Περιμένοντας τη «Δίκαιη Μετάβαση» στη μετα-λιγνιτική εποχή

Σε όλη την Ευρώπη, ο άνθρακας οδεύει προς την έξοδο. Καταναλωτές και περιβαλλοντικές οργανώσεις ελπίζουν ότι το πέρασμα στην καθαρή ενέργεια θα μεριμνήσει για τη διατήρηση των θέσεων εργασίας και την καταπολέμηση της ενεργειακής φτώχειας. ΕΕ και κράτη-μέλη δεν έχουν καταλήξει στις λεπτομέρειες της μετάβασης – και τα άλυτα προβλήματα είναι πολλά. Αυτό είναι το τελευταίο μέρος της μεγάλης έρευνας των The Manifold και Γιουστίνα Πιτσκάτοφσκα με τίτλο «Το τέλος του λιγνίτη».
Χρόνος ανάγνωσης: 
15
'
Εσωτερική όψη του Ατμοηλεκτρικού Σταθμού Αμυνταίου. [The Manifold]

Αυτές είναι οι τελευταίες μέρες του Ατμοηλεκτρικού Σταθμού Αμυνταίου στη Φλώρινα της Δυτικής Μακεδονίας. Χτισμένος το 1987 ως νόθο βιομηχανικό τέκνο δυτικογερμανικών και σοβιετικών τεχνολογιών, ο σταθμός των δύο μονάδων και πάλαι ποτέ κόσμημα της Φλώρινας, πλέον στέκει δίπλα στις υπόλοιπες λιγνιτικές μονάδες της χώρας ως ζημιογόνο πρόβλημα. Το Αμύνταιο δεν έχει δώσει μόνο θέσεις εργασίας, αλλά και θέρμανση από το 1997 και μετά, ιδιαίτερα πολύτιμη για μια περιοχή όπου οι χειμερινές θερμοκρασίες μπορούν να φτάσουν μέχρι τους -25 βαθμούς Κελσίου. Το τίμημα ήταν η βαριά μόλυνση: τα λιγνιτικά κοιτάσματα των ορυχείων της περιοχής χαρακτηρίζονται από υψηλή συγκέντρωση πυριτούχων και ακόμα πιο χαμηλή αποδοτικότητα από αυτά που βρίσκονται στη γειτονική Πτολεμαΐδα. Χάρη σε αυτό, οι μονάδες του Αμυνταίου διανύουν πολύ χαμηλότερους κύκλους ζωής από τις υπόλοιπες.

Επισκεπτόμαστε τον σταθμό στα μέσα Ιουλίου. Οι εθνικές εκλογές που οδήγησαν σε νίκη της Νέας Δημοκρατίας έναντι του κυβερνώντος ΣΥΡΙΖΑ έχουν μόλις γίνει λίγες ημέρες πριν. Η απερχόμενη κυβέρνηση είχε αποφασίσει να παρατείνει τη ζωή των μονάδων κατά 17.500 ώρες, που σήμαινε ένα φιλί της ζωής μέχρι το 2021. Από την άλλη, ο υπουργός Ενέργειας της Νέας Δημοκρατίας Κωστής Χατζηδάκης άρχισε τη θητεία του με δηλώσεις κατά των λιγνιτικών μονάδων, χωρίς όμως να έχει δοθεί κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο. Δυόμιση μήνες αργότερα, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης θα ανακοινώσει αιφνιδιαστικά από το βήμα της ειδικής Συνόδου των Ηνωμένων Εθνών για το Κλίμα το κλείσιμο όλων των λιγνιτικών μονάδων μέχρι το 2028. Θα ακολουθήσει ο Κωστής Χατζηδάκης, που θα δηλώσει ότι οι μονάδες του Αμυνταίου θα είναι από τις πρώτες που θα τεθούν εκτός λειτουργίας ως το τέλος του 2019.

Το δωμάτιο ελέγχου με τα ξύλινα τοιχώματα και τους εκατοντάδες διακόπτες όπου βρίσκεται μαζεμένο το προσωπικό, στον πάνω όροφο της μονάδας, μοιάζει αρκετά παλιό. Η αισθητική του θυμίζει τις αίθουσες που βλέπουμε στη σειρά «Τσερνομπίλ» του HBO, που είναι διεθνές θέμα συζήτησης τις μέρες της επίσκεψής μας. «Λογικό είναι», μας απαντάει ένας εργαζόμενος. «Έχουν την ίδια ηλικία». Τη μετα-σοβιετική ατμόσφαιρα συμπληρώνει ο καιρός: ενώ οπουδήποτε αλλού στην Ελλάδα ο κόσμος υπομένει τον βαθύ θερινό καύσωνα, στη Φλώρινα έχει κρύο και βροχή.

