Δαδιά: πήγαμε στο δάσος τρία χρόνια μετά τις φωτιές
Δεκαεπτά ημέρες· τόσο χρειάστηκε η φωτιά του Αυγούστου του 2023 για να μετατρέψει το δάσος της Δαδιάς και ένα μεγάλο τμήμα του νομού Έβρου σε στάχτη. Έναν χρόνο νωρίτερα, η μεγάλη πυρκαγιά του 2022 είχε ήδη προκαλέσει σοβαρές απώλειες στον πυρήνα της Δαδιάς και είχε θεωρηθεί μία από τις μεγαλύτερες που είχαν καταγραφεί ποτέ σε προστατευόμενη περιοχή της χώρας. Το 2023 όμως η καταστροφή ξεπέρασε κάθε προηγούμενο: σχεδόν ένα εκατομμύριο στρέμματα γης κάηκαν σε αυτό που καταγράφηκε ως η μεγαλύτερη πυρκαγιά που έχει σημειωθεί ποτέ στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
«Aν υπάρχει κόλαση, μάλλον θα είναι κάπως έτσι. Ήταν όλα μια μίξη μαύρου και κόκκινου με φωτιές δεξιά κι αριστερά και όλο το βράδυ να χτυπάει το 112», θυμάται ο Βασίλης Ζαφειρόπουλος, που βρέθηκε από την αρχή στην πρώτη γραμμή. Η καταστροφή του 2023 ξεκίνησε από διαφορετικές εστίες, μία στο νότιο τμήμα του Έβρου και μία δεύτερη μέσα στο δασικό σύμπλεγμα της Δαδιάς. Μέσα σε λίγες ώρες τα μέτωπα ενώθηκαν, δημιουργώντας μια πυρκαγιά πρωτοφανούς έκτασης.
Λίγο πριν συμπληρωθούν τρία χρόνια, με το inside story βρεθήκαμε στον Έβρο για να δούμε τι έχει απομείνει από το δάσος, πώς προχωράει η φυσική αναγέννηση και να καταγράψουμε πώς μιλούν γι' αυτό όσοι το γνωρίζουν καλύτερα: επιστήμονες, δασολόγοι, άνθρωποι της προστασίας της φύσης, κάτοικοι και εργαζόμενοι που ζουν δίπλα του.
Είναι και μια ιστορία για τις επιλογές που διαμόρφωσαν το δάσος πριν από τη φωτιά, για το πώς αλλάζουν τα μεσογειακά οικοσυστήματα σε έναν θερμότερο κόσμο και για το τι μπορεί να μας διδάξει η μεγαλύτερη πυρκαγιά της Ευρώπης για το μέλλον των ελληνικών δασών.
Inside The Story: Youth Perspectives
Το ρεπορτάζ αυτό προέκυψε στο πλαίσιο της δράσης «Inside The Story: Youth Perspectives» του inside story. Η ιδέα γεννήθηκε μέσα από τα ανοιχτά workshops για νέους 18-30 ετών και τη συνεργασία της ομάδας Inside Natura που προέκυψε, με αφορμή το ενδιαφέρον της να ερευνήσει την πορεία ανάκαμψης της Δαδιάς, ενός από τα σημαντικότερα προστατευόμενα δασικά οικοσυστήματα της Ευρώπης.
Ένα όχι οποιοδήποτε δάσος
Πολύ πριν μετατραπεί σε σύμβολο της μεγαλύτερης πυρκαγιάς που έχει καταγραφεί στην ΕΕ, το δάσος της Δαδιάς θεωρούνταν ένα από τα σημαντικότερα οικοσυστήματα της Ευρώπης.
Όπως μας εξηγεί η Σύλβια Ζακκάκ, βιολόγος και υπεύθυνη της Μονάδας Διαχείρισης του ΟΦΥΠΕΚΑ που επισκεφθήκαμε, «πρόκειται για μια από τις παλαιότερες προστατευόμενες περιοχές στην Ελλάδα. Προστατεύεται από το 1980 και το 2006 χαρακτηρίστηκε ως Εθνικό Πάρκο».
Στην ξενάγηση, μας εξηγεί ότι «η περιοχή προστατεύτηκε χάρη σε ένα διεθνές δίκτυο παρατηρητών και οργανώσεων, όταν Βορειοευρωπαίοι επισκέπτες εντόπισαν τη μοναδική παρουσία των γυπών και ενημέρωσαν WWF και IUCN. Από τότε ξεκίνησε μια μακρά διαδικασία θεσμικής προστασίας που κρατά μέχρι σήμερα».
Η γεωγραφική θέση παίζει καθοριστικό ρόλο. Σταυροδρόμι Ευρώπης, Ασίας και Αφρικής, η Δαδιά βρίσκεται πάνω σε μία από τις σημαντικότερες μεταναστευτικές διαδρομές των πουλιών. Τα πευκοδάση και τα δρυοδάση εναλλάσσονται με ξέφωτα, βοσκοτόπια και αγροτικές εκτάσεις, δημιουργώντας ένα μωσαϊκό ενδιαιτημάτων που δύσκολα συναντά κανείς αλλού.
