Πώς ο ανθρώπινος πολιτισμός προκαλεί τις πανδημίες που τον μαστίζουν

Ενώ παρακολουθούμε καθημερινά τις ειδήσεις για την Covid-19 και περιμένουμε εναγωνίως το εμβόλιο που θα την αναχαιτίσει, την ίδια στιγμή αδυνατούμε να δούμε το «αθέατο μέρος του παγόβουνου», με τα βαθύτερα γενεσιουργά αίτια τέτοιων πανδημιών – τα οποία είναι ριζωμένα στον ανθρώπινο πολιτισμό.
Χρόνος ανάγνωσης: 
10
'
Αγρότισσα που έβαλε φωτιά στο τροπικό δάσος γύρω από την ιδιοκτησία της, καθαρίζει τα ξερά φύλλα καθώς η φωτιά πλησιάζει το σπίτι της, στον Αμαζόνιο. [Carl de Souza/AFP]

Για πολλούς επιστήμονες η τρέχουσα πανδημία δεν συνιστά έκπληξη, αλλά κάτι που ήταν ζήτημα χρόνου να μας «χτυπήσει την πόρτα». Όπως ανέφερε σε άρθρο του στους New York Times τον περασμένο Φεβρουάριο ο Πίτερ Ντάσζακ, πρόεδρος της ΜΚΟ EcoHealth Alliance, «στις αρχές του 2018, κατά τη διάρκεια συνδιάσκεψης του ΠΟΥ στη Γενεύη, μια ομάδα ειδικών στην οποία ανήκω (R&D Blueprint) επινόησε τον όρο “Ασθένεια Χ”: αναφερόμασταν στην επόμενη πανδημία που θα προκαλείτο από ένα άγνωστο, καινούργιο παθογόνο που δεν είχε ακόμη εισέλθει στον ανθρώπινο πληθυσμό […] Η Ασθένεια Χ, λέγαμε τότε, πιθανόν θα προέκυπτε από έναν ιό προερχόμενο από τα ζώα και θα εμφανιζόταν κάπου στον πλανήτη όπου η ραγδαία οικονομική ανάπτυξη φέρνει τους ανθρώπους και την άγρια ζωή κοντά […] Εν συντομία, η Covid-19 είναι η Ασθένεια Χ», υποστηρίζει ο Ντάσζακ. Την απειλή των αναδυόμενων μεταδοτικών ασθενειών παγκοσμίως επισήμαιναν παλαιότερες αλλά και νεότερες επιστημονικές μελέτες.

Αυτές τις μέρες που υπάρχει ανάγκη για ξεκάθαρη ενημέρωση κι ανάλυση, το inside story προσφέρει όλα τα άρθρα γύρω από τον Covid-19 ελεύθερα σε όλους τους αναγνώστες.

#ΜένουμεΑσφαλείς: Ανακαλύψτε πάνω από 2.500 ρεπορτάζ και ιστορίες του inside story. Γραφτείτε για έναν μήνα δωρεάν EΔΩ

 

Με δυο λόγια

Πάμπολλοι ειδικοί επισημαίνουν ότι το να εστιάζουμε στην εκ των υστέρων αντιμετώπιση της πανδημίας του κορονοϊού δεν μας βοηθά να συνειδητοποιήσουμε τις διαδικασίες που την προκάλεσαν. Η εμφάνιση ενός νέου επικίνδυνου παθογόνου ήταν μια εξέλιξη που είχαν προεξοφλήσει οι περισσότεροι επιστήμονες της υγείας. Οι αιτίες βρίσκονται στην υπερεκμετάλλευση της άγριας χλωρίδας, που διαταράσσει τις ισορροπίες των οικοσυστημάτων, στην έντονη αλληλεπίδραση ανθρώπων και άγριων ζώων, που οφείλεται στις βίαιες εκχερσώσεις δασών και την αλόγιστη επέκταση των πόλεων, αλλά και στην απάνθρωπη κι επιβλαβή για τη δημόσια υγεία βιομηχανία των wet markets, και στη μαζική βιομηχανοποιημένη κτηνοτροφία που λειτουργεί ως «δεξαμενή» αρκετών μεταδοτικών ασθενειών. Τελικά η ανθρώπινη απληστία, η αντιμετώπιση των πόρων που καταναλώνουμε ως κάτι δεδομένο και η επιδίωξη του κέρδους χωρίς όρια είναι στη βάση του προβλήματος. Θα μας δώσει ο κορονοϊός ένα καλό μάθημα για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης;

