Σκοπιανό: Το όνομα που διχάζει

Από το 1991 η Ελλάδα και η πΓΔΜ έχουν μπει σε μια περιπέτεια εξωτερικής πολιτικής που συχνά διαμορφώνεται από τις πολιτικές κάθε κυβέρνησης. H δεκαετία του ’90 ήταν μία σειρά από χαμένες ευκαιρίες για την επίλυση του θέματος και μετά από τόσα χρόνια βρισκόμαστε δυστυχώς στην ίδια ακριβώς αφετηρία.
Χρόνος ανάγνωσης: 
11
'
[DIMITAR DILKOFF / AFP]

Το βρετανικό περιοδικό Economist κυκλοφόρησε εκείνη την εβδομάδα με το άρθρο «Ο ασθενής της Ευρώπης». Το σχετικό ρεπορτάζ ήταν αποκαλυπτικότερο του τίτλου: «Δεν υπάρχει άρθρο στη συνθήκη της Ρώμης που να επιτρέπει στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα να αποπέμψει κάποιο μέλος της. Οι σχέσεις όμως της Ελλάδας με τους εταίρους της, σχέσεις χαμηλού επιπέδου πάντα, κάνουν ορισμένους να θρηνούν για αυτή την παράλειψη».


Δεν προλαβαίνεις να διαβάσεις; Άκουσε το άρθρο σε podcast από τον Γιώργο Βλαβιανό:

Περισσότερα inside podcasts εδώ.


Η Daily Telegraph φιλοξένησε άρθρο του δημοσιογράφου Μπόρις Τζόνσον που κάλυπτε το Συμβούλιο των υπουργών Εξωτερικών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας στο Γκιμαράες της Πορτογαλίας με τίτλο: «Οι πεισματάρηδες Έλληνες κατέστρεψαν το ενιαίο μέτωπο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας».

Ο Guardian ήταν εύγλωττος με τον τίτλο του: «Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα έχει βαρεθεί πλέον τη στάση της Ελλάδας στο μακεδονικό και τα οικονομικά της». Η Le Monde με ρεαλισμό ανέλυε ότι «οι Βρυξέλλες είναι εξοργισμένες από τη στάση της Ελλάδας και αναζητούν βελτίωση των σχέσεων με την Τουρκία», ενώ η δανέζικη Information μας έστειλε στο ψυχιατρείο: «Στην Ελλάδα η παράνοια έχει γίνει εθνική ασθένεια… Η Ελλάδα έχει γίνει βάρος για την ευρωπαϊκή συνεργασία».

Αυτά τα δημοσιεύματα στον ξένο Τύπο δεν προέρχονται από το 2010 για την οικονομική κατάσταση της χώρας μας, δημοσιεύθηκαν πριν από 26 ολόκληρα χρόνια και μας καθιστούν μια ζωή θεατές στο ίδιο έργο ως προς την αντίληψη που έχουν οι ξένοι για μας. Το 1992 το πρόβλημα της Ευρώπης ήταν ότι δεν αντιλαμβάνονταν τις ενστάσεις μας για την ονομασία των Σκοπίων. Για την Ιστορία, έκτοτε ο νεαρός ανταποκριτής της Telegraph στις Βρυξέλλες που έγραφε για τους «πεισματάρηδες Έλληνες», είναι σήμερα υπουργός Εξωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου.

Η ιστορία

Μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, ο κόσμος βρέθηκε αντιμέτωπος με ντόμινο εξελίξεων στην Ανατολική Ευρώπη και το Σιδηρούν Παραπέτασμα. Το 1991 έχουμε διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και έναρξη της αποσύνθεσης της Γιουγκοσλαβίας σε έξι ανεξάρτητα κράτη.