Για όσους εργάζονται εδώ, η αξία της δεν μετριέται σε στρέμματα, αλλά σε είδη. Στο εθνικό πάρκο είχαν καταγραφεί 36 από τα 38 είδη ημερόβιων αρπακτικών πουλιών της Ευρώπης, περίπου 166 ακόμη είδη πτηνών, δεκάδες είδη θηλαστικών, ερπετών και αμφιβίων, περισσότερα από εκατό είδη πεταλούδων και έως 400 είδη φυτών.
Κανένα όμως είδος δεν συμβολίζει τη Δαδιά περισσότερο από τους γύπες. Το εθνικό πάρκο φιλοξενεί τρία από τα τέσσερα είδη γυπών της Ευρώπης, τον μαυρόγυπα, το όρνιο και τον ασπροπάρη, ενώ αποτελεί το μοναδικό μέρος στα Βαλκάνια όπου εξακολουθεί να αναπαράγεται ο μαυρόγυπας.
Οι επιλογές μιας άλλης εποχής
Η πυρκαγιά του 2023 μπορεί να ξέσπασε τον Αύγουστο, όμως οι συνθήκες που της επέτρεψαν να γιγαντωθεί είχαν διαμορφωθεί πολύ νωρίτερα.
«Ένας από τους λόγους που κάηκε ο Έβρος με τέτοια ένταση ήταν οι αναδασώσεις που είχαν γίνει τη δεκαετία του ‘70 και του ‘80», επισημαίνει ο Παντελής Ξόφης, αναπληρωτής καθηγητής στο τμήμα Φυσικού Περιβάλλοντος και Κλιματικής Ανθεκτικότητας του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης.
«Οι αναδασώσεις έγιναν για δύο λόγους: για να τροφοδοτούν με ξυλεία το εργοστάσιο χαρτιού της Softex στη Δράμα και για να συγκρατήσουν τον πληθυσμό στον Έβρο. Μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο υπήρχε έντονη ανασφάλεια, ο κόσμος ήθελε να φύγει. Οπότε δόθηκαν κίνητρα και χρηματοδοτήσεις ως εργαλείο τοπικής ανάπτυξης».
Aυτές οι επιλογές όμως άλλαξαν ριζικά τη δομή των οικοσυστημάτων. «Μετέτρεψαν τα οικοσυστήματα αείφυλλων πλατύφυλλων σε κωνοφόρα. Και μάλιστα μπήκαν όχι μόνο ελληνικά, αλλά και ξενικά είδη, όπως οι maritime και radiata πεύκη», εξηγεί. «Πρόκειται για πολύ εύφλεκτη βλάστηση, που δίνει υψηλής έντασης πυρκαγιές».
Έτσι η εικόνα στο έδαφος είναι αρκετά σύνθετη. Κυρίαρχο είδος είναι η πεύκη, κυρίως η αυτοφυής μαύρη και τραχεία πεύκη, μαζί με φυτείες ξενικών ειδών. «Στην πραγματικότητα αυτές οι εκτεταμένες φυτείες επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό την εξέλιξη της φωτιάς του '23», επισημαίνει ο Ξόφης.
Ήταν κακή επιλογή φύτευσης; τον ρωτάμε.
«Ναι, ήταν κακή επειδή οι επιλογές έγιναν κυρίως για οικονομικούς λόγους, για να στηρίξουν την παραγωγή ξυλείας. Οι οικολογικές ανησυχίες τότε ήταν περιορισμένες. Δεν υπήρχε η σημερινή κατανόηση για το τι σημαίνει αυτοφυές ή ξενικό είδος».
«Στην πραγματικότητα, ελπίζαμε ότι η φωτιά θα εξαφάνιζε τα μη αυτοφυή είδη, αλλά όπως θα δούμε και στο πεδίο, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο», επισημαίνει.
Σε διαδοχικές χαρτογραφήσεις (1991, 2001, 2011) σχετικά με τη τη δομή και τη σύνθεση της βλάστησης, ο Ξόφης λέει ότι είχε ήδη φανεί μια σταθερή αύξηση της διαθέσιμης καύσιμης ύλης στο δάσος. «Έπρεπε να βρεθεί τρόπος να ελεγχθεί η συσσώρευση βιομάζας», σημειώνει. «Αυτό ήταν βασικό συμπέρασμα μελέτης μας το 2018».
Ο ευκολότερος και πιο παραδοσιακός τρόπος για να γίνει αυτό δεν είναι άλλος από τη βόσκηση – που όμως μειώνεται δραματικά, καθώς εγκαταλείπεται η ύπαιθρος. «Από τη δεκαετία του ’70 και μετά, πολλές από τις μεγάλες πυρκαγιές συνδέονται ακριβώς με αυτόν τον λόγο, τη μείωση της βόσκησης, την εγκατάλειψη της υπαίθρου και συνεπώς την αύξηση της δασοκάλυψης», σημειώνει ο Ξόφης. Το φαινόμενο δεν είναι τοπικό, αλλά πανευρωπαϊκό. «Η δασοκάλυψη αυξάνεται σε όλη την Ευρώπη. Στην Ελλάδα έχει αυξηθεί περίπου 30% τα τελευταία 20 χρόνια».
