Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Το άρθρο αυτό σας το προσφέρει ο συνδρομητής Σταύρος Μαλιχούδης.

Γίνετε συνδρομητής για να μπορείτε να τα μοιραστείτε και εσείς.

Χρόνος ανάγνωσης:
11'
Κείμενο:
cover-beg.jpg
«Για το λογαριασμό μου στην Ελβετία, ευχαριστώ».

Begpackers: Κυνηγοί περιπέτειας ή ξεδιάντροποι εγωιστές;

Οι εικόνες Δυτικών τουριστών με καλά ρούχα, ακριβές φωτογραφικές μηχανές και iPhone που ζητιανεύουν πλάι σε κόσμο σε πραγματική ανάγκη, έχουν αρχίσει να εξοργίζουν ντόπιους και συνταξιδιώτες.
«Για το λογαριασμό μου στην Ελβετία, ευχαριστώ».

Tο αεροπλάνο έχει μόλις προσγειωθεί σε κάποια χώρα της νοτιοανατολικής Ασίας: Ταϊλάνδη ή Ινδονησία· Μαλαισία ή Φιλιππίνες· Λάος, Καμπότζη, Βιετνάμ. Οι αισθήσεις σταδιακά προσαρμόζονται στο νέο περιβάλλον: στον κόσμο που πηγαίνει και έρχεται με νευρικότητα, τα οχήματα που συνωστίζονται στους δρόμους, τους ταξιτζήδες –επαγγελματίες και μη– που ανταγωνίζονται για πελάτες.

Καθισμένοι στο πεζοδρόμιο, κάποιοι επαιτούν. Μια ηλικιωμένη γυναίκα με πρόσωπο που καθρεφτίζει τις ημέρες μιας κοπιαστικής ζωής ζητάει χρήματα για να φάει, μια μητέρα με φθαρμένα ρούχα δείχνει το μωρό που κρατάει στην αγκαλιά της και ενώνει τρία δάχτυλα, αφού έχει κι άλλα παιδιά που πρέπει να φροντίσει, ένας ηλικιωμένος λέει κάτι καθώς υψώνει τη χούφτα του. Δίπλα τους ένας νεαρός με λευκό δέρμα, ρούχα σε καλή κατάσταση και όψη ευγενική, κάθε άλλο παρά ταλαιπωρημένος. Χαμογελάει και δείχνει το μήνυμα στο χαρτόνι:

«Παρακαλώ βοηθήστε με. Ταξιδεύω τον κόσμο».

Όσο ταξιδεύω εγώ, εσείς προσφέρετε

«Η αλήθεια είναι πως πάντα υπάρχουν οι χίπηδες που χρηματοδοτούν το ταξίδι τους παίζοντας π.χ. μουσική. Αλλά είναι και εκείνοι που απλώς ζητούν χρήματα, έτσι απλά», λέει η Ελβετίδα Nora Steinmann. Η Nora είναι 24 χρονών και σπουδάζει τουριστικά στην πατρίδα της. Παράλληλα με τις σπουδές της, έχει πραγματοποιήσει αρκετά πολύμηνα ταξίδια στις χώρες της νοτιοανατολικής Ασίας, όπου ευελπιστεί να ανοίξει κάποτε το δικό της χόστελ.

«Την πρώτη φορά που είδα Δυτικούς να ζητιανεύουν ένιωσα ντροπή, θύμωσα πάρα πολύ. Σε μια τόσο φτωχή χώρα, γιατί να δώσει κανείς χρήματα σε έναν Δυτικό για το ταξίδι του, την στιγμή που υπάρχουν ήδη άνθρωποι που δεν έχουν σπίτι ή να φάνε;».

