Βόλος: Το «μυστήριο» μιας οσμής που έχει αναστατώσει ολόκληρη την πόλη

Δύο χρόνια τώρα, η πόλη του Βόλου ταλαιπωρείται από μια μυρωδιά καμένου πλαστικού που υποβαθμίζει την ποιότητα ζωής των κατοίκων και προκαλεί έντονο βήχα, φαρυγγαλγία, ρινόρροια και δερματικά προβλήματα. Οι αρμόδιοι φορείς άργησαν πολύ να πάρουν μπροστά, ώστε να προασπίσουν το αυτονόητο δικαίωμα των Βολιωτών σε ένα καθαρό περιβάλλον.
Χρόνος ανάγνωσης: 
10
'
Κόσμος στην παραλία του Βόλου. Φωτογραφία αρχείου. [Θανάσης Καλλιάρας/Eurokinissi]

«Ένα βράδυ με ξυπνάει ο σύζυγός μου λέγοντάς μου πως κάτι πήρε φωτιά, κάτι καίγεται. Είχαμε και τα μωρά στο σπίτι και ανησύχησα, οπότε σηκωθήκαμε αμέσως να δούμε τι γίνεται. Ανοίξαμε τη μπαλκονόπορτα και αμέσως καταλάβαμε πως η ατμόσφαιρα ήταν βαριά, κάτι υπήρχε στον αέρα. Την επόμενη μέρα επιβεβαιώσαμε και με φίλους το περιστατικό» αναφέρει στο inside story η Μάρθα Λ. που μένει στα Επτά Πλατάνια, μία γειτονιά λίγο έξω από το κέντρο του Βόλου.

Ο Αλέξης Π., επίσης κάτοικος της περιοχής, περιγράφει οργισμένος: «Ήμουν στο κέντρο με την οικογένεια και λέει η μικρή “Μαμά, μυρίζει καμένο”. Πράγματι, ένιωθα κι εγώ κάτι στον ουρανίσκο, κάτι να μου καίει τον λαιμό. Είχα ακούσει γι’ αυτή τη μυρωδιά, αλλά από τον Σεπτέμβριο έχει ενταθεί. Είναι τόσο καιρό αυτή η υπόθεση και δεν υπάρχει κάποιος να δώσει μιαν απάντηση».

Πάνω από δύο χρόνια έχουν περάσει που η πόλη του Βόλου βρίσκεται σε αναβρασμό εξαιτίας μιας μυρωδιάς καμένου πλαστικού που υποβαθμίζει την ποιότητα ζωής των κατοίκων. Πολλές καταγγελίες κάνουν λόγο για μια ανυπόφορη κατάσταση που αντιμετωπίστηκε με ολιγωρία από τους αρμόδιους φορείς, οι οποίοι ρίχνοντας την ευθύνη στον «γραφειοκρατικό κυκεώνα», άργησαν πολύ να πάρουν μπροστά ώστε να προασπίσουν το αυτονόητο δικαίωμα των Βολιωτών να ζουν σε ένα καθαρό περιβάλλον.

Μαρτυρίες κατοίκων από τη Νέα Ιωνία (βορειοδυτικά της πόλης) μέχρι τη Νέα Δημητριάδα (νοτιοανατολικά) περιγράφουν πως η δυσοσμία σε περιοχές της πόλης γίνεται πιο έντονη στις 12:30 το βράδυ, ενώ τα ξημερώματα επιδεινώνεται δραματικά.

Από την πλευρά του, ο Ιατρικός Σύλλογος Μαγνησίας σημειώνει πως «εκτός από την δυσάρεστη αίσθηση που προκαλεί η δυσοσμία, η ύπαρξή της σχετίζεται πλέον και με την εμφάνιση συμπτωμάτων, όπως έντονος βήχας, φαρυγγαλγία, ρινόρροια και δερματικά προβλήματα».

