Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Το άρθρο αυτό σας το προσφέρει ο συνδρομητής Σταύρος Μαλιχούδης.

Γίνετε συνδρομητής για να μπορείτε να τα μοιραστείτε και εσείς.

Χρόνος ανάγνωσης:
8'
Κατηγορία:
Κείμενο:
Φωτογραφίες:
_dm81705bw.jpg

Η δεύτερη ζωή των πιάτων για σπάσιμο

Από τα πορσελάνινα που άφηναν πληγές, στα φθηνότερα γύψινα: ο θρυμματισμός πιάτων ήταν συνώνυμο της διασκέδασης για ολόκληρες γενιές. Με τα χρόνια, θεωρήθηκαν μπανάλ κι έδωσαν τη θέση τους στα λουλούδια, αλλά στο κέφι ακόμη σπάνε ανά δεκάδες –και όχι μόνο στην Ελλάδα.

«Παντελή, τι έγινε, έπηξε;»

Όση ώρα μιλάμε, καθισμένοι στο γραφειάκι στην είσοδο της βιοτεχνίας που βρίσκεται ανάμεσα σε συνεργεία αυτοκινήτων, εργαστήρια επιγραφών και αποθήκες στη βιομηχανική ζώνη πάνω από το λιμάνι του Πειραιά, δεν είναι δύσκολο να καταλάβεις πως η έγνοια του Μπάμπη Σταμπούλογλου τρέχει αλλού.

Κάθε λίγο, ο ηλικιωμένος άνδρας γυρίζει να δει τι συμβαίνει στα μηχανήματα, όπου οι γιοι και εγγονοί του παρέα με τον Νασέρ και τον Γιώργο χύνουν τον ιδρώτα τους αυτό το πρωινό, ετοιμάζοντας τη σημερινή φουρνιά γύψινων πιάτων. Εκατοντάδες ετοιμοπαράδοτα πιάτα συσκευασμένα σε παλέτες σχηματίζουν μικρούς πύργους γύρω μας.

Image
piata1.jpg
Ο νεότερος Μπάμπης Σταμπούλογλου κατά τη διάρκεια της εργασίας στην οικογενειακή βιοτεχνία.

Με το κεφάλι μισογυρμένο, ο κύριος Σταμπούλογλου ρίχνει πάλι μια ανυπόμονη φωνή: «Έπηξε, Μπάμπη;». Η κόρη του, καθισμένη δίπλα του, του ζητά να σταματήσει να ανησυχεί για τον γύψο και να απαντήσει στις ερωτήσεις μου.

«Εξήντα χρόνια είμαι στη δουλειά», λέει, όταν επιστρέφει σε μένα. «Εξήντα χρόνια», επαναλαμβάνει το νούμερο αργά. «Από 65 χρονών έπρεπε να πάρω σύνταξη, αλλά εγώ τώρα σταμάτησα, στα 87 μου. Αρρώστησα, αλλιώς δεν θα τα παράταγα. Μου κακοφαίνεται. Έχω λυσσάξει και θέλω να είμαι διαρκώς πάνω από τη δουλειά, να βλέπω». Χαμογελά.

Image
piata2.jpg
Πιάτα έτοιμα για συσκευασία, περιμένουν την αποστολή τους.

Μια διαδρομή στη νύχτα της Αθήνας

Ο Μπάμπης Σταμπούλογλου βρέθηκε στη νύχτα από παιδί. Για το μεροκάματο, πιτσιρικάς, πουλούσε φιστίκια έξω από τα λίγα μπουζουξίδικα που υπήρχαν τότε στην Αθήνα. Ένα βράδυ, έξω από το μαγαζί του Σιλά στη λεωφόρο Συγγρού, τσακώθηκε με τον πορτιέρη που δεν τον άφηνε να μπει μέσα.