Η μονάδα είναι εκτός λειτουργίας τη στιγμή της επίσκεψης. Τα τελευταία χρόνια και ιδίως αφότου μία κατολίσθηση το 2017 κατέστρεψε μεγάλο μέρος του ορυχείου και μισο-βύθισε το παρακείμενο χωριό των Αναργύρων, η ΔΕΗ έχει αποφασίσει ότι ο ΑΗΣ Αμυνταίου δεν θα τελεί σε πλήρη λειτουργία. Τον περισσότερο χρόνο είναι είτε σβησμένος ή λειτουργεί στο μισό της ισχύος του, συχνά όχι ως ηλεκτροπαραγωγός, αλλά προκειμένου να παρέχει την τηλεθέρμανση στη Φλώρινα τον χειμώνα. Ο μηχανικός που μας ξεναγεί στις εγκαταστάσεις θυμάται με περηφάνια πώς η μονάδα έσωσε την κατάσταση στην ενεργειακή κρίση του 2017, μπαίνοντας ξανά σε πλήρη λειτουργία προκειμένου να διασφαλίσει την επάρκεια του συστήματος που απειλούνταν από τις μειωμένες εισαγωγές φυσικού αερίου. Το περιστατικό φαίνεται να του έχει αφήσει μια δυσπιστία απέναντι στην προοπτική εξάρτησης από το εισαγόμενο αέριο αντί για την αξιοποίηση του άφθονου εγχώριου λιγνίτη.

Η δυσπιστία του δεν είναι θέμα γούστου, αλλά δεδομένων. Τη στιγμή που θα ανακοινωθεί το κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων, πέντε έργα μονάδων φυσικού αερίου βρίσκονται σε διαδικασία αδειοδότησης από τη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας, όλα ιδιωτικά και με εισαγόμενο φυσικό αέριο. Ο υφυπουργός Ενέργειας, Γεράσιμος Θωμάς, επιβεβαίωσε δημόσια ότι το φυσικό αέριο θα λειτουργήσει ως «μεταβατικό καύσιμο» προς την καθαρή ενέργεια. Ωστόσο, η διάρκεια ζωής του φυσικού αερίου ως μεταβατικού καυσίμου δεν έχει ακόμα προσδιοριστεί. Παράγοντες της αγοράς έχουν πει ότι η μεταβατική αυτή περίοδος θα διαρκέσει «τουλάχιστον μέχρι το 2040», ενώ περιβαλλοντικές οργανώσεις εκφράζουν την ανησυχία τους για την πιθανότητα το φυσικό αέριο να αποδειχθεί σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα αντίστοιχο οικονομικό και περιβαλλοντικό πρόβλημα με αυτό που αποτελεί σήμερα ο λιγνίτης.

Σε τοπικό επίπεδο, στη Δυτική Μακεδονία, όπου η άμεση και έμμεση συμμετοχή των δραστηριοτήτων της ΔΕΗ στο περιφερειακό ΑΕΠ υπολογίζεται μέχρι 58%, πολλοί εκφράζουν ανησυχία για το τι θα σημάνει η απολιγνιτοποίηση για την ασφάλεια εφοδιασμού, το κόστος του ρεύματος και την περιοχή.

Εν όψει του κλεισίματος των λιγνιτικών μονάδων ως το 2028, οι απαντήσεις αυτές επείγουν. Τυχαίνει όμως η Δυτική Μακεδονία, μαζί με τη Σιλεσία στην Πολωνία να αποτελούν τις δύο περιοχές της ΕΕ που θα αποτελέσουν τον καμβά πάνω στον οποίον οι ειδικοί θα σχεδιάσουν το μέλλον, μέσω μιας στρατηγικής γνωστής ως «Δίκαιη Μετάβαση».

Η ιδέα

Η ιδέα της Δίκαιης Μετάβασης προέρχεται από τις ΗΠΑ της δεκαετίας του 70.

Αποδίδεται συνήθως στον Τόνι Ματσόκι, ιστορικό στέλεχος του Συνδικάτου Εργαζομένων στο Πετρέλαιο, τα Χημικά και την Ατομική Ενέργεια, που είναι γνωστός όχι μόνο ως διεκδικητής μιας σειράς σημαντικών δικαιωμάτων για τους εργαζoμένους, αλλά και ως στρατευμένος οικολόγος, ο οποίος πρώτος πίεσε το εργατικό κίνημα του κλάδου του να συνταχθεί με τον πυρηνικό αφοπλισμό και την καταπολέμηση της μόλυνσης του περιβάλλοντος. Σύμφωνα με αναφορά των Industrial Workers of the World (IWW), o Ματσόκι σκέφτηκε αρχικά τη Δίκαιη Μετάβαση ως τη δημιουργία ενός Υπερταμείου, παρόμοιου με αυτό που στηνόταν κάθε φορά που χρειαζόταν αποκατάσταση εδαφών μετά το πέρας κάποιας βιομηχανικής δραστηριότητας. Το Υπερταμείο αυτό θα μεριμνούσε για τις χαμένες θέσεις εργασίας. Τη δεκαετία του 1990, το Υπερταμείο αντικαταστάθηκε από τον όρο «Δίκαιη Μετάβαση» για λόγους καλύτερης επικοινωνίας.

