Οι Τούρκοι των Αθηνών

Είναι νέοι, μεταξύ 25 και 35 ετών. Έχουν όλοι μεταπτυχιακό και μιλούν ικανοποιητικά τα αγγλικά. Διατηρούν καθόλου ή χαλαρούς δεσμούς με τη θρησκεία και σχεδόν όλοι είναι αισιόδοξοι όσον αφορά την Ελλάδα. Είναι το νέο κύμα μεταναστών από την Τουρκία στη χώρα μας.
Χρόνος ανάγνωσης: 
23
'

Το βράδυ της 15ης Ιουλίου το πέρασα έντρομος, σε συνεχή επικοινωνία με τους φίλους μου στην Πόλη. Την επομένη ξεκίνησε ένας καταιγισμός μηνυμάτων, που δεν έλεγε να κοπάσει για μέρες. Δεκάδες νέοι Τούρκοι και Τούρκισσες με το ίδιο εναγώνιο ερώτημα: «Πώς μπορώ να εγκατασταθώ στην Ελλάδα, ή σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα;». Για πολλούς, ο τρόμος εκείνης της νύχτας παραμένει. Είδαν τις μαζικές και τυφλές διώξεις δημοσιογράφων, πανεπιστημιακών, στρατιωτικών και δικαστών που ακολούθησαν την απόπειρα πραξικοπήματος ως απόδειξη πως κανένα μέλλον δεν τους απομένει στην Τουρκία. Η χώρα βρίσκεται σε έναν πολιτικό και κοινωνικό κατήφορο προς το χάος, που τον επιτείνουν τα συνεχή πια τρομοκρατικά χτυπήματα. Η φυγή νέων έχει προσλάβει επιδημικές διαστάσεις. Το τελευταίο τετράμηνο μέτρησα είκοσι φίλους και γνωστούς που εγκατέλειψαν την Τουρκία «για πάντα», όπως επιμένουν. Κάποιοι εγκαταστάθηκαν στο Λονδίνο και το Παρίσι, κάποιοι στη Βιέννη και το Βερολίνο, κάποιοι στη Λισαβόνα, αρκετοί στο Μπουένος Άιρες και σε πόλεις της Βραζιλίας.

Κάποιοι, πάλι, προτίμησαν την Αθήνα. Ψάχνοντας απάντηση στα επίμονα ερωτήματα των φίλων μου, θυμήθηκα πως δυο-τρεις φίλοι είχαν εγκατασταθεί εδώ, εργαζόμενοι μάλιστα στην ίδια εταιρεία. Η Teleperformance, με έδρα στην Καλλιθέα, είναι το τοπικό παράρτημα πολυεθνικής εταιρείας τηλεφωνικών κέντρων. Προς μεγάλη μου έκπληξη, έμαθα πως στην εταιρεία απασχολούνται πάνω από 600 νέοι και νέες από την Τουρκία, ενώ επίκειται διπλασιασμός του αριθμού των τουρκοφώνων στο άμεσο μέλλον! Οι εργαζόμενοι στην Teleperformance αποτελούν σημαντικό ποσοστό της ταχύτατα αυξανόμενης τουρκικής παροικίας στην Αθήνα. Η Καλλιθέα και (σε μικρότερο βαθμό) οι γειτονικές συνοικίες Κουκάκι, Παλαιό Φάληρο και Νέα Σμύρνη απέκτησαν νέους κατοίκους.

Το τουρκικό brain drain

Ασχέτως με το πότε ήλθαν στην Αθήνα ή με το πού εργάζονται, τα μέλη της νεοσύστατης τουρκικής παροικίας έχουν κάποια κοινά χαρακτηριστικά, που αμέσως κεντρίζουν το ενδιαφέρον: είναι νέοι, στην πλειοψηφία τους μεταξύ 25 και 35 ετών. Είναι όλοι κάτοχοι μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών, ενώ μιλούν ικανοποιητικά την αγγλική (κάτι όχι συνηθισμένο στην Τουρκία). Διατηρούν καθόλου ή χαλαρούς δεσμούς με την θρησκεία –πολλοί είναι άθεοι, ντεϊστές ή αγνωστικιστές, κάποιοι μουσουλμάνοι στην πίστη, που όμως δεν θρησκεύονται. Σχεδόν όλοι είναι (υπερβολικά, πιστεύω) αισιόδοξοι όσον αφορά την Ελλάδα, ενώ εκμεταλλεύονται στο έπακρο τις «μικρές πολυτέλειες» της ζωής στην Αθήνα – όπως τα μπάνια σε πολύ κοντινές παραλίες!

Όσο κι αν δηλώνουν την επιθυμία τους να μείνουν στην Ελλάδα επ’ αόριστον, οι περισσότεροι έχω την αίσθηση πως θα είναι περαστικοί. Όπως και οι Ελλαδίτες πάροικοι της Πόλης, ζουν σε μία κατάσταση νομικής αβεβαιότητας, από την οποία μόνο ένας γάμος, ενδεχομένως, μπορεί να τους βγάλει. Καθώς οι συντριπτικά περισσότεροι δεν είναι κάτοχοι κάποιου ευρωπαϊκού διαβατηρίου, δεν έχουν άλλη δίοδο για να κατοχυρωθούν έναντι της γραφειοκρατίας. Όλοι σχεδόν δηλώνουν πως δεν έχουν πρόθεση να επιστρέψουν στην Τουρκία, και πως αν εγκαταλείψουν την Ελλάδα θα είναι για μια τρίτη χώρα, πιο μακριά…

Κάθε άνθρωπος μία ιστορία

Από τους παλαιότερα εγκατεστημένους είναι η 44χρονη πανεπιστημιακός Τούτσε Σακλίτζα-Ριγάτου που διδάσκει τουρκικά στο Ελληνικό Κέντρο Σπουδών Νοτιοανατολικής Ευρώπης (ΕΚΕΝΕ). «Πολλοί φίλοι μου πανεπιστημιακοί στην Τουρκία περιμένουν από στιγμή σε στιγμή να κτυπήσει η πόρτα για να τους συλλάβουν. Όλοι ψάχνουν τρόπο να φύγουν». Η Τούτσε πρωτοήλθε στην Ελλάδα το 2000, «να δω την χώρα για την οποίαν είχα διαβάσει και ακούσει τόσα πολλά». Το 2001 παντρεύθηκε τον Λευτέρη Ριγάτο και μετοίκησε στην Αθήνα. «Τότε πολύ λίγοι Τούρκοι έμεναν μόνιμα εδώ. Δεν υπήρχε η Teleperformance ή τουρκικές εταιρείες, 4-5 ανθρώπους είχα γνωρίσει. Τώρα έρχονται μαζικά. Οι μικτοί γάμοι αυξήθηκαν πάρα πολύ».

Ο Σερκάν Ζιχλί, 36, εξηγεί πως η παροικία αποτελείται από άτομα το μορφωτικό και κοινωνικό επίπεδο των οποίων είναι πολύ πάνω από τον τουρκικό μέσο όρο. «Ο καημός όλων μας ήταν να φύγουμε από την Τουρκία». Έχει σπουδάσει επικοινωνία και καλές τέχνες και στην Τουρκία υπήρξε ακτιβιστής των ΛΟΑΤ δικαιωμάτων και της οικολογίας. «Έφυγα μετά τα γεγονότα του Γκεζί το 2013, δεν άντεχα πια να ζω στην Τουρκία. Πάντα ήθελα να ζήσω στη Νότιο Αμερική. Ένας Τούρκος φίλος μου που ζούσε στην Ουρουγουάη με προσκάλεσε. Έζησα για δύο χρόνια στο Μοντεβιδέο. Μου άρεσε εκεί, εργαζόμουν στην Amazon, αγόρασα και γη να εγκατασταθώ. Αλλά μεσολάβησε ένα οικογενειακό πρόβλημα και θέλησα να είμαι πιο κοντά στην οικογένειά μου. Από τύχη βρέθηκα στην Ελλάδα, ένας φίλος μου εργαζόταν ήδη στην Teleperformance και με κάλεσε. Η ζωή μου εδώ μου αρέσει πολύ».

