Tροπολογίες στη Βουλή: Χωρίς τιμωρία η συστηματική παραβίαση του Συντάγματος

Τα κόμματα γνωρίζουν πως ακόμα και αν παραβιάσουν διατάξεις του Συντάγματος και του Κανονισμού της Βουλής δεν τιμωρούνται, αφού τα πεπραγμένα τους δεν ελέγχονται δικαστικά.
Χρόνος ανάγνωσης: 
18
'
[Louisa Gouliamaki/AFP]

Τον περασμένο Δεκέμβριο κατατέθηκε στη Βουλή ένα νομοσχέδιο με τίτλο «Επείγουσες ρυθμίσεις αρμοδιότητας υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής». Αποτελεί το πιο πρόσφατο και κατάλληλο παράδειγμα για να καταλάβουμε πώς υπουργοί και βουλευτές παραβιάζουν συστηματικά το Σύνταγμα και τον Κανονισμό της Βουλής με εκπρόθεσμες και άσχετες τροπολογίες.

Με δύο λόγια

Το inside story προσεγγίζει την προβληματική των εκπρόθεσμων και άσχετων τροπολογιών, μία πρακτική που εφάρμοσαν όλα τα κόμματα που κυβέρνησαν στη διάρκεια της Μεταπολίτευσης, παρότι απαγορεύεται από το Σύνταγμα και τον Κανονισμό της Βουλής. Παρά τη σχετική απαγόρευση, ο νόμος δεν προβλέπει κυρώσεις για όσες τροπολογίες κατατίθενται εκπρόθεσμα ή έχουν περιεχόμενο άσχετο με το κύριο αντικείμενο του νομοσχεδίου ή της πρότασης νόμου, με αποτέλεσμα να γίνονται νόμος του κράτους με την ψήφισή τους. Η διάδοση της παραπάνω πρακτικής, σκοπός της οποίας συχνά είναι η εξυπηρέτηση σκοπιμοτήτων άσχετων από τους σκοπούς του νομοσχεδίου, οδηγεί αφενός σε κακονομία, αφού άσχετες και πρόχειρες διατάξεις εμπεριέχονται στο τελικό κείμενο των νόμων, αφετέρου σε ανασφάλεια δικαίου, αφού οι πολίτες αδυνατούν να γνωρίζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους. Για τη θεραπεία του παραπάνω προβλήματος, προτείνεται μεταξύ άλλων η καθιέρωση δικαστικού ελέγχου της διαδικασίας κατάθεσης και ψήφισης τροπολογιών, ώστε να υπάρχουν κυρώσεις σε περίπτωση παραβίασης των σχετικών διατάξεων.
Εκτός από το παραπάνω φαινόμενο, έχουμε και την καταστρατήγηση των διατάξεων για τις νομοτεχνικές βελτιώσεις, οι οποίες αντί να περιορίζονται στη διόρθωση γραμματικών και συντακτικών λαθών, συχνά κρύβουν αλλαγές στην ουσία του νόμου. Παραθέτουμε τις απαντήσεις που μας έδωσαν τα μέλη του προεδρείου της Βουλής σχετικά με το φαινόμενο, καθώς και το πώς θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί.

Όμως ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή και ας εξηγήσουμε τι λέει ο νόμος, για να δούμε στη συνέχεια πώς τον παραβιάζουν κυβέρνηση και Βουλή. Ο Σπύρος Βλαχόπουλος, καθηγητής Δημόσιου Δικαίου του πανεπιστημίου Αθηνών, είπε στο inside story: «Οι ρυθμίσεις για τις τροπολογίες βρίσκονται στο άρθρο 74 του Συντάγματος και εξειδικεύονται στον Κανονισμό της Βουλής. Το νομοθετικό πλαίσιο προβλέπει κυρίως δύο κανόνες: Ο πρώτος ορίζει ότι οι τροπολογίες πρέπει να κατατίθενται μέχρι τρεις ημέρες πριν την έναρξη της συζήτησης στην Ολομέλεια ή την αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή. Ο δεύτερος και κατά την άποψή μου σημαντικότερος κανόνας έχει να κάνει με την απαγόρευση κατάθεσης τροπολογιών που είναι άσχετες με το κύριο αντικείμενο του νομοσχεδίου ή της πρότασης νόμου. Δυστυχώς, συχνά στην πράξη δεν τηρούνται αυτές οι δύο συνταγματικές διατάξεις, ενώ παρατηρείται και μία τρίτη παραβίαση του Συντάγματος, όταν υποβάλλονται τροπολογίες χωρίς την απαραίτητη αιτιολογική έκθεση».

Ποια είναι η διαφορά μεταξύ του «νομοσχεδίου» και της «πρότασης νόμου»;
Νομικά η διαφορά τους έγκειται στο ποιος προτείνει ένα νομοσχέδιο ή μία πρόταση νόμου. Συγκεκριμένα, όταν τη νομοθετική πρωτοβουλία ασκεί η Κυβέρνηση, οι προτάσεις της καλούνται «νομοσχέδια» (ή «σχέδια νόμου»), ενώ όταν ένα νομοθετικό κείμενο προτείνεται από βουλευτές, τότε ονομάζεται «πρόταση νόμου».

Η κατάθεση εκπρόθεσμων ή άσχετων τροπολογιών αποτελεί μία πάγια πρακτική κακής νομοθέτησης που εφάρμοσαν όλα τα κόμματα που κυβέρνησαν κατά τη μεταπολίτευση. Ακόμη, όλα τα κόμματα ανέπτυξαν ως τακτική να καταθέτουν σωρηδόν τροπολογίες σε νομοσχέδια που επρόκειτο να ψηφιστούν λίγο πριν την αλλαγή του έτους. Κι αυτό για δύο λόγους: α) οι υπουργοί που φέρνουν τις τροπολογίες θέλουν να προλάβουν προθεσμίες που λήγουν στο τέλος του χρόνου και β) ο έλεγχος του κοινοβουλευτικού έργου από τους βουλευτές και τα ΜΜΕ τείνει να είναι πιο χαλαρός την περίοδο των εορτών, με αποτέλεσμα μία τροπολογία να περνάει ευκολότερα απαρατήρητη.

