείνουμε σημειώνοντας πως δεν είναι ουτοπία να ζούμε σε έναν κόσμο που δεν θα υπάρχουν παρά διαφορές, έτσι ώστε διαφοροποιούμαι να μην σημαίνει πια αυτο-αποκλείομαι.