Το αποτέλεσμα είναι ένα νέο πλαίσιο πυρκαγιών. «Όλα αυτά, σε συνδυασμό με την κλιματική αλλαγή, οδηγούν σε πιο συχνές και υψηλής έντασης πυρκαγιές».
«Οι επίγειες δυνάμεις δεν μπορούσαν να προσεγγίσουν τα μέτωπα, αναγκάστηκαν να περιοριστούν μόνο σε εναέρια διάσωση», θυμάται ο δήμαρχος Σουφλίου, Παναγιώτης Καλακίκος, τονίζοντας ότι «η εξάπλωση ήταν τόσο γρήγορη και έντονη που δεν μπορούσαν να το αντιμετωπίσουν. Ήταν ένα δείγμα ότι το προστατευόμενο δάσος ήταν απροστάτευτο, δεν είχε καθαριστεί. 17 μέρες ζήσαμε έναν εφιάλτη χωρίς να κοιμηθούμε».
Οι μέρες της φωτιάς
Ο Βασίλης Ζαφειρόπουλος εργάζεται στην Εταιρεία Προστασίας Βιοποικιλότητας της Θράκης. Γεννημένος στο Διδυμότειχο και μεγαλωμένος στην Ορεστιάδα, γνωρίζει το δάσος από μικρός. «Το ήξερα από παιδί. Όταν πρωτοήρθα εδώ, χαιρόμουν πολύ που θα δουλέψω σε ένα τόσο σημαντικό οικοσύστημα».
Τον Ιούνιο του 2023 ξεκίνησε να εργάζεται στη Δαδιά. Δύο μήνες αργότερα ξέσπασε η φωτιά. «Ήταν να γίνουν κάποια ανοίγματα και καθαρισμοί στο δάσος, γιατί είχε πυκνώσει πάρα πολύ», θυμάται. Η φωτιά όμως τους πρόλαβε.
Καθώς προχωράμε μαζί προς το δάσος, η συζήτηση πάει συνέχεια στον Αύγουστο του 2023. Όσοι έζησαν εκείνες τις ημέρες από κοντά περιγράφουν εικόνες που δύσκολα ξεχνιούνται.
«Είχα πάει στην Ορεστιάδα εκείνο το Σαββατοκύριακο και βλέπω ότι στα νότια του νομού υπάρχει φωτιά. Λέω εντάξει, είναι μακριά, θα τη σβήσουν», μου λέει, περιγράφοντας τις πρώτες εκτιμήσεις που γρήγορα διαψεύστηκαν από την πραγματικότητα. «Είχε πάρα πολλή ζέστη και πολύ έντονους ανέμους, δηλαδή οι συνθήκες ήταν ό,τι χειρότερο αλλά και ό,τι καλύτερο για μια φωτιά».
Η περιοχή μετατράπηκε σε πεδίο συνεχούς επιτήρησης. «Τη Δευτέρα κάναμε περιπολίες πολλοί φορείς μαζί, η Μονάδα Διαχείρισης, το δασαρχείο, η αστυνομία, ο στρατός, η κυνηγετική ομοσπονδία. Ήμασταν όλοι εδώ σε περίπτωση που υπάρξει νέα έναρξη».
Και πράγματι, οι νέες εστίες δεν άργησαν. «Ξεκίνησε μια δεύτερη εδώ, σε ένα ύψωμα με πολύ άνεμο, πολλή βλάστηση και χωρίς δρόμους πρόσβασης». Σύντομα, τα μέτωπα ενώθηκαν. «Σκέψου ότι στην ίδια μέρα αυτή η εστία εδώ πέρα με τη νότια ενώθηκαν. Δηλαδή, η φωτιά τη διένυσε περίπου 70 χιλιόμετρα σε ένα απόγευμα. Δεν μπορούσες καν να την προσεγγίσεις, είχε τόσο υψηλή θερμοκρασία που θα καιγόσουν ζωντανός. Όχι από τη φωτιά, αλλά από τη θερμοκρασία. Έμοιαζε σαν να είχε πέσει βόμβα», λέει. Η κατάσταση γρήγορα έγινε ανεξέλεγκτη. Οι δυνάμεις πυρόσβεσης δεν μπορούσαν να προσεγγίσουν τα σημεία. «Δεν υπήρχαν δρόμοι στο σημείο έναρξης για να ανέβουν τα οχήματα και οι πιο πολλές δυνάμεις ήταν στην φωτιά κάτω, στα νότια».
Καθώς η φωτιά επεκτεινόταν, το σκηνικό άλλαζε δραματικά. «Το επόμενο πρωί ένα τεράστιο σύννεφο καπνού είχε φτάσει μέχρι τη Σαμοθράκη και στάχτη χιόνιζε μέσα στην πόλη. Απόκοσμα πράγματα. Αυτό που ζήσαμε εκείνες τις μέρες δεν περιγράφεται εύκολα».