Τα δημοσιεύματα που αναφέραμε αφορούν την άνοιξη του 1992. Έχει προηγηθεί το πραγματικά γιγάντιο συλλαλητήριο υπέρ της ελληνικότητας της Μακεδονίας και η δεύτερη σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών υπό τον πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Καραμανλή (και με υπουργό Εξωτερικών τον Αντώνη Σαμαρά) για την αντιμετώπιση του προβλήματος της γέννησης ενός νέου κράτους στα βόρεια σύνορά μας το οποίο θέλει να ονομάζεται Μακεδονία. Μετά τη σύσκεψη, σε ανακοίνωση της Προεδρίας διατυπώνεται ρητώς ότι «η Ελλάδα θα αναγνωρίσει ανεξάρτητο κράτος των Σκοπίων μόνον αν τηρηθούν οι τρεις όροι που είχε θέσει η ΕΟΚ στις 16 Δεκεμβρίου 1991 με την αυτονόητη διευκρίνιση ότι στο όνομα του κράτους αυτού δεν θα υπάρχει η λέξη Μακεδονία». Οι όροι που είχαν τεθεί στο Συμβούλιο των υπουργών Εξωτερικών της ΕΟΚ ήταν ότι μία γιουγκοσλαβική δημοκρατία θα έπρεπε να δεσμευτεί πριν από την αναγνώρισή της και να υιοθετήσει συνταγματικές και πολιτικές εγγυήσεις που θα διασφαλίζουν ότι δεν έχει εδαφικές διεκδικήσεις έναντι γειτονικής κοινοτικής χώρας, και ότι δεν θα πραγματοποιεί εχθρικές προπαγανδιστικές δραστηριότητες περιλαμβανομένης και της χρήσης μιας ονομασίας που υπονοεί εδαφικές διεκδικήσεις.

Λίγο νωρίτερα, στις 4 Ιανουαρίου 1992, η απόφαση της νομικής επιτροπής Badinter είχε παγώσει την Αθήνα: «Η χρήση του ονόματος Μακεδονία δεν υπονοεί καμιά εδαφική διεκδίκηση έναντι άλλου κράτους».

Στις 15 Ιανουαρίου, την ημέρα που αναγνωρίζονταν από τις κοινοτικές χώρες η Σλοβενία και η Κροατία, η Βουλγαρία αναλάμβανε την πρωτοβουλία αναγνώρισης της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας με το όνομα Μακεδονία. «Δημιούργησαν παγκόσμια πρωτοτυπία οι Βούλγαροι στο Διεθνές Δίκαιο. Στην πράξη αναγνωρίσεως γράφουν ότι αναγνωρίζουν το κράτος αλλά όχι το έθνος» θυμάται ο πρέσβης ε.τ. Χρήστος Ζαχαράκις, από τους πρώτους Έλληνες διαπραγματευτές του «Σκοπιανού».

Όμως εμείς, όπως και οι Βούλγαροι οι οποίοι αντιμετώπισαν το θέμα διαφορετικά (και για κάποιους καλύτερα και πιο ρεαλιστικά), είχαμε τους φόβους μας, φόβους δικαιολογημένους την εποχή εκείνη, οι οποίοι είχαν δημιουργηθεί τον Ιανουάριο του 1991, όταν μέσα στη δίνη του Πολέμου του Περσικού Κόλπου, του πρώτου πόλεμου στην Ιστορία που καλύφθηκε ζωντανά από την τηλεόραση, αετονύχηδες μεσαία στελέχη του Στέιτ Ντιπάρτμεντ υπό την καθοδήγηση του Αμερικανού αναπληρωτή υπουργού Εξωτερικών Λόρενς Ιγκλμπέργκερ, κατάφεραν να ανακαλύψουν δήθεν «μακεδονική μειονότητα» στη Βόρεια Ελλάδα και να την συμπεριλάβουν στην Έκθεση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που συντάσσουν κάθε χρόνο.