Σε νομοσχέδιο του υπ. Μεταναστευτικής Πολιτικής κατατέθηκαν 22 τροπολογίες: το 90% δεν σχετίζονταν με το θέμα ενώ το 50% ήταν εκπρόσθεσμες

Νομοσχέδιο του υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής, που κατατέθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 2018, πολύ σύντομα γέμισε με άσχετες και εκπρόθεσμες τροπολογίες. Σε αυτόν τον σύνδεσμο μπορείτε να βρείτε και τις 22 τροπολογίες που υποβλήθηκαν μετά την κατάθεσή του στη Βουλή. Εμείς τις διαβάσαμε μία προς μία και βρήκαμε τα εξής:

  • Πρώτον, το 50% (δηλαδή 11 από τις 22) ήταν εκπρόθεσμες.
  • Δεύτερον, μόνο το 9% (δηλαδή δύο από τις 22) ήταν σχετικές με το κύριο αντικείμενο του νομοσχεδίου. Oι υπόλοιπες 20 στις 22 τροπολογίες αφορούσαν σε θέματα που δεν είχαν καμία σχέση ούτε καν με το χαρτοφυλάκιο του εν λόγω υπουργείου. Είναι αξιοσημείωτο ότι κατέθεσαν τροπολογίες το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, το υπουργείο Εξωτερικών, το υπουργείο Διοικητικής Ανασυγκρότησης, το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, το υπουργείο Εσωτερικών, το υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το υπουργείο Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης, το υπουργείο Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, το υπουργείο Εργασίας, το υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, το υπουργείο Οικονομικών και το υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών. Με λίγα λόγια, σχεδόν όλα τα υπουργεία κατέθεσαν άσχετες ή εκπρόθεσμες τροπολογίες.

Οι εκπρόθεσμες τροπολογίες στο νομοσχέδιο του υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής

Όπως συχνά συμβαίνει με νομοσχέδια που κατατίθενται προς το τέλος του έτους, το νομοσχέδιο με τίτλο «Επείγουσες ρυθμίσεις αρμοδιότητας υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής» γέμισε από εκπρόθεσμες τροπολογίες, οι περισσότερες από τις οποίες ήταν ταυτόχρονα και άσχετες με το κύριο αντικείμενό του. Εδώ μπορείτε να τις δείτε αναλυτικά:
1. Η τροπολογία με αριθμό 1897/35 κατατέθηκε στις 20 Δεκεμβρίου 2018 από το υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών και αφορούσε σε συμψηφισμό απαιτήσεων του ΟΑΣΘ.
2. Η τροπολογία με αριθμό 1896/34 κατατέθηκε στις 20 Δεκεμβρίου 2018, από το υπουργείο Ψηφιακής Πολιτικής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης, και αφορούσε στη ρύθμιση της ταχυδρομικής αγοράς.
3. Η τροπολογία με αριθμό 1895/33 κατατέθηκε στις 20 Δεκεμβρίου 2018 από το υπουργείο Οικονομικών, ήταν έκτασης 85 σελίδων και αφορούσε σε διάφορα ζητήματα, όπως τη φορολογία εισοδήματος και τη μετακίνηση των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας.
4. Η τροπολογία με αριθμό 1892/30 κατατέθηκε στις 20 Δεκεμβρίου 2018 από το υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, ήταν έκτασης 15 σελίδων και αφορούσε σε ζητήματα όπως η υποψηφιότητα δήμων για τη φιλοξενία του θεσμού της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης.
5. Η τροπολογία με αριθμό 1891/29 κατατέθηκε στις 20 Δεκεμβρίου 2018 από το υπουργείο Οικονομικών, ήταν έκτασης 58 σελίδων και αφορούσε σε διάφορα ζητήματα, όπως την αναμόρφωση του δικαίου των ανωνύμων εταιρειών.
6. Η τροπολογία με αριθμό 1890/28 κατατέθηκε στις 20 Δεκεμβρίου 2018 από το υπουργείο Οικονομίας και αφορούσε στην Ελληνική Βιομηχανία Ζάχαρης.
7. Η τροπολογία με αριθμό 1888/26 κατατέθηκε στις 20 Δεκεμβρίου 2018 από το υπουργείο Εργασίας, ήταν έκτασης 21 σελίδων και αφορούσε σε θέματα διαιτητών και παρατηρητών αθλημάτων επαγγελματικής κατηγορίας.
8. Η τροπολογία με αριθμό 1887/25 κατατέθηκε στις 20 Δεκεμβρίου 2018 από το υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού και αφορούσε στις επιτροπές διεκδίκησης, οργάνωσης και διεξαγωγής αθλητικών διοργανώσεων παγκόσμιας εμβέλειας.
9. Η τροπολογία με αριθμό 1886/24 κατατέθηκε στις 20 Δεκεμβρίου 2018 από το υπουργείο Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής και αφορούσε σε θέματα χορήγησης φορολογικής ενημερότητας στους οργανισμούς λιμένος Α.Ε. και σε κατεπείγουσες ανάγκες προμήθειας καυσίμων του Λιμενικού Σώματος.
10. Η τροπολογία με αριθμό 1884/22 κατατέθηκε στις 20 Δεκεμβρίου 2018 από το υπουργείο Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης και αφορούσε στην εξαίρεση από την αναστολή προσλήψεων των δημοσιογράφων που προσλαμβάνονται στο ΑΠΕ-ΜΠΕ.
Όλες οι παραπάνω τροπολογίες ήταν, κατά παράβαση του Συντάγματος και του Κανονισμού της Βουλής, και εκπρόθεσμες και άσχετες με το κύριο αντικείμενο του νομοσχεδίου.
11. Η τροπολογία με αριθμό 1883/21 υπογράφηκε, ανάμεσα σε άλλους, και από τον υπουργό Μεταναστευτικής Πολιτικής Δημήτρη Βίτσα. Αφορούσε σε τακτοποίηση οικονομικών εκκρεμοτήτων σχετικά με τη φιλοξενία των προσφύγων. Αν και η τροπολογία αφορούσε σε θέμα σχετικό με το κύριο αντικείμενο του νομοσχεδίου, κατατέθηκε στις 20 Δεκεμβρίου και άρα κατά παράβαση του Συντάγματος και του Κανονισμού της Βουλής, ήταν εκπρόθεσμη.
Υπουργικές τροπολογίες μετατρέπονται σε βουλευτικές