«Εκείνη την ώρα βγαίνει ο Σιλάς, και ρωτάει, “τι έγινε, ρε, με τον μικρό”; “Να”, λέει ο πορτιέρης, “κάθεται στην πόρτα κι ενοχλεί”. Με ρωτάει εκείνος τι πουλάω και από πού είμαι. Μου λέει, “θες δουλειά”; “Θέλω” λέω».

Image
piata15.jpg
Ο Νασέρ ετοιμάζει το καλούπι των γύψινων πιάτων.

Τον καιρό εκείνο ακόμη στα ξενυχτάδικα ο χαμός γινόταν με τα μπαλόνια. «Έβγαιναν οι γυναίκες με τα μπαλόνια και έβαζαν το αναμμένο τσιγάρο πάνω: μπαμ-μπαμ-μπαμ, έσπαγαν τα μπαλόνια στη σειρά. Ο Σιλάς με έβαλε στο μαγαζί να τα φουσκώνω. Από κει και πέρα είδα την Αθήνα, την γνώρισα και τακτοποιήθηκα».

Όταν η κουβέντα έρχεται στη μετάβαση από το σκάσιμο μπαλονιών στο σπάσιμο πιάτων στα νυχτερινά μαγαζιά, ένα όνομα μονοπωλεί τις αναμνήσεις του: Ωνάσης.

«Όλο αυτό ξεκίνησε από εκείνον. Το φούντωμα συνέβη στη Φαντασία που ήταν στην παραλιακή, στο ύψος του παλιού αεροδρομίου, από τη μανία του να σπάει πιάτα. Κι έπειτα απέναντι, στο Κασταλία. Φώναζε “πιάτα” και έρχονταν ντάνες που τα έσπαγαν με σφυράκι. Αλλά τότε δεν υπήρχαν τα σημερινά –ήταν τα γυαλιστερά, τα επικίνδυνα. Πολλά κεφάλια άνοιξαν, πολλά χέρια έσπασαν, τα πόδια των γυναικών ήταν ξυραφιασμένα από δαύτα. Γι’ αυτό και βγήκε νόμος τότε και το σταμάτησαν», λέει αναφερόμενος στο νόμο που πέρασε η Χούντα το 1968 κατά του εθίμου των «φθορών προκαλουσών το κοινόν αίσθημα». Η κόρη του η Κατερίνα, που έχει δουλέψει και η ίδια για την οικογενειακή βιοτεχνία, δείχνει μια πληγή στο χέρι της. «Ένα βράδυ, όπως έσπασαν οι ντάνες και πήγα να σηκώσω ένα πιάτο, ένα κομμάτι με έκοψε. Μου έκαναν ράμματα», εξηγεί.

Άλλες εποχές εκείνες, τότε η λέξη «πόλεμος» για όσα συνέβαιναν στα πόδια των τραγουδιστών ήταν μια διαφορετική τελείως έννοια: πολλοί, πάνω στο κέφι τους, δεν έσπαγαν απλώς τα πιάτα, αναποδογύριζαν ολόκληρο το τραπέζι τους, μαζί με ό,τι είχε επάνω.

Image
5.jpg
Τα γύψινα πιάτα αντικατέστησαν τα γυαλιστερά, προκειμένου να αποφεύγονται οι τραυματισμοί.

Εκείνη την εποχή ο Σταμπούλογλου εμπορευόταν πιάτα που προμηθευόταν από άλλη βιοτεχνία. Με την απαγόρευση των γυαλιστερών πιάτων, συνεννοήθηκε με ένα χημικό που του ετοίμασε μια συνταγή ώστε να δημιουργεί λιγότερα επικίνδυνα πιάτα. Και έτσι βρέθηκε ο ίδιος στη θέση του παραγωγού.

Τη δεκαετία του ’80, το εργοστάσιο που έστησε θα έδινε πιάτα σε 70-80 μαγαζιά ημερησίως στην Αττική, μπουζουξίδικα στην παραλία και το κέντρο, την Τρούμπα, την Εθνική οδό. Έφευγαν 20.000-25.000 πιάτα την ημέρα, και στο αποκορύφωμα, τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’90, έως και 80.000.