«Την τελευταία μέρα καθόμασταν απέναντι από το ρέμα στο χωριό και απλώς περιμέναμε», λέει. «Η φωτιά είχε κάνει έναν τεράστιο κύκλο στο δάσος και τελικά έσβησε από μόνη της. Στα βορειοδυτικά συνάντησε μεγαλύτερο υψόμετρο, υγρασία και διαφορετική βλάστηση και σταμάτησε μόνη της. Στα νότια έφτασε μέχρι το Δέλτα του Έβρου, βρήκε θάλασσα και σταμάτησε κι αυτή. Δεν είχε πια κάτι άλλο να κάψει».
Η πυρκαγιά δεν άφησε πίσω της μόνο μια τεράστια οικολογική καταστροφή. Στον Έβρο έχασαν τη ζωή τους 18 άνθρωποι, οι περισσότεροι μετανάστες που εγκλωβίστηκαν στο δάσος καθώς η φωτιά εξαπλωνόταν ανεξέλεγκτα, ενώ οδήγησε σε εκκενώσεις οικισμών και στην απομάκρυνση ασθενών από το νοσοκομείο της Αλεξανδρούπολης.
Το ερώτημα όμως δεν ήταν μόνο πόσο δάσος είχε καεί, αλλά τι είχε απομείνει ζωντανό μέσα του. Για τους επιστήμονες, η απάντηση βρισκόταν στη δριμύτητα της πυρκαγιάς, δηλαδή στο πόσο έντονα είχε καεί κάθε περιοχή και στο αν είχαν επιβιώσει οι μηχανισμοί που επιτρέπουν στο δάσος να ξαναγεννηθεί.
Η δριμύτητα
«Το πρώτο πράγμα που κάναμε μετά την πυρκαγιά ήταν να χαρτογραφήσουμε τη δριμύτητα, επειδή είναι ο παράγοντας που επηρεάζει καθοριστικά τη διαδικασία αναγέννησης και αποκατάστασης», σημειώνει ο Παντελής Ξόφης. «Μια πυρκαγιά υψηλής δριμύτητας μπορεί να καταστρέψει μέχρι και τους σπόρους», εξηγεί, υπογραμμίζοντας ότι η ένταση της φωτιάς είναι που καθορίζει σε μεγάλο βαθμό και τη δυνατότητα επανεκκίνησης του οικοσυστήματος.
Η δριμύτητα δεν επηρεάζει όλα τα είδη με τον ίδιο τρόπο. Τα πλατύφυλλα δέντρα, όπως οι δρύες και τα αείφυλλα πλατύφυλλα, διαθέτουν συνήθως ισχυρούς μηχανισμούς αναβλάστησης. Ακόμη κι όταν καεί το υπέργειο τμήμα τους, μπορούν να ξαναβλαστήσουν από τη ρίζα ή τον κορμό. Τα πεύκα, αντίθετα, εξαρτώνται κυρίως από τους σπόρους τους. Αν η φωτιά καταστρέψει τους κώνους ή τους σπόρους, η φυσική αναγέννηση γίνεται πολύ δυσκολότερη.
«Συνειδητοποιήσαμε ότι περισσότερο από το ένα τρίτο των 94.000 εκταρίων είχε καεί με υψηλή δριμύτητα και παρατηρήσαμε από τις πρώτες μέρες ότι πιθανότατα αυτές οι περιοχές θα είχαν πρόβλημα αναγέννησης», λέει ο καθηγητής.
Περπατώντας μέσα στο δάσος, ο Ξόφης δείχνει πώς αποτυπώνεται η δριμύτητα στο ίδιο το τοπίο. «Στις περιοχές υψηλής δριμύτητας δεν έβλεπες καθόλου πευκοβελόνες στο έδαφος. Δεν έμεινε σχεδόν τίποτα, μόνο ανόργανο έδαφος. Στα δέντρα δεν είχαν απομείνει ούτε τα λεπτά κλαδιά, έβλεπες μόνο τα χοντρά, πάνω από ένα εκατοστό. Αντίθετα, εδώ που βρισκόμαστε, σε περιοχή μέτριας δριμύτητας, παρότι όλα τα δέντρα είναι νεκρά, το έδαφος παραμένει καλυμμένο από πευκοβελόνες και οργανική ύλη. Κράτησαν την υγρασία και προστάτευσαν τους σπόρους και τελικά δημιούργησε τις συνθήκες για το νέο δάσος».
Στην περίπτωση της τραχείας πεύκης, οι κώνοι ανοίγουν μόνο όταν εκτεθούν σε συγκεκριμένες θερμοκρασίες, απελευθερώνοντας τους σπόρους τους μετά τη φωτιά. Αν η φωτιά είναι ασθενής, συχνά παραμένουν κλειστοί. Αν είναι υπερβολικά έντονη, μπορεί να καταστραφούν. Ανάμεσα στα δύο άκρα βρίσκεται η «ζώνη» όπου η φωτιά είναι αρκετά ισχυρή ώστε να ενεργοποιήσει τον μηχανισμό αναγέννησης, χωρίς όμως να καταστρέψει το αναπαραγωγικό υλικό του δάσους. Γι’ αυτό και οι περιοχές μέτριας δριμύτητας εμφανίζουν σήμερα τα καλύτερα αποτελέσματα.