Στην Ευρώπη, η ιδέα της δικαιοσύνης για τις ανθρακικές παραγωγές όπου σταματούν οι δραστηριότητες εξόρυξης και ηλεκτροπαραγωγής έφτασε τη δεκαετία του 1980. Ξεκίνησε από τη Δυτική Γερμανία, όταν σταδιακά άρχισαν να κλείνουν τα ορυχεία άνθρακα και λιγνίτη. Για τρεις δεκαετίες, η Γερμανία υλοποιούσε σταδιακά τη μετάβαση. Με το άνοιγμά τους στον χώρο του real estate, oι επιχειρήσεις που κατείχαν τα ορυχεία κατάφεραν να διασφαλίσουν τη συνέχεια της κερδοφορίας για τις ίδιες. Με τη δε απόφαση να γίνει η αποκατάσταση των εδαφών με τρόπο που θα οδηγούσε στη δημιουργία νέων παραγωγικών μονάδων, συνήθως του αγροτικού τομέα, δημιουργήθηκαν νέες θέσεις εργασίας. Παράλληλα, το κράτος φρόντισε να μεταφέρει υπηρεσίες του στην περιοχή, ώστε να αποτραπεί ο οικονομικός αφανισμός της. Παρόμοιες στρατηγικές ακολουθήθηκαν και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Ολλανδία και το Βέλγιο.

Η συζήτηση ανοίγει στην Ελλάδα

Στην Ελλάδα, η συζήτηση για τη Δίκαιη Μετάβαση περιορίστηκε στις λιγνιτικές περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας και της Αρκαδίας. Άρχισε όμως να ανοίγει πραγματικά μετά το 2015, όταν μπήκαν οι μπουλντόζες στο εργοτάξιο της Πτολεμαΐδας V – κίνηση που σηματοδοτούσε μία συγκεκριμένη κατεύθυνση για την ενεργειακή στρατηγική της χώρας, κόντρα στην οποία προειδοποιούσαν τοπικές, εθνικές και υπερεθνικές περιβαλλοντικές οργανώσεις.

Λίγο μετά το άνοιγμα του εργοταξίου, τις παραμονές της Συνδιάσκεψης του ΟΗΕ για το κλίμα COP21, που θα κατέληγε στη Συμφωνία των Παρισίων, η WWF Ελλάς, που ήδη από το 2013 είχε προειδοποιήσει για τη μη-βιωσιμότητα της νέας λιγνιτικής μονάδας, εισηγήθηκε στην ελληνική κυβέρνηση να υιοθετήσει και να προωθήσει ως εθνική γραμμή το αίτημα της Δίκαιης Μετάβασης. Στις αρχές του 2016, η WWF μαζί με τους δημάρχους των ενεργειακών δήμων της χώρας απευθύνθηκαν στον τότε υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πάνο Σκουρλέτη, ο οποίος εκκινούσε μια διαδικασία εκπόνησης ενός σχεδίου για τον επιμερισμό των εσόδων από τα δικαιώματα εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής, του ζήτησαν μέρος των εσόδων να κατευθυνθεί στην ανάπτυξη άλλων οικονομικών δραστηριοτήτων στις περιοχές αυτές, πέραν του λιγνίτη. Ο υπουργός αρνήθηκε, με την αιτιολογία ότι η ευρωπαϊκή οδηγία βρισκόταν ακόμα υπό αναθεώρηση.

Μία ημερίδα που πραγματοποιήθηκε στην Κοζάνη για το θέμα το 2016 έδωσε το βασικό ερέθισμα να στηθεί μια task force με τοπικούς φορείς για να προωθήσει το αίτημα της Δίκαιης Μετάβασης, υπό την αιγίδα του τότε περιφερειάρχη Δυτικής Μακεδονίας Θεόδωρου Καρυπίδη, ο οποίος όμως αρνήθηκε να συμπεριλάβει τις περιβαλλοντικές οργανώσεις σε αυτήν. Ωστόσο, οι συμμετέχοντες στην task force κράτησαν ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας μαζί τους, δίνοντάς τους έναν χαρακτήρα άτυπου συμβούλου.

Μέρος της τοπικής κοινωνίας αντιμετώπιζε με σκεπτικισμό ή συχνά και εχθρότητα την ιδέα της απολιγνιτοποίησης. «Κάποιοι μας φώναζαν ότι είμαστε πράκτορες» λέει ο Νίκος Μάντζαρης, τότε υπεύθυνος του Τομέα Ενεργειακής και Κλιματικής Πολιτικής του WWF Ελλάς και σημερινός Αναλυτής Πολιτικής του Green Tank. Την επομένη της ημερίδας ωστόσο, η WWF άρχισε να καταρτίζει τον πρώτο οδικό χάρτη για τη Δίκαιη Μετάβαση στη Δυτική Μακεδονία, βασισμένο σε δώδεκα άξονες παραγωγικών δραστηριοτήτων. Αυτοί οι άξονες δεν αποτελούσαν επινόηση του κ. Μάντζαρη, της WWF και του Παντείου Πανεπιστημίου με το οποίο συνεργάστηκαν. «Ήταν οι προτάσεις που είχαν διαμορφωθεί επί σειρά χρόνων από τους τοπικούς φορείς, τις οποίες μελετήσαμε, αναπτύξαμε και μετατρέψαμε σε αριθμούς».