Ο Τιμούρ Κ, 34, επίσης ήλθε στην Αθήνα αμέσως μετά τα γεγονότα του Γκεζί. «Σπούδασα οικονομικά στον Καναδά και εργάσθηκα ως σύμβουλος σε μια εταιρεία στην Πόλη. Η δουλειά όμως δεν με ικανοποιούσε, ενώ έχανα ώρες κάθε μέρα στις μετακινήσεις. Παραιτήθηκα και ταξίδεψα για έναν χρόνο στη Μέση Ανατολή, την Ασία. Μετά διηύθυνα ένα hostel κοντά στο Τάξιμ. Αλλά με τα γεγονότα του Γκεζί ο τουρισμός κατέρρευσε. Ένας φίλος μου είπε για την Teleperformance και ήλθα στην Αθήνα. Εδώ γνώρισα και τη γυναίκα μου. Η Τζανσού είναι από τη Σμύρνη. Πρωτοήρθε εδώ για Erasmus, μετά για διδακτορικό και έμεινε. Σε αντίθεση με μένα, μιλά καλά ελληνικά. Είπαμε όταν γνωριστήκαμε ότι θα μέναμε για πάντα εδώ, αλλά τώρα αισθανόμαστε ότι δεν έχουμε προοπτική. Η δουλειά αυτή μας έχει κουράσει».

Ο Αλπέρ Τεκίν, 35, ήλθε στην Αθήνα καλύτερα ίσως προετοιμασμένος από όλους, έχοντας εντρυφήσει στην ελληνική γλώσσα και μουσική. «Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Σμύρνη. Για οικογενειακούς λόγους έπρεπε να μετακομίσουμε αιφνίδια με την μητέρα μου στην Πόλη, όπου ζούσαν οι αδελφοί μου. Ο ξαφνικός αποχωρισμός από τη Σμύρνη με στενοχώρησε πάρα πολύ. Στο εξοχικό μας, στον Αίνο, το ραδιόφωνο έπιανε τότε μόνο ελληνικούς σταθμούς. Άκουγα ρεμπέτικα τραγούδια και καταλάβαινα την λέξη “Σμύρνη” σε πολλά από αυτά. Παρότι δεν καταλάβαινα τα λόγια, το άκουσμα της πόλης μου με ταξίδευε. Έτσι γεννήθηκε το ενδιαφέρον μου για την ελληνική μουσική. Σιγά σιγά άρχισα να μαθαίνω τη γλώσσα από βιβλία και από το ραδιόφωνο. Τότε δεν ήξερα ακόμη κανέναν Έλληνα –έψαχνα Έλληνες να μιλήσω! Στην Πόλη κατάφερα να γνωριστώ με μια παρέα νέων μουσικών από την Ελλάδα, όπως ο Γιώργος Μαρινάκης και ο Χάρης Ρήγας· ο δεύτερος με κάλεσε να τραγουδάω στο συγκρότημα “Ταταυλιανό Κέφι”. Στην Πόλη είχε δημιουργηθεί μια μικρή Ελλάδα κι εγώ είχα γίνει μέλος της. Πήρα και μαθήματα ελληνικών στο Ελληνικό Προξενείο. Αλλά κάτι με έσπρωχνε προς τα εδώ. Η δουλειά στην Teleperformance μου παρείχε την ευκαιρία: για πρώτη φορά έμεινα εκτός σπιτιού στα 34 μου χρόνια. Έτσι, από την Σμύρνη που μεγάλωσα έφτασα στη Νέα Σμύρνη, όπου μένω».

Η Σελίν Ιντζέ (25) γεννήθηκε στη Γερμανία, αλλά η οικογένειά της επέστρεψε στην Πόλη όταν ήταν 5 μηνών. «Σπούδασα μηχανικός περιβάλλοντος. Έχω ζήσει κάποιους μήνες στην Ιταλία και στις ΗΠΑ. Πριν έλθω εδώ εργαζόμουν σε μια εταιρία ενέργειας στην Πόλη. Παραιτήθηκα γιατί ήθελα να φύγω, να ζήσω αλλού, η Τουρκία με έπνιγε. Στην Αθήνα αισθάνομαι σαν στο σπίτι μου, πιο άνετα απ’ ό,τι σε όλα τα άλλα μέρη που έχω ζήσει. Λέω ότι η Αθήνα είναι ο παράδεισός μου και οι Έλληνες οι άγγελοί μου!».

Ο Μπερκ Σιτ, 28, από τη Σμύρνη, περιπλανήθηκε αρκετά πριν έλθει, ενώ η Αθήνα θα αποτελέσει απλό σταθμό στην οδοιπορία του. «Σπούδασα μηχανικός στη Σμύρνη. Πριν από οκτώ χρόνια άρχισα να ταξιδεύω τον κόσμο. Ήδη από τα 19 άρχισα να αμφιβάλλω αν ήθελα να μείνω στην Τουρκία. Βρήκα τυχαία στο ίντερνετ μια δουλειά για φοιτητές στην Αλάσκα, σε ένα εργοστάσιο συσκευασίας σολωμού. Έμεινα εκεί πέντε μήνες, και πήγα από την Αλάσκα στον Βόρειο Πόλο με ωτοστόπ και περπατώντας. Μετά το ταξίδι άλλαξε πολύ η οπτική μου για τη ζωή. Αν δεν είχα πάει, ίσως σήμερα ζούσα σαν συνηθισμένος Τούρκος. Εκεί έμαθα να κάνω συγκρίσεις· ταξιδεύοντας βλέπεις τη σχετικότητα των τρόπων ζωής και των ιδεών». Ο Μπερκ είχε σχέση με μια κοπέλα από την Κολομβία, όπου έζησε κάποιους μήνες, ενώ γύρισε όλη την Νότια Αμερική και μέρος της Αφρικής και των ΗΠΑ. «Δεν μένω ποτέ σε ξενοδοχεία, κάνω couchsurfing ή μένω σε camping». Έκανε μάστερ στη Βαρκελώνη στην διοίκηση επιχειρήσεων, αλλά «συνειδητοποίησα ότι το να γυρίσω τον κόσμο μου ήταν πολύ πιο σημαντικό από το να κάνω καριέρα». Ήλθε στην Αθήνα τον Ιούνιο, λίγο πριν το πραξικόπημα. «Μαζεύω χρήματα για να συνεχίσω τα ταξίδια μου».