«Στις περιοχές χαμηλής δριμύτητας η αναγέννηση είναι μικρότερη, αλλά αυτό δεν μας ανησυχεί ιδιαίτερα, ακριβώς επειδή ήταν χαμηλή η δριμύτητα έμειναν πολλά ζωντανά δέντρα, οπότε θα αναγεννηθεί καλά» εξηγεί.
Ο Ξόφης σταματά συχνά για να δείξει μικρές λεπτομέρειες που εύκολα περνούν απαρατήρητες. «Αυτό που μου κάνει εντύπωση είναι ότι ακόμη και τρία χρόνια μετά συνεχίζουμε να βρίσκουμε νέα φυτρώματα», λέει. «Οι σπόροι της πεύκης δεν διατηρούν τη φυτρωτικότητά τους στο φυσικό περιβάλλον για περισσότερο από δύο χρόνια, κι όμως, εξακολουθούμε να βλέπουμε τη ζωή να ξαναγεννιέται».
Η φυσική αναγέννηση της Δαδιάς
Σήμερα, σχεδόν τρία χρόνια μετά, ο Βασίλης Ζαφειρόπουλος επιστρέφει καθημερινά στο δάσος καταγράφοντας πώς αυτό αναγεννάται.
Περπατώντας μου λέει ότι η Δαδιά ήταν ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα συνύπαρξης ανθρώπου και φύσης. «Οι ήπιες παραδοσιακές ανθρώπινες πρακτικές, όπως η υλοτομία, η κτηνοτροφία, η γεωργία είχαν σε μεγάλο βαθμό διαμορφώσει και διατηρήσει το τοπίο».
Ακόμη και το όνομα της περιοχής μαρτυρά τη στενή σχέση των ανθρώπων με το δάσος. Η Δαδιά πήρε το όνομά της από το «δαδί», το ρετσινωμένο ξύλο του πεύκου που φώτιζε τα σπίτια. Κατά την τουρκοκρατία είχε την ονομασία Τσιάμ-Κεμπίρ που σήμαινε «χωριό του μεγάλου πεύκου» ή «Τσιάμκιοϊ», δηλαδή πευκοχώρι.
Από μακριά, οι πλαγιές της Δαδιάς εξακολουθούν να φέρουν τα σημάδια της φωτιάς. Μαύροι κορμοί κυριαρχούν σε μεγάλο μέρος του τοπίου, αλλά ανάμεσά τους αρχίζει να επιστρέφει η ζωή. Όσο προχωρά κανείς βαθύτερα στο δάσος, πεύκα, θάμνοι και ποώδη φυτά εμφανίζονται σταδιακά.
Σύμφωνα με τον Βασίλη, τα πρώτα αποτελέσματα από τις δειγματοληψίες της αναγέννησης των κωνοφόρων της προηγούμενης χρονιάς ήταν ενθαρρυντικά. «Από τον μέσο όρο 180 θέσεων που εξετάσαμε, προκύπτουν περίπου 0,78 αρτίφυτρα ανά τετραγωνικό μέτρο, κάτι που θεωρείται ικανοποιητικό», σημειώνει.
Καθώς κινούμαστε στους δρόμους του Εθνικού Πάρκου, σταματάμε συχνά για να μου δείξει σημεία που παρακολουθεί από την ημέρα της πυρκαγιάς.
«Εδώ έχουμε ικανοποιητική αναγέννηση. Σε μερικά χρόνια μπορεί να χρειάζονται μέχρι και αραιώσεις», μου λέει δείχνοντας το δάσος.
Η ζέστη γίνεται αισθητή παρότι ξεκινήσαμε λίγο μετά τις 7 το πρωί. «Δεν βρίσκεις συχνά σκιά στο πεδίο, αλλά το έχω συνηθίσει πια», λέει ο Βασίλης. Λίγο αργότερα σταματάμε κάτω από ένα από τα λιγοστά δέντρα που προσφέρουν σκιά για να συνεχίσουμε τη συζήτηση.
Τα ευρήματα των δειγματοληψιών καθοδηγούν τις επόμενες παρεμβάσεις. Ανάμεσα σε αυτές είναι η συλλογή σπόρων από τοπικά είδη κωνοφόρων και πλατύφυλλων, ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη η προσπάθεια λειτουργίας του φυτωρίου Δαδιάς και η συγκέντρωση γενετικού υλικού μαύρης πεύκης.