Την έντονα αρνητική στάση μέρους της τοπικής κοινωνίας απέναντι στο ενδεχόμενο επιβεβαιώνει και η δριμεία ανακοίνωση της ΓΕΝΟΠ/ΔΕΗ ανήμερα της Παγκόσμιας Ημέρας Περιβάλλοντος το 2017, όπου χαρακτηρίζεται η κλιματική αλλαγή «κατασκεύασμα» και «καθαρό δημιούργημα των συμφερόντων». Παρόλα αυτά, η task force της Δυτικής Μακεδονίας αποδείχθηκε ιδιαίτερα δραστήρια, με συνεχείς παραινέσεις τόσο προς την πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΚΑ, όσο και προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Στις αρχές του 2017, αιτήθηκαν από το ΥΠΕΚΑ να καταρτιστεί ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα για τη μετάβαση των λιγνιτικών περιοχών και να αρχίσουν να εξερευνούνται τα χρηματοδοτικά εργαλεία.

Παράλληλα, η task force πραγματοποίησε σειρά επισκέψεων σε πρώην ανθρακικές περιοχές της Ευρώπης, για να αντλήσει καλές πρακτικές για τη μετάβαση. Το Ευρωπαϊκό Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης, του οποίου τη δημιουργία υποστήριξε, ήταν υπό διαπραγμάτευση, έχοντας κερδίσει την υποστήριξη εργατικών σωματείων και κομμάτων απ’ όλη την Ευρώπη. Το βασικό αίτημα, που είχε βρει και την υποστήριξη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ήταν το Ταμείο αυτό να είναι διακριτό και να μην προκύπτει από μία αναμόχλευση των υπαρχόντων πόρων. Με τη συμπαράσταση των Πρασίνων, η task force της Δυτικής Μακεδονίας συναντήθηκε με τον τότε Επίτροπο Ενέργειας Μιγκέλ Άριας Κανιέτε για να συζητήσουν το θέμα της χρηματοδότησης. Ο Επίτροπος τους ενημέρωσε ότι το θέμα ήταν έξω από τη δικαιοδοσία του, αλλά ότι θα δημιουργούνταν μια Πλατφόρμα Διαλόγου για τις Ανθρακικές Περιοχές της ΕΕ, στην οποία, ύστερα από τη συνάντησή τους, η Δυτική Μακεδονία θα γινόταν μία από τις τρεις πιλοτικές περιοχές πάνω στις οποίες θα μελετούνταν η Δίκαιη Μετάβαση, μαζί με τη Σιλεσία της Πολωνίας και την Άνω Νίτρα στη Σλοβακία.

«Στην αρχή, το μεγάλο θέμα με την Πλατφόρμα Διαλόγου για τις Ανθρακικές Περιοχές της ΕΕ ήταν η αδιαφάνεια» μας λέει ο Νίκος Μάντζαρης. Στην ομαλοποίηση των συζητήσεων, ώστε να μιλούν ανοικτά μεταξύ τους οι συμμετέχοντες, βοήθησε με προσωπική του παρέμβαση ο υποδιευθυντής της Επιτροπής Ενέργειας, Κλάους Ντίτερ Μπόρχαρντ.

«Καθαρός» άνθρακας, αέριο ή πλήρης μετάβαση σε καθαρή ενέργεια;

Τον πρώτο καιρό, υπήρξαν στην Πλατφόρμα Διαλόγου προσπάθειες να ενταχθούν στη Δίκαιη Μετάβαση έργα με σύγχρονες τεχνολογίες «καθαρού» άνθρακα και αποθήκευσης άνθρακα, που θα μείωναν μεν τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις αλλά θα εξακολουθούσαν να διαιωνίζουν την ανθρακική ηλεκτροπαραγωγή, πράγμα στο οποίο εναντιώθηκαν σθενάρα η WWF Ελλάς και άλλες περιβαλλοντικές οργανώσεις.

Μια γεύση παίρνουμε από μία μικρή επιχειρηματική σύγκρουση που έλαβε χώρα στο εσωτερικό της Πλατφόρμας. «Το 2018, ο εκπρόσωπος της γερμανικής RWE παρουσίασε έργο “καθαρού” άνθρακα και ο επόμενος στη σειρά των παρουσιάσεων εκπρόσωπος της ανταγωνιστικής Siemens-Gamesa παρουσίασε μία τεχνολογία για την αποθήκευση ενέργειας, η οποία αντιμετωπίστηκε με ειρωνικά σχόλια από τον πρώτο. Παρ’ όλα αυτά, έναν χρόνο αργότερα, η RWE επανεμφανίστηκε σε επόμενη συνάντηση της Πλατφόρμας με τη δική της πρόταση για αποθήκευση ενέργειας». «Το καλό είναι ότι οι άνθρωποι ακούνε. Οι ιδέες για έργα “καθαρού” άνθρακα έχουν μειωθεί σημαντικά και αυτό φαίνεται και στις εταιρείες», λέει ο κ. Μάντζαρης.