Οι πρακτικές κακής νομοθέτησης σχετικά με τις τροπολογίες δεν σταματούν εδώ. «Έχουμε και το φαινόμενο υπουργικές τροπολογίες να μεταμφιέζονται σε βουλευτικές», είπε στο inside story ο βουλευτής του Ποταμιού, Γιώργος Μαυρωτάς. «Συγκεκριμένα, τροπολογίες μπορούν να καταθέσουν είτε οι υπουργοί, είτε οι βουλευτές. Ωστόσο, ο νόμος προβλέπει ότι για τις τροπολογίες των υπουργών απαιτείται έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (ΓΛΚ) σε περίπτωση που προκύπτει οικονομική επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού από τη σχετική ρύθμιση. Η παραπάνω υποχρέωση δεν προβλέπεται για τις τροπολογίες των βουλευτών».

Για τις τροπολογίες των υπουργών απαιτείται έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους όταν υπάρχει οικονομική επιβάρυνση, σε αντίθεση με αυτές των βουλευτών.
Γιώργος Μαυρωτάς

«Επομένως, για να αποφύγουν τον έλεγχο του ΓΛΚ, οι υπουργοί συχνά δίνουν τις τροπολογίες τους σε βουλευτές της συμπολίτευσης, ώστε να τις καταθέσουν αυτοί, καταστρατηγώντας τη σχετική διάταξη του νόμου. Ακόμα, η κατάθεση τροπολογιών από βουλευτές και όχι από υπουργούς έχει ένα ακόμα πλεονέκτημα για την κυβέρνηση: οι υπουργικές τροπολογίες αναρτώνται στην ιστοσελίδα της Βουλής και οποιοσδήποτε πολίτης μπορεί να τις μελετήσει εκεί. Αντίθετα, οι βουλευτικές τροπολογίες αναρτώνται μόνο σε ένα εσωτερικό δίκτυο της Βουλής, όπου τις βλέπουν μόνο οι βουλευτές και οι συνεργάτες τους, κάτι που σημαίνει ότι είναι πιο δύσκολο για τους πολίτες και τους δημοσιογράφους να εντοπίσουν τα κακώς κείμενα των τροπολογιών».

Έλλειψη ελέγχου στις παραβιάσεις από τη Βουλή

Ένας από τους βασικούς λόγους συστηματικής παραβίασης των κανόνων για τις τροπολογίες είναι η έλλειψη έννομων συνεπειών. «Τα κόμματα γνωρίζουν ότι ακόμα και να παραβιάσουν τις διατάξεις του Συντάγματος και του Κανονισμού της Βουλής για τις τροπολογίες, δεν προβλέπεται καμία απολύτως συνέπεια, αφού η παραβίασή τους δεν ελέγχεται δικαστικά», είπε στο inside story o κ. Βλαχόπουλος, προσθέτοντας: «Πρόκειται για την προβληματική της έλλειψης δικαστικού ελέγχου των οργανωτικών διατάξεων του Συντάγματος, δηλαδή και των διατάξεων που διαμορφώνουν τους κανόνες λειτουργίας της Βουλής».

«Η έλλειψη ενός τέτοιου ελέγχου αποδίδεται σε δύο λόγους: Πρώτον, η νομολογία κάνει μία τυπική ερμηνεία του άρθρου 74 παρ. 5 του Συντάγματος –όπου αναφέρεται ότι σε περίπτωση αμφισβήτησης γύρω από τα ζητήματα των τροπολογιών “αποφαίνεται η Βουλή”– και υποστηρίζει ότι μόνο η Βουλή μπορεί να κρίνει τα θέματα των τροπολογιών. Κατά την άποψή μου, αυτή η ερμηνεία δεν είναι σωστή, καθώς το Σύνταγμα δεν λέει ότι σε περίπτωση αμφισβήτησης αποφαίνεται “μόνο η Βουλή”, αλλά λέει ότι αποφαίνεται η Βουλή, άρα σε ένα δεύτερο χρόνο μπορούν να αποφανθούν και τα αρμόδια δικαστήρια».

Ο δεύτερος λόγος για τον οποίον η δικαστική εξουσία δεν ελέγχει τις παραβιάσεις των διατάξεων για τις τροπολογίες συνδέεται «με την νοοτροπία που έχουν τα δικαστήρια, σύμφωνα με την οποία ο δικαστής θα ελέγξει τυχόν παραβιάσεις των θεμελιωδών και ατομικών δικαιωμάτων, ωστόσο δεν θα ελέγξει τις διατάξεις του Συντάγματος που αφορούν στην οργάνωση και τη λειτουργία της Βουλής. Αυτή η νοοτροπία εδράζεται στην αντίληψη πως οι οργανωτικές διατάξεις του Συντάγματος έχουν να κάνουν με την άσκηση πολιτικής, στην οποίαν οι δικαστές δεν θα πρέπει να υπεισέρχονται. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να πούμε ότι πράγματι η πολιτική εξουσία πρέπει να έχει ένα ευρύτατο περιθώριο εκτίμησης για την άσκηση πολιτικής και σίγουρα ο δικαστής δεν θα πρέπει να υπεισέρχεται σε πολιτικές κρίσεις. Ωστόσο, στην περίπτωση των τροπολογιών δεν έχουμε να κάνουμε με την είσοδο του δικαστή σε θέματα πολιτικής, ούτε έχουμε να κάνουμε με τα εσωτερικά θέματα λειτουργίας του κοινοβουλίου, τα λεγόμενα interna corporis, τα οποία παραμένουν μη ελεγκτέα. Αυτό που ζητάμε από τον δικαστή στο θέμα των τροπολογιών είναι ο έλεγχος του περιεχομένου του Συντάγματος και κατά πόσον ο νόμος τυγχάνει εφαρμογής από τα κόμματα. Αυτό δεν είναι ζήτημα πολιτικής, είναι ζήτημα ασφάλειας δικαίου, που συνδέεται άρρηκτα με την έννοια του κράτους δικαίου».