Στις 16 Νοεμβρίου πραγματοποιήθηκε ημερίδα στο ΤΕΕ Μαγνησίας για την αέρια ρύπανση, όπου παρευρέθηκε και ο διευθυντής Ερευνών του Δημοκρίτου, Κωνσταντίνος Ελευθεριάδης, ο οποίος αναφέρθηκε στο ζήτημα λέγοντας πως «η οσμή μπορεί να είναι κάτι ενοχλητικό για εμάς, αλλά να μην είναι κάτι επικίνδυνο. Αλλά μπορεί να συμβαίνει και το αντίθετο».

Η δυσοσμία πάντως ήρθε να «κουμπώσει» σε μια από καιρό βεβαρημένη κατάσταση της ποιότητας του αέρα στην πόλη της Θεσσαλίας καθώς, σύμφωνα με έρευνες, οι υπερβάσεις των νομοθετημένων ορίων που έχει ορίσει η Ευρωπαϊκή Ένωση περί αιωρούμενων σωματιδίων καθιστούν κάποιες φορές ανθυγιεινό τον αέρα που αναπνέουν οι πολίτες. Μάλιστα, ο Βόλος αποτελεί και ειδική περίπτωση λόγω μορφολογίας, με το Πήλιο να λειτουργεί ως φυσικό τείχος που δεν επιτρέπει την ανάπτυξη ταχύτητας των ανέμων, εγκλωβίζοντας έτσι τους ρύπους πάνω από την πόλη.

Το ζήτημα της ατμοσφαιρικής ρύπανσης απασχολεί χρόνια και την ιατρική κοινότητα της πόλης. Όπως έχει δηλώσει χαρακτηριστικά ο καρδιολόγος και διοικητής του Αχιλλοπούλειου Νοσοκομείου Βόλου, Ματθαίος Δραμητινός, «τα τελευταία δέκα χρόνια το φάντασμα της αερορύπανσης πλανάται πάνω από τις γειτονιές του Βόλου».

Σε αναδρομική επιδημιολογική μελέτη που διεξήχθη τον Φεβρουάριο του 2019 από την έδρα της Στατιστικής και Επιδημιολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας καταγράφεται την τελευταία δεκαετία αυξημένη συχνότητα (μέχρι τετραπλάσια σχεδόν) στην θνησιμότητα από αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια στους κατοίκους του δήμου Βόλου. Στη συγκεκριμένη μελέτη αναφέρθηκε μάλιστα και ο Ιατρικός Σύλλογος Μαγνησίας, σε επιστολή που έστειλε στον υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Κωστή Χατζηδάκη τον Σεπτέμβριο, ζητώντας άμεση παρέμβαση προκειμένου να βρεθεί η η πηγή επιβάρυνσης του αέρα.

Ετσι λοιπόν, η υπόθεση της οσμής –η οποία ακόμα δεν έχει ταυτοποιηθεί– έφερε στην επιφάνεια συνολικά το ζήτημα της ποιότητας του αέρα στην πόλη. Στο πλαίσιο αυτό η έντονη βιομηχανική λειτουργία στην περιοχή αντιμετωπίστηκε με ακόμα περισσότερη δυσπιστία από τους πολίτες, οι οποίοι αγωνιούν για την καθημερινότητά τους.

Χαλυβουργία από τη μία…

Μετά από ελέγχους της Περιφέρειας –η οποία συγκρότησε ειδικό κλιμάκιο από υπαλλήλους αρμοδίων υπηρεσιών με στόχο τον εντοπισμό ανεξέλεγκτων καύσεων πλαστικών ή ελαστικών υλικών ή/και τη λειτουργία μεταποιητικών δραστηριοτήτων χωρίς συστήματα απορρύπανσης– η αντιπεριφερειάρχης Μαγνησίας, Δωροθέα Κολυνδρίνη, κατέθεσε μηνυτήρια αναφορά στις 29 Αυγούστου 2019 «δείχνοντας» ως υπεύθυνη για την οσμή την Χαλυβουργία Θεσσαλίας. Σύμφωνα με ελέγχους, υπάρχουν καπναέρια εντός του εργοστασίου τα οποία διαφεύγουν του κλιβάνου τήξης και «προσομοιάζουν στην οσμή που υπάρχει στον Βόλο τις μεταμεσονύκτιες και πρωινές ώρες».