«Η δεκαπενταετία που ακολούθησε την πτώση της Χούντας ήταν η καλύτερη εποχή», λέει ο Ιορδάνης, ένας από τους δύο γιους του Μπάμπη Σταμπούλογλου. Kαι ο ίδιος βρέθηκε από 12 χρονών μέσα στη νύχτα. «Το ’80 τα μαγαζιά ήταν ανοιχτά έξι μέρες την εβδομάδα, μόνο μια μέρα είχαν ρεπό. Ο κόσμος έβγαινε και διασκέδαζε, γιατί βέβαια υπήρχαν και δουλειές». Σε ρεπορτάζ του Βήματος, ο Βασίλης Καρράς θυμάται έναν πελάτη που ξόδεψε 50 εκατομμύρια δραχμές για πιάτα σε μια νύχτα.

Γρήγορα η βιοτεχνία Σταμπούλογλου ανοίχτηκε και στην επαρχία. Στη Ρόδο χρειάζονταν 100.000 πιάτα την εβδομάδα «για τις ανάγκες του νησιού». Πίσω στην Αθήνα, ακούραστα στην παραγωγή εργάζονταν 8 άτομα.

Τότε ήταν που καθιερώθηκε ευρύτερα και το σπάσιμο των πιάτων ως τρόπος φλερταρίσματος. «Λοιπόν, η γκόμενα, η τραγουδίστρια, είναι καψούρα. Αλλά εσύ που είσαι καψούρης μαζί της, πώς θα πάρεις χαμπάρι ότι έχει και άλλο γκόμενο;», εξηγεί ο Μπάμπης Σταμπούλογλου χαμογελαστός.

Image
11.jpg
Σπασμένα πιάτα στη σκηνή στο τέλος της βραδιάς.

«Έλεγε εκείνη στον άλλο, “έλα, ρε, το βράδυ να μου κάνεις κανένα νταλαβέρι”. Οπότε, μόλις έβγαινε η γκόμενα ήταν έτοιμος εκείνος, έσπαγε τα πιάτα για πάρτη της. Ο άλλος, ο δεύτερος, έλεγε “τι κάνει, ρε, αυτός”; Και αρχίναγε και κείνος, εκεί γινόταν η μάχη. Και εκεί έβγαζε και ο καταστηματάρχης τα λεφτά με τη σέσουλα».

Εκείνα τα χρόνια ξεπετάχτηκαν δεκάδες βιοτεχνίες παραγωγής πιάτων για σπάσιμο προκειμένου να εξυπηρετηθεί η ζήτηση στα ξενυχτάδικα από την Αχαρνών και την Πατησίων έως την παραλιακή, κι από τη Συγγρού έως το Αιγάλεω. Σήμερα, η οικογενειακή βιοτεχνία των Σταμπούλογλου είναι η μοναδική στην Αττική, ενώ υπάρχει ακόμη μια στη Βόρεια Ελλάδα.

Η δεύτερη ζωή των πιάτων για σπάσιμο

Μπορεί οι περισσότερες βιοτεχνίες να έκλεισαν, ζήτηση και προσφορά όμως εξακολουθεί να υπάρχει, κάτι που μπορεί να αντιληφθεί κανείς κάνοντας μια σχετική αναζήτηση στο ίντερνετ. Στη θέση των δεκάδων βιοτεχνιών που τα παρήγαγαν, βρίσκονται αρκετοί μεσάζοντες που τα προμηθεύονται από τις δύο βιοτεχνίες και τροφοδοτούν μαγαζιά της Ελλάδας και του εξωτερικού.