Εδώ και αρκετές δεκαετίες, η νοτιοανατολική Ασία ασκεί τη δική της γοητεία στους Δυτικούς ταξιδιώτες, προσελκύοντας περισσότερα από 100 εκατομμύρια τουρίστες ετησίως. Πολλοί από αυτούς είναι νέοι, στην ηλικία του gap year. Αναζητούν την περιπέτεια και την εσωτερική ενδοσκόπηση στα σαγηνευτικά τοπία και το παρθένο περιβάλλον, που στα μάτια τους φαντάζει απρόσβλητο από τη βιομηχανοποίηση. Η γοητεία του αγνώστου, το δελεαστικά χαμηλό κόστος ζωής και η αυξανόμενη εξοικείωση με τις ανατολικές κουλτούρες, έχουν τη δική τους συμβολή. Με ένα σακίδιο στον ώμο, επιδίδονται στο backpacking: καβαλούν λεωφορεία και σκούτερ για να ταξιδέψουν σε όσο το δυνατόν περισσότερα σημεία.

«Κάποιοι λένε ότι ταξιδεύουν χωρίς χρήματα, αλλά προφανώς και χρειάζονται χρήματα για έναν καφέ, έναν υπνόσακο, μια οδοντόβουρτσα, για το εισιτήριο για την επόμενη πόλη», λέει ο Ούγγρος Zoltán Medgyesi, που με τον πρώτο του μισθό έβγαλε ένα εισιτήριο και ξεκίνησε ένα ταξίδι χρόνων στην Ευρώπη, το οποίο χρηματοδοτεί παίζοντας μουσική στο δρόμο. «Άρα ξοδεύει χρήματα, απλώς όχι τα δικά του».

Η εικόνα νεαρών που ζητιανεύουν πλάι στους ντόπιους –κυρίως στην Ταϊλάνδη, τη Μαλαισία, το Χονγκ Κονγκ και τη Σιγκαπούρη– προκειμένου να χρηματοδοτήσουν το ταξίδι τους, έχει δημιουργήσει πια έναν νέο όρο: το begpacking.

Δικαίωμα στο ταξίδι ή μονοπώλιο στο προνόμιο;

«Φτωχοί ξένοι, μόνο στην Μπανγκόκ», έγραφε το tweet που εντόπισε ένα χαμογελαστό ζευγάρι νέων Δυτικών να πουλά οκλαδόν καρτ-ποστάλ στην ταϊλανδέζικη πρωτεύουσα,.

«Πουλήστε την φωτογραφική σας!» έγραφε το σχόλιο κάτω από τη φωτογραφία του ζευγαριού που καλούσε τον κόσμο να υποστηρίξει το ταξίδι του και να αγοράσει τυπωμένες φωτογραφίες, αλλά είχε ακουμπισμένο το χαρτόνι με το μήνυμα πάνω σε μια ακριβή φωτογραφική μηχανή.

«Βρες πρώτα μια δουλειά κι έπειτα ταξίδεψε, για όνομα του Θεού», ήταν η λεζάντα που έβαλε ένας κάτοικος του Χονγκ Κονγκ στη φωτογραφία ενός νέου που καλούσε τους περαστικούς να χρηματοδοτήσουν το ταξίδι του στον κόσμο.

«Αν δεν έχει χρήματα, γιατί ταξιδεύει;», αναρωτιέται η λεζάντα της viral φωτογραφίας με την κοπέλα που κάνει διαλογισμό στον δρόμο.

«Fuck you», το σχόλιο στη φωτογραφία ενός νεαρού που παίζει κιθάρα προκειμένου να πληρώσει το δωμάτιό του.

Τα περιστατικά που κοινοποιούνται στα κοινωνικά δίκτυα αυξάνονται προοδευτικά.

O χαμογελαστός ξανθός που ζητάει χρήματα για να συνεχίσει το ταξίδι του, επειδή «το Χονγκ Κονγκ είναι ακριβό».

Ο καλοζωισμένος Δυτικός που ζητά χρήματα για την πτήση της επιστροφής και στον οποίο μια μαθήτρια αγόρασε ένα γεύμα από τα KFC.