Σε επικοινωνία του inside story με την Χαλυβουργία Ελλάδος, η Ανναρέλλα Στάθη, διευθύντρια επικοινωνίας του ομίλου, υποστήριξε πως το εργοστάσιο δεν έχει καμία σχέση με την οσμή που υπάρχει στον Βόλο. Όπως ανέφερε, «δεν είμαστε εμείς σίγουρα. Λειτουργούμε πολλά χρόνια στον Βόλο, δεν έχουμε αλλάξει κάτι στην παραγωγική μας διαδικασία».

Μάλιστα, σε ερώτηση αν η Χαλυβουργία έχει διενεργήσει τυχόν ελέγχους για τον εντοπισμό της οσμής, ανέφερε πως η περιφέρεια, η οποία είναι λογικό να βρίσκεται υπό πίεση, είναι αυτή που «οφείλει να κάνει τους απαραίτητους ελέγχους, καθώς δεν είναι δική μας δουλειά».

Σχετικά με τη μήνυση της κ. Κολυνδρίνη, η Α. Στάθη μάς παρέπεμψε στη σχετική ανακοίνωση της εταιρείας τον Αύγουστο του 2019, η οποία αναφέρει: «Η Χαλυβουργία Ελλάδος λειτουργεί περισσότερα από 45 χρόνια χωρίς ποτέ να έχει τεθεί θέμα δυσοσμίας από τη λειτουργία της και αναρωτιέται για τη σκοπιμότητα των εν λόγω αναφορών. Η εταιρία τηρεί όλους τους περιβαλλοντικούς όρους που επιβάλλει η ελληνική και κοινοτική νομοθεσία και χρησιμοποιεί αντιρρυπαντική τεχνολογία αιχμής για την προστασία του περιβάλλοντος».

Σημειώνεται πως σύμφωνα με στοιχεία της Περιφέρειας, την περίοδο 2017-2018 έγιναν επτά έλεγχοι στην Χαλυβουργία.

...ΑΓΕΤ από την άλλη

Στη μήνυσή της, η αντιπεριφερειάρχης περιλαμβάνει εκτός από την Χαλυβουργία και το εργοστάσιο της ΑΓΕΤ-Ηρακλής/Lafarge, που βρίσκεται λίγο πιο έξω από τον Βόλο, κάνοντας λόγο συνολικά για βιομηχανίες με ρυπογόνα δραστηριότητα. Μάλιστα, επικαλείται στοιχεία από αυτοψίες που έγιναν σε βάθος διετίας λέγοντας χαρακτηριστικά πως οι «δυο βιομηχανίες έχουν “εγκλωβίσει” την πόλη του Βόλου ανατολικά και δυτικά».

Τα κόκκινα σημάδια στον χάρτη υποδεικνύουν την τοποθεσία της Χαλυβουργίας (δυτικά) και της τσιμεντοβιομηχανίας (ανατολικά) στον Βόλο.

Αξίζει να αναφέρουμε ότι πριν δύο χρόνια, τον Μάιο του 2017, η περιφέρεια σε συνεδρίασή της είχε λάβει απόφαση με την οποία εξέφραζε τη διαφωνία της για τη χρήση RDF ως εναλλακτικού καυσίμου από την ΑΓΕΤ. Όπως μας ανέφερε η Δ. Κολυνδρίνη, αυτό έχει να κάνει με το γεγονός ότι υπάρχουν αμφιβολίες «ότι ο υφιστάμενος εξοπλισμός του εργοστασίου είναι επαρκής» για τη συγκεκριμένη λειτουργία. Βέβαια, η απόφαση της περιφέρειας δεν έχει παρά γνωμοδοτική ισχύ. Σημειώνουμε εδώ ότι το 2014 ολοκληρώθηκε η περιβαλλοντική αδειοδότηση της ΑΓΕΤ με την Απόφαση Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (ΑΕΠΟ) για 22 είδη εναλλακτικών καυσίµων, μεταξύ των οποίων και το RDF, συνολικής μέγιστης ποσότητας 200.000 τόνων ετησίως. Η άδεια ισχύει μέχρι τις 10 Ιανουαρίου 2026.