Η λύση του ζητήματος της αποθήκευσης ενέργειας είναι μία από τις βασικότερες προκλήσεις στις οποίες επικεντρώνεται η μετάβαση στην καθαρή ενέργεια, καθώς αυτή θα επέτρεπε να αποθηκεύεται η ενέργεια των ΑΠΕ, περιορίζοντας τη σχετική απροσδιοριστία για το πόση ενέργεια μπορούν να παράγουν σε μακροπρόθεσμες εκτιμήσεις, καθώς αυτή εξαρτάται από τον αέρα και τον ήλιο. Οι ενεργειακοί κολοσσοί αλλά και τα μεγαλύτερα κράτη του κόσμου έχουν πλέον στρέψει μεγάλο μέρος της έρευνάς τους στην αποθήκευση ενέργειας και άλλες τεχνολογικές λύσεις που θα καθοδηγούσαν τη μετάβαση: μεγάλες «μπαταρίες», αποθήκευση με τηκόμενα άλατα και ηφαιστειακές πλάκες ή την πλέον προχωρημένη μεταξύ αυτών, την αντλησοταμίευση, όπου αξιοποιούνται οι υψομετρικές διαφορές υδροηλεκτρικών έργων προκειμένου να δημιουργηθούν αποθέματα νερού που θα μπορούσαν να τροφοδοτήσουν την παραγωγή ηλεκτρισμού άμεσα εν ανάγκη.

Ωστόσο, η Ελλάδα φαίνεται να επιλέγει διαφορετική κατεύθυνση. Από την ανακοίνωση του κλεισίματος των λιγνιτικών μονάδων από τον Κυριακό Μητσοτάκη και μετά, υπάρχουν πέντε εν ενεργεία άδειες για μονάδες φυσικού αερίου που έχουν εγκριθεί από τη ΡΑΕ, οι δύο από τις οποίες είναι ήδη υπό κατασκευή. Η δε μελέτη για την επάρκεια ισχύος του συστήματος που καταρτίζει ο ΑΔΜΗΕ φαίνεται να βασίζεται σε παραδοχές που συμφωνούν με τη θέση του Γεράσιμου Θωμά ότι το φυσικό αέριο, επίσης ορυκτό καύσιμο με υψηλές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, θα εδραιωθεί για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα ως μεταβατικό καύσιμο.

«Το να δούμε το φυσικό αέριο ως καύσιμο-γέφυρα θα είχε νόημα να το συζητήσουμε στις αρχές της δεκαετίας του 2000» σύμφωνα με τον Σταύρο Μαυρογένη, σημερινό επικεφαλής της ενεργειακής και κλιματικής πολιτικής του WWF Ελλάς. «Τώρα πια δεν έχει κανένα νόημα γιατί οι αποδόσεις των επενδύσεων ΑΠΕ έχουν αυξηθεί ραγδαία, ενώ το φυσικό αέριο υπάρχει κίνδυνος να μην βγάλει τα λεφτά του. Είμαστε στο ίδιο σημείο που βρισκόμασταν το 2015 με την Πτολεμαΐδα V, που λέγαμε ότι δεν θα βγει οικονομικά».

«Όταν η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν ζητάει ένα green new deal και πιο φιλόδοξους στόχους για τη μείωση των εκπομπών, αυτά κάπως πρέπει να γίνουν. Και με καύσιμο-γέφυρα το φυσικό αέριο, απλά δεν γίνονται».

Το μέλλον

Η ανακοίνωση του κλεισίματος των λιγνιτικών μονάδων μέχρι το 2028 ήρθε απροειδοποίητα και με ακόμα πιο μεγάλη ανησυχία υποδέχθηκαν οι άμεσα ενδιαφερόμενοι εργαζόμενοι της ΔΕΗ και κάτοικοι των λιγνιτικών περιοχών την ανεπιβεβαίωτη διαρροή ότι η κυβέρνηση σκέφτεται να μετακινήσει αυτή την ημερομηνία το 2023.

Πριν την εξαγγελία Μητσοτάκη, ο Σταύρος Μαυρογένης έβλεπε τη ΓΕΝΟΠ/ΔΕΗ να έχει σταδιακά μια πιο θετική στάση. Ο πρόεδρός της Γιώργος Αδαμίδης είχε επιστρέψει από εκπαιδευτική εκδήλωση της WWF στη Ρηνανία δηλώνοντας στα τοπικά μέσα της Κοζάνης ότι ο λιγνίτης σταδιακά αποσύρεται και αίτημα των εργαζομένων είναι η μετάβαση να είναι ομαλή και δίκαιη, όχι βίαιη. Το σύνθημα «θέλουμε δίκαιη και όχι βίαιη μετάβαση» υιοθετήθηκε αρχικά από τα σωματεία, αλλά και από φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και τις ίδιες τις περιβαλλοντικές οργανώσεις.