Στο έντονο debate στα ταξιδιωτικά φόρα, τα κοινωνικά δίκτυα και τα διεθνή Μέσα, οι περισσότεροι εκφράζουν αποτροπιασμό για τη συμπεριφορά τους και τονίζουν την ανάγκη ενός «ηθικού και υπεύθυνου τουρισμού».

Μέσα σε μια εβδομάδα πέντε διαφορετικές περιπτώσεις είχαν γίνει θέμα συζήτησης στην Μπανγκόκ. Οι begpackers απαθανατίζονται είτε από ντόπιους, είτε από άλλους ταξιδιώτες, οι οποίοι προσπαθούν να προσεγγίσουν με σεβασμό την κουλτούρα της χώρας στην οποία βρίσκονται, και νιώθουν πως η συμπεριφορά των begpackers εκθέτει και τους ίδιους.

Η Maisarah Abuh Samah από την Σιγκαπούρη μέσα σε μια ημέρα εντόπισε δύο ζευγάρια να προσπαθούν να βγάλουν χρήματα στο δρόμο, παρότι αυτό απαγορεύεται στη χώρα της. Το ένα πωλούσε καρτ-ποστάλ, ενώ το δεύτερο, λίγα μέτρα πιο δίπλα, έπαιζε μουσική συνοδεία ενισχυτή.

Image
17952476.jpg

«Θεωρούμε εξαιρετικά περίεργο το να ζητάει κανείς χρήματα από τους άλλους για να ταξιδέψει», δήλωσε στους Observers του France24, εξηγώντας γιατί δημοσίευσε τις φωτογραφίες στο Twitter. «Το να πουλάς πράγματα στο δρόμο ή να ζητιανεύεις θεωρείται ντροπή. Οι άνθρωποι που το κάνουν βρίσκονται πραγματικά σε ανάγκη: ζητιανεύουν προκειμένου να αγοράσουν φαγητό, να πληρώσουν το σχολείο των παιδιών τους ή τα χρέη τους. Όχι για να κάνουν κάτι που θεωρείται πολυτέλεια!».

Αυτό είναι το κύριο επιχείρημα όσων βάλλουν κατά των begpackers, θεωρώντας την στάση τους από ασυνείδητη έως και ανήθικη: πρακτικά επαιτούν σε χώρες του Τρίτου Κόσμου, στις οποίες ένας τεράστιος αριθμός ανθρώπων αγωνίζεται απλώς για την επιβίωσή του.

Εργαζόμενοι στη χώρα καταγωγής τους, οι begpackers μπορούν μέσα σε λίγες βδομάδες να κερδίσουν όσα οι ντόπιοι κερδίζουν σε ένα χρόνο. Πολλοί από εκείνους που περνούν μπροστά από το κυπελάκι που θα διαγράψει μια ακόμη χώρα στο bucket list κάποιων δυτικών, το ταξίδι δεν είναι απλά ένα προνόμιο, αλλά μια αδιανόητη πολυτέλεια, όπως εξηγεί η Radika Saanghani του Telegraph: «Το να ταξιδεύει κανείς ανά τον κόσμο –ακόμη και αν πρόκειται να μένει σε φθηνά χόστελ των 5 ευρώ την ημέρα– δεν είναι ένα δικαίωμα που έχει δοθεί από τον Θεό: είναι μια πολυτέλεια που εκατομμύρια ανθρώπων δεν θα έχουν ποτέ».

«Δεν μπορώ να φανταστώ πώς κάποιος αποφασίζει να περάσει χρόνο σε μια περιοχή του πλανήτη που πλήττεται από τη φτώχεια, αλλά παράλληλα αποτυγχάνει να δει ότι υπάρχει πραγματικά μεγάλη διαφορά μεταξύ του να μην έχεις αρκετά χρήματα για να πάρεις το τρένο για τον επόμενο προορισμό σου και του να μην έχεις χρήματα για να ταΐσεις την οικογένειά σου», γράφει η Neha Shah στο New Statesman.