«Στόχος είναι να δημιουργηθεί μια μικρή δασική συστάδα, μια γονιδιακή τράπεζα, ως ένα μέτρο ασφάλειας για το μέλλον», λέει ο Βασίλης. «Θα είμαστε έτοιμοι όχι μόνο για κάποια μελλοντική πυρκαγιά, αλλά και να παρέμβουμε στις περιοχές που δεν αναγεννιούνται ικανοποιητικά».
Ωστόσο, δεν αρκεί να φυτρώσουν τα σπορόφυτα. Πρέπει να καταφέρουν να περάσουν τα πρώτα δύσκολα χρόνια. Σύμφωνα με τον Ξόφη, φέτος από τις 180 δειγματοληπτικές επιφάνειες, οι ερευνητές θα επανεξετάσουν τις 90, προκειμένου να αξιολογήσουν την εξέλιξη της αναγέννησης.
«Υπάρχουν πολλά που αναγεννήθηκαν αλλά δεν επέζησαν, λόγω ξηρασίας. Δεν ξέρω πώς θα είναι φέτος, αλλά πέρσι ήταν πολύ έντονη. Τώρα θα δούμε πόσα από τα δείγματα επέζησαν και πού είναι απαραίτητο να γίνουν παρεμβάσεις», λέει ο Ξόφης.
Ανάμεσα στα δέντρα, ο Βασίλης μου δείχνει μία από τις παγίδες εντόμων που έχει τοποθετήσει σε διάφορα σημεία. Παρακολουθεί την εξάπλωση των φλοιοφάγων εντόμων, τα οποία ευνοούνται από το στρες που προκάλεσαν η πυρκαγιά και η παρατεταμένη ξηρασία στα εναπομείναντα ζωντανά πεύκα.
«Σχεδόν όλα αυτά τα δέντρα είναι προσβεβλημένα από φλοιοφάγα έντομα», λέει. «Είναι ένα φαινόμενο που βλέπουμε σε όλη την Ελλάδα, αλλά εδώ η φωτιά ευνόησε επιπλέον την εμφάνισή τους».
Η πανίδα
Οι συνέπειες δεν περιορίστηκαν στη βλάστηση και σύμφωνα με τον Ζαφειρόπουλο ορισμένες ομάδες ζώων επλήγησαν δυσανάλογα. «Τα ερπετά ήταν αυτά που υπέστησαν τη μεγαλύτερη ζημιά», λέει. Στις καταγραφές που έκαναν οι ερπετολόγοι μετά τη φωτιά «δεν βρήκαν σχεδόν τίποτα. Ούτε φίδια, ούτε άλλα ερπετά», θυμάται. Αντίθετα, τα αμφίβια φαίνεται πως επηρεάστηκαν λιγότερο, καθώς πολλά βρήκαν καταφύγιο στα ρέματα.
«Τα πουλιά πέταξαν και γλίτωσαν». Παρά την καταστροφή του βιότοπού τους, οι περισσότεροι μαυρόγυπες παρέμειναν συνδεδεμένοι με την περιοχή, περιμένοντας μαζί με το δάσος τη δική τους διαδικασία ανάκαμψης. «Είναι είδη με μεγάλο ποσοστό φιλοπατρίας. Εκεί που θα γεννηθούν εκεί και θα πεθάνουν», λέει ο Βασίλης.
Παρ’ ότι βρισκόμαστε στο πεδίο, δεν μπορούμε να μπούμε στον πυρήνα του Εθνικού Πάρκου. Είναι περίοδος αναπαραγωγής και η πρόσβαση παραμένει περιορισμένη για να μην ενοχληθούν τα προστατευόμενα είδη. Δεν σημαίνει όμως ότι ο πυρήνας είναι μια περιοχή χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση. Όπως εξηγεί ο Βασίλης, εκτός αναπαραγωγικής περιόδου ακόμη και στις ζώνες αυστηρής προστασίας πραγματοποιούνται δασικές εργασίες και υλοτομίες. «Δεν ισχύει αυτό που πολλοί λένε ότι ήταν ένα παρθένο δάσος που δεν το άγγιζε κανείς».
«Στην αποικία του μαυρόγυπα είναι ουσιαστικά καμένη γη», λέει καθώς οδηγούμε περιμετρικά. «Ήταν το κομμάτι όπου η φωτιά πέρασε με εξαιρετικά μεγάλη ένταση. Υπήρχε τεράστια ποσότητα καύσιμης ύλης και αναπτύχθηκαν πολύ υψηλές θερμοκρασίες».
Θυμάται ακόμη τις πρώτες αυτοψίες στον ζωτικό χώρο του μαυρόγυπα μετά την πυρκαγιά. «Κοιτούσα τριγύρω για να δω να έχει κάποιο ζωντανό δέντρο ώστε να δώσει σπόρους, και σε μια εμβέλεια 360 μοιρών, δεν υπήρχε κανένα ζωντανό δέντρο». Εκεί δεν κάηκε μόνο η επιφανειακή βλάστηση αλλά και τα υποστρώματα του δάσους. «Θυμάμαι, είχα βάλει το δάχτυλό μου μέσα στο έδαφος και έπιανα μόνο στάχτη. Μόνο πιο βαθιά έφτανες στο πραγματικό έδαφος, που σημαίνει ότι καιγόντουσαν μέχρι και τα υποστρώματα».