Στην Αθήνα δημιουργήθηκε παροξυσμός, διαβήματα επί διαβημάτων στον τότε πρέσβη των ΗΠΑ Μάικλ Σωτήρχο, ο οποίος τελικά επέπληξε τον Αμερικανό πρόξενο στη Θεσσαλονίκη, ο οποίος είχε παίξει ρόλο στην πληροφόρηση των συντακτών της Έκθεσης, και ανακάλεσε. Το κακό όμως είχε γίνει και σε όσους είχαν ανοικτά μυαλά είχε δοθεί ένα στίγμα για το τι θα επακολουθούσε. Η έκθεση ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τις αμερικανικές θέσεις όπως είχαν διατυπωθεί το 1944, όταν ιδρύθηκε η «Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας» ως ομόσπονδη επαρχία της Γιουγκοσλαβίας. Μέχρι τότε οι Σέρβοι ονόμαζαν την περιοχή «Βαρντάρσκα Μπανόβινα». Νονός ήταν ο κομμουνιστής ηγέτης Τίτο ο οποίος χάραξε αυθαιρέτως και τα εσωτερικά σύνορα ανάμεσα στις αυτόνομες δημοκρατίες της Γιουγκοσλαβίας. Πολλά έχουν γραφεί για τον τρόπο αντίδρασης της Ελλάδας έκτοτε.

Ο Χρήστος Ζαχαράκις θεωρεί ότι οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι, καθώς «δεν επρόκειτο για θέμα αντιπαραθέσεως δύο χωρών, όπως συμβαίνει σήμερα, αλλά δύο συνασπισμών, της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας της Δύσης και του Συμφώνου της Βαρσοβίας, δηλαδή του κομμουνιστικού κόσμου». Στο βιβλίο του Άκρως απόρρητο-ειδικού χειρισμού αναφέρει ότι το 1991, αναδιφώντας σε κάτι παλιούς φακέλους ενώ υπηρετούσε ως πρέσβης μας στην Ουάσιγκτον, ανακάλυψε τηλεγραφική εγκύκλιο με ημερομηνία 26 Δεκεμβρίου 1944 του τότε υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ Έντουαρντ Στεττίνιους, ένα μήνα δηλαδή μετά την ανακήρυξη της «Δημοκρατίας της Μακεδονίας» από τον Τίτο, με την οποία «η αμερικανική κυβέρνηση θεωρεί κάθε συζήτηση για μακεδονικό έθνος, μακεδονική πατρίδα, ή μακεδονική συνείδηση ως αβάσιμη δημαγωγία και ως υποκρύπτουσα πιθανές επιθετικές προθέσεις εναντίον της Ελλάδας». Όπως μας λέει σήμερα, «αυτό δεν μπόρεσε να αποδώσει διότι το ένα μέρος, η Γιουγκοσλαβία εν προκειμένω, ήταν εκτός επιρροής Ηνωμένων Πολιτειών. Τι να έκαναν οι Αμερικανοί, να έρχονταν σε αντιπαράθεση με τη Μόσχα για το θέμα της Μακεδονίας;»

Η διπλωματία όμως δεν είναι ζήτημα συναισθημάτων και δικαίου αλλά συμφέροντος. Και κατά τη δεκαετία του 1990 το Σιδηρούν Παραπέτασμα ήταν πλέον παρελθόν.

Τις ημέρες εκείνες, τις έζησα έντονα ως υπεύθυνος Εξωτερικού Δελτίου του ΑΝΤ1 καθώς η ιδιωτική τηλεόραση έπαιξε σημαντικότατο ρόλο στις όλες καταιγιστικές εξελίξεις με ζωντανές συνδέσεις από όλα τα σημεία ενδιαφέροντος. Σήμερα, 26 χρόνια αργότερα, περισσότερες από 130 χώρες-μέλη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών έχουν αναγνωρίσει την πΓΔΜ με το συνταγματικό της όνομα «Δημοκρατία της Μακεδονίας».

Στο για πολλούς λόγους ιστορικό δεύτερο Συμβούλιο των Πολιτικών Αρχηγών τον Απρίλιο του 1992 –τα αποτελέσματα του οποίου μνημονεύουν σήμερα ο υπουργός Άμυνας Πάνος Καμμένος και άλλοι πολιτικοί– που διεξαγόταν κάτω από συναισθηματική φόρτιση και αφόρητη πίεση από την αδιάλειπτη ροή των γεγονότων, ο τότε πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Μητσοτάκης έλεγε κάτι προφητικό. Προειδοποίησε τους άλλους πολιτικούς αρχηγούς ότι κινδυνεύουν να λάβουν μία απόφαση που θα οδηγήσει την Ελλάδα για 50 χρόνια στην περιπέτεια που είχε το Κυπριακό, τότε 18 χρόνια άλυτο. Ο Μητσοτάκης έφερε ως παράδειγμα το ιστορικό προηγούμενο του «δόγματος Χάλσταϊν», της επιμονής δηλαδή της Δυτικής Γερμανίας να μην αναγνωρίζει την Ανατολική Γερμανία, που τελικά κάμφθηκε από τη διαμόρφωση της μεταπολεμικής ιστορικής πραγματικότητας. Φυσικά και το θέμα της πΓΔΜ δεν θα λυνόταν. Θα σερνόταν…