«Ζητούν να χρηματοδοτήσουν το ταξίδι τους άνθρωποι που ιδρώνουν για την επιβίωσή τους», ήταν ένα σχόλιο στο Διαδίκτυο. «Εκείνοι που δεν μπορούν να τεμπελιάσουν, να πληρώνουν για εκείνους που επιλέγουν να το κάνουν. Αυτό φανερώνει μια βαθιά υπεροπτική αντίληψη, μια έλλειψη σύνδεσης με την κουλτούρα την οποία υποτίθεται πως οι μοντέρνοι επαίτες θέλουν να γνωρίσουν».

Από την άλλη, πάντως, πολλοί υπογραμμίζουν τη σημαντική διαφορά μεταξύ του begging (επαιτεία) και του busking (περφόρμανς σε δημόσιο χώρο ή πώληση χειροτεχνημάτων). Στη δεύτερη περίπτωση οι ταξιδιώτες προσφέρουν μια υπηρεσία, συχνά ακόμη και υψηλών προδιαγραφών. Δεν πρόκειται για επαιτεία, αλλά για μορφή εργασίας, όχι λιγότερο αξιοπρεπή από άλλες.

Και πάλι όμως εκφράζεται η αμφιβολία για το κατά πόσο το busking είναι θεμιτός τρόπος διασφάλισης των προς το ζην στις συγκεκριμένες χώρες, με τα προβλήματα που ήδη έχουν. Ένα ακόμη χαρακτηριστικό της διαφοράς κουλτούρας είναι ότι στις περισσότερες χώρες της Ασίας το busking και το begging σπανίως διαχωρίζονται.

«Get a job» και δύο σταθμά

Όσοι υπερασπίζονται το begpacking παρουσιάζουν ένα αντεπιχείρημα: Γιατί πρέπει τα ταξίδια να είναι προνόμιο των πλουσίων; Όπως γράφει η Helen Coffey, υπεύθυνη του ταξιδιωτικού ρεπορτάζ στον Independent, το ότι προέρχεται κανείς από μια πλουσιότερη χώρα δεν συνεπάγεται πάντα την καλή οικονομική του κατάσταση ή την ύπαρξη μιας οικογένειας που είναι έτοιμη να συνεισφέρει οικονομικά στο ταξίδι του.

Και η Coffey, όμως, κάνει μια διάκριση: είναι διαφορετικό να βρεθεί κανείς να επαιτεί κάπου στην νοτιοανατολική Ασία λόγω ανάγκης (π.χ. ως θύμα κλοπής) και άλλο να επιλέγει τον συγκεκριμένο τρόπο ως χρηματοδότηση του ταξιδιού του. Εξάλλου, ειδικά για τους γνώστες αγγλικών, υπάρχει προσφορά θέσεων εργασίας (π.χ. ως δάσκαλοι), και φυσικά η δυνατότητα για εξ αποστάσεως εργασία [σε ιστοσελίδες όπως στη Workaway και στη WWOOF βρίσκει κανείς εργασία σε διάφορα μέρη του κόσμου εξασφαλίζοντας έτσι τη διαμονή του]. Κάποιοι πάντως εντοπίζουν μια σύνδεση μεταξύ του begpacking και της αυξημένης χρήσης ιστοσελίδων αναζήτησης χρηματοδότησης (GoFundMe, FundMyTravel, Indiegogo, Kickstarter), στις οποίες ούτως ή άλλως ταξιδιώτες διεκδικούν χρήματα από αγνώστους.

Το δεύτερο επιχείρημα υπέρ των begpackers είναι ότι δεν ζητούν τα χρήματα των ντόπιων, αλλά άλλων τουριστών. Σε κάθε περίπτωση, η εικόνα νέων με Birkenstock και ακριβά ρούχα που επαιτούν ακουμπώντας iPhones δίπλα στο κυπελάκι τους, την στιγμή που άλλοι προσπαθούν να εξασφαλίσουν τροφή και νερό, θα έπρεπε να προβληματίζει πρωτίστως τους ίδιους. Και ίσως εκμεταλλεύονται το γεγονός ότι οι άνθρωποι στις χώρες αυτές θεωρούνται γενναιόδωροι, ενίοτε δείχνοντας μεγάλη αγάπη στους Δυτικούς.