Στο ίδιο μήκος κύματος τοποθετείται και ο Φρανκ Σνόουντεν, ομότιμος καθηγητής Ιστορίας και Ιστορίας της Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο του Γέιλ και συγγραφέας του βιβλίου «Επιδημίες και Κοινωνία: Από τον Μαύρο Θάνατο μέχρι Σήμερα». Σε συνέντευξή του τον περασμένο Απρίλιο, ο Σνόουντεν είπε ότι «από το 1997, με το ξέσπασμα της γρίπης των πτηνών, αξιωματούχοι δημόσιας υγείας, ιολόγοι και επιδημιολόγοι λένε ότι θα βιώσουμε μια μείζονα πανδημία στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον. Εκτιμούσαν ότι είμαστε ιδιαίτερα ευάλωτοι ως κοινωνία σε πνευμονικούς ιούς. Το 2005, ο [διευθυντής του Εθνικού Ινστιτούτου Αλλεργίας και Λοιμωδών Ασθενειών] Άντονι Φάουτσι παρουσιάστηκε ενώπιον του Αμερικανικού Κογκρέσου […] Ο Φάουτσι δήλωσε τότε ότι δεν μπορούσε να πει πότε θα ξεσπάσει μία πανδημία κι αν θα είναι χειρότερη από την ισπανική γρίπη ή όχι. Αλλά μπορούσε να πει με απόλυτη βεβαιότητα ότι θα έρθει».

Ποιοι είναι, όμως, οι λόγοι που καθιστούσαν μία πανδημία τόσο αναπόδραστη;

Η παρέμβαση στα παρθένα φυσικά οικοσυστήματα «γεννά» πανδημίες...

Σε ένα άρθρο γραμμένο το 2012 και υπό τον τίτλο «Η οικολογία της ασθένειας», ο –εξειδικευμένος σε θέματα περιβάλλοντος– δημοσιογράφος Τζιμ Ρόμπινς αναδεικνύει μια βασική ρίζα του προβλήματος. Αρχικά, τονίζει πως η φύση υποστηρίζει ποικιλοτρόπως την ανθρώπινη προσπάθεια και τις ανάγκες μας για τροφή και νερό. Όταν όμως, συνεχίζει ο Ρόμπινς, «αποτυγχάνουμε να κατανοήσουμε και να φροντίσουμε τον φυσικό κόσμο, μπορεί να προκαλέσουμε βλάβη στα συστήματά του και αυτά να γυρίσουν εναντίον μας με τρόπους για τους οποίους ξέρουμε ελάχιστα πράγματα».

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα που αναφέρει –επικαλούμενος σχετική μελέτη– για την κατά 4% αποψίλωση του τροπικού δάσους του Αμαζονίου την περίοδο 1997-2000, που οδήγησε σε σχεδόν 50% αύξηση των περιστατικών ελονοσίας στην κοινότητα Mâncio Lima της Βραζιλίας. Κι αυτό, διότι ο συνδυασμός ηλιακού φωτός και νερού στις αποδασωμένες περιοχές καλλιέργησε τις ιδανικές συνθήκες για να ευδοκιμήσουν τα κουνούπια, κύριοι ξενιστές του πλασμωδίου, του πρωτοζώου που προκαλεί την ελονοσία.