Refuse-derived fuel (RDF)
Πρόκειται για αστικά ή βιομηχανικά απόβλητα τα οποία χρησιμοποιούνται ως δευτερογενές καύσιμο σε ενεργοβόρες βιομηχανίες. Το RDF αποτελείται από πλαστικό, ξύλο, χαρτί, ύφασμα, και όλα αυτά σε διάφορα ποσοστά τα οποία δεν ορίζει η νομοθεσία. Αυτό που ορίζει η νομοθεσία όμως είναι ο έλεγχος τριών πραγμάτων: Της θερμογόνου δύναμης, της περιεκτικότητας σε χλώριο και της περιεκτικότητας σε υδράργυρο. Στη συνέχεια με βάση αυτά τα τρία μεγέθη κατατάσσει το RDF σε 5 κλάσεις: Τις 1,2,3,4,5. Οι καλύτερες είναι οι 1,2,3.

Το inside story επικοινώνησε με τον Μιχάλη Βλάχο, διευθυντή του εργοστασίου της ΑΓΕΤ Ηρακλής/Lafarge στον Βόλο, ο οποίος σημείωσε πως το εργοστάσιο έχει κατάλληλο εξοπλισμό τόσο για την μεταφορά όσο και για την καύση του RDF και επεσήμανε πως σε σύγκριση με άλλα εργοστάσια του ίδιου ομίλου σε ευρωπαϊκό επίπεδο η ΑΓΕΤ «δεν έχει τίποτα να ζηλέψει».

Σχετικά με το θέμα της οσμής, ο Μ. Βλάχος τόνισε πως «το εργοστάσιο είναι καθαρό» και πως αυτό είναι κάτι που πιστοποιούν και οι Αρχές, οι οποίες ελέγχουν συνέχεια την εγκατάσταση. «Σίγουρα δεν είμαστε εμείς η πηγή. Και θα θέλαμε πάρα πολύ να βρεθεί ο ρυπαντής γιατί μας ενδιαφέρει κι εμάς να μάθουμε ποιος είναι και να αποσυνδεθεί η οσμή από το εργοστάσιο του Βόλου», σημείωσε ο Μ. Βλάχος.

Σύμφωνα με την Περιφέρεια, την περίοδο 2017-2019 πραγματοποιήθηκαν 29 έλεγχοι για την τήρηση της περιβαλλοντικής νομοθεσίας στο εργοστάσιο της ΑΓΕΤ.

Οι κάτοικοι αντιδρούν στην καύση RDF

Τους φόβους για ρύπανση του αέρα από την καύση RDF ανέδειξε πρώτος ο βουλευτής του ΚΚΕ, Κώστας Στεργίου, τον Ιανουάριο του 2017 με ερώτηση που κατέθεσε στη Βουλή, όπου υποστήριζε πως η καύση αποβλήτων από την τσιμεντοβιομηχανία θα αποτελούσε «μια περιβαλλοντική βόμβα για τον Βόλο και την ευρύτερη περιοχή». Αμέσως μετά το ζήτημα έγινε ευρύτερα γνωστό και σε σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε τον Μάρτιο του 2017 από την Περιβαλλοντική Πρωτοβουλία Μαγνησίας έγινε σαφής η αντίθεση πολιτών και φορέων στην καύση RDF.

Λίγους μήνες αργότερα, τον Νοέμβριο του 2017, με την πρωτοβουλία κάποιων πολιτών, δημιουργείται η Επιτροπή Αγώνα Πολιτών Βόλου, η οποία πραγματοποιεί διαμαρτυρίες, ακτιβισμούς και εκδηλώσεις σχετικά με το θέμα, υποστηρίζοντας πως η καύση του RDF ρυπαίνει την ατμόσφαιρα. «Σκοπός μας ήταν η ένωση των πολιτών και η κινητοποίηση τους, έτσι ώστε να πετύχουμε την ανάκληση της άδειας καύσης που δόθηκε στην τοπική τσιμεντοβιομηχανία», αναφέρουν στο inside story η Ιφιγένεια Ηλιοπούλου και η Φαίη Τζανετουλάκου, από τα ιδρυτικά μέλη της πρωτοβουλίας.