Ο Οουζχάν (Οούζ) Σιμσέκ, 27, έφυγε από την Τουρκία αμέσως μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα, μαζί με την Ελληνίδα φίλη του Κατιάνα. «Μέχρι να γνωρίσω την Κατιάνα ζούσα στο πατρικό μου, μοιραζόμουν το ίδιο δωμάτιο με τον αδελφό μου για 26 χρόνια! Και πριν γνωρίσω την Κατιάνα ήθελα να φύγω, βλέποντας πού οδεύει η Τουρκία. Σκεφτόμουν τις ΗΠΑ ή την Αγγλία. Αφού γνωριστήκαμε, σκέφτηκα, η Αθήνα είναι ωραία πόλη, ζωντανή, είναι κοντά, και οι Έλληνες κοντά μας στην νοοτροπία. Εγώ της έλεγα, ας μεταφερθούμε σιγά σιγά, εκείνη δεν ήθελε. “Έχω την ζωή μου στην Πόλη, τώρα που προσαρμόσθηκα να φύγω;” Το βράδυ του πραξικοπήματος με κάλεσε ο αδελφός μου, η φωνή του έτρεμε. “Άνοιξε την τηλεόραση”, είπε και το έκλεισε. Πάθαμε σοκ. Η Κατιάνα έπαθε πανικό με τις συνεχείς πτήσεις των μαχητικών. Ήταν η πιο δύσκολη νύχτα της ζωής μας. Η ζωή μου όλη αναποδογύρισε –σε λίγες μέρες βρεθήκαμε στην Αθήνα». Ο Οούζ εργάσθηκε κι εκείνος στην Telperformance, αλλά παραιτήθηκε και αναζητεί εργασία στον τομέα του, την πληροφορική.

Η υποδοχή καλή, τα στερεότυπα παραμένουν

«Το 2000, όταν πρωτοήλθα στην Ελλάδα, σκεφτόμουν να έλθω με αυτοκίνητο. Μια φίλη μου μού είπε, “Πού πας; Με τουρκικές πινακίδες; Θα σου βάλουν φωτιά στο αμάξι!”», λέει γελώντας η Τούτσε. Αλλά ήδη από τότε η αντίδραση του κόσμου ήταν θετική. «Όταν έλεγα πως είμαι Τούρκισσα, η πρώτη αντίδραση πολλών ήταν: Ξέρεις, ο παππούς/γιαγιά μου ήταν από κει. Ακόμη περισσότερο εντυπωσιάστηκε ο Λευτέρης όταν πρωτοπήγε στην Πόλη. Έφτασε στο Μπέμπεκ (σ.σ. ακριβό προάστιο του Βοσπόρου) και όσοι έβλεπε γύρω του δεν ταίριαζαν καθόλου με την εικόνα που είχε για τον “Τούρκο”. “Μήπως προσγειώθηκα σε λάθος μέρος;” αστειευόταν».

Πολλοί ανησυχούσαν σχετικά με το πώς θα τους συμπεριφέρονταν εδώ, αλλά ομοφωνούν πως όλες οι ανησυχίες τους αποδείχθηκαν αβάσιμες. Η Τούτσε πιστεύει πως τα τελευταία χρόνια οι τουρκικές σειρές έχουν κάνει πολύ καλή δουλειά. «Έχουν δημιουργήσει μια περιέργεια/συμπάθεια. Τουλάχιστον πάρα πολλοί εδώ κατάλαβαν ότι οι Τούρκοι δεν έχουν ουρά και κέρατα! Όταν είχα πρωτοέρθει, η πεθερά μου με ρώτησε αν είχαμε ψυγείο σπίτι –αυτό μόνο έβλεπαν στην τηλεόραση, φτωχούς, άξεστους Τούρκους. Τώρα περάσαμε σε άλλο στερεότυπο: πολλοί πιστεύουν ότι οι Τούρκοι έχουν όλοι χρήματα και μένουν σε βίλες!».

«Ο κόσμος στην Αθήνα είναι πάρα πολύ φιλόξενος», λέει ο Οούζ. «Σκίζονται να σε βοηθήσουν. Όταν καταλάβουν ότι μιλάω τουρκικά, δείχνουν ενδιαφέρον. Παντού προσπαθούν να μου μιλήσουν τουρκικά, να μου πιάσουν κουβέντα. Ο Μπερκ συμφωνεί πως οι Έλληνες είναι πάρα πολύ πρόθυμοι να σε βοηθήσουν. «Εδώ μου μοιάζει σαν τη Σμύρνη, μόνο που μιλούν ελληνικά και είναι χριστιανοί. Ο τρόπος ζωής μοιάζει πολύ με τη γενέτειρά μου και τα θέρετρα του Αιγαίου. Σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες είναι πιο δύσκολα για μας. Παρότι είμαι άθεος, επειδή έρχομαι από την Τουρκία με ταυτίζουν με την αραβο-μουσουλμανική κουλτούρα, που θεωρώ καθυστερημένη και με την οποία δεν έχω σχέση».

Ο Τιμούρ επίσης πιστεύει ότι πολύς κόσμος στην Ελλάδα συνδέει την Τουρκία με τη Μέση Ανατολή. «Όταν με βλέπουν πολλές φορές μου λένε πως δεν μοιάζω με Τούρκο, γιατί δεν αντιπροσωπεύω την εικόνα που έχουν στο μυαλό τους. Είμαι καστανόξανθος, έχω μπλε μάτια και ντύνομαι εναλλακτικά. Στην αρχή φοβόμουν, δεν έλεγα ότι είμαι από την Τουρκία αν δεν με ρωτούσαν. Μετά κατάλαβα ότι δεν είχα λόγο ανησυχίας. Φροντίζω μονάχα να μην μπαίνω σε ανώφελες συζητήσεις με πρόσωπα που δεν γνωρίζω. Ο κόσμος δεν έχει πολύ σαφή ιδέα για τους Τούρκους. Μια φορά, πήγα στη Σπάρτη και έβγαλα φωτογραφία με το άγαλμα του Κολοκοτρώνη. Με ρώτησε κάποιος, “Ξέρεις ποιος είναι;” Του είπα ό,τι ήξερα για τον Κολοκοτρώνη. “Από πού είσαι;” με ρώτησε. Όταν του είπα από την Τουρκία, μου είπε, “είσαι ο πιο μορφωμένος Τούρκος που γνώρισα”. “Μα πόσους έχεις γνωρίσει;” τον ρώτησα. “Όχι πολλούς”, είπε γελώντας».

Οι Έλληνες είναι άνετοι και ευθείς

Οι Τούρκοι των Αθηνών ομοφωνούν πως οι Έλληνες είναι πολύ πιο άνετοι στη συμπεριφορά από τους ομοεθνείς τους. «Εδώ ο κόσμος είναι πιο ανοιχτός, στην Τουρκία πλανάται πάντα μια ένταση», εξηγεί ο Σερκάν. «Εδώ πιάνεις εύκολα κουβέντα και γνωριμία. Εκεί με το που σε βλέπουν σπεύδουν να βγάλουν συμπέρασμα για σένα από τα ρούχα που φοράς, τις λέξεις που χρησιμοποιείς. Ο κοινωνικός διαχωρισμός είναι πολύ πιο αυστηρός. Ταυτόχρονα, οι Τούρκοι δεν είναι πολύ ευθείς, σκέφτονται πολύ τι και πώς θα το πουν. Εδώ ο κόσμος είναι πολύ πιο άμεσος στο να εκφράσει ευαρέσκεια ή δυσαρέσκεια, συμφωνία ή διαφωνία, ή τα αισθήματά του. Αυτό βέβαια δεν είναι πάντοτε θετικό. Επειδή οι Έλληνες είναι γενικά πιο ευθείς, θα ακούσεις και ευθέως ρατσιστικά σχόλια –δεν έχω ακούσει ποτέ για Τούρκους, αλλά πολλά για Αλβανούς και Ρομά».