Εκτός από τον Ρόμπινς, τον προαναφερθέντα συσχετισμό έχουν αναδείξει, με πρόσφατες δημοσιεύσεις, φορείς όπως το Περιβαλλοντικό Πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών (UNEP) και το Πανεπιστήμιο Δυτικής Αυστραλίας, περιοδικά όπως το Nature και το UNESCO Courier και μέσα ενημέρωσης όπως το CBS και το ENSIA. Κοινή διαπίστωση όλων είναι ότι οι ανθρωπογενείς δραστηριότητες πάνω στα φυσικά οικοσυστήματα (π.χ. υλοτομήσεις, εκχερσώσεις, εξορύξεις, χαράξεις νέων δρόμων και εγκαταστάσεις οικισμών σε απομονωμένες γεωγραφικές περιοχές, εντατικοποίηση γεωργίας κ.λπ.) σε συνδυασμό με την ξέφρενη αστικοποίηση, την αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού και την κλιματική αλλαγή συνεπιφέρουν τη δραματική μείωση της βιοποικιλότητας και μας φέρνουν πιο κοντά σε παθογόνα μικρόβια που, σε άλλη περίπτωση, θα παρέμεναν περιχαρακωμένα στην άγρια φύση. Με αυτό τον τρόπο, διαταράσσονται οι οικολογικές ισορροπίες, το περιβάλλον υφίσταται έντονες πιέσεις και αυξάνονται οι πιθανότητες δημιουργίας νοσογόνων καταστάσεων, αποδεικνύοντας, σύμφωνα με τον καθηγητή Περιβαλλοντικών Επιστημών Τόμας Γκιλέσπι, ότι «οι παθογόνοι μικροοργανισμοί δεν σέβονται τα όρια ανάμεσα στα είδη». Ένα εύληπτο παράδειγμα παραθέτει και ο ειδικός στην οικολογία των ασθενειών, Ρίτσαρντ Όστφελντ: «Όταν οι θηρευτές εξαφανίζονται (σ.σ.: εξαιτίας της μείωσης της βιοποικιλότητας), συχνά τα θηράματά τους, όπως οι αρουραίοι και τα ποντίκια, αυξάνονται. Τα τελευταία είναι πηγές πολλών εκ των παθογόνων μικροοργανισμών που μεταπηδούν από την άγρια ζωή στους ανθρώπους».

Πανδημίες (και) από το λιώσιμο των πάγων;
Ακόμη και το λιώσιμο των πάγων, μία από τις πλέον ορατές επιπτώσεις της υπερθέρμανσης του πλανήτη, ενδέχεται να οδηγήσει στην ανάδυση ασθενειών ή/και επιδημιών/πανδημιών. Όπως αναφέρει ο Ντέιβιντ Ουάλας-Ουέλς στο κεφάλαιο «Μάστιγες της υπερθέρμανσης» του βιβλίου «Ακατοίκητη Γη: Μία ιστορία του μέλλοντος» (σσ. 134-140), «υπάρχουν τώρα ασθένειες, παγιδευμένες στους πάγους της Αρκτικής, που δεν έχουν κυκλοφορήσει στον αέρα εδώ και εκατομμύρια χρόνια […] Κάτι που σημαίνει πως το ανοσοποιητικό μας σύστημα δεν θα γνωρίζει πώς να τις καταπολεμήσει όταν ξεπηδήσουν από τον πάγο […] Η Αρκτική φυλάσσει επίσης στα έγκατά της τρομακτικές ασθένειες από πιο πρόσφατες εποχές. Ερευνητές στην Αλάσκα βρήκαν απομεινάρια της γρίπης του 1918 […] Οι επιστήμονες υποψιάζονται πως η ευλογιά και η βουβωνική πανώλη βρίσκονται παγιδευμένες στον πάγο της Σιβηρίας, μαζί με πολλές άλλες ασθένειες […] Το 2016, ένα παιδί πέθανε και είκοσι άλλοι άνθρωποι μολύνθηκαν από άνθρακα που απελευθερώθηκε από το κουφάρι ενός ταράνδου, καθώς ξεπάγωνε, τον οποίο είχαν σκοτώσει τα βακτήρια πριν από 25 χρόνια».