Αδιαφάνεια και ανασφάλεια δικαίου

Το αποτέλεσμα της έλλειψης δικαστικού ελέγχου είναι η τήρηση των διατάξεων για τις τροπολογίες να επαφίεται στην καλή πρόθεση της Βουλής και του προεδρείου της. Αν το νομοθετικό σώμα επιλέξει να παραβιάσει τις σχετικές ρυθμίσεις, ακόμα και αν μιλάμε για συνταγματικές διατάξεις, τότε τόσο οι άσχετες, όσο και οι εκπρόθεσμες τροπολογίες γίνονται μέρος του νομοσχεδίου και ισχύουν ως νόμος του κράτους, εφόσον ψηφιστούν.

«Το φαινόμενο παράτυπων τροπολογιών, κάποιες από τις οποίες μάλιστα έχουν το μέγεθος ολόκληρου νομοσχεδίου, είναι τόσο διαδεδομένο, που δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι οι βουλευτές ψηφίζουν τροπολογίες χωρίς να ξέρουν το περιεχόμενό τους», σχολίασε στο inside story o κ. Μαυρωτάς. «Πώς γίνεται να διαβάσεις πολυσέλιδες τροπολογίες που κατατίθενται μισή ώρα πριν την ψήφιση του νομοσχεδίου; Δεν γίνεται. Το αποτέλεσμα είναι να ψηφίζονται στη Βουλή νομοσχέδια με τροπολογίες “ξενιστές”, υπό την έννοια ότι το σχέδιο νόμου κατατέθηκε και ψηφίστηκε περισσότερο για να περάσουν οι τροπολογίες, παρά για το περιεχόμενό του».

«Δημιουργείται ένα εκρηκτικό μείγμα ανασφάλειας δικαίου που επηρεάζει αρνητικά τις ζωές όλων των πολιτών», σχολίασε από την πλευρά του ο κ. Βλαχόπουλος. «Η έννομη τάξη προβλέπει μία σειρά κανόνων περί καλής νομοθέτησης που βασίζονται στη δημοσιότητα και τη διαφάνεια. Το νομοσχέδιο αναρτάται στο διαδίκτυο για δημόσια διαβούλευση, τυγχάνει επεξεργασίας από την αρμόδια νομοπαρασκευαστική επιτροπή, συνοδεύεται από την αιτιολογική έκθεση που εξηγεί τους σκοπούς της κάθε διάταξης και την έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους για την επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού, συζητείται σε δημόσιες συνεδριάσεις στη Βουλή και τελικά ψηφίζεται. Όταν, λοιπόν, οι τροπολογίες, κατατίθενται την τελευταία στιγμή χωρίς να περάσουν από όλη την παραπάνω διαδικασία, την οποία μάλιστα ορίζει το Σύνταγμα, το αποτέλεσμα είναι οι συνταγματικές εγγυήσεις να χάνουν το νόημά τους, αφού το νομοσχέδιο αλλοιώνεται με συνεχείς και ετερόκλητες τροπολογίες, στρεβλώνοντας τη νομοθετική διαδικασία. Σε αυτό το πλαίσιο, οι πολίτες δεν μπορούν να ξέρουν ποια είναι τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις τους, κάτι που είναι ασυμβίβαστο με την έννοια του κράτους δικαίου».

«Έρχονται υπερβολικά πολλά νομοσχέδια με τη διαδικασία του επείγοντος και του κατεπείγοντος»
Γιώργος Μαυρωτάς

«Όταν ένα νομοσχέδιο περνάει όλη τη διαδικασία, από τη διαβούλευση στο opengov.gr έως την ψηφοφορία στη Βουλή, και δεκάδες τροπολογίες έρχονται λίγα λεπτά πριν την ολοκλήρωση της διαδικασίας, τότε καταλαβαίνεις ότι ο βασικός σκοπός όσων τις προτείνουν είναι να αποφύγουν τη διαφάνεια που εξασφαλίζουν τα στάδια της νομοθετικής διαδικασίας, για να περάσουν στα “κρυφά” οι ρυθμίσεις τους και να μην υπάρχουν αντιδράσεις. Στην ίδια λογική βλέπουμε να έρχονται υπερβολικά πολλά νομοσχέδια με τη διαδικασία του επείγοντος και του κατεπείγοντος, μία πρακτική που επίσης υποβαθμίζει τη λειτουργία της Βουλής», σχολίασε στο inside story o Γιώργος Μαυρωτάς.