Το έθιμο εδώ συντηρείται κυρίως από τα εκατομμύρια τουριστών που έρχονται στην Ελλάδα. «Στις “ελληνικές βραδιές”, πάντα θα τους έχουν πιάτα για σπάσιμο. Πολλές φορές και οι ίδιοι ζητούν από το ταξιδιωτικό τους γραφείο να πάνε κάπου, όπου μπορούν να απολαύσουν το έθιμο», εξηγεί η Κατερίνα Σταμπούλογλου.

Image
piata14.jpg
Το πρόγραμμα στην ταβέρνα Καλοκαιρινός περιλαμβάνει παραδοσιακούς χορούς αλλά και οριεντάλ.

Είναι βράδυ Παρασκευής, και βρισκόμαστε σε μια ταβέρνα χωμένη στα στενά της Πλάκας, όταν η Κάρολαϊν, μια τουρίστρια που κάθεται στο διπλανό τραπέζι με τρεις ακόμη πενηντάρηδες Αμερικανούς, μου απευθύνεται γεμάτη ενθουσιασμό: «Ωραία δεν το πέταξα; Σαν φρίσμπι!».

Το πιάτο-φρίσμπι της έχει μόλις προσγειωθεί και σπάσει σε χίλια κομμάτια πάνω στην πίστα του Καλοκαιρινού, της ταβέρνας που ξεκίνησε το 1960, και που για ένα χρόνο, ιδιοκτήτης της ήταν ο Νίκος Ξυλούρης. Η Κάρολαϊν δεν είναι η μόνη που έχει επιδοθεί σε κάτι μεταξύ σφαιροβολίας και ασυγχρόνιστης, ελαφρά μεθυσμένης χορογραφίας.

Εξάλλου, το αποκορύφωμα της βραδιάς έχει μόλις φτάσει: μετά από παραδοσιακούς και οριεντάλ χορούς με τις κατάλληλες αμφιέσεις, μετά από άφθονο πατρινό κρασί, ελληνικές συνταγές και περισσότερα «ώπα», ο ιδιοκτήτης της ταβέρνας, Ευάγγελος Φέτσας, ανεβαίνει πλάι στους μουσικούς με μισή ντουζίνα πιάτα. Συγκεντρώνει την προσοχή του κοινού, που κρατούν ανυπόμονα τα πιάτα που τους έχουν μοιράσει, και τα σπάει με στιλ –οι θαμώνες ανταποκρίνονται ενθουσιωδώς και τα «ώπα» αντηχούν όλο και πιο δυνατά.

Image
piata12.jpg
Ο ιδιοκτήτης της ταβέρνας, Ευάγγελος Φέτσας.

Ο ιδιοκτήτης καλεί τους θαμώνες να πλησιάσουν με τα πιάτα τους στην σκηνή. Πολλοί τρέχουν με έξαψη μικρού παιδιού, άλλοι πάνω στην ανυπομονησία τους όχι και τόσο: τα πιάτα που πετούν από τα τραπέζια τους καλύπτουν μια απόσταση ίσως και 10-15 μέτρων στον αέρα, πάνω από τα κεφάλια των υπολοίπων, πριν διαλυθούν στην προσγείωσή τους στην σκηνή. Κι άλλα πιάτα στον αέρα, κι άλλα τρίποντα από τους θαμώνες.

Image
piata9.jpg
Τα πιάτα μοιράζονται στα τραπέζια των θαμώνων.

Image
piata8.jpg
Οι ενθουσιασμένοι θαμώνες περιμένουν τη στιγμή που θα μπορούν κι εκείνοι να σπάσουν τα πιάτα τους.

«Η χώρα σας έχει πανέμορφες παραδόσεις», λέει η Κάρολαιν όταν κάθεται και πάλι στην καρέκλα της, ενώ οι φίλοι της ήδη δείχνουν εκστασιασμένοι ο ένας στον άλλο τις φωτογραφίες τους. «Όλη τη βραδιά περίμενα αυτήν τη στιγμή. Δεν γινόταν να έρθω στην Ελλάδα και να μην σπάσω ένα πιάτο».