Όμως η ξαφνική εξαγγελία της κυβέρνησης φαίνεται να οδήγησε σε πισωγύρισμα. «Μετά την εξαγγελία δημιουργήθηκαν αντιδράσεις με τους κατοίκους να σκέφτονται ότι κλείνει ο λιγνίτης –που κάποιοι στη Δυτική Μακεδονία ονομάζουν μαύρο χρυσό– για να πριμοδοτηθεί το φυσικό αέριο. Και η συζήτηση αυτή είναι αποπροσανατολιστική. Πλέον υπάρχουν χρηματοδοτικά εργαλεία, υπάρχει η τεχνογνωσία. Δεν σχεδιάζεις με τον ίδιο τρόπο την εποχή του ίντερνετ και την εποχή του telex, πρέπει να αντιληφθουμε και τη θέση μας στον χώρο και τον χρόνο» λέει ο κ. Μαυρογένης.

Ένα πρώτο βήμα για τη Δίκαιη Μετάβαση είχε γίνει από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ το 2018, με τη θέσπιση ενός Εθνικού Ταμείου Δίκαιης Μετάβασης, το οποίο θα χρηματοδοτούνταν από τα έσοδα του εκπλειστηριασμού των πλεοναζόντων δικαιωμάτων εκπομπών, τα οποία η Ελλάδα βάσει των ευρωπαϊκών κανόνων απαγορεύεται να αξιοποιήσει για τις λιγνιτικές της μονάδες, όμως μπορεί να τα εκπλειστηριάσει στο «χρηματιστήριο ρύπων». Στο Ταμείο προβλέπονταν έσοδα 20 εκ. ευρώ ετησίως από το 2018 έως το 2020. Κάποιες προτάσεις για έργα διεκδίκησαν χρηματοδότηση από αυτά τα έσοδα, αλλά ο μηχανισμός εκταμίευσης δεν έχει ορισθεί ακόμα, οπότε στην ουσία είναι ανενεργά.

Ωστόσο, τα 60 εκατομμύρια του Ταμείου, ακόμα και αν διατεθούν, ωχριούν μπροστά στα 2,5 δισ. ευρώ που υπολόγιζε η WWF ότι θα κοστίσει το τέλος της λιγνιτικής δραστηριότητας, στον Οδικό Χάρτη για τη Μετάβαση στη Δυτική Μακεδονία του 2016. Πιο κοντά σε αυτό το νούμερο βρίσκεται το 1,5 δισ. που από το 2015 άρχισε να εκταμιεύεται σταδιακά για την Πτολεμαΐδα V και τα συνοδά σε αυτήν έργα.

Το συμπέρασμα του Νίκου Μάντζαρη από την εμπειρία του στην κατάρτιση του Οδικού Χάρτη, αλλά και τη συνολική ενασχόλησή του με το θέμα της μετάβασης, είναι λιτό πλην σαφές: «Χρειάζεται στρατηγική και χρειάζονται και χρήματα». Ο ίδιος θεωρεί ότι υπάρχουν σαφείς άξονες στους οποίους πρέπει να βασιστεί αυτή η στρατηγική: η ανάπτυξη των ΑΠΕ μέσω ενεργειακών κοινοτήτων που θα εμπλέκουν την κοινωνία με άμεσες οικονομικές ωφέλειες· η εξοικονόμηση ενέργειας· η αγροτική παραγωγή· η ανάδειξη της βιομηχανικής κληρονομίας, στην οποία φαίνεται να συμφωνεί και η ΔΕΗ· η κυκλική οικονομία· και τέλος, η επανεκπαίδευση των εργαζομένων.

Για την κοινωνική διάσταση της μετάβασης έχουν ήδη χαραχθεί οι κατευθυντήριες γραμμές. Ακόμα όμως και για το ζήτημα της ασφάλειας εφοδιασμού, έχουν προταθεί λύσεις. Σε φετινή μελέτη του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου Φλωρεντίας, η επίτευξη των στόχων βασίζεται στην επίλυση χρόνιων προβλημάτων του συστήματος (όπως η διασύνδεση των νησιών), αλλά και στον κομβικό ρόλο της αποθήκευσης ενέργειας, ειδικά με τη μέθοδο της αντλησοταμίευσης. Οι προτάσεις για την αντλησοταμίευση που έχουν διατυπωθεί προβλέπουν τη διασύνδεση των υδροηλεκτρικών της ΔΕΗ που βρίσκονται σε διαφορετικά υψόμετρα, πράγμα που θα επέτρεπε στα αντλησοταμιευτικά συστήματα να κατασκευαστούν γρήγορα και φθηνά καθώς θα συνέδεαν υπάρχοντες ταμιευτήρες. Οι ιδιώτες έχουν επιδείξει ενδιαφέρον για την θραύση του σχεδόν μονοπωλιακού καθεστώτος που έχει η ΔΕΗ στα υδροηλεκτρικά, πράγμα που θα δυσχέραινε αισθητά την προοπτική να διασυνδεθούν τα υδροηλεκτρικά της σε αντλησοταμιευτικά συστήματα: θα χρειάζονταν χρονοβόρες και κοστοβόρες διαδικασίες εκποίησής τους, αντί για έργα διασύνδεσης που θα μπορούσαν να εκπονηθούν ταχέως από τη ΔΕΗ.