Κατά συνέπεια, οι περισσότερες ασθένειες που εξελίσσονται σε επιδημίες ή/και πανδημίες (από το AIDS και τον Έμπολα μέχρι το SARS, τη βορρελίωση και, εσχάτως, την Covid-19) «δεν συμβαίνουν απλώς». «Είναι απόρροια των ενεργειών των ανθρώπων πάνω στη φύση», συνοψίζει ο Ρόμπινς.

…όπως και η ώσμωση με τα άγρια ζώα…

Εκτός από την (υπερ)εκμετάλλευση της άγριας χλωρίδας, η έντονη παρέμβαση στην άγρια πανίδα και η συνακόλουθη στενή αλληλεπίδραση ανθρώπων και ζώων αποτελεί ένα ακόμη κομμάτι στο παζλ των αιτιών σχεδόν κάθε πανδημίας. Ως γνωστόν, έχει μελετηθεί λεπτομερώς η πιθανότητα ο SARS-CoV-2 να προήλθε από τις νυχτερίδες –που θεωρούνται κατεξοχήν ξενιστές κορονοϊών δίχως, όμως, οι ίδιες να νοσούν από αυτούς– και, ακολούθως, να μεταπήδησε στον άνθρωπο μέσω των διαβόητων wet markets, δηλαδή των υπαίθριων αγορών όπου στοιβάζονται, σφαγιάζονται και πωλούνται προς βρώση πολυάριθμα στρεσαρισμένα και βασανισμένα άγρια ζώα, δημιουργώντας μία κερδοφόρα πλην άκρως απάνθρωπη κι επιβλαβή για τη δημόσια υγεία βιομηχανία.

Το προφίλ των ζωονόσων
Είναι γνωστό από σχετική έρευνα πως οι ζωονόσοι, ήτοι οι ασθένειες που ξεκινούν από τα σπονδυλωτά ζώα και εν συνεχεία μεταπηδούν στον άνθρωπο, αποτελούν το 60% των μεταδοτικών ασθενειών που έχουν προκύψει από τη δεκαετία του 1940 κι έπειτα. Από αυτές, σχεδόν το 72% προέρχεται από την άγρια ζωή ενώ, σύμφωνα με τον ΠΟΥ, «υπάρχουν πάνω από 200 γνωστά είδη ζωονόσων». Επιπλέον, κάθε χρόνο αναδύονται περίπου 3-4 καινούργιες ζωονόσοι.

Ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι η ανάλυση της Σόνια Σαχ, ερευνήτριας δημοσιογράφου και συγγραφέα του βιβλίου «Πανδημία: Καταγράφοντας Μεταδόσεις. Από τη χολέρα στον Έμπολα και ακόμη παραπέρα». Σε κείμενό της στο περιοδικό The Nation μας προτρέπει να ξανασκεφτούμε κατά πόσον έχει νόημα να κατηγορούμε τα αποκαλούμενα «εξωτικά ζώα» (όπως τις νυχτερίδες, τους παγκολίνους, τις μοσχογαλές και, πιο πρόσφατα, τα μινκ): «Το από ποιο ζώο προήλθε ο ιός είναι ένα καίριας σημασίας μυστήριο που πρέπει να επιλύσουμε. Ωστόσο, οι εικασίες σχετικά με το ποιο άγριο πλάσμα αρχικά έκρυβε τον ιό αποκρύπτει μια πιο θεμελιώδη πηγή της αυξανόμενης ευπάθειάς μας στις πανδημίες: τον επιταχυνόμενο ρυθμό απώλειας των ενδιαιτημάτων της άγριας ζωής», γεγονός που εξωθεί τα ζώα σε μετακινήσεις προς κατοικημένες περιοχές για εξεύρεση νερού ή τροφής. «Αλλά αυτό δεν είναι υπαιτιότητα των άγριων ζώων», συνεχίζει η Σαχ. «Τα περισσότερα ζώα δεν είναι μολυσμένα με θανατηφόρα παθογόνα έτοιμα να μας μολύνουν. Στην πραγματικότητα, τα περισσότερα από αυτά τα μικρόβια ζουν μέσα στον οργανισμό των ζώων χωρίς να τους κάνουν κακό. Το πρόβλημα βρίσκεται στον τρόπο που κόβουμε τα δέντρα και επεκτείνουμε τις πόλεις και τις βιομηχανικές δραστηριότητες, ο οποίος δημιουργεί “μονοπάτια” ώστε τα μικρόβια των ζώων να φτάσουν μέχρι το ανθρώπινο σώμα και να προσαρμοστούν σε αυτό». Και δίνει ένα ενδεικτικό παράδειγμα: «Όταν καταστρέφουμε τα δάση, εξαναγκάζουμε τις νυχτερίδες να κουρνιάσουν στα δέντρα των κήπων μας και στα αγροκτήματα, αυξάνοντας την πιθανότητα, ας πούμε, ένας άνθρωπος να δαγκώσει ένα κομμάτι φρούτου που έχει καλυφθεί από το σάλιο μιας νυχτερίδας».