«Στην Ινδονησία οι λευκοί από την Ευρώπη και την Αμερική αποκαλούνται bule, κάτι σαν σελέμπριτι», λέει στο inside story η Olivia Drost, δημοσιογράφος που πέρασε ένα χρόνο στη χώρα. «Καθημερινά, στο λεωφορείο ή στην αγορά, κατέληγα να βγάζω φωτογραφίες με αγνώστους. Όποτε κατέβαινα στην παλιά πόλη περνούσα μια ώρα βγάζοντας σέλφις με ντόπιους».

Ένας διάσημος begpacker με ζωή ροκ σταρ

Πρωταθλητής στην εκμετάλλευση της φιλευσπλαχνίας των ανθρώπων της νοτιοανατολικής Ασίας θεωρείται ο Μπέντζαμιν Χολστ. O τριάντα κάτι Γερμανός πάσχει από μια σοβαρή ιατρική συνθήκη (λιπωματώδη μακροδυστροφία), που έχει ως αποτέλεσμα το ένα του πόδι να είναι δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με το σώμα του.

Από το 2014, όταν και ταξίδεψε για πρώτη φορά στην Ταϊλάνδη, έχει βρεθεί να ζητιανεύει στις περισσότερες χώρες της νοτιοανατολικής Ασίας, παρότι η επαιτεία στις περισσότερες από αυτές απαγορεύεται. Αποκρινόμενοι στο πρόβλημα υγείας του, οι ντόπιοι σπεύδουν να τον βοηθήσουν. Όταν ο Χολτς επαιτούσε σε κάποιο φανάρι της Κουάλα Λαμπούρ, η κυκλοφορία των οχημάτων σταματούσε καθώς οι οδηγοί προσπαθούσαν να φτάσουν προς το μέρος του για να του δώσουν χρήματα. Τον περασμένο Σεπτέμβριο, στο Μπαλί, κέρδιζε περίπου 75 δολάρια ημερησίως, ποσό σημαντικό για τα δεδομένα της χώρας.

Image
hk.jpg
[indonesiaexpat.biz]

Αυτό που δεν ξέρουν όσοι του δίνουν χρήματα, είναι ότι o Χολστ τα ξοδεύει σε ζωή ροκ σταρ: ακριβά εστιατόρια, ξενοδοχεία 5 αστέρων, πολύ αλκοόλ, διασκέδασή με γυναίκες και μαριχουάνα, ταξίδια αναψυχής σε ευρωπαϊκές χώρες. Κάπως έτσι ξόδεψε και τα 1.500 δολάρια που συγκεντρώθηκαν γρήγορα για να αγοράσει ένα εισιτήριο για τη χώρα του, όταν ισχυρίστηκε ότι είχε χάσει τα έγγραφά του.

Image
infographic4.jpg

Πλέον έχει γίνει γνωστός και η μία μετά την άλλη χώρες της νοτιοανατολικής Ασίας τον απελαύνουν και του απαγορεύουν την είσοδο στο έδαφός τους. Παρόλα αυτά, ο Μπέντζαμιν δεν αμελεί να γνωστοποιεί μέσα από το Facebook πώς περνάει καθώς τα κοινωνικά δίκτυα βρίθουν οργισμένων μηνυμάτων εναντίον του.

Μια αντίστοιχη περίπτωση είναι του άνδρα που εθεάθη να παίζει μουσική στους δρόμους του Πουκέτ με τα τρία παιδιά του. Στο χαρτόνι εξηγούσε ότι προσπαθούσε να καλύψει τα έξοδα ατυχήματος της εξάχρονης κόρης του.