Ο Χρήστος Ζαχαράκις χωρίζει την πολύπαθη υπόθεση σε τρεις φάσεις: «Η πρώτη τελειώνει όταν το κρατίδιο μπαίνει στον ΟΗΕ ως FYROM (πΓΔΜ) το 1993. Η δεύτερη φάση τελειώνει με την Ενδιάμεση Συμφωνία του 1995. Κατά τη διάρκεια εκείνων των εκ του σύνεγγυς διαπραγματεύσεων, εμείς αποσύραμε το εμπάργκο που είχε επιβάλει η κυβέρνηση Παπανδρέου (που εξελέγη μετά την πτώση του Μητσοτάκη) και εκείνοι τον Ήλιο της Βεργίνας, τον οποίο είχαν επιλέξει ως σύμβολο στη σημαία τους. Σε εκείνες τις διαπραγματεύσεις το θέμα του ονόματος δεν ακούστηκε ούτε μία φορά. Υπήρχε και μία υποχρέωση στην Ενδιάμεση Συμφωνία ότι πρέπει να πάψουν οι αλυτρωτικές διαθέσεις και συμπεριφορά και εμείς –αυτό είναι το άρθρο 11– δεν θα φέρουμε αντιρρήσεις να μπαίνει η χώρα σε διεθνείς οργανισμούς ως FYROM. Η τρίτη φάση είναι καθαρά αυτή της ονοματοδοσίας. Κατά τη διάρκειά της έχουν γραφτεί χιλιάδες σελίδες, χιλιάδες ώρες καταναλώθηκαν και δεν έχει τελειώσει ακόμη. Οι διαπραγματεύσεις ήταν πλέον άμεσες με μεσολαβητές. Εγώ έκανα 33 συναντήσεις. Στη διάρκεια τους, στο τραπέζι έπεσαν περί τα 35 ονόματα με όποιον συνδυασμό θέλετε, επί βάσεως εθνοτικής, χρονικής και γεωγραφικής. Καμία πλευρά όμως δεν έκανε πίσω. Ο διαπραγματευτής τους Ιβάν Τοσέφσκι επέμενε στο συνταγματικό τους όνομα κι εμείς δεν δεχόμασταν τον όρο Μακεδονία. Κατά την τριετία 1996-99 κάναμε από την πλευρά μας τον συμβιβασμό μας, χωρίς να έχει υπάρξει οποιαδήποτε αλλαγή από την πλευρά τους, κι αποδεχθήκαμε την έννοια της σύνθετης ονομασίας. Βάλαμε όμως έναν όρο, ότι αυτό το όνομα θα χρησιμοποιείται έναντι πάντων, erga omnes. Ήταν μία από τις εισηγήσεις μου».

Σήμερα βρισκόμαστε προ της αδυσώπητης πραγματικότητας 44 χρόνων άλυτου Κυπριακού, 27 χρόνων άλυτου Σκοπιανού, άλυτων προβλημάτων με την Αλβανία και συνεχών διενέξεων με την Τουρκία στο Αιγαίο και τη Θράκη. Αυτές τις ημέρες υπάρχει εντονότατη κινητικότητα με –δυστυχώς– κρυφή ατζέντα συζητήσεων σε συναντήσεις που καταβάλλεται προσπάθεια να μείνουν μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας όπως η τελευταία των υπουργών Εξωτερικών Κοτζιά και Δημητρόφ στο ξενοδοχείο Μακεδονία Παλάς ή κλειστές συναντήσεις με τη συμμετοχή Ελλήνων ακαδημαϊκών και πρώην διπλωματών στην Οξφόρδη, ενώ βρισκόμαστε εν αναμονή της συνάντησης του Αμερικανού μεσολαβητή Μάθιου Νίμιτς με τους διαπραγματευτές των δύο πλευρών, τον πρέσβη ε.τ. Ντίμη Βασιλάκη από ελληνικής πλευράς και τον Βάσκο Ναουμόσκι από σκοπιανής, στη Νέα Υόρκη την Τετάρτη 17 Ιανουαρίου.