…αλλά και η κτηνοτροφία

Ακόμη και ο τομέας της κτηνοτροφίας δεν εγκυμονεί λιγότερους κινδύνους. Ειδικότερα, η μαζική βιομηχανοποιημένη κτηνοτροφία –εκτός από τις περιβαλλοντικές της επιπτώσεις– έχει λειτουργήσει ως «δεξαμενή» αρκετών μεταδοτικών ασθενειών που εξελίχθηκαν σε πανδημίες, όπως της γρίπης των πτηνών (Η5Ν1) το 1997 και της γρίπης των χοίρων (Η1Ν1) το 2009. Κι αυτό διότι το κτηνοτροφικό μοντέλο παραγωγής βασίζεται στον συνωστισμό ενός μεγάλου αριθμού ομοειδών ζώων (χοίροι, πουλερικά, αγελάδες, κ.ά.) σε κλωβοστοιχίες και φάρμες, πολύ συχνά κάτω από εντελώς ανθυγιεινές συνθήκες. «Τα βουνά περιττωμάτων που παράγονται από τα ζώα εκτροφής δημιουργούν ακόμη περισσότερες ευκαιρίες ώστε τα μικρόβια των ζώων να διαχυθούν στους ανθρώπινους πληθυσμούς», αναφέρει η Σόνια Σαχ. Και καθώς τα εκτρεφόμενα ζώα ανήκουν στο ίδιο είδος, συνιστούν «γενετικές μονοκαλλιέργειες» με αποτέλεσμα να «απομακρύνεται οποιαδήποτε ανοσολογική “αντιπυρική ζώνη” που θα μπορούσε να επιβραδύνει τη μετάδοση των ιών», σύμφωνα με τον Ρομπ Ουάλας, εξελικτικό βιολόγο, ερευνητή στο Πανεπιστήμιο της Μινεσότα και συγγραφέα του βιβλίου «Οι μεγάλες φάρμες δημιουργούν τη μεγάλη γρίπη». Και συμπληρώνει: «Ο πραγματικός κίνδυνος κάθε νέας έξαρσης είναι η αποτυχία, ή για να το θέσουμε καλύτερα, η βολική άρνηση να αντιληφθούμε ότι η Covid-19 και η κάθε Covid-19 δεν αποτελεί μεμονωμένο γεγονός. Τα αυξανόμενα κρούσματα ιών συνδέονται στενά με την παραγωγή τροφίμων και την κερδοφορία των πολυεθνικών επιχειρήσεων. Οποιοσδήποτε επιδιώκει να κατανοήσει το γιατί οι ιοί γίνονται όλο και περισσότερο επικίνδυνοι πρέπει να ερευνήσει το βιομηχανικό μοντέλο της γεωργίας και, πιο συγκεκριμένα, της ζωικής παραγωγής. Επί του παρόντος, ελάχιστες κυβερνήσεις κι ελάχιστοι επιστήμονες είναι έτοιμοι να κάνουν κάτι τέτοιο [...] εστιάζουν σε τέτοιο βαθμό σε κάθε μεμονωμένη έκτακτη ανάγκη που παραμελούν τις δομικές αιτίες που οδηγούν ξαφνικά πολλαπλά παθογόνα, το ένα μετά το άλλο, στο παγκόσμιο προσκήνιο». Τούτων δοθέντων, επιστήμονες, όπως η Μάρθα Νέλσον ανησυχούν εύλογα πως «οι εργοστασιακές φάρμες είναι ένα ιδανικό φυτώριο για την επόμενη πανδημία».