Ο Μάρκος Βαξεβανόπουλος, διδάκτορας Γεωλογίας του ΑΠΘ, ερευνητής στο πανεπιστήμιο της Λυών και μέλος της Επιτροπής, μας αναφέρει πως το εργοστάσιο της ΑΓΕΤ δεν θα έπρεπε να καίει RDF γιατί πρόκειται για μια πρακτική που ρυπαίνει το περιβάλλον, καθώς το υλικό αυτό περιλαμβάνει μεταξύ άλλων και μεγάλες ποσότητες πλαστικού με αποτέλεσμα να εκλύονται επιβλαβείς χημικές ουσίες (διοξίνες και φουράνια).

Σε ερώτηση του inside story προς τον διευθυντή του εργοστασίου της ΑΓΕΤ, Μιχάλη Βλάχο, σχετικά με τις καταγγελίες της Επιτροπής Πολιτών, μας αναφέρει: «Εμείς κάνουμε συνεχώς ελέγχους, αυτούς που επιβάλλει η νομοθεσία όσον αφορά τους ρύπους, αλλά και πέραν της ΑΕΠΟ (σ.σ.: Απόφαση Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων) μας, για διοξίνες και φουράνια». «Αυτό είναι πέρα από την ΑΕΠΟ μας εις ένδειξη καλής θέλησης προς την τοπική κοινωνία. Οι ρύποι μας αναρτώνται στο σάιτ ώστε όποιος θέλει να δει σε ζωντανό χρόνο τις μετρήσεις μας».

«Είμαστε η βιομηχανία που ελέγχεται περισσότερο στην Μαγνησία και επειδή κάποιοι μας έχουν συνδέσει με την οσμή και με ρύπανση. Ελεγχόμαστε ασταμάτητα και δεν έχει βρεθεί τίποτα», τονίζει.

Δύο παράλληλες έρευνες, με καθυστέρηση

Παρότι οι κάτοικοι διαμαρτύρονται καιρό για την οσμή και το ζήτημα συνολικά της αέριας ρύπανσης απασχολεί την πόλη επί χρόνια, μόλις την άνοιξη του 2019 ξεκίνησε έρευνα για την αερορύπανση στο Βόλο, από την ερευνητική ομάδα του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας GreenYourAir με επιστημονικούς υπεύθυνους τον Γ. Σαχαρίδη, επίκουρο καθηγητή του Τμήματος Μηχανολόγων Μηχανικών του πανεπιστημίου Θεσσαλίας και τον διευθυντή της εκεί Πανεπιστημιακής Πνευμονολογικής Κλινικής, Κ. Γουργουλιάνη. Όπως αναφέρουν, ο πρώτος 12μηνος κύκλος μετρήσεων θα κλείσει τον Μάρτιο του 2020. Η έρευνα της «ομάδας Γουργουλιάνη» στόχο έχει να μετρήσει την ύπαρξη μικροσωματιδίων PM2,5 – δηλαδή των αιωρούμενων σωματιδίων που είναι μικρότερα από 2,5 μικρόμετρα και μπορούμε να τα εισπνέουμε.

Παράλληλα, με εντολή του περιφερειάρχη Θεσσαλίας, Κώστα Αγοραστού, αλλά και έντονη πίεση από τους κατοίκους, το θέμα της δυσοσμίας στον Βόλο πρόκειται για πρώτη φορά να διερευνηθεί στο πλαίσιο της Προγραμματικής Σύμβασης που υπογράφηκε μεταξύ Περιφέρειας Θεσσαλίας και ΑΠΘ, όπως μας ενημέρωσε μέσω email η καθηγήτρια του τμήματος Χημείας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Κωνσταντινή Σαμαρά, η οποία και ανέλαβε την εκπόνηση ερευνητικού προγράμματος με θέμα την «Διερεύνηση της χημικής σύστασης και της προέλευσης της δυσοσμίας στο πολεοδομικό συγκρότημα Βόλου» το οποίο έχει συνολική διάρκεια 18 μηνών.