«Για την Τουρκία είναι πολύ δύσκολες οι γενικεύσεις, γιατί είναι πολύ λιγότερο ομοιογενής κοινωνία από την ελληνική», λέει ο Τιμούρ. «Υπάρχουν μεγάλες διαφορές κατά περιοχή και κοινωνική τάξη. Μπορούμε πάντως να πούμε πως η κοινωνική πίεση είναι πολύ μεγαλύτερη. Πολλοί δεν νοικιάζουν σπίτι παρά μόνο σε παντρεμένα ζευγάρια –για ανύπανδρους άνδρες και γυναίκες η ενοικίαση είναι συχνά δύσκολη. Από την άλλη, οι Τούρκοι έχουν συχνά υπερβολικές αντιδράσεις. Όταν ζήσαμε εκεί τη μεγάλη κρίση το 2000-2001, ο κόσμος τα ‘χε χάσει, επικρατούσε πανικός. Εδώ είδα μεγαλύτερη ψυχραιμία, αισιοδοξία ότι “στο τέλος θα τα καταφέρουμε”. Επειδή εστιατόρια και καφέ είναι γεμάτα, δεν φαίνεται σαν κρίση. Νομίζω πως η αισιοδοξία και η άνεση είναι μέρος της ελληνικής κουλτούρας».

Όλοι αναφέρονται στην «πίεση της γειτονιάς», (mahalle baskısı), όρο που τα τελευταία χρόνια χρησιμοποιείται για να δηλώσει την κοινωνική πίεση για συμμόρφωση στις παραδοσιακές αξίες. «Στην Ελλάδα δεν υφίσταται παρόμοιος κοινωνικός έλεγχος», λέει η Σελίν. «Δεν αισθάνεσαι ότι κατασκοπεύουν τι κάνεις. Ο κόσμος δεν περνά τον καιρό του κρίνοντας ο ένας τον άλλον όπως στην Τουρκία. Υπάρχει πολύ μεγαλύτερη ανεκτικότητα». «Η ζωή εδώ είναι χωρίς φόβο», λέει ο Οούζ. «Δεν αισθάνεσαι πως πρέπει να δώσεις λόγο σε κανέναν και μπορείς να πεις τη γνώμη σου ελεύθερα». «Στην Ελλάδα η αστυφιλία έφερε σεξουαλική και κοινωνική ελευθερία στους χωριάτες. Ήρθαν στις πόλεις και άλλαξαν ήθη», λέει η Τούτσε. «Στην Τουρκία οι χωριάτες έφεραν τα ήθη τους στις πόλεις, και τις τράβηξαν πίσω...».

Η κοινωνία εδώ είναι λιγότερο άνιση

Αυτό που κάνει την ζωή πολύ πιο άνετη εδώ είναι, συμφωνούν οι συνομιλητές, ότι ο διαχωρισμός κοινωνικών τάξεων και ιδεολογικών ομάδων δεν είναι τόσο κάθετος. «Όταν ήλθα εδώ, ήταν πολύ ισχυρή η μεσαία τάξη, υπήρχε ευημερία, ενώ στην Τουρκία η μεσαία τάξη ήταν αδύναμη», λέει η Τούτσε. «Σήμερα η κατάσταση έχει αντιστραφεί. Παρόλα αυτά, η τουρκική κοινωνία παραμένει πολύ πιο διαστρωματωμένη. Εδώ ο διαχωρισμός δεν είναι τόσο αυστηρός, ούτε κοινωνικά ούτε πολιτικά. Στην Τουρκία οι ταμπέλες είναι πολύ περισσότερες –από το μουστάκι του άλλου καταλαβαίνεις πάραυτα τις πολιτικές του πεποιθήσεις, αν είναι εθνικιστής, αριστερός ή ισλαμιστής. Στην Πόλη ζούσαμε σε θύλακες κατά τάξη και ιδεολογία, εδώ αυτό δεν ισχύει».

«Eκεί οι γειτονιές είναι χωρισμένες, σε κάποιες δεν θα πατούσαμε ποτέ», λέει ο Τιμούρ. «Οι διαφορές στις τιμές ανάμεσα στις γειτονιές είναι πολύ μεγάλες, ώστε να διασφαλίζεται ο χωρισμός. Εδώ αυτό δεν ισχύει στον ίδιο βαθμό. Στην Τουρκία σήμερα όλοι έχουν εμμονή με το χρήμα, καθώς ο πλούτος είναι που καθορίζει το κοινωνικό σου κύρος. Ο κόσμος θέλει χρήματα, δεν τον νοιάζει τίποτε άλλο. Οι Έλληνες, αντίθετα, ξέρουν να χαίρονται τα μικρά πράγματα που δεν κοστίζουν».

Πόσο αργοί είναι οι ρυθμοί σας εδώ!

Όλοι ανεξαιρέτως συμφωνούν πως οι ρυθμοί στην Ελλάδα είναι πολύ πιο αργοί απ’ ότι στην Τουρκία, κάτι που ενίοτε εκνευρίζει, συνήθως όμως ξεκουράζει. «Όλα εδώ είναι πιο ήσυχα, στην Πόλη μας καταδυναστεύει μια ακατάπαυστη κινητικότητα», λέει ο Σερκάν. «Στην Τουρκία έχουμε συνηθίσει και τα θέλουμε όλα γρήγορα. Καμιά φορά εδώ είναι εκνευριστικά αργά».

Το φαινόμενο της σιέστας και της «κοινής ησυχίας», προκάλεσε αρχικά μεγάλη έκπληξη. «Δεν ήξερα ότι κοιμούνταν οι άνθρωποι το μεσημέρι, αυτό σε μας δεν υπάρχει», εξηγεί η Τούτσε. «Μια μέρα έπαιζα δυνατά μουσική με τα παράθυρα ανοικτά. Χτύπησαν το κουδούνι οι γειτόνισσες. Τότε δεν μιλούσα ελληνικά –έκλεισαν το στερεοφωνικό!». «Στην αρχή η σιέστα μας έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση, όπως και το γεγονός ότι οι τράπεζες κλείνουν στις δύο και την Δευτέρα και την Τετάρτη τα μαγαζιά κλείνουν νωρίς», λέει ο Τιμούρ. «Στην Τουρκία όλοι δουλεύουν σαν τρελοί, πολλές ώρες. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δουλεύουν αποτελεσματικά –οι πολλές ώρες δεν είναι απαραιτήτως και παραγωγικές! Μια άλλη διαφορά είναι πως στην Τουρκία υπάρχει διάλειμμα μιας ώρας για μεσημεριανό, ιερό και απαραβίαστο –ιδίως στον δημόσιο τομέα. Εδώ, πάλι, δεν ισχύει, τα γεύματα είναι πολύ πιο σύντομα».

Δύο διαφορετικά ταμπεραμέντα

Η διαφορά ταμπεραμέντου ανάμεσα στους δύο λαούς είναι κάτι που επισημαίνουν άπαντες, τονίζοντας πως εκείνο των Τούρκων είναι πολύ πιο σκοτεινό και μελαγχολικό. «Στους Τούρκους αρέσει ο καημός πάρα πολύ, αντί να βρουν διέξοδο από τον καημό, χτίζουν πάνω του», λέει ο Αλπέρ. «Βυθίζονται στη μελαγχολία. Αυτό το καταλαβαίνεις αμέσως και από την μουσική τους. Εγώ πάλι δεν ήμουν έτσι όταν ζούσα στην Τουρκία, έψαχνα κάτι που θα με βοηθούσε να φύγω από τον καημό». Η Τούτσε συμφωνεί. «Το βλέπεις αμέσως από τη μουσική. Στην Τουρκία τους αρέσουν τα δακρύβρεχτα, εδώ τα πιο χαρωπά. Υπάρχουν αμέτρητα ποιήματα στην Τουρκία όπου ο ποιητής εκφράζει το πόσο θέλει να βασανιστεί».