Ο Νικόλαος Τζιφάκης, αναπληρωτής καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, ανησυχεί όχι τόσο για τις διακρατικές διαπραγματεύσεις, αλλά κυρίως για τις εσωτερικές διεργασίες σε κάθε κράτος. «Οι σημερινές ηγεσίες στην Αθήνα και τα Σκόπια δείχνουν διατεθειμένες να επιλύσουν τη διαφορά. Αν δεν εκμεταλλευθούμε αυτή την ευκαιρία, ενδέχεται να αναγκαστούμε στο μέλλον να επιλύσουμε τη διαφορά με πιο δυσχερείς όρους. Ο χρόνος δεν είναι κατ’ ανάγκη σύμμαχος μας. Αν οι τρέχουσες διαπραγματεύσεις οδηγηθούν σε αδιέξοδο, οι σύμμαχοι μας ενδέχεται να ζητήσουν επιτακτικά να μην εμποδίσουμε την ένταξη της πΓΔΜ στους ευρω-ατλαντικούς θεσμούς με την προσωρινή ονομασία τους. Και αν δεν καταφέρουμε να αντισταθούμε σε τέτοιες πιέσεις, θα χάσουμε το βασικό διαπραγματευτικό μας πλεονέκτημα. Προφανώς, δεν προτείνω να αποδεχθούμε οποιαδήποτε λύση. Επισημαίνω απλώς τους κινδύνους που απορρέουν από ενδεχόμενη προσπάθειά μας να θέσουμε εκ νέου το θέμα στις καλένδες».

Ο πρέσβης ε.τ. Δημήτρης Καραϊτίδης γνωρίζει πολύ καλά τους γείτονες καθώς υπηρέτησε στα Σκόπια ως Γενικός Πρόξενος (τότε δεν υπήρχε Γραφείο Συνδέσμου όπως σήμερα, αλλά το Γενικό Προξενείο που είχαμε στα Σκόπια επί ενωμένης Γιουγκοσλαβίας) από το 1990 έως το 1993: «Καλώς ανταποκρινόμαστε στην προσπάθεια λύσης και δεν την απορρίπτουμε, αλλά θα ήταν σφάλμα βλαπτικό για τα συμφέροντά μας αν δεχόμασταν μια λύση απλά και μόνο για να φανεί ότι συμπράξαμε σε ένα αποτέλεσμα. Και τα συμφέροντά μας είναι μια συμβιβαστική ονομασία που θα έχει κάποιον όρο με το Μακεδονία μέσα, υπό την έννοια ότι το κρατίδιο βρίσκεται σε ένα τμήμα περιοχής, που κατά το παρελθόν αποτελούσε τη διοικητική περιφέρεια Μακεδονίας, αλλά δεν θα του δίνει τη δυνατότητα να φανεί αποκλειστικός εκπρόσωπος της ιστορίας του παρελθόντος».