Λίγο αργότερα, όρθιοι στην είσοδο της ταβέρνας, οι ιδιοκτήτες του Καλοκαιρινού αποχαιρετούν τον κόσμο που αποχωρεί. «Ήθελε να σπάσει το γυάλινο, το κανονικό πιάτο», δείχνει ο Ευάγγελος Φέτσας μια γυναίκα που περνά από μπροστά μας. «Την επόμενη φορά», της υπόσχεται.

Image
piata7.jpg
Στην ταβέρνα «Καλοκαιρινός» το σπάσιμο πιάτων έρχεται στο τέλος, στο αποκορύφωμα της βραδιάς.

Πέραν των Ελλήνων και των αναμενόμενων Τούρκων και Βαλκάνιων, στην ταβέρνα έρχονται πελάτες από την Ταϊβάν, το Μαρόκο, τις χώρες της Λατινικής Αμερικής. «Εμείς δεν είμαστε νυχτερινό μαγαζί», διευκρινίζει η σύζυγος του Φέτσα, Νίκη Γαλανοπούλου, η οικογένεια της οποίας διαδέχθηκε τον Ξυλούρη στην ιδιοκτησία της ταβέρνας. «Αλλά εντάσσουμε τα πιάτα στο ζεϊμπέκικο, στο τέλος της βραδιάς, και κάνουμε ένα μικρό σόου, προκειμένου να καταλάβουν πώς να τα πιάσουν, πώς να τα πετάξουν. Πολλοί έρχονται μόνο για να δούνε το σπάσιμο πιάτων».

«Τα λουλούδια είναι για τους νεκρούς»

Η ζήτηση πιάτων δεν έρχεται μόνο από μαγαζιά που δουλεύουν με τουρίστες. Στη βιοτεχνία Σταμπούλογλου φτάνουν παραγγελίες από τις βαλκανικές χώρες, τη Γερμανία, την Αγγλία και τη Γαλλία, έως και στο Πακιστάν έχουν ταξιδέψει οι παλέτες με την σήμανση «ΠΙΑΤΑ ΓΙΑ ΣΠΑΣΙΜΟ». Η ζήτηση έως τώρα προερχόταν από τα ελληνικά μαγαζιά σε αυτές τις χώρες, αλλά προοδευτικά προστίθενται και άλλα.

Όταν ο κύριος Σταμπούλογλου αποσύρθηκε, τη βιοτεχνία ανέλαβε ο συνονόματος εγγονός του. Ύστερα από μερικά χρόνια θητείας επαγγελματικού ποδοσφαίρου, ο 28χρονος Μπάμπης έχει στο πλάι του τον Γιώργο και τον Νασέρ, με τον πατέρα και τον θείο του επίσης να βοηθάνε, αλλά να απασχολούνται και ως προμηθευτές αναψυκτικών.

Image
piata6.jpg
Ο Νασέρ, που εργάζεται στην οικογενειακή επιχείρηση, ποζάρει ανάμεσα στα γύψινα πιάτα.

«Μου έχουν ζητήσει άνθρωποι να τους μάθω τη δουλειά, έχουν έρθει και με έχουν βρει από την Αγγλία και την Κύπρο», λέει ο Μπάμπης. «Δεν ήθελα όμως. Ο εγγονός μου μού έλεγε, παππού, θα έρθω μαζί σου. Δεν ήθελε να συνεχίσει τα γράμματα, ούτε την μπάλα, οπότε του είπα, έλα, του έφτιαξα τα χαρτιά, του έδωσα τη βιοτεχνία και είναι δική του. Οικογένεια είμαστε».

Στην αποθήκη της πολυκατοικίας όπου μένουν, υπάρχουν πάντα ετοιμοπαράδοτα πιάτα και τα αυτοκίνητά τους είναι πάντα φορτωμένα σε περίπτωση που κάποιο κατάστημα τα χρειαστεί, όσο αργά τη νύχτα κι αν έρθει το τηλεφώνημα.