Με δειγματοληψίες, χημικές αναλύσεις και χρήση υπολογιστικών εργαλείων, η ομάδα στοχεύει (α) στον χαρακτηρισμό του χημικού αποτυπώματος της δυσοσμίας μέσα στην πόλη, (β) στον χαρακτηρισμό του χημικού αποτυπώματος της δυσοσμίας στις γειτονικές βιομηχανικές δραστηριότητες που θεωρούνται εν δυνάμει πηγές εκπομπής δύσοσμων ενώσεων, (γ) στον χωρικό εντοπισμό της προέλευσης της δυσοσμίας μέσα στην πόλη.

Η ίδια έρευνα έχει εφαρμοστεί με επιτυχία από την ίδια καθηγήτρια και την ομάδα της στη Θεσσαλονίκη, στην περιοχή του Κορδελιού, όπου ταυτοποιήθηκαν οι χημικές ενώσεις που προκαλούν τη δυσοσμία που από χρόνια καταγγέλλουν οι κάτοικοι.

Σε παλαιότερες δηλώσεις της, η Κ. Σαμαρά είχε αναφέρει ότι πράγματι οι πολύ οσμηρές ενώσεις προκαλούν ρινικό ερεθισμό, αναπνευστικά συμπτώματα και δευτερογενείς επιδράσεις όπως ναυτία, πονοκέφαλο, αϋπνία, δυσφορία και ψυχολογικό στρες, ωστόσο όπως τόνισε σχετικά με τον Βόλο, δεν μπορεί να κάνει οποιοδήποτε σχόλιο πριν ξεκινήσουν οι μετρήσεις, αλλά «δεν γνωρίζουμε αν είναι επικίνδυνη η οσμή μέχρι να μάθουμε τη χημική της ταυτότητα».

Στον Βόλο υπάρχει «κοκτέιλ ρύπων»

Ο Νίκος Ανδρίτσος είναι καθηγητής στο τμήμα Μηχανολόγων Μηχανικών του πανεπιστημίου Θεσσαλίας και το μάθημά του αφορά στον έλεγχο της αέριας ρύπανσης. Μιλώντας στο inside story υπογράμμισε πως οποιαδήποτε βιομηχανική δραστηριότητα έχει επίπτωση στο περιβάλλον. Σύμφωνα με τον καθηγητή, ο οποίος εμφανίζεται καθησυχαστικός, η ρύπανση του Βόλου δεν είναι μεγαλύτερη από άλλες πόλεις όπως η Λάρισα, η Αθήνα ή η Πάτρα, ωστόσο αυτό δεν αναιρεί την ύπαρξή της ούτε και την ανάγκη λήψης μέτρων. «Οι πόλεις μας έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά: Δεν έχουν πάρκα, δεν έχουν μεγάλες λεωφόρους, δεν έχουν δηλαδή μηχανισμούς απομάκρυνσης ρύπων (βλάστηση, αέρας)», πρόσθεσε.

Αναφερόμενος στην δυσοσμία, ο καθηγητής επεσήμανε πως «οι οσμές σε αντίθεση με τα αιωρούμενα σωματίδια ή με το οξείδιο του αζώτου ή με το μονοξείδιο του άνθρακα δεν έχουν συσκευή με την οποία μετριούνται», με αποτέλεσμα να είναι πολύ δύσκολο να ταυτοποιηθούν.