Η νέα κυβέρνηση της πΓΔΜ έχει θέσει ως προτεραιότητά της την είσοδο στους ευρω-ατλαντικούς θεσμούς. Σύμφωνα με την ελληνική πλευρά, για να γίνει αυτό θα πρέπει να λυθεί το ζήτημα του ονόματος. «Οι Σκοπιανοί ήξεραν ότι δεν πρόκειται να τους επιτρέψουμε να εισέλθουν σε διεθνείς Οργανισμούς, ΝΑΤΟ, ΕΕ κ.λπ. αν δεν λυθεί το θέμα του ονόματος από το 1997-98» αφηγείται ο Χρήστος Ζαχαράκις. «“Το γνωρίζουμε”, είχαν απαντήσει, “το έχουμε προσμετρήσει, το έχουμε σταθμίσει, θα μας στενοχωρήσει πολύ μια τέτοια εξέλιξη, αλλά θα επιμείνουμε στις θέσεις μας αποδεχόμενοι τις συνέπειες”. Τελικά στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ το 2008 στο Βουκουρέστι, όπου έγινε και η επίσημη αίτηση της πΓΔΜ να ενταχθεί στο Σύμφωνο, αναγκαστήκαμε να προβάλουμε βέτο. Ταυτοχρόνως επισημάναμε αυτό που είχε γίνει από ετών δεκτό, δηλαδή το σύνθετο όνομα με έναν προσδιορισμό. Επελέγη τελικά ο γεωγραφικός έναντι των άλλων ως ο ευκολότερος, και πάντα με τον όρο erga omnes. Έκτοτε δεν υπάρχει ουσιαστική εξέλιξη. Η σημερινή αναζωπύρωση οφείλεται μόνο στη διαφαινόμενη διάθεση της νέας σκοπιανής κυβερνήσεως να φθάσει σε έναν συμβιβασμό. Κατά τη γνώμη μου τα περιθώριά τους είναι στενότερα από τα δικά μας. Και μην ξεχνάμε ότι ο κακός [πρώην πρωθυπουργός] Γκρουέφσκι ανέλαβε την εξουσία το 2006, όμως είχαν προηγηθεί 15 χρόνια επισήμων θέσεων των Σκοπίων που ήταν ακριβώς αυτές που έλεγε ο Γκρουέφσκι».

Ιούλιος 2018

Tο εξάμηνο έως τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ τον Ιούλιο του 2018 προμηνύεται καυτό. Το παιγνίδι θα παιχτεί πάνω στο erga omnes, δηλαδή αν οι Σκοπιανοί θα δεχθούν να αλλάξουν το Σύνταγμά τους. Ο Χρήστος Ζαχαράκις το θεωρεί δύσκολο: «Δεν έχει καμιά τρομακτική πλειοψηφία ο Ζόραν Ζάεφ. Και υπάρχει κι ένα στοιχείο που μένει εκτός διαπραγματεύσεων: Οι Αλβανοί που έχουν τις θέσεις τους και αποκλείουν οποιοδήποτε όνομα θα δίνει εθνοτικό χρώμα στην πΓΔΜ. “Αν μας κάνουν Μακεδόνες εμείς θα φύγουμε” λένε, ενώ αποτελούν το 30% του πληθυσμού. Με τις εξελίξεις στο Κόσοβο και τη γενικότερη επεκτατική τάση της Αλβανίας, αντιλαμβανόμαστε τι μπορεί να σημάνει αυτό».

Δώρο άδωρο χαρακτηρίζει την όποια συμφωνία χωρίς το erga omnes και ο Δημήτρης Καραϊτίδης: «Το erga omnes το θεωρώ απαραίτητο για να ολοκληρωθεί η συνεννόηση. Η Ελλάδα ήδη έχει κάνει βήματα μετριασμού της αρχικής της θέσης δεχόμενη τη σύνθετη ονομασία. Τώρα απομένει να γίνει μία κίνηση και από τη δική τους πλευρά που να έχει ουσιαστικό χαρακτήρα. Δεν αρκεί να μετονομάσουν το αεροδρόμιό τους. Οι ενδείξεις μέχρι τώρα είναι ατελείς και ανεπαρκείς. Πρόσφατα ο Ζάεφ δήλωσε ότι είναι κληρονόμοι ενός πολιτισμικού παρελθόντος στο οποίο ίσως να έχει δικαίωμα η Ελλάδα, η Βουλγαρία ακόμη και η Αλβανία. Είναι αυτή δήλωση συνδιαλλαγής μετριοπάθειας; Φοβάμαι ότι πρόκειται περί εμπαιγμού».