Image
piata3.jpg
Τα πιάτα της βιοτεχνίας Σταμπούλογλου έχουν φτάσει έως και στο Πακιστάν.

Όμως όπως τα πιάτα αντικατέστησαν τα μπαλόνια, τα τελευταία χρόνια τα γύψινα πιάτα έχουν απομακρυνθεί από τα μεγάλα μαγαζιά, που ούτως ή άλλως λειτουργούν δύο-τρεις μέρες την εβδομάδα, καθώς τη θέση τους έχουν πάρει τα πανέρια με λουλούδια. Ίσως φταίει που στα χρόνια της κρίσης οι εικόνες των τραγουδιστών με τα πόδια τους καλυμμένα από θρυμματισμένα πιάτα θεωρούνται περισσότερο σύμβολο πρόκλησης, παρά διασκέδασης. Ίσως που οι τραγουδιστές διέβλεψαν ένα τρόπο να εξασφαλίζουν έξτρα εισόδημα, παίρνοντας ποσοστά επί της γκαρνταρόμπας, δηλαδή των λουλουδιών με τα οποία τους ραίνουν.

Το έθιμο ζει πλέον στα μικρότερα μαγαζιά, και σε ιδιώτες που τα αναζητούν στα γλέντια και τους γάμους, τις γιορτές. «Εγώ ξέρω πως όταν ο Έλληνας σπάει το πιάτο, πάει να πει πως κάνει κέφι, έτσι διασκεδάζει πραγματικά», λέει η Κατερίνα. «Λουλούδια; Τα λουλούδια είναι για τους νεκρούς, όχι για τους ζωντανούς».

Profile picture for user malichudis
Γεννήθηκε το 1992. Σπούδασε Επικοινωνία και Πολιτισμό στο Πάντειο, όπου συνέχισε με μεταπτυχιακό στις Σπουδές Φύλου και την Ανθρωπολογία. Έχει εργαστεί στην ελληνική έκδοση της The Huffington Post και το Κανάλι Ένα 90,4 FM. Κείμενά του έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα Μέσα.
Profile picture for user michalakis
Γεννήθηκε (1977) στην Ελευσίνα. Σπούδασε φωτογραφία στη Focus. Οι φωτογραφίες του έχουν δημοσιευτεί σε ελληνικές και διεθνείς εκδόσεις (Spiegel, Die Zeit, Rolling Stones Magazine, Le Monde, Washington Post, International NY Times). Έχει κάνει αποστολές σε πολλές χώρες.

Newsletter
Σάββατο 06.06.2026

Ταυτότητα insidestory.gr 
Ιδιοκτησία - Δικαιούχος ονόματος τομέα: The Whole Story A.E.
ΑΦΜ: 800713524 ΚΕΦΟΔΕ Αττικής, ΓΕΜΗ: 137938201000
Νόμιμος Εκπρόσωπος: Δημήτρης Ξενάκης
Διαχειριστής ιστοσελίδας-Εκδότης-Διευθυντής: Δημήτρης Ξενάκης
Διευθύντρια Σύνταξης: Κατερίνα Λομβαρδέα
Έδρα: Στησιχόρου 1, 10674 Αθήνα
Επικοινωνία: [email protected], +30 2107295605 

Αριθμός Μητρώου Ηλεκτρονικού Τύπου: 242903 logo
jti certified Το inside story έχει πιστοποιηθεί ανεξάρτητα σύμφωνα με το πρόγραμμα JTI και το πρότυπο CWA 17493:2019 το οποίο προάγει την δημοσιοποίηση πληροφοριών για την ταυτότητα και τα έσοδα του Μέσου Ενημέρωσης καθώς και δεικτών που αφορούν τον επαγγελματισμό και την λογοδοσία σχετικά με τις δραστηριότητες του.