Ταυτόχρονα, τα μέλη της παροικίας υπογραμμίζουν την ανακούφισή τους με το γεγονός ότι η βία είναι πολύ μικρότερη στην ελληνική κοινωνία. Εντυπωσιάσθηκαν που δεν είδαν ποτέ καυγά με χειροδικίες, ούτε σε μπαρ ή στον δρόμο μετά τα μεσάνυχτα ανάμεσα σε μεθυσμένους, κάτι ιδιαίτερα συνηθισμένο στην Τουρκία. «Αυτό που δεν ήξερα όταν ήρθα είναι πως οι Έλληνες είναι πολύ πιο φωνακλάδες από εμάς, τσακώνονται και βρίζονται εύκολα, αλλά ποτέ δεν θα πλακωθούν στο ξύλο!», λέει η Τούτσε. «Στην Τουρκία άμα βρίσεις τον άλλον, έπεται χειροδικία. Άκουγα βρισιές και φωνές και έλεγα, μα σε τι γειτονιά ήρθαμε; Αλλά την επομένη χαιρετιούνταν σαν να μην είχε γίνει τίποτε!». «Στην Τουρκία ο κόσμος είναι πολύ πιεσμένος, υπάρχει παντού μια ένταση», λέει ο Τιμούρ. «Οι Τούρκοι ενθουσιάζονται αλλά και εκνευρίζονται με το παραμικρό. Το κακό τους ταμπεραμέντο είναι συνδυασμός κουλτούρας και ανασφάλειας. Εκεί είναι πολύ εύκολο να εκτραπούν τα πράγματα σε ξυλοδαρμό. Στην Ελλάδα είναι πιο ήρεμα, κοιτούν να περνούν καλά και δεν ψάχνουν για καυγά επί τούτου».

Για την Σελίν, η ατμόσφαιρα στην Αθήνα λειτουργεί ως ηρεμιστικό, ακριβώς γιατί τη συγκρίνει με αυτήν της Πόλης. «Οι άνθρωποι είναι πιο γελαστοί εδώ, παρά την κρίση, και πιο κεφάτοι. Στην Τουρκία δεν υπάρχει ηρεμία, όλοι είναι σε ένταση και επιθετικοί». Ο Μπερκ, πάλι, θεωρεί πως η μελαγχολία είναι κάτι ταυτόσημο με την Ανατολή. «Όσο πιο μέσα στην ενδοχώρα της Τουρκίας πηγαίνεις, τόσο σκοτεινότερο είναι το ταμπεραμέντο, ενώ στα παράλια έχουμε πιο ελαφρά διάθεση. Αλλά την μελαγχολία τη συναντάς και στους Έλληνες περισσότερο απ’ όσο σε άλλους ευρωπαϊκούς λαούς».

Η δυναμική των σχέσεων

Γενική είναι η ομολογία πως οι συμπεριφορές στις σχέσεις, τόσο τις οικογενειακές όσο και τις φιλικές και τις ερωτικές, παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές. «Στην Ελλάδα ένιωσα από την αρχή οικειότητα, εγγύτητα, κι αυτό με εντυπωσίασε ευχάριστα», λέει ο Οοούζ. «Οι συμπεριφορές γενικά μοιάζουν πολύ. Ο τρόπος με τον οποίον οι Έλληνες γελάνε, θυμώνουν, ειρωνεύονται, είναι ο ίδιος. Η οικογενειακή κουλτούρα είναι επίσης παρόμοια. Μόνο που στην Τουρκία κάποιοι κανόνες είναι πολύ πιο αυστηροί». Αναφέρεται στον περιορισμό, που πάντοτε προσωπικά με εντυπωσίαζε, πως δεν μπορείς να καπνίσεις μπροστά στον πατέρα σου, ακόμη και αν γνωρίζει πως καπνίζεις και ακόμη και αν καπνίζεις μπροστά στην μητέρα σου! «Είναι, λέγεται, θέμα σεβασμού!».

Η Τούτσε τονίζει πως επειδή δεν μεγάλωσε σε καθόλου θρήσκα ή συντηρητική οικογένεια, η ζωή στην Ελλάδα δεν της φάνηκε και πολύ διαφορετική. «Αλλά εγώ είμαι πολύ πιο τυχερή από τους περισσότερους στην Τουρκία, η οικογένειά μου δεν είναι καθόλου αντιπροσωπευτική. Κατά κανόνα, είναι πολύ πιο μεγάλος ο έλεγχος που ασκεί η οικογένεια εκεί. Αν μου έλεγαν όχι οι γονείς μου για κάτι, πάλι θα το έκανα. Αλλά νομίζω πως οι περισσότεροι, αν τους έλεγαν οι γονείς τους π.χ. να μην παντρευτούν κάποιον, α, θα έβαζαν μια πέτρα στην καρδιά τους και δεν θα παντρεύονταν!». Ο Οούζ λέει πως στις σχέσεις «οι γονείς μας θέλουν να έχουμε κάτι σοβαρό, με προοπτική. Εγώ πριν την Κατιάνα δεν τους είχα γνωρίσει καμία κοπέλα, και δεν υπήρχε και λόγος».

Όσον αφορά τις ερωτικές σχέσεις, τα ήθη εκεί είναι πολύ συντηρητικότερα. «Οι Τούρκοι άνδρες είναι πιο ζηλιάρηδες, θέλουν και καλά να αισθάνονται ότι ο λόγος τους περνάει», συνεχίζει ο Οούζ. «Οι Έλληνες είναι πιο άνετοι, δεν πνίγουν τις γυναίκες με την κτητικότητά τους. Εδώ, για παράδειγμα, έχω δει κοπέλες που είναι σε σχέση να κοιμηθούν κάποιο βράδυ στο σπίτι ενός άνδρα, που είναι απλώς φίλος τους. Στην Τουρκία αυτό είναι εκτός συζήτησης –δεν υπάρχει εμπιστοσύνη. Κατά τα λοιπά, οι σχέσεις εδώ είναι πιο εύκολες, αλλά εκεί πιο σταθερές. Οι Τούρκοι νομίζω είμαστε πιο υπομονετικοί. Στην Τουρκία εξάλλου ο χωρισμός είναι κάτι πολύ βαρύ –εδώ πολλές φορές χωρίζουν και τα ξαναφτιάχνουν, στην Τουρκία ακόμα και να τα ξαναφτιάξουν δεν είναι το ίδιο όπως πριν, έχει ραγίσει το γυαλί». «Στην Ελλάδα ο κόσμος είναι εντελώς δυτικότροπος στον τρόπο με τον οποίον αντιμετωπίζει το σεξ», πιστεύει ο Τιμούρ.

Ο Μπερκ πάλι θεωρεί πως δεν μπορεί να κάνει σύγκριση, καθώς η Σμύρνη είναι «μια φούσκα φιλελευθερισμού στην Τουρκία. Εκεί είμαστε περίπου όσο άνετοι και εδώ. Μου φαίνεται πάντως πως οι Ελληνίδες είναι όλο καπρίτσια, όπως και οι Σμυρνιές! Είναι άνετες, κεφάτες, ζωντανές». Όσο για τον Αλπέρ, πιστεύει πως οι Έλληνες αρέσκονται να παίζουν θέατρο για να σε γοητεύσουν. «Και μετά, φεύγουν ξαφνικά και μένεις σύξυλος».

Ο Σερκάν πιστεύει πως είναι ευκολότερο στην Ελλάδα να κάνεις φιλίες που κρατούν. «Στην Τουρκία ο κόσμος δεν ξέρει να κρατά αποστάσεις, δεν ξέρουν να διαχωρίζουν τον προσωπικό από τον δημόσιο χώρο. Έχουν συνηθίσει στην επαρχία να ζουν οικογενειακά και να ανακατεύονται ο ένας στη ζωή του άλλου. Επικρατεί έτσι μια οικειότητα χωρίς όρια. Εδώ τα όρια είναι πιο σταθερά, μπορούν να είναι φιλικοί και ταυτόχρονα να κρατούν αποστάσεις. Οι Έλληνες είναι γενικά εξωστρεφείς αλλά κρατούν μιαν απόσταση ωσότου σε γνωρίσουν καλύτερα. Επίσης, αν κάνεις κάτι που δεν αρέσει, ο άλλος δεν σε ξεκόβει πάραυτα. Στην Τουρκία οι φιλίες εύκολα γεννιούνται και εύκολα κόβονται».