«Αντί να έχουμε έναν νόμο για κάθε ζήτημα, έχουμε διάσπαρτες διατάξεις και ούτε οι νομικοί γνωρίζουμε με ακρίβεια πού είναι τι»
Σπύρος Βλαχόπουλος

«Οι τροπολογίες ενισχύουν και το φαινόμενο της πολυνομίας και της κακονομίας», λέει ο κ. Βλαχόπουλος. «Αντί να έχουμε έναν νόμο για κάθε ζήτημα –λόγου χάρη, έναν νόμο για τα φαρμακεία, έναν νόμο για το εμπόριο– όπου θα ανατρέχουν οι ενδιαφερόμενοι, έχουμε διάσπαρτες διατάξεις και ούτε οι νομικοί είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε με ακρίβεια πού είναι τι. Αυτό έχει τα εξής αποτελέσματα: οι νόμοι έχουν σοβαρά ερμηνευτικά ζητήματα και εφαρμόζονται με στρεβλό τρόπο, ο πολίτης αναγκάζεται να προσφύγει στα δικαστήρια, όπου συσσωρεύονται πολλές δικαστικές υποθέσεις, με αποτέλεσμα να έχουμε σοβαρές καθυστερήσεις στην απονομή δικαιοσύνης. Αυτός ο κλονισμός της εμπιστοσύνης των πολιτών στην προστασία των δικαιωμάτων τους έχει αντίκτυπο στην καθημερινή ζωή, αφού κανείς δεν θέλει να επενδύσει και να δημιουργήσει σε μία χώρα πολυνομίας, όπου δεν αισθάνεται ότι ο νόμος και η δικαιοσύνη μπορούν να τον προστατέψουν γρήγορα και αποτελεσματικά».

Καταστρατήγηση των διατάξεων για τις νομοτεχνικές βελτιώσεις

Εκτός από το φαινόμενο των εκπρόθεσμων και άσχετων τροπολογιών, το τελευταίο χρονικό διάστημα έχει ευδοκιμήσει και μία άλλη κακή πρακτική, η οποία συνδέεται με τις λεγόμενες νομοτεχνικές βελτιώσεις. Ο κ. Βλαχόπουλος αναφέρει σχετικά: «Οι νομοτεχνικές βελτιώσεις έχουν ως σκοπό να διορθωθεί ή να γίνει πιο ακριβής η διατύπωση μίας νομοθετικής διάταξης, χωρίς να αλλάζει το περιεχόμενό της. Ωστόσο, συχνά παρατηρείται ότι πίσω τους κρύβονται ουσιαστικές αλλαγές στον νόμο. Δεν αλλάζει ένα κόμμα, μία τελεία, ένα λεκτικό ή γραμματικό λάθος, αλλά η ίδια η ρύθμιση. Αυτή η πρακτική είναι ιδιαίτερα σοβαρή, καθώς ενώ στην περίπτωση των τροπολογιών προβλέπεται τουλάχιστον η ύπαρξη αιτιολογικής έκθεσης, στη νομοθετική βελτίωση δεν απαιτείται αιτιολογική έκθεση, αφού ο νομοθέτης θεωρεί ότι αλλάζει μόνο η διατύπωση και όχι το περιεχόμενό της».

«Τον περασμένο Αύγουστο είδαμε σε νομοσχέδιο για τη συγχώνευση του Ιονίου με το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων να γίνεται καθαρή νομοθετική προσθήκη»
Γιώργος Μαυρωτάς

«Με όχημα τις νομοτεχνικές βελτιώσεις έχουμε δει υπουργούς να κάνουν ουσιαστικές αλλαγές μέσα στα νομοσχέδια», είπε στο inside story ο κ. Μαυρωτάς. «Για παράδειγμα, τον περασμένο Αύγουστο είδαμε μέσα στο νομοσχέδιο για τη συγχώνευση του Ιονίου Πανεπιστημίου με το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων να προστίθεται ως σκοπός του Πανεπιστημιακού Ερευνητικού Κέντρου του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων η προβολή της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού πολιτισμού και στον τομέα της ψηφιακής καινοτομίας, κάτι που αποτελούσε καθαρή νομοθετική προσθήκη και όχι φυσικά διόρθωση κάποιου λάθους. Γενικότερα και σε αυτό το νομοσχέδιο ολόκληρα νομοθετικά κείμενα προστέθηκαν, με την επίκληση της δυνατότητας για νομοτεχνικές βελτιώσεις».

Μπορεί να μπει τέλος στις εκπρόθεσμες και άσχετες τροπολογίες;

Το ερώτημα που τίθεται είναι αν το φαινόμενο μπορεί να αντιμετωπιστεί. Οι προτάσεις για βελτίωση είναι πολλές. Καταρχάς, η ιδανική λύση θα ήταν τα ίδια τα κόμματα να δείξουν αυτοσυγκράτηση και να προχωρήσουν σε μία «συμφωνία κυρίων», στο πλαίσιο της οποίας θα απέχουν από τη συνεχή καταστρατήγηση των κανόνων δικαίου. Μία άλλη λύση θα μπορούσε να είναι ο έλεγχος της εφαρμογής των διατάξεων για τις τροπολογίες από μηχανισμό που θα αποτελείται από βουλευτές, όμως «η αποτελεσματικότητα μίας τέτοιας ρύθμισης φαντάζει περιορισμένη, μιας που αναγκαστικά ένα τέτοιο σώμα θα αποτυπώνει τη δυναμικότητα των κομμάτων στη Βουλή και άρα ουσιαστικά η κοινοβουλευτική πλειοψηφία θα κληθεί να ελέγχει τις τροπολογίες της κυβέρνησης που στηρίζει», είπε ο κ. Βλαχόπουλος στο inside story.

Αντίθετα, «πιο αποτελεσματική φαίνεται πως θα ήταν η καθιέρωση δικαστικού ελέγχου, μέσα από τον οποίον θα προβλέπονται συνέπειες και κυρώσεις σε περίπτωση παραβιάσεων των διατάξεων για τις τροπολογίες», συμπληρώνει ο κ. Βλαχόπουλος. «Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η γερμανική έννομη τάξη, όπου το Συνταγματικό Δικαστήριο αποφαίνεται και επί οργανωτικών διατάξεων του Συντάγματος και του Κανονισμού της Βουλής, σεβόμενο παράλληλα τα περιθώρια άσκησης πολιτικής εξουσίας, η οποία ωστόσο δεν μπορεί να οδηγεί σε καταστρατήγηση συνταγματικών διατάξεων, όπως συμβαίνει στην περίπτωσή μας. Εδώ θα πρέπει να πούμε ότι δεν αποτελεί πρόβλημα το ότι η Ελλάδα δεν διαθέτει Συνταγματικό Δικαστήριο, αφού ο εν λόγω έλεγχος μπορεί κάλλιστα να προβλεφθεί στις αρμοδιότητες υπάρχοντος δικαστηρίου».