Πώς μπορούμε να προλάβουμε μελλοντικές πανδημίες;

Λαμβάνοντας υπόψη τη ρήση του Πίτερ Ντάσζακ πως «οι πανδημίες είναι σαν τις τρομοκρατικές επιθέσεις: ξέρουμε χοντρικά από που προέρχονται αλλά δεν ξέρουμε πότε θα συμβεί η επόμενη», η απάντηση που αβίαστα προκύπτει είναι η εξής: επένδυση στην πρόληψη και όχι στην αντιμετώπιση – με το κόστος της πρώτης να υπολογίζεται ως 100 φορές μικρότερο σε σύγκριση με εκείνο της δεύτερης.

Όσον αφορά το υγειονομικό σκέλος, ο Πίτερ Ντάσζακ επισημαίνει πως «οι επιστήμονες υπολογίζουν ότι υπάρχουν 1,67 εκατομμύρια άγνωστοι ιοί […] Χρειάζεται μια ριζική στροφή στον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται τα πειράματα, τα εμβόλια και τα φάρμακα έτσι ώστε να στοχοποιούνται ολόκληρες ομάδες παθογόνων αντί για μεμονωμένες περιπτώσεις που είναι ήδη γνωστές». Στο πνεύμα αυτό εντάσσονται υποσχόμενα και φιλόδοξα εγχειρήματα, όπως το Global Virome Project, το δυναμικό του οποίου στοχεύει, μέσα σε μία δεκαετία, να ανιχνεύσει και να ταυτοποιήσει έναν μεγάλο αριθμό άγνωστων ιών, πριν αυτοί μετατραπούν σε απειλές για την ανθρώπινη υγεία, και να δημιουργήσει μια πλήρη βάση δεδομένων που θα επιτρέπει τη συστηματική παρακολούθησή τους.

Ως προς το περιβαλλοντικό και καταναλωτικό κομμάτι, η δραστική μείωση του ρυθμού εκμετάλλευσης του περιβάλλοντος, η ενίσχυση και χρηματοδότηση της έρευνας πάνω στις ζωονόσους και η επένδυση σε βιώσιμες αγροοικολογικές μεθόδους παραγωγής τροφίμων είναι μερικά μόνο μέτρα για την πρόληψη πανδημιών που προτείνει το UN Environment Programme κάτω από την «ομπρέλα» της ολιστικής και διεπιστημονικής προσέγγισης «Ενιαία Υγεία». Ακόμη πιο σημαντικά, όμως, είναι τα λόγια του Έρικ Φεβρ, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Λίβερπουλ: «Όλα τα πράγματα που χρησιμοποιούμε τα θεωρούμε δεδομένα – το φαγητό που τρώμε, τα υλικά των smartphones μας. Όσο πιο πολύ τα καταναλώνουμε, τόσο πιο πολύ κάποιος θα κερδίσει χρήματα με το να τα αποσπάσει και να τα πουλήσει σε όλον τον κόσμο. Είναι καθήκον όλων μας, λοιπόν, να σκεφτούμε τους πόρους που καταναλώνουμε και τον αντίκτυπο που αυτό έχει».