«Εγώ προσωπικά θεωρώ ότι το μέλλον της ΔΕΗ περνάει μέσα από τα υδροηλεκτρικά», μας λέει ο κ. Μάντζαρης. «Γι’ αυτό και ήμουν απολύτως ενάντια στην οποιαδήποτε προοπτική να συμπεριληφθούν στο πακέτο πώλησης με τις λιγνιτικές μονάδες». Με αυξημένο το ενδιαφέρον της αγοράς για τα υδροηλεκτρικά, η πιθανότητα ιδιωτικοποίησης, είτε σε συνέχιση της αποτυχημένης διαδικασίας αποεπένδυσης στη λιγνιτική παραγωγή, είτε επαναλαμβάνοντας τις διαδικασίες με τις οποίες επιτεύχθηκε η άρση του μονοπωλίου της ΔΕΗ στον λιγνίτη, δεν έχει ακόμα αποκλειστεί.

Οι πληγές

Καθισμένος στο γραφείο του στην οδό Στουρνάρη μια μέρα του Αυγούστου, ο Γιώργος Αδαμίδης μας δείχνει φωτογραφίες από τις περσινές «Μνήμες Λιγνίτη» προς τιμήν των εργαζόμενων που χάθηκαν σε εργατικά ατυχήματα και εν αναμονή της επόμενης διοργάνωσης. Οι Μνήμες Λιγνίτη είναι ένας ετήσιος μαραθώνιος στην Εθνική Πτολεμαΐδας-Κοζάνης όπου εκατοντάδες δρομείς τρέχουν τη διαδρομή που διανύουν καθημερινά οι εργαζόμενοι στις μονάδες. Συνδιοργανώνεται από το Σωματείο «Σπάρτακος» και τη ΔΕΗ εδώ και 11 χρόνια, με τον τερματισμό να γίνεται στο μνημείο των λιγνιτωρύχων έξω από την Πτολεμαΐδα.

Δεν είναι αρνητικός στην ιδέα μιας Δίκαιης Μετάβασης. «Εμείς είμαστε οι άνθρωποι που βιώνουμε από πρώτο χέρι τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις της εξόρυξης και καύσης λιγνίτη», λέει. «Εμείς θα θέλαμε η εταιρεία να προχωρήσει στις ανανεώσιμες πηγές, καθώς είμαστε η πρώτη χώρα πανευρωπαϊκά που έχει κατασκευάσει και φωτοβολταϊκό και αιολικό πάρκο από το 1982. Η ΔΕΗ όμως αποκλειόταν από επιδοτήσεις που λάμβαναν οι ανταγωνιστές της για να κατασκευάσουν ΑΠΕ». Το βασικό του αίτημα είναι να μην αδικηθεί η ΔΕΗ προς όφελος των ανταγωνιστών της.

Μετά την αιφνιδιαστική ανακοίνωση Μητσοτάκη για το κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων, ο Γιώργος Αδαμίδης δήλωσε ότι με την κίνηση αυτή η κυβέρνηση επιχειρούσε να ικανοποιήσει τα ιδιωτικά συμφέροντα. «Αν η Δυτική Μακεδονία και η Αρκαδία δεν αντιδράσουν σ’ αυτά τα σχέδια, θα μιλάμε για μια απόλυτη αποβιομηχάνιση της περιοχής. Κάτι σαν το 1993, μόνο που τότε υπήρχε η ΔΕΗ και είχε απορροφήσει το σύνολο των εργαζομένων. Σήμερα δεν θα υπάρχει τίποτα και η περιοχή θα μαραζώσει. Μιλάμε για την καταστροφή της Δυτικής Μακεδονίας».

Αντίστοιχα, σε άρθρο του στην «Καθημερινή», ο πρώην δήμαρχος Κοζάνης, Πάρις Κουκουλόπουλος αποφαινόταν ότι «το μέλλον της Δυτικής Μακεδονίας δεν είναι υπόθεση για adults in the room, είναι εθνική υπόθεση», τόνιζε ότι το τέλος της λιγνιτικής δραστηριότητας το 2028 θα οδηγούσε σε «εφιαλτικά σενάρια», ενώ αντιπρότεινε και τη δική του στρατηγική για τη Δίκαιη Μετάβαση: «Ανταγωνιστικό πανεπιστήμιο-πιλότος στα αγγλόφωνα τμήματα και μεταπτυχιακά, αγροτοδιατροφικός τομέας, logistics και εκσυγχρονισμός του ενεργειακού brand name της περιοχής είναι οι πυλώνες ανάπτυξης του αύριο που επιβάλλεται να στηριχθούν με συγκεκριμένες υποδομές και θεσμικές παρεμβάσεις, χωρίς καθυστερήσεις. Για παράδειγμα, η ηλεκτροκίνηση και οι έξυπνοι μετρητές της ΔΕΗ είναι δράσεις που έπρεπε ήδη να εδρεύουν στη Δυτική Μακεδονία γνωστικά, εκπαιδευτικά και παραγωγικά».