«Κάναμε πρόταση ώστε να γίνονται δεκτές οι πραγματικά επείγουσες και αναγκαίες τροπολογίες και όχι αυτές που προωθούν “ρουσφετολογικές“ διατάξεις»
Γιώργος Μαυρωτάς

Στο πλαίσιο της λειτουργίας της Επιτροπής Κανονισμού της Βουλής βρίσκεται σε εξέλιξη διαβούλευση για την τροποποίηση διατάξεων του Κανονισμού. Ανάμεσα σε αυτές βρίσκεται και το άρθρο 101, το οποίο ορίζει τον τρόπο ψήφισης των τροπολογιών, και τα κόμματα έχουν κληθεί να καταθέσουν τις σχετικές προτάσεις τους. «Από την πλευρά μας προτείναμε η απόφαση για το αν μία τροπολογία σχετίζεται με το κύριο αντικείμενο του νομοσχεδίου ή της πρότασης νόμου και για το αν η εκπρόθεσμη υποβολή της δικαιολογείται από λόγους κατεπείγοντος να παίρνεται όχι με την απλή πλειοψηφία των 151 βουλευτών, αλλά με αυξημένη πλειοψηφία των τριών πέμπτων των παρόντων βουλευτών, ώστε γίνονται δεκτές προς συζήτηση και ψήφιση οι τροπολογίες που πραγματικά είναι επείγουσες και αναγκαίες και όχι αυτές που προωθούν “ρουσφετολογικές” και “μιλητές” διατάξεις», είπε στο inside story o κ. Μαυρωτάς. «Η πρότασή μας ξέρουμε ότι δεν θα εξαλείψει το πρόβλημα, αφού συχνά οι ρουσφετολογικές τροπολογίες γίνονται αποδεκτές διακομματικά, τόσο από βουλευτές της συμπολίτευσης, όσο και της αντιπολίτευσης. Ωστόσο, είναι στη σωστή κατεύθυνση».

Επικοινωνήσαμε με όλα τα κόμματα της Βουλής και τους ζητήσαμε να μας γνωστοποιήσουν τυχόν προτάσεις που έχουν καταθέσει στην παραπάνω διαβούλευση. Ωστόσο, εκτός από το Ποτάμι κανένα κόμμα δεν μας απέστειλε σχετικές προτάσεις.

«Όταν οι πολίτες βλέπουν ότι η Βουλή δεν σέβεται το Σύνταγμα και τους νόμους που διέπουν τη λειτουργία της, κλονίζεται η εμπιστοσύνη στους θεσμούς»
Σπύρος Βλαχόπουλος

«Αν δεν θέλουμε να υπάρχουν οι συνταγματικές διατάξεις και εγγυήσεις για τις τροπολογίες, ας το πούμε ευθαρσώς. Αν θέλουμε να υπάρχουν και να έχουμε ένα Σύνταγμα που εφαρμόζεται πλήρως, τότε θα πρέπει να βρεθεί ένας μηχανισμός που θα εξασφαλίζει την εφαρμογή όλων των διατάξεών του, συμπεριλαμβανομένων αυτών για τις τροπολογίες», είπε στο inside story o κ. Βλαχόπουλος. «Όταν οι πολίτες βλέπουν ότι η Βουλή ως σώμα δεν σέβεται το Σύνταγμα και τους νόμους που διέπουν τη λειτουργία της, το αποτέλεσμα είναι να κλονίζεται η εμπιστοσύνη τους στους θεσμούς, φαινόμενο που αποτελεί μία από τις κύριες αιτίες για την κρίση που βιώνει τα τελευταία χρόνια το πολιτικό σύστημα. Συχνά συζητάμε για το πώς ο νόμος περί ευθύνης υπουργών πλήττει την αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος, ωστόσο το θέμα των τροπολογιών, η καταχρηστική επίκληση των διαδικασιών του επείγοντος και του κατεπείγοντος για γρήγορη ψήφιση νομοσχεδίων και γενικότερα οι κακές πρακτικές στη λειτουργία του νομοθετικού σώματος είναι εξίσου επιζήμιες. Η σωστή λειτουργία του κοινοβουλίου είναι θέμα δημοκρατίας. Μπορεί η πλειοψηφία στη Βουλή να ταυτίζεται με την κυβέρνηση, ωστόσο το νομοθετικό σώμα δρα σε συνθήκες δημοσιότητας, με δημόσιες συνεδριάσεις, κοινοβουλευτικό έλεγχο και έλεγχο από τους πολίτες και τα ΜΜΕ. Όταν ένα κοινοβούλιο περνάει τροπολογίες την τελευταία στιγμή, πλήττει το δημόσιο χαρακτήρα της λειτουργίας του και τελικά την ίδια τη δημοκρατία. Γι’ αυτό το λόγο, βασική κατεύθυνση στο πλαίσιο της συνταγματικής αναθεώρησης θα πρέπει να είναι η συνολικότερη αναβάθμιση της Βουλής και της εξασφάλισης πως οι κανόνες για τη λειτουργία της θα τηρούνται».