Δεν λείπουν εξάλλου οι μελετητές που, εξετάζοντας το φαινόμενο πιο μακροσκοπικά, θεωρούν ότι τα επιδημικά και πανδημικά φαινόμενα συνδέονται με την ανθρώπινη απληστία, το σύστημα του καπιταλισμού και την επιδίωξη του κέρδους. Οι παρατηρήσεις τους διασταυρώνονται, ως έναν βαθμό, με τους προβληματισμούς του Φρανκ Σνόουντεν: «Ο κόσμος που έχουμε δημιουργήσει είναι πυκνοκατοικημένος, άναρχος και άπληστος […] Φαίνεται να πιστεύουμε ότι όλα βρίσκονται εκεί για να τα αρπάξουμε, για το κέρδος». Ή, όπως θα έλεγε και ο Μαχάτμα Γκάντι, «η Γη παράγει αρκετά για να ικανοποιήσει τις ανάγκες όλων των ανθρώπων, αλλά όχι την πλεονεξία όλων των ανθρώπων».

Ο καθηγητής Πολιτικής της Υγείας στο London School Of Economics, Ηλίας Μόσιαλος συνοψίζει τα παραπάνω ως εξής: «Το κόστος και οι απώλειες μιας υγειονομικής πανδημίας δεν μπορούν να συγκριθούν με τις αντίστοιχες επιπτώσεις που θα έχει η κλιματική αλλαγή […] Μετά την πανδημία πρέπει να καταγράψουμε τι έγινε σωστά και να κατανοήσουμε γιατί και πού έγιναν λάθη. Αν δεν εκμεταλλευτούμε τα μαθήματα της πανδημίας για να αναδιατάξουμε τις κοινωνικές, οικονομικές και οικολογικές προτεραιότητες, είναι πολύ πιθανό η επόμενη πανδημία να έχει μεγαλύτερες επιπτώσεις από αυτήν που βιώνουμε».

Σύντομο επιμύθιο

Από όλα τα προαναφερθέντα, γίνεται αντιληπτό ότι πανδημίες όπως η τωρινή δεν εμφανίζονται ως κεραυνοί εν αιθρία, αλλά πηγάζουν από ένα ευρύτατο πλέγμα παραγόντων, από τις ίδιες τις σύγχρονες «κοινωνίες της διακινδύνευσης», όπως θα έλεγε ο Γερμανός κοινωνιολόγος Ούλριχ Μπεκ. Εξίσου φανερό είναι και το γεγονός ότι, αφότου ξεσπάσει το κακό, η συζήτηση για τα αίτια και την πρόληψη τίθεται πάντοτε σε δεύτερη μοίρα – ενώ θα έπρεπε να αποτελεί την αφετηριακή βάση της όλης συζήτησης.

Μπορούμε να ελπίζουμε, λοιπόν, ότι η πανδημία θα γίνει ένα καλό μάθημα για την ανθρωπότητα; Σίγουρη απάντηση δεν είναι εύκολο να δοθεί. Η ελπίδα και η πίστη στη δυνατότητα του ανθρώπου να μάθει από τα παθήματά του δεν μπορεί και δεν επιτρέπεται να εκλείψει. Όλα, όμως, εξαρτώνται από τις επιλογές που κάνουμε, τις προτεραιότητες που θέτουμε και, κυρίως, το πόσο ισχυρή βούληση έχουμε για να αλλάξουμε τα (δικά μας) κακώς κείμενα. Η Αμερικανίδα ανθρωπολόγος, Μάργκαρετ Μιντ είπε κάποτε ότι «η ανθρώπινη φύση είναι εν δυνάμει επιθετική και καταστροφική και εν δυνάμει ευπρεπής και εποικοδομητική». Στο χέρι μας είναι ποια πλευρά θα υπερισχύσει.

Εικόνα dpapakyriakou
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1996. Σπούδασε Επικοινωνία και ΜΜΕ στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί στους ιστοτόπους AthensPost και Debut.gr και του αρέσει να ασχολείται με θέματα σχετικά με τα media και την επιστήμη, την κοινωνία, την ιστορία και τον αθλητισμό.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous
1

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.