Image
untitled-4.jpg

Όταν η αστυνομία τον ενημέρωσε ότι στην Ταϊλάνδη απαγορεύεται η επαιτεία, εκείνος ταξίδεψε σε άλλη πόλη της χώρας. Και όταν αναγνωρίστηκε και στην Μπανγκόκ, πέρασε στις Φιλιππίνες, με κάποιους να αναφέρουν ότι τον είδαν και στο Λάος και το Χονγκ Κονγκ.

Image
busker-spotted-begging-with-his-kids-in-the-philippines-1_1.jpg
Ο Τσέχος Ματένα συνεχίζει την τακτική του στις Φιλιππίνες.

Στα σόσιαλ μίντια μαθεύτηκε ότι ονομάζεται Λούκας Ματένα και είναι Τσέχος. Είναι προγραμματιστής και κανονικά ζει στη Ζυρίχη.

Image
busking-farrang-thailand-phuket.jpeg

Η ανισότητα Ανατολής και Δύσης

Πέραν της εξαπάτησης που νιώθουν όταν συνειδητοποιούν ότι βοηθούν ανθρώπους που δεν βρίσκονται σε ανάγκη, οι ντόπιοι βλέπουν την αύξηση των begpackers στους δρόμους τους και ως απόδειξη της ανισότητας που διέπει τις σχέσεις των χωρών τους με εκείνες της Δύσης, κάνοντας λόγο για το λευκό, δυτικό προνόμιο. Θα μπορούσαν άνθρωποι από την νοτιοανατολική Ασία να έχουν αντίστοιχη συμπεριφορά σε χώρες της Δύσης; Οι χώρες της Δύσης δεν είναι εκείνες που έχουν την απαίτηση οι μετανάστες να προσφέρουν στη χώρα στην οποία φτάνουν και να σέβονται τη νομοθεσία της;

«Για να επιτραπεί σε εμάς να έρθουμε στις χώρες σας χρειάζεται να παρουσιάσουμε άπειρα πιστοποιητικά και έγγραφα, να έχουμε καταθέσεις που αποδεικνύουν πως μπορούμε να χρηματοδοτήσουμε την παραμονή μας στη χώρα σας», λένε. Κάτι τέτοιο για τις χώρες της νοτιοανατολικής Ασίας προφανώς δεν ίσχυε, μέχρι πρόσφατα τουλάχιστον.

Οι αρχές της Ταϊλάνδης αγανάκτησαν και πλέον ζητούν από όσους εισέρχονται στη χώρα με τουριστική βίζα να αποδείξουν πως μπορούν να υποστηρίξουν την παραμονή τους, με ένα ποσό γύρω στα 450-700 δολάρια. Πιθανότατα ανάλογα μέτρα να λάβει και το Βιετνάμ, το οποίο τρέφει όμοια αισθήματα προς τους begpackers.

Στην Ευρώπη μέσω Ελλάδας;

Μια ηλιόλουστη ημέρα του Απριλίου η ταξιδιωτική μπλόγκερ Ρεμπέκα Χολ περπατούσε κοντά στην Ακρόπολη, όταν είδε δύο μάλλον καλοζωισμένους και γεροδεμένους ξανθούς καθισμένους στο δρόμο. Το χαρτόνι μπροστά τους έγραφε πως ήθελαν χρήματα για να αγοράσουν εισιτήρια για την Κρήτη.