Η μαύρη πεύκη αποτελεί το βασικό δέντρο φωλεοποίησης για τους μαυρόγυπες και πολλά ακόμη αρπακτικά είδη της Δαδιάς. Τα μεγάλα οριζόντια κλαδιά τους, προσφέρουν την απαραίτητη στήριξη για τις φωλιές τους. Γι αυτό και η απώλειά τους ήταν ιδιαίτερα κρίσιμη.
Το φθινόπωρο του 2023 ο ΟΦΥΠΕΚΑ εγκατέστησε τις πρώτες 15 τεχνητές φωλιές, ενώ το 2025 προστέθηκαν ακόμη 15, καθώς τα καμένα δέντρα που είχαν απομείνει όρθια άρχισαν να καταρρέουν. Τα αποτελέσματα ήταν ενθαρρυντικά. Το 2025 καταγράφηκαν 46 ενεργές φωλιές, οι οποίες φιλοξενούν τον μεγαλύτερο αναπαραγόμενο πληθυσμό μαυρόγυπων που έχει καταγραφεί τα τελευταία 30 χρόνια, από τότε που ξεκίνησε η συστηματική παρακολούθηση του είδους.
Τα δηλητηριασμένα δολώματα, από κτηνοτρόφους που προσπαθούν να αντιμετωπίσουν επιθέσεις λύκων στα κοπάδια τους ή από κυνηγούς που χάνουν κυνηγόσκυλα από θηρευτές, αποτελούν τη σημαντικότερη αιτία θανάτου για το είδος. «Μια αλεπού θα φάει το δόλωμα, μετά ο λύκος θα φάει την αλεπού και τότε γίνεται αλυσίδα. Οι γύπες τρώνε σε ομάδες και συχνά γίνονται ακούσια θύματα» εξηγεί η Σύλβια Ζακκάκ από τον ΟΦΥΠΕΚΑ. Μόλις τους τελευταίους μήνες, συνολικά 12 πουλιά δηλητηριάστηκαν, δηλαδή το 10% του πληθυσμού· 9 πέθαναν, 3 σώθηκαν.
Σημαντικές είναι και οι προσκρούσεις πουλιών σε ανεμογεννήτριες. Πολλές από τις 290 ανεμογεννήτριες που βρίσκονται γύρω από το Εθνικό Πάρκο είναι σε ζώνες όπου οι γύπες αναζητούν τροφή. «Ένα πουλί δεν γνωρίζει τα διοικητικά όρια που έχουμε χαράξει εμείς στους χάρτες», λέει ο Βασίλης Ζαφειρόπουλος.
Η οργανωμένη αναδάσωση
Μέχρι στιγμής, οργανωμένη αναδάσωση έχει γίνει μόνο σε ένα σημείο στα νότια του Έβρου, προς την Αλεξανδρούπολη. Πρόκειται για μια τριπλοκαμένη έκταση 1.100 στρεμμάτων, όπου είχαν ήδη πραγματοποιηθεί παλαιότερα αναδασώσεις και υπήρχαν διαμορφωμένες αναβαθμίδες, γεγονός που έκανε την παρέμβαση πιο εφικτή σε σχέση με άλλες ζώνες του δάσους. Εκεί φυτεύτηκαν συνολικά περίπου 50.000 φυτά, ωστόσο μέρος των φυτεύσεων παρουσίασε σημαντική θνησιμότητα λόγω της ξηρασίας. «Συνολικά το 30% των πεύκων ξεράθηκαν και έγιναν αντικαταστάσεις περίπου 3.000 πεύκων», σημειώνει ο Βασίλης.
Γιατί δεν έχουν γίνει άλλες αναδασώσεις στην περιοχή; Ο Βασίλης επισημαίνει ότι η συζήτηση για τις αναδασώσεις είναι πολύ πιο σύνθετη από όσο συνήθως παρουσιάζεται στη δημόσια συζήτηση. Κι αυτό γιατί η τελική εικόνα δεν μπορεί να αποτυπωθεί άμεσα, απαιτείται χρόνος. «Το πρώτο στάδιο είναι η καταγραφή της αναγέννησης, να δούμε πώς θα αντεπεξέλθει η φύση από μόνη της. Σε βάθος πενταετίας θα έχεις μια πολύ καλή εικόνα. Τότε είναι που μπορείς να ξέρεις αν θα κάνεις ανθρωπογενή παρέμβαση ή όχι. Επιστημονικά είναι πολύπλοκο γιατί πρέπει να δεις πόσες πυρκαγιές είχες στο παρελθόν, και κυρίως να μεριμνήσεις για ποτίσματα. Δεν μπορείς να τα φυτέψεις και να τα παρατήσεις».