Και το ζήτημα του Βόλου φτάνει στη… Βουλή

Η αερορύπανση και οι ευθύνες των αρμοδίων έφτασαν με μεγάλη καθυστέρηση στα έδρανα της Βουλής, καθώς στις 30 Σεπτεμβρίου 2019 συνεδρίασε η Ειδική Μόνιμη Επιτροπή Περιφερειών. Όπως τόνισε στο inside story η πρόεδρος της Επιτροπής, βουλευτής Μαγνησίας της Νέας Δημοκρατίας, Ζέτα Μακρή, «εμείς ερευνήσαμε αν υπάρχει αέρια ρύπανση, σε ποιο βαθμό υπάρχει και τι συνέπειες έχει στη δημόσια υγεία». Μάλιστα, η βουλευτής σημείωσε πως την αρμοδιότητα του ελέγχου την έχει η περιφέρεια, η οποία δεν έχει κάνει συστηματικούς ελέγχους, παρά μόνο κατά καιρούς, καθώς σύμφωνα με τους ίδιους δεν τους έδινε χρήματα το υπουργείο για να κάνουν τις μελέτες. Συνολικά σχετικά με τη ρύπανση επεσήμανε πως «κάτι πρέπει να γίνει γιατί το δικαιούνται οι κάτοικοι. Η πρόληψη στοιχίζει, αλλά η αντιμετώπιση των συνεπειών στοιχίζει πολύ περισσότερο».

Στην επιτροπή, οι αρμόδιοι φορείς επέρριπταν ο ένας στον άλλο την ευθύνη των μετρήσεων και της συντήρησης. Ο Γενικός Γραμματέας Φυσικού Περιβάλλοντος και Υδάτων, Κωνσταντίνος Αραβώσης, εκπροσωπώντας το υπουργείο σημείωσε: «[Στον Βόλο] δεν έχουμε ικανοποιητική λειτουργία των υφιστάμενων αναλυτών μέτρησης αερίων ρύπων λόγω της παλαιότητάς τους και της μη καλής και ικανοποιητικής συντήρησής τους. Παράλληλα δεν λειτουργεί το σύστημα τηλεμετάδοσης των μετρήσεων από τους υπάρχοντες αναλυτές αιωρούμενων σωματιδίων από τον Απρίλιο του 2019».

Από την πλευρά του ο περιφερειάρχης Κ. Αγοραστός κατηγόρησε την «πολυνομία και τη γραφειοκρατία» αλλά και το υπουργείο που «δένει τα χέρια της περιφέρειας», ενώ τόνισε πως τη βασική αρμοδιότητα για όλους τους σταθμούς μέτρησης την έχει το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας.

Επίσης, ο κ. Αραβώσης παραδέχτηκε ότι έτσι κι αλλιώς οι μετρητές ατμοσφαιρικής ρύπανσης στον Βόλο δεν μπορούν να «πιάσουν» τις οσμές αλλά μόνο τους συνήθεις αστικούς ρύπους που προβλέπονται στη σχετική νομοθεσία: «Ενδεχόμενη ύπαρξη μη αστικών ρύπων οι οποίοι συνδυάζονται με την ύπαρξη οσμών δεν είναι δυνατόν να καταγραφούν από το υπάρχον δίκτυο και από τις υπάρχουσες υποδομές και τα όργανα μέτρησης».

Άρα λοιπόν, είτε λόγω ελλιπούς συντήρησης των μετρητών είτε λόγω ακαταλληλότητας, οι απαραίτητες μετρήσεις δεν έχουν γίνει από τους αρμόδιους φορείς, με αποτέλεσμα η αγανάκτηση των πολιτών να χτυπάει κόκκινο. Την ίδια στιγμή, η αδυναμία έγκαιρης ενημέρωσης και η επακόλουθη έλλειψη εμπιστοσύνης στους αρμόδιους έχουν προκαλέσει μεγάλη αναστάτωση στην πόλη του Παγασητικού, η οποία ακόμα ψάχνει να βρει ποιος ρυπαίνει την ατμόσφαιρα στην περιοχή.

Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και έκανε μεταπτυχιακό στη μετάφραση στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Από το 2015 εργάζεται στον ηλεκτρονικό Τύπο ως δημοσιογράφος. Μιλάει αγγλικά, ιταλικά και γερμανικά και δεν της αρέσει να μιλάει για τον εαυτό της σε τρίτο πρόσωπο.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.