«Όπως κάνω συχνά με επαίτες, τους αγόρασα μια τυρόπιτα και ένα νερό», γράφει στο blog της. Τα δέχθηκαν χωρίς να την ευχαριστήσουν και όταν εκείνη τους υπενθύμισε πως «ίσως θέλετε να με ευχαριστήσετε», εκείνοι απάντησαν: «Ευχαριστούμε, αλλά αναζητούμε χρήματα για να πάμε στην Κρήτη». Υποθέτοντας πως τους είχε τύχει κάποιο απρόοπτο, η Hall τους ρώτησε αν έχουν επικοινωνήσει με την πρεσβεία τους. Απάντησαν ότι όχι, «η πρεσβεία μπορεί να κανονίσει να επιστρέψουμε στην πατρίδα μας, όμως εμείς θέλουμε να συνεχίσουμε το ταξίδι μας στην Κρήτη». Όταν τους ρώτησε αν έψαξαν για κάποια δουλειά, απάντησαν αρνητικά.

Η Hall περιγράφει την αμηχανία που ένιωσε βλέποντας δύο νέους σε καλή κατάσταση να επαιτούν, στους δρόμους μιας χώρας που έχει πληγεί σημαντικότατα από την οικονομική κρίση και την ανεργία. Αναρωτιέται αν πρόκειται πια για ένα φαινόμενο που πια θα βλέπουμε και στις ευρωπαϊκές χώρες. Μέχρι στιγμής πάντως φαινόμενα begging (εδώ το busking είναι συνήθως αποδεκτό και διαχωρίζεται από το begging) δεν έχουν καταγραφεί σε μεγάλο βαθμό στην Ευρώπη.

Τι είναι στην πραγματικότητα οι begpackers όμως; Είναι λάτρεις της περιπέτειας που αδημονούν να γνωρίσουν τον κόσμο ή ξεδιάντροποι εγωιστές που θεωρούν αυτονόητο πως πρέπει οι άλλοι να συνεισφέρουν στην εξασφάλιση ενός δικού τους προνομίου; Από την στιγμή που τουλάχιστον δεν ψεύδονται, είναι η στάση τους ηθική; Και πόσο “απελευθερωτικό” είναι στην πραγματικότητα ένα ταξίδι μεν νεανικό, και σε εξωτικούς προορισμούς, που όμως βασίζεται στους κόπους άλλων;

«Δεν μπαίνεις στη χώρα κάποιου ως τουρίστας και μετά ζητιανεύεις στους δρόμους του», γράφει κάποιος στο Twitter. «Αλλά φαίνεται πως οι προνομιούχοι πήραν από τους φτωχούς ακόμη και το δικαίωμα στην επαιτεία».

Profile picture for user malichudis
Γεννήθηκε το 1992. Σπούδασε Επικοινωνία και Πολιτισμό στο Πάντειο, όπου συνέχισε με μεταπτυχιακό στις Σπουδές Φύλου και την Ανθρωπολογία. Έχει εργαστεί στην ελληνική έκδοση της The Huffington Post και το Κανάλι Ένα 90,4 FM. Κείμενά του έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα Μέσα.

Newsletter
Σάββατο 06.06.2026

Ταυτότητα insidestory.gr 
Ιδιοκτησία - Δικαιούχος ονόματος τομέα: The Whole Story A.E.
ΑΦΜ: 800713524 ΚΕΦΟΔΕ Αττικής, ΓΕΜΗ: 137938201000
Νόμιμος Εκπρόσωπος: Δημήτρης Ξενάκης
Διαχειριστής ιστοσελίδας-Εκδότης-Διευθυντής: Δημήτρης Ξενάκης
Διευθύντρια Σύνταξης: Κατερίνα Λομβαρδέα
Έδρα: Στησιχόρου 1, 10674 Αθήνα
Επικοινωνία: [email protected], +30 2107295605 

Αριθμός Μητρώου Ηλεκτρονικού Τύπου: 242903 logo
jti certified Το inside story έχει πιστοποιηθεί ανεξάρτητα σύμφωνα με το πρόγραμμα JTI και το πρότυπο CWA 17493:2019 το οποίο προάγει την δημοσιοποίηση πληροφοριών για την ταυτότητα και τα έσοδα του Μέσου Ενημέρωσης καθώς και δεικτών που αφορούν τον επαγγελματισμό και την λογοδοσία σχετικά με τις δραστηριότητες του.