Οι άνθρωποι
«Αυτό που επηρεάζει περισσότερο μια τόσο μεγάλη φωτιά είναι η ψυχολογία», λέει ο δήμαρχος Σουφλίου. «Η οικονομία σε μεγάλο βαθμό στηρίζεται στην ψυχολογία. Πράγματα που τα είχαμε δεδομένα, το πράσινο γύρω μας, αντιληφθήκαμε την αξία τους όταν τα χάσαμε».
Η καταστροφή ήρθε να προστεθεί σε μια σειρά διαδοχικών κρίσεων. Μετά τη φωτιά ακολούθησαν οι ζωονόσοι που έπληξαν την κτηνοτροφία, ενώ αργότερα ήρθαν και οι πλημμύρες. «Δεν είναι μόνο τα αποτελέσματα μιας φωτιάς», σημειώνει ο δήμαρχος. «Είναι τι συμβαίνει όταν μια κοινωνία προσπαθεί να σταθεί ξανά στα πόδια της και έρχονται συνεχώς νέες δυσκολίες».
Η φωτιά επηρέασε σχεδόν κάθε δραστηριότητα που συνδεόταν με το δάσος. Στάβλοι, αποθήκες και υποδομές καταστράφηκαν, ζώα χάθηκαν, ενώ οι μελισσοκόμοι είδαν τους βοσκότοπους και τη μελισσοκομική βλάστηση να μειώνονται δραματικά. Παράλληλα, για πολλούς κατοίκους το δάσος αποτελούσε πηγή εισοδήματος μέσω της υλοτομίας και η απώλειά του έφερε ξαφνική αβεβαιότητα σε μια δραστηριότητα δεκαετιών. Η εικόνα του καμένου τοπίου επηρέασε και τον φυσιολατρικό τουρισμό, μειώνοντας την επισκεψιμότητα.
«Ο κεντρικός Έβρος είναι μία από τις πιο αραιοκατοικημένες περιοχές της Ελλάδας», λέει η Σύλβια κατά την επίσκεψή μας. «Τέτοια πυκνότητα πληθυσμού τη συναντάς συνήθως σε ορεινές περιοχές, στην Πίνδο ή στον Όλυμπο. Κι όμως εδώ μιλάμε για χωριά και καλλιέργειες που έχουν συρρικνωθεί δραματικά».
Γύρω από το δάσος, καλλιέργειες συνεχίζουν να απλώνονται στα όριά του, ενώ η βόσκηση επιτρέπεται και εντός του. «Κάναμε καταγραφή των κτηνοτρόφων και διαπιστώσαμε ότι η δραστηριότητα είναι πλέον πολύ περιορισμένη», εξηγεί ο Βασίλης. «Το ζήτημα δεν είναι τι θα απαγορεύσεις, αλλά πώς θα στηρίξεις την παρουσία της».
Η ίδια συζήτηση αγγίζει και τη συνολική διαχείριση του τοπίου. Για τον Βασίλη Ζαφειρόπουλο, η προστασία δεν σημαίνει απουσία ανθρώπου. «Δεν μπορείς να αφήσεις το δάσος ανεξέλεγκτο να πυκνώσει και να γίνει ζούγκλα», λέει. «Μπορείς να έχεις ξυλεία, κτηνοτροφία, τουρισμό και προστατευόμενες περιοχές. Όλα χωράνε, αρκεί να υπάρχει ισορροπία, σχεδιασμός και σεβασμός στη φύση».
Τον ρωτάω αν νιώθει αισιόδοξος έχοντας ζήσει το δάσος από τις φωτιές μέχρι την ανάκαμψή του. «Το είδες κι εσύ, η αναγέννηση έχει ξεκινήσει», λέει. «Το κυριότερο τώρα είναι να μην ξανακαεί. Αν μέσα στην επόμενη δεκαετία έχουμε άλλη μια μεγάλη πυρκαγιά, θα είναι καταστροφικό», συμπληρώνει προβληματισμένος. Το δάσος της Δαδιάς δείχνει ότι μπορεί να επιστρέψει. Το ερώτημα είναι αν θα του δοθεί ο χρόνος.
«Μέσα σε αυτόν τον εφιάλτη υπάρχουν και τα ελπιδοφόρα μηνύματα της αναγέννησης», μου λέει και ο δήμαρχος. «Η φύση αναγεννιέται και μαζί της αναγεννιέται και η δική μας ελπίδα».
To παρόν άρθρο προέκυψε από τη δράση «Inside the story: Youth Perspectives», που υλοποιεί το inside story με την υποστήριξη του Open Society Institute – Sofia και συγχρηματοδότηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση για το πρόγραμμα Media Resilience. Οι θέσεις και οι απόψεις που διατυπώνονται ανήκουν στους συγγραφείς και δεν αντιπροσωπεύουν κατ’ ανάγκην αυτές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Εκτελεστικού Οργανισμού «Εκπαίδευσης, Οπτικοακουστικών Θεμάτων και Πολιτισμού» (EACEA) ή του Open Society Institute – Sofia (OSIS). Ούτε η Ευρωπαϊκή Ένωση ούτε ο EACEA ούτε το OSIS μπορούν να θεωρηθούν υπεύθυνα γι’ αυτές.