Οι απαντήσεις του προεδρείου της Βουλής για τις εκπρόθεσμες και άσχετες τροπολογίες

Το inside story επικοινώνησε με μέλη του προεδρείου της Βουλής, θέτοντας στα κόμματα όλου του πολιτικού φάσματος το παρακάτω ερώτημα: «Κυβερνώντα κόμματα όλου του πολιτικού φάσματος έχουν παραβιάσει συστηματικά τις διατάξεις του Συντάγματος και του Κανονισμού της Βουλής σχετικά με τη διαδικασία κατάθεσης τροπολογιών, με αποτέλεσμα τροπολογίες είτε να κατατίθενται εκπρόθεσμα, είτε να μην συνοδεύονται από την απαραίτητη αιτιολογική έκθεση, είτε να είναι άσχετες με το κύριο αντικείμενο του νομοσχεδίου ή της πρότασης νόμου όπου περιλαμβάνονται. Ως μέλος του προεδρείου της Βουλής των Ελλήνων, πώς κρίνετε την παραπάνω πρακτική, πού πιστεύετε ότι οφείλεται και πώς θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί;». Στο παραπάνω ερώτημα, λάβαμε τις εξής απαντήσεις:

Δημήτρης Κρεμαστινός – Αντιπρόεδρος της Βουλής με τη ΔΗΣΥ: Είναι αναμφισβήτητο ότι η τήρηση του Συντάγματος είναι υποχρεωτική για όλους και ιδιαίτερα για τους υψηλόβαθμους θεσμικούς παράγοντες όπως είναι ο Πρόεδρος της Βουλής και ο Πρωθυπουργός. Κατά συνέπεια, πρέπει να υπάρχει εντολή του Πρωθυπουργού προς τους Υπουργούς να καταθέτουν τις τροπολογίες τους στα νομοσχέδιά τους. Εάν όμως υπάρχει μια τροπολογία η οποία κατ’ εξαίρεση και κατά προτεραιότητα πρέπει να κατατεθεί, αυτό θα πρέπει να αποτελεί την εξαίρεση και όχι τον κανόνα που δυστυχώς ισχύει διαχρονικά, δηλαδή να κατατίθεται σειρά τροπολογιών, δεκάδων σελίδων, σε μη συναφή νομοσχέδια, την τελευταία στιγμή χωρίς να είναι δυνατόν να διαβαστούν από κανέναν. Το τέλειο θα ήταν οι τροπολογίες να κατατίθενται πρώτα στις αρμόδιες Επιτροπές όπου γίνεται η διεξοδική συζήτηση κάθε νομοσχεδίου και όχι στην Ολομέλεια.

Γιώργος Λαμπρούλης – Αντιπρόεδρος της Βουλής με το ΚΚΕ: Αναμφίβολα πρόκειται για μια απαράδεκτη διαδικασία που ξεπερνάει κάθε όριο παραβίασης του ίδιου του αστικού Συντάγματος, όπως και του κανονισμού του αστικού κοινοβουλίου, την ώρα που τόσο η σημερινή συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, όσο και οι προηγούμενες ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, παρουσιάζονται σαν θεματοφύλακες του Συντάγματος, το οποίο και καταπατούν. Η σημερινή κυβέρνηση σε πάρα πολλές περιπτώσεις όχι μόνο αντιγράφει, αλλά και ξεπερνά τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, δίνοντας μάλιστα και μαθήματα με εκπρόθεσμες και άσχετες με τα νομοσχέδια τροπολογίες, που φέρνει στα μουλωχτά, στα κρυφά και με συνοπτικές διαδικασίες. Μάλιστα μεγάλος αριθμός τροπολογιών αποτελούν ολόκληρα νομοσχέδια, μη δίνοντας τη δυνατότητα να μελετηθούν, να εκφράσουν τα κόμματα τη γνώμη τους για το περιεχόμενο και τις επιπτώσεις σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο των τροπολογιών, γεγονός που οδηγεί αντικειμενικά στη φίμωση των βουλευτών, εκφυλίζοντας ακόμα και την ίδια τη διαδικασία συζήτησης στην Ολομέλεια. Αυτήν ακριβώς τη διαδικασία, τόσο πριν με κυβερνήσεις ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, όσο και με τη σημερινή κυβέρνηση, το ΚΚΕ έχει καταγγείλει, έχει εκφράσει την αντίθεσή του στις συνεδριάσεις της Βουλής, αποχωρώντας σε ένδειξη διαμαρτυρίας από συνεδριάσεις της Ολομέλειας, αλλά και με παραστάσεις της κοινοβουλευτικής μας ομάδας στον Πρόεδρο της Βουλής, εκφράζοντας την αντίθεσή του στις συγκεκριμένες μεθοδεύσεις των κυβερνήσεων. Θεωρούμε όμως –και η έως τώρα πείρα και πραγματικότητα το αποδεικνύουν– πως η επιλογή της διαδικασίας (όπως οι εκπρόθεσμες τροπολογίες και τα κατεπείγοντα νομοσχέδια) συνδέεται άμεσα με το ίδιο το περιεχόμενο των νομοθετημάτων. Δηλαδή με τις πολιτικές που προωθεί η εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία και κυρίως τα συμφέροντα που εξυπηρετούν αυτές οι πολιτικές και η ανάγκη υλοποίησής τους με συνοπτικές διαδικασίες. Και αυτό που θέλει να πετύχει και η σημερινή κυβέρνηση, όπως και οι προηγούμενες, με τις διάφορες μεθοδεύσεις και τα κοινοβουλευτικά τερτίπια που ακολουθεί, με τροπολογίες πολλές φορές «να πέφτουν σαν βροχή», τόσο υπουργών, όσο και βουλευτών και σε άσχετα νομοσχέδια, είναι να μην «παίρνει χαμπάρι» ο λαός την προώθηση αφενός των αντιλαϊκών επιλόγων και στόχων της κυβέρνησης κι αφετέρου –κυρίως στα μουλωχτά και από την «πίσω πόρτα»– να προσφέρει τα «δωράκια» στους μεγαλοβιομηχάνους, εφοπλιστές, τραπεζίτες, δηλαδή στο κεφάλαιο που υπηρετεί με συνέπεια. Να γιατί ο λαός μας δεν πρέπει να εφησυχάζει, ούτε πολύ περισσότερο να προσδοκά πως η ζωή του μπορεί να καλυτερέψει, να βελτιωθεί μέσα από τις όποιες εναλλαγές κομμάτων-διαχειριστών της αστικής διακυβέρνησης. Μόνο ο ίδιος μπορεί να αλλάξει τη ζωή του, αρκεί να αποφασίσει να γίνει ο ίδιος πρωταγωνιστής των εξελίξεων.