Διίστανται οι απόψεις στην κουζίνα

Οι διαφορές στην κουζίνα των δύο χωρών είναι μεγαλύτερες απ’ όσο πολλοί νομίζουν. Το πρώτο και ανυπέρβλητο σοκ των Τούρκων είναι το ελληνικό πρωινό, ή μάλλον, η απουσία του. «Ήταν από τα πρώτα μου μεγάλα σοκ. Με ρώτησε η πεθερά μου, θα πάρεις πρωινό; Μου φάνηκε τόσο φτωχό –ψωμί, βούτυρο, μαρμελάδα. Στους Έλληνες, από την άλλη, φαίνεται περίεργο που τρώμε τυρί, τομάτα και ελιές το πρωί». «Καλέ δεν έχετε πρωινό εδώ!», λέει ο Οούζ σχεδόν έντρομος. «Στην Τουρκία το “καφέ κ τσιγάρο” το λέμε “το πρωινό της πουτάνας”. Μου λείπει το πρωινό της Πόλης –κουλούρι, τυρί, βούτυρο, μέλι, παστουρμά. Τώρα εδώ τρώω τοστ, καμιά φορά φτιάχνω και μενεμέν (σ.σ. τουρκική στραπατσάδα/καγιανάς)».

Οι περισσότεροι συμφωνούν πως στα εστιατόρια εδώ υπάρχει μεγαλύτερη ποικιλία σε μεζέδες. «Εδώ οι μεζέδες είναι κυρίως ζεστοί, στην Τουρκία κρύοι», λέει ο Τιμούρ. «Επίσης, στην Τουρκία σπανίως καταναλώνουν τυρί εκτός του πρωινού –δεν υπάρχουν ζεστοί μεζέδες με λιωμένο τυρί όπως το σαγανάκι κ.λπ.», λέει η Τούτσε. Όπως πάρα πολλοί Τούρκοι που επισκέπτονται την Ελλάδα, τονίζει πως –σε αντίθεση με τη διαδεδομένη εδώ πεποίθηση– η ελληνική κουζίνα είναι πολύ πιο βαριά και πολύ περισσότερο λιπαρή. «Μιλάμε για πάρα πολύ λάδι! Δεν μπορούσα στην αρχή να φάω χωριάτικη, έπρεπε να την σουρώσω! Σήμερα έχω μάλλον γίνει Ελληνίδα, και βάζω κι εγώ πολύ λάδι! Μου έκανε εντύπωση που εδώ δεν έχουμε yufkacı (σ.σ. μαγαζί που πουλάει φρέσκο ζυμωμένο φύλλο). Χρησιμοποιούν σχεδόν πάντα βιομηχανοποιημένο φύλλο για τις πίτες, αλλά κρατάει πολύ λάδι. Μια άλλη διαφορά είναι ότι σε μας τα πάντα είναι πολύ πιο μικρά κομμένα, από τη σαλάτα μέχρι τα ντολμαδάκια, και οι μερίδες μικρότερες».

Ο Μπερκ πάλι πιστεύει πως τα φαγητά είναι λίγο πολύ τα ίδια, «αλλά τα έχετε προχωρήσει ένα βήμα παρακάτω». Με συνόδευσε σε ένα πάρτι και για πρώτη φορά έφαγε ελληνικό μουσακά, με μπεσαμέλ (στην Τουρκία ο μουσακάς είναι απλός κιμάς με μελιτζάνες). «Είναι θεϊκό, αν το λανσάρει κάποιος στην Τουρκία θα θησαυρίσει!», λέει και συμπληρώνει «το μόνο πράγμα που του λείπει είναι το αϊράν».

Μεγάλη απορία προκάλεσε αρχικά στους πάντες ότι στην Ελλάδα δεν πίνουμε τσάι, «παρά μόνο όταν είστε άρρωστοι». Οι Τούρκοι πίνουν τσάι κάθε μέρα, και πολλές φορές. «Ταυτόχρονα, βέβαια, είναι πολύ πιο ανεπτυγμένη η κουλτούρα του καφέ. Στην Τουρκία θα βρεις μόνο τούρκικο, νες και εσπρέσσο, δεν υπάρχει κρύος καφές και εκτός από τον τούρκικο όλοι είναι πολύ υποδεέστεροι», λέει ο Τιμούρ. «Μου έκανε εντύπωση», προσθέτει, «πως στην Ελλάδα η σούπα δεν αποτελεί μέρος του καθημερινού τραπεζιού, δεν τρώτε πολλές σούπες».

 Συχνό είναι το παράπονο πως στην Ελλάδα δεν υπάρχουν τα φθηνά μαγέρικα με καλό μαγειρευτό φαγητό (lokanta), που βρίθουν στην Τουρκία και ενθουσιάζουν και τους Έλληνες επισκέπτες. «Περιορίζεσαι έτσι είτε να τρως συνεχώς σουβλάκι για ένα γρήγορο γεύμα, είτε να πηγαίνεις σε ακριβότερες ταβέρνες και καφέ-μπιστρό», λέει ο Τιμούρ. Οι περισσότεροι συμφωνούν πως προτιμούν τα φαγητά στο σπίτι στην Τουρκία και στο εστιατόριο στην Ελλάδα.

Το σέρβις είναι… ερασιτεχνικό

Όποιος έχει επισκεφθεί την Τουρκία δεν θα παραξενευθεί που όλοι τους γελούν με το πόσο αργό και ερασιτεχνικό είναι το σέρβις στην Ελλάδα σε καφέ και εστιατόρια. «Μου φαίνεται αστείο», λέει ο Σερκάν. «Στην Τουρκία έχουμε συνηθίσει να γίνονται τα πράγματα αμέσως, να τρέχει το γκαρσόνι να μαζέψει τα άπλυτα πιάτα. Εδώ στα αφήνουν μπροστά σου για ώρα, κανείς δεν ασχολείται! Πρέπει να τρέχεις πίσω από το γκαρσόνι για να πληρώσεις τον λογαριασμό!». «Οι σερβιτόροι μπορώ να πω πως υπολείπονται σε ευγένεια σε σχέση με την Τουρκία», λέει η Τούτσε. «Πολλές φορές έχεις την αίσθηση ότι σου κάνουν χάρη να σε σερβίρουν!».

Η Σελίν συμφωνεί, αλλά βλέπει και τη θετική πλευρά. «Στην Τουρκία όμως δεν σε αφήνουν να ησυχάσεις, είναι συνεχώς πάνω από το κεφάλι σου. Αισθάνεσαι πίεση καθώς το γκαρσόνι έρχεται, μαζεύει πράγματα, σε ρωτάει αν θες κάτι άλλο. Δυστυχώς στην Τουρκία επικρατεί η άποψη ότι όταν πληρώνουν για κάτι δεν αγοράζουν μια υπηρεσία αλλά εκείνον που την παρέχει!». Ο Τιμούρ συμφωνεί. «Οι Τούρκοι εκνευρίζονται πολύ γρήγορα, νομίζουν πως όταν πληρώνουν για μια υπηρεσία τους ανήκεις». Ο Αλπέρ, πάλι, ενώ καταδικάζει την αδιαφορία ή και αγένεια πολλές φορές των εδώ σερβιτόρων, δυσανασχετεί με το ότι «στην Τουρκία, πολλές φορές οι πελάτες αντιμετωπίζουν τους σερβιτόρους σαν ζώα».