Τι μορφή θα πάρει η Δίκαιη Μετάβαση δεν είναι ακόμα γνωστό. Ελλείψει αποφάσεων, είναι ακόμα συζητήσιμο τι θα σημάνει για τις τιμές του ρεύματος, για την ασφάλεια του συστήματος, για τις τοπικές οικονομίες, πώς θα χρηματοδοτηθεί, τι θα απογίνει η Πτολεμαΐδα V, πώς θα διασφαλιστεί ότι το φυσικό αέριο δεν θα αναχαιτίσει την ανάπτυξη της καθαρής ενέργειας και πολλά ακόμα. Η περιοδεία του υφυπουργού Ενέργειας Γεράσιμου Θωμά στη Δυτική Μακεδονία συνοδεύθηκε από εντάσεις, εγκλήσεις και μία έντονη ανησυχία για το μέλλον των τοπικών κοινωνιών και της ίδιας της ΔΕΗ.

Το 2000, ο Μίκης Θεοδωράκης συνεργάστηκε με τον Ανατολικογερμανό καλλιτέχνη Γκερτ Χοφ στη δημιουργία ενός έργου για τα εγκαίνια του μουσείου της Ferropolis, της «Πόλης του Σιδήρου», ενός υπαίθριου βιομηχανικού μουσείου που στήθηκε σε ένα ανενεργό ορυχείο της Γερμανίας, εκθέτοντας κάποιους από τους ατσάλινους τιτάνες, τους εκσκαφείς και τους ιμάντες που κατέλαβαν την εικονογραφία της βιομηχανικής ανάπτυξης του 20ού αιώνα. Η Ferropolis αναγεννάται στον 21ο αιώνα όχι μόνο ως επιβλητικό μνημείο της βιομηχανικής κληρονομιάς, αλλά και ως χώρος μαζικών θεαμάτων σε τακτική βάση με χιλιάδες επισκέπτες: από αγώνες μοτοκρός μέχρι συναυλίες στην αρένα των 25.000 καθισμάτων.

Η παρουσίαση του έργου από τον Μίκη Θεοδωράκη, έγινε με μία λυρική αλληγορία για την πρόκληση της Δίκαιης Μετάβασης: «Είναι σαν να έχουν παγώσει όλα αυτά τα τέρατα, τα χαλύβδινα τέρατα, σαν να έχει παγώσει η Ιστορία. Ο νους μου πήγε σε δύο πράγματα: καταρχήν στον τρομερό μόχθο των ανθρώπων. Τώρα τους μένει ένα έρημο τοπίο, αλλά μπορεί κανείς να φανταστεί, να δει όλους αυτούς τους χιλιάδες εργάτες που δούλεψαν μαζί μ’ αυτά τα τεράστια μηχανήματα.

Το άλλο είναι οι πληγές της γης. Πληγές της γης που τώρα έχουν επουλωθεί κι από πάνω της μείνανε αυτά τα φαντάσματα του παρελθόντος που έχουν την όψη προϊστορικών θηρίων. Δεν σκεπάζουμε την πληγή. Ίσα-ίσα τη φωτίζουμε με τους εκτυφλωτικούς φωτισμούς του Γκερτ Χοφ.

Επίσης με γοητεύει η ιδέα ότι αυτή η εκδήλωση γίνεται στο κέντρο της Ευρώπης, στη Γερμανία, που τη σημαδεύουν αυτές οι φοβερές αντιθέσεις της εποχής μας. Απ’ τη μία μεριά η φοβερή τεχνολογική και οικονομική ανάπτυξη κι απ’ την άλλη μεριά όμως το φάντασμα της ανεργίας, οι στρατιές των ανέργων – που είναι επίσης μια πληγή».


Το άρθρο υλοποιήθηκε με την υποστήριξη τουJournalismfund.eu / This article was developed with the support of Journalismfund.eu

 
Δημοσιογράφος με ειδίκευση στα οικονομικά της ενέργειας και του περιβάλλοντος και νυν διευθύντρια σύνταξης του green-news.pl. Πρώην αρχισυντάκτρια του WysokieNapiecie.pl και συντάκτρια στις επιφανείς οικονομικές εφημερίδες της Πολωνίας, Dziennik Gazeta Prawna και Rzeczpospolita.
Το Manifold είναι μια ερευνητική δημοσιογραφική ομάδα με μέλη στην Αθήνα, το Λονδίνο και τη Λευκωσία. Ρεπορτάζ της ομάδας έχουν δημοσιευθεί στο Al Jazeera English, την Deutsche Welle το Columbia Journalism Review και αλλού.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.