Σπύρος Λυκούδης – Αντιπρόεδρος της Βουλής με το Ποτάμι: Το θέμα της κατάθεσης και της συζήτησης τροπολογιών σε νομοσχέδια ή προτάσεις νόμου στη Βουλή αποτέλεσε πρόσφατα αντικείμενο σφοδρών αντιδράσεων μεταξύ των συναδέλφων μου (και εμού φυσικά) αλλά και της κοινής γνώμης. Δικαιολογημένα. Για παράδειγμα, στις 20 Δεκεμβρίου συζητούσαμε στη Βουλή το τελευταίο νομοσχέδιο πριν την εκπνοή του έτους (σ.σ.: πρόκειται για το νομοσχέδιο του υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής), όταν αιφνιδίως υπουργοί και βουλευτές της κυβέρνησης κατέθεσαν βροχή τροπολογιών. Μάλιστα, τροπολογία του υπουργού Οικονομικών, Ευκλείδη Τσακαλώτου, αριθμούσε ούτε λίγο ούτε πολύ 85 σελίδες, η ανάγνωση των οποίων και μόνο απαιτούσε 4 ολόκληρες ώρες! Θα πρέπει να σημειώσω ότι οι διαδικασίες συζήτησης των νομοσχεδίων, υποβολής και συζήτησης των τροπολογιών και τα συναφή ορίζονται τόσο στο Σύνταγμα, όσο και στον Κανονισμό της Βουλής. Από τις διατάξεις αυτές, που είναι απλές και κατανοητές, συνάγεται, εκτός των άλλων, ότι οι τροπολογίες θα πρέπει να συνοδεύονται από σύντομη αιτιολογική έκθεση, να είναι συναφείς με το περιεχόμενο του νομοσχεδίου που συζητείται και να περιλαμβάνουν έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους στην περίπτωση που προκαλείται επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού. Αυτές οι προϋποθέσεις, που διασφαλίζουν κάποιο βαθμό στοιχειώδους διαφάνειας, συνήθως δεν τηρούνται. Παραβιάζονται συστηματικά. Όταν μάλιστα κατατίθενται αιφνιδίως, όπως στην ανωτέρω περίπτωση, τα χρονικά περιθώρια είναι τόσο ασφυκτικά που είναι ζήτημα εάν η πλειοψηφία των βουλευτών γνωρίζει τι ακριβώς ψηφίζει, πράγμα εντελώς απαράδεκτο. Δεν τιμά καθόλου το σύνολο της Βουλής. Ωστόσο, θα πρέπει επίσης να σημειώσω ότι δεν πρόκειται για καινοφανές φαινόμενο. Το αντίθετο, μάλιστα. Αποτελεί πάγια πρακτική όλων των κυβερνήσεων, ένα «έθιμο» από αυτά που κάθε άλλο παρά αποτελούν τιμή για την Εθνική Αντιπροσωπεία. Αντίθετα την απαξιώνουν ακόμα περισσότερο υπονομεύοντας το κύρος, την εμπιστοσύνη και την αποδοχή της από την κοινή γνώμη που κυμαίνεται σε απαράδεκτα χαμηλά επίπεδα σε σχέση με άλλους θεσμούς. Το επιχείρημα ότι και τα προηγούμενα χρόνια τα ίδια έγιναν είναι εντελώς έωλο και μετέωρο. Διότι, απλώς καταλήγει στο γνωστό «και οι άλλοι τα ίδια έκαναν». Αν αυτό αποτελεί έσχατο καταφύγιο για να απεκδυθεί κανείς τις ευθύνες του, είναι βαθύτατα λυπηρό και δεν οδηγεί πουθενά. Αν προσπαθήσουμε όλοι μας να υψωθούμε λίγο πιο πάνω από τις καταδικαστέες αυτές πρακτικές, εάν πάνω απ’ όλα αντί τα στενά κομματικά συμφέροντα θέσουμε το καλώς εννοούμενο δημόσιο συμφέρον και το κύρος της Βουλής, τότε μπορούμε (η ηγεσία της Βουλής και κυρίως ο πρόεδρος, που ανήκουν στο κυβερνών κόμμα, με τη βοήθεια και των λοιπών) να περιορίσουμε το κακό αυτό «έθιμο». Το αναφέρω διαχρονικά, δεν το περιορίζω στη σημερινή κατάσταση. Μια πιο ριζική λύση θα ήταν φυσικά να τροποποιήσουμε τον Κανονισμό της Βουλής περιορίζοντας δραστικά το φαινόμενο. Σε κάθε περίπτωση, είναι στο χέρι μας να συνεργαστούμε όλοι για να ανυψώσουμε όχι μόνο στα μάτια των πολιτών αλλά και στην ουσία το κύρος της Βουλής.

Το inside story απευθύνθηκε με το παραπάνω ερώτημα και στον Νίκο Βούτση, πρόεδρο της Βουλής και εκλεγμένο βουλευτή με τον ΣΥΡΙΖΑ, τον Νικήτα Κακλαμάνη, αντιπρόεδρο της Βουλής με τη ΝΔ, τον Κωνσταντίνο Ζουράρι, αντιπρόεδρο της Βουλής με τους ΑΝΕΛ, και τον Μάριο Γεωργιάδη, αντιπρόεδρο της Βουλής με την Ένωση Κεντρώων. Ωστόσο, εκείνοι δεν ανταποκρίθηκαν στο αίτημά μας για απαντήσεις.

Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Πήρε το δημοσιογραφικό βάπτισμα του πυρός στην Popaganda. Εργάστηκε στο γερμανικό κανάλι Offener Kanal και το Vice και συνεργάζεται ως fixer/producer με διεθνή ραδιοτηλεοπτικά ΜΜΕ. Έχει ασχοληθεί με το βίντεο και τη φωτογραφία.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous
gplus

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.