Η Αθήνα τους αρέσει πολύ

Εντύπωση μου έκανε, εμένα που ερωτεύτηκα κάποτε την Πόλη και έζησα χρόνια εκεί, πόσο ξετρελαμένοι δηλώνουν οι περισσότεροι με την Αθήνα. Η Σελίν εξηγεί γιατί είναι τρισευτυχισμένη, όπως λέει, εδώ. «Μου φαίνεται ότι ο κόσμος είναι πολύ ευγενικός, με ουσιαστικό τρόπο –σκίζεται να σε βοηθήσει. Η πόλη είναι μικρή και ήσυχη, σε σχέση με την Πόλη είναι πολύ ηρεμιστική. Οι συγκοινωνίες είναι πολύ βολικές. Μου αρέσει πάρα πολύ που η πόλη δεν έχει ουρανοξύστες, δεν σε πνίγει –οι άκρες των δρόμων είναι γεμάτες δένδρα και από παντού βλέπεις ουρανό. Κάθε μέρα ξυπνάω με ήχους πουλιών εδώ στο Κουκάκι. Είναι το αγαπημένο μου μέρος, όχι πολύ τουριστικό, ενώ σου προσφέρει τα πάντα –φαγητό, ψυχαγωγία. Με εντυπωσίασε πολύ ότι ο κόσμος είναι ακόμη έξω, κεφάτος, παρά την κρίση. Η ζωή κυλά έξω, ξέρουν να την χαίρονται. Τα εστιατόρια είναι γεμάτα γιατί οι τιμές τους είναι προσιτές».

Η Σελίν και ο Σερκάν είναι συγκάτοικοι. «Νοικιάσαμε από κοινού δύο σπίτια, ένα στο Κουκάκι και ένα στο Παλαιό Φάληρο, για να είμαστε κοντά στην θάλασσα. Πηγαίναμε για μπάνιο μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου. Όταν άρχιζε η βάρδια μας στις 12, πηγαίναμε το πρωί στη θάλασσα και κολυμπούσαμε! Μου αρέσει τόσο η Αθήνα, που για εννιά μήνες δεν βγήκα από εδώ, ούτε σε νησί δεν πήγα. Σε όλους όσους ήρθαν να με επισκεφτούν, η Αθήνα και η Ελλάδα τους άρεσαν πάρα πολύ –καταλαβαίνουμε γιατί ήλθες, μου είπαν».

Η θάλασσα είναι από τα πιο θελκτικά σημεία της πόλης, ιδίως για όσους μεγάλωσαν στην Κωνσταντινούπολη και συνήθισαν να την βλέπουν χωρίς να μπορούν να μπουν! «Το να έχετε μια μεγάλη πόλη και να μπορείτε εντός λεπτών να βρίσκεστε σε μια παραλία και να κολυμπήσετε μου έκανε μεγάλη εντύπωση», λέει η Τούτσε. «Σε σχέση με την Πόλη, η ζωή στην Αθήνα είναι δέκα φορές καλύτερη», λέει ο Τιμούρ. «Η πόλη είναι μικρότερη, έχει ήρεμα μέρη να πας να ησυχάσεις, η μόλυνση πολύ μικρότερη, μπορείς να κολυμπήσεις, η κίνηση είναι πολύ μικρότερη και είναι πολύ πιο εύκολο να πας στην παραλία. Οι τιμές είναι πολύ πιο λογικές. Η Αθήνα σε ηρεμεί».

«Το κόστος ζωής στην Πόλη είναι πολύ ψηλό», λέει ο Σερκάν. «Εκεί κέρδιζα πολύ περισσότερα χρήματα, αλλά εδώ μπορώ με τον μισθό μου να ζήσω πολύ πιο άνετα. Μου αρέσει πολύ ο Πειραιάς και το Πασαλιμάνι, ενώ με ευχαριστεί να ανακαλύπτω μικρές, απόκεντρες γειτονιές. Φυσικά μου αρέσουν και η Πλάκα και το Μοναστηράκι».

Για τους περισσότερους, που ως νεοφερμένοι δεν μιλούν καθόλου ελληνικά, η γλωσσομάθεια των Ελλήνων βοηθά πολύ. «Μας διευκολύνει πολύ το ότι όλοι εδώ μιλούν κάποια αγγλικά –στην Τουρκία αυτό δεν ισχύει», λένε η Σελίν και ο Μπερκ. Όλοι αγαπούν το Παλαιό Φάληρο, και γιατί είναι κοντά στην θάλασσα και γιατί είναι γεμάτο Πολίτες, οι οποίοι ξέρουν τη γλώσσα τους και τους συμπεριφέρονται, όπως τονίζουν, πολύ φιλικά. Οι περισσότεροι αναφέρουν και τα Εξάρχεια ανάμεσα στα αγαπημένα τους μέρη. «Αγαπώ τα Εξάρχεια γιατί είναι σαν αυτόνομος θύλακας, κάτι που δεν υπάρχει στην Τουρκία», λέει ο Τιμούρ.

Η θρησκεία είναι για το σπίτι

«Η τουρκική παροικία των Αθηνών δεν έχει θρήσκους», λέει η Τούτσε, που η ίδια δεν έχει σχέση με την θρησκεία. «Είμαι άθεος», λέει ο Σερκάν. «Στην Ελλάδα η θρησκεία δεν με ενοχλεί, εδώ είναι πολύ πιο ήπια. Στην Τουρκία είναι κάτι σκληρό, γιατί αναμειγνύεται πολύ στην πολιτική. Οι γυναίκες με μαντίλες και οι άνδρες ντυμένοι σαν ιμάμηδες με αηδιάζουν. Παλιά δεν υπήρχε αυτή η ένταση. Όταν ήμουν στο Πανεπιστήμιο είχα αγωνιστεί για το δικαίωμά τους να μπαίνουν εκεί με μαντίλες –εγώ και κάποιοι φίλοι μου είχαμε φορέσει μαντίλες για συμπαράσταση. Διαμαρτυρόμασταν που οι άνδρες μπορούσαν να μπουν με ισλαμική γενειάδα, αλλά οι γυναίκες όχι με μαντίλες. Σήμερα που η θρησκεία αναμιγνύεται με την πολιτική, το χρήμα και τη διαφθορά, μας προκαλεί ρίγη.

«Από μικρός, η θρησκεία μου φαινόταν κάτι φαιδρό», λέει ο Μπερκ. «Η αραβική-ισλαμική κουλτούρα μας κράτησε πίσω. Στην Ελλάδα η θρησκεία είναι πιο ήπια, ακόμη και οι θρήσκοι δεν είναι ακραίοι, μου θυμίζουν τους Λατίνους. Δεν έχουν υιοθετήσει εξτρεμιστικές θέσεις όπως οι μουσουλμάνοι ή οι ευαγγελιστές». Ο Τιμούρ δηλώνει ντεϊστής. «Στην Τουρκία όταν βλέπω τους ισλαμιστές ψυχραίνομαι κατά του Ισλάμ. Γεννήθηκα μουσουλμάνος, από μουσουλμάνους γονείς, αλλά δεν είμαι έτσι και δεν θέλω να είμαι έτσι. Ο χριστιανισμός εδώ είναι πιο άνετος από το ισλάμ, πιο χαρμόσυνος. Εδώ Χριστούγεννα και Πάσχα ο κόσμος διασκεδάζει, στην Τουρκία στα μπαϊράμια δεν διασκέδασα ποτέ. Όλοι οι Έλληνες φίλοι μου εορτάζουν αυτές τις γιορτές, χωρίς αυτό να επηρεάζει την καθημερινότητά τους. Αυτό που μου έκανε μεγάλη εντύπωση εδώ είναι πως ο κόσμος σταυροκοπιέται στο λεωφορείο!».