Κύριος στόχος της ελληνικής πλευράς είναι η αποφυγή του blame game εις βάρος μας, αν τελικά τα πράγματα οδηγηθούν σε νέο αδιέξοδο. Οι διαφαινόμενοι συμβιβασμοί δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα περάσουν αναίμακτα από το εσωτερικό των δύο χωρών. Οι συμβιβασμοί αυτοί διεφάνησαν από έγγραφο της 12 Δεκεμβρίου 2017 της δεξαμενής σκέψης European Council on Foreign Relations που έφερε στο φως Το Βήμα. Οι διαπιστώσεις τους, σύμφωνα με διπλωματικές πηγές στις οποίες απευθύνθηκα, βρίσκονται εντός της μεθοδολογίας των συνομιλιών, χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει ότι τα συμπεράσματα θα γίνουν και αποδεκτά. Στα κύρια σημεία της έκθεσης περιλαμβάνονται δύο προτάσεις:

«Θα πρέπει να συμφωνήσουν σε μία ιστορία, ότι η Μακεδονία είναι μία περιοχή που μοιράζεται ανάμεσα σε κράτη τα οποία θα πρέπει να απέχουν από τη μονοπώληση της ταυτότητας».

Και: «Η αλήθεια είναι ότι οι εθνικές ταυτότητες δεν προέρχονται από τον ουρανό ή τη Γη, αλλά δημιουργούνται, είναι κοινωνικά φαινόμενα».

Οι συντάκτες της έκθεσης Καλυψώ Νικολαΐδη, καθηγήτρια της Οξφόρδης, και Βέτον Λατίφι, καθηγητής του Πανεπιστημίου Νοτιοανατολικής Ευρώπης στο Τέτοβο της πΓΔΜ, προτείνουν ως καλύτερη ονομασία το «Νέα Μακεδονία». Μία ονομασία που είχε προταθεί στις 11 Μαΐου 1993 από τους μεσολαβητές Σάιρους Βανς και λόρδο Όουεν στον υπουργό Εξωτερικών Μιχάλη Παπακωνσταντίνου. Όταν εκείνος τους είπε ότι κάτι τέτοιο το έχουμε απορρίψει, έλαβε την αφοπλιστική απάντηση: «Ξανασκεφθείτε το». Ο Παπακωνσταντίνου είπε τότε ότι «ως μοναδική εναλλακτική λύση, θα συζητούσαμε χωρίς να το δεχόμαστε αυτήν τη στιγμή, τον όρο Σλαβομακεδονία». Όρο που δεν δεχόταν όμως ο γηραιός Κίρο Γκλιγκόροφ.

Το συμπέρασμα είναι ότι η δεκαετία του ’90 θα μείνει στην Ιστορία για μία σειρά από χαμένες ευκαιρίες για την επίλυση του θέματος. Μετά από τόσα χρόνια δυστυχώς βρισκόμαστε ακόμη στην ίδια ακριβώς αφετηρία. Σήμερα είναι προς το συμφέρον της Ελλάδος να κλείσει άμεσα η διένεξη, υποστηρίζει ο καθηγητής Νικόλαος Τζιφάκης: «Η επίλυση του προβλήματος της ονομασίας της πΓΔΜ σε συνδυασμό με τη διευθέτηση της εκκρεμότητας της αναγνώρισης του Κοσόβου και τη βελτίωση των ελληνοαλβανικών σχέσεων, θα επιτρέψουν στην ελληνική εξωτερική πολιτική να αναπτύξει πλήρως τη δυναμική της στην περιοχή. Το μακεδονικό ζήτημα μας αποπροσανατολίζει από την κύρια απειλή για την ελληνική ασφάλεια που προέρχεται από τις σχέσεις μας με την Τουρκία».

Ασχολείται με τα διεθνή θέματα και το διπλωματικό ρεπορτάζ και καλύπτει τα μεγάλα γεγονότα και πολεμικές συρράξεις από το 1988. Εργάζεται στον ΣΤΑΡ, και παλιότερα στον Antenna. Έχει μεταπτυχιακό στην Επικοινωνία και Δημοσιογραφία και πτυχίο Ιστορίας και Αρχαιολογίας από το ΕΚΠΑ.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous
gplus
 

Γίναμε τριών!

Η δημοσιογραφία απαιτεί χρόνο, δουλειά και χρήματα.
Γίνε κι εσύ συνδρομητής και εξασφάλισε ότι θα συνεχίσουμε. Γράψου τώρα

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.