Ο Αλπέρ ήταν κάποτε πολύ θρήσκος, αλλά σήμερα δεν θρησκεύεται. «Εξακολουθώ να πιστεύω, αλλά παρόλο που είμαι μουσουλμάνος, φοβάμαι το ισλάμ. Προτιμώ γύρω μου να βλέπω εκκλησίες, εδώ τις θεωρώ κομμάτι της ατμόσφαιρας και της ταυτότητας της Ελλάδας. Φοβάμαι πως αν ανοίξει τζαμί στην Αθήνα, θα γίνει το ισλάμ αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης, όπως και στην Τουρκία. Το καλύτερο, νομίζω, είναι η θρησκεία να μένει στο σπίτι».

 Το ίδιο ακριβώς πιστεύουν και η Σελίν και ο Οούζ, που ενώ πιστεύουν στο ισλάμ δεν θρησκεύονται. «Τι να με νοιάξει αν έχει τζαμί εδώ ή όχι, αφού οι γυναίκες δεν πάμε στο τζαμί», λέει η Σελίν. Παλιά νήστευε στο Ραμαζάνι, τώρα έχει σταματήσει. Το ίδιο και ο Οούζ. «Παραμένω μουσουλμάνος, πιστεύω, αλλά δεν δέχομαι την ανάμιξη της θρησκείας με την πολιτική. Πιστεύω ότι πρέπει να ερευνάμε τα πράγματα –δεν είναι δυνατόν να ακολουθούμε τυφλά κανόνες που καταρτίσθηκαν πριν 1400 χρόνια! Ο κόσμος έχει προχωρήσει πολύ. Πίνω και τρώω χοιρινό, θεωρώ βλακώδες να μην το κάνει κανείς για λόγους θρησκευτικούς». Καθώς συζητούσαμε στο Κουκάκι, πέρασαν δύο τουρίστριες με μαντίλες. Ο Οούζ τις κοίταξε υποτιμητικά. «Πάνω που θα σου έλεγα ότι ένα από τα πράγματα που μου αρέσει πολύ εδώ είναι ότι δεν έχει μαντίλες! Ευτυχώς, στην Ελλάδα δεν αισθάνομαι καμία πίεση θρησκευτική».

Γραφειοκρατία, απεργίες, δημόσια νοσοκομεία: οι εφιάλτες

«Η γραφειοκρατία εδώ είναι μία κόλαση. Στην Τουρκία τα πράγματα είναι κάπως πιο οργανωμένα», λέει ο Σερκάν. «Το χειρότερό μου εδώ είναι οι απεργίες και η παράλυση που φέρνουν –τίποτε άλλο δεν με δυσαρεστεί». Η σκέψη και μόνο της ελληνικής γραφειοκρατίας προκαλεί ρίγη στην Τούτσε. «Το πιο τρομερό που έχω ζήσει είναι η γραφειοκρατία –δεν φανταζόμουν ότι θα ήταν έτσι! Στην αρχή ήμουν με άδεια παραμονής, αργότερα ταλαιπωρήθηκα πολύ για να πάρω την υπηκοότητα. Παίρνεις τηλέφωνο σε μια δημόσια υπηρεσία, δεν το σηκώνει κανείς. Η γραφειοκρατία είναι καφκική. Ήταν πολύ μεγάλα βάσανα, δεν θέλω να τα θυμάμαι!».

«Το να βγάλεις ένα έγγραφο στο ΚΕΠ σου αλλάζει την πίστη, αν δεν έχεις μαζί σου έναν Έλληνα να σε βοηθήσει», λέει ο Τιμούρ. «Χρειαστήκαμε τρεις εβδομάδες για να πάρουμε ίντερνετ από τον ΟΤΕ. Στην εφορία κανείς δεν μιλά αγγλικά, άντε να συνεννοηθείς για να πάρεις, ας πούμε, ΑΦΜ. Όλες οι φόρμες είναι στα ελληνικά. Τα δημόσια νοσοκομεία είναι ένα χάλι! Μια φορά η Τζανσού έκοψε πολύ βαθιά το δάκτυλό της και πάθαμε πανικό, καλέσαμε ασθενοφόρο αλλά δεν ερχόταν! Αν δεν μας τύχει κάτι πολύ σοβαρό δεν πάμε στο νοσοκομείο».

Δεν θα επιστρέψουμε ποτέ...

Εκτός από τον Αλπέρ, που νοσταλγεί την οικογένεια και τους φίλους του και ενδέχεται να επιστρέψει, κανείς δεν συζητά να γυρίσει στην Τουρκία. «Αν είναι να φύγω θα επιστρέψω στην Ουρουγουάη. Στην Τουρκία η κατάσταση είναι απελπιστική, δεν αντέχω να βλέπω τη χώρα μου να καταστρέφεται μέρα με τη μέρα». Η Τούτσε συμφωνεί. «Κάθε χρόνο γίνεται και πιο συντηρητική. Με πονά η Τουρκία σήμερα, δεν βλέπω τηλεόραση, δεν ακούω ειδήσεις, μου είναι πολύ δύσκολο».

«Δεν μου λείπει η Τουρκία και οι Τούρκοι, αλλά κάποιες οικογενειακές μνήμες», λέει ο Μπερκ. «Όπου γης πατρίς. Όπου είσαι ευτυχής. Στην Τουρκία δεν με αντιπροσωπεύει ο τρόπος ζωής, η θρησκεία, το αυταρχικό πολιτικό σύστημα». «Μου λείπουν η οικογένειά μου και ακόμη περισσότερο η δουλειά που είχα στην Πόλη, ήταν πολύ καλή. Η άνεσή μου. Αλλά η Τουρκία δεν έχει μέλλον», λέει ο Οούζ.

«Τώρα με το ΑΚΡ η Τουρκία φαίνεται πως γύρισε στο “φυσικό” της», αναστενάζει ο Τιμούρ. «Τα 80 χρόνια κεμαλικής διακυβέρνησης ήταν ένα όνειρο, μια ψευδαίσθηση πως ήμασταν κάτι άλλο. Τώρα η παρένθεση κλείνει και η χώρα γίνεται συντηρητική, μουσουλμανική. Εμείς οι μη θρήσκοι, οι δυτικότροποι, ήμασταν ανέκαθεν μια μειονότητα. Πριν είχαμε την εξουσία, τώρα είμαστε υπό διωγμό... Εγώ και η γυναίκα μου δεν αισθανόμαστε ότι επειδή γεννηθήκαμε στην Τουρκία πρέπει οπωσδήποτε να ζήσουμε εκεί. Είμαστε πολίτες του κόσμου, κάπου θα μας βγάλει το κύμα».

Σπούδασε νομικά σε Αθήνα και Cambridge. Έζησε νομαδικά με βάση του την Πόλη (2003-2015). Εκεί έγραψε δύο βιβλία για την Κωνσταντινούπολη και ένα για την Μικρά Ασία, ενώ συνεργάσθηκε με ελληνικά και ξένα έντυπα. Σήμερα συνεχίζει την νομαδική του ύπαρξη, με βάση την Αθήνα.
Γεννήθηκε (1977) στην Ελευσίνα. Σπούδασε φωτογραφία στη Focus. Οι φωτογραφίες του έχουν δημοσιευτεί σε ελληνικές και διεθνείς εκδόσεις (Spiegel, Die Zeit, Rolling Stones Magazine, Le Monde, Washington Post, International NY Times). Έχει κάνει αποστολές σε πολλές χώρες.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous
gplus

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.