Η λεηλασία των εβραϊκών περιουσιών στη Θεσσαλονίκη

Κάτω από τον υπέρλαμπρο πολυέλαιο της συναγωγής Μοναστηριωτών στη Θεσσαλονίκη, γενιές και γενιές Εβραίων έχουν κάνει την τελετή ενηλικίωσης Μπαρ Μιτσβά ή τον γάμο τους. Ελάχιστοι γνώριζαν ότι αυτό το αντικείμενο, που αποτελεί πηγή φωτός, κρύβει πίσω του μια σκοτεινή ιστορία από τα χρόνια της Κατοχής.
Χρόνος ανάγνωσης: 
14
'
Ο πολυέλαιος στη σημερινή του θέση στη συναγωγή Μοναστηριωτών.

Στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, την ώρα που οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης βρίσκονταν στα γκέτο της πόλης ή μεταφέρονταν ήδη με τρένα στα στρατόπεδα εξόντωσης, κάποιοι από τους χριστιανούς συμπολίτες τους επιδόθηκαν στη λεηλασία των περιουσιών τους.

«Το ενδιαφέρον για τις περιουσίες των Εβραίων εκφράστηκε από νωρίς, ωστόσο από τον Μάρτιο του 1943, οπότε και άρχισαν οι εκτοπίσεις, πληθαίνουν και οι περιγραφές και οι μαρτυρίες για λεηλασίες κατοικιών. Συχνά η λεηλασία γινόταν από τον μέχρι πρότινος γείτονα, ο οποίος μπορεί ακόμα και να εξήρε το πόσο καλός γείτονας ήταν ο συλληφθείς και εκτοπισθείς Εβραίος», λέει η καθηγήτρια Ιστορίας του ΑΠΘ Μαρία Καβάλα, που ερεύνησε μαζί με τον ιστορικό Κωστή Κορνέτη (μελος του Εργαστηρίου Μελέτης Νεότερου Ελληνικού Εβραϊσμού) τον τρόπο που διαχειρίστηκε ο κρατικός μηχανισμός το θέμα των εβραϊκών περιουσιών.

Ένα αξιοζήλευτο αντικείμενο

Ο “γείτονας”, στην ιστορία της λεηλασίας του πολυελαίου της συναγωγής Σαρφατή, ήταν ο ιερέας της κοντινής χριστιανικής εκκλησίας της Αναλήψεως. Σύμφωνα με δική του μαρτυρία, ο πατέρας Ευάγγελος αφαίρεσε το πολύτιμο αντικείμενο για να το περισώσει από τυχόν βανδαλισμούς, καθώς όπως είπε ήταν «προτιμότερο να περισωθεί και ας αναρτηθεί εις έτερον Ιερόν Ναόν πάντοτε του ενός αληθινού Θεού». Όμως μεταπολεμικά αρνήθηκε να τον επιστρέψει στους νόμιμους ιδιοκτήτες του, και στη συνέχεια απαίτησε ως αντάλλαγμα χρήματα –ή “λύτρα”, όπως τα ονομάζει ο Ιωσήφ Βαένα, ο οποίος ερεύνησε αυτήν την ιστορία. Αν και δεν είναι ιστορικός αλλά φαρμακοποιός, ο κ. Βαένα συλλέγει θραύσματα της εβραϊκής ιστορίας και παρουσίας στη Θεσσαλονίκη –μεταφορικά θραύσματα, μέσα από αρχειακές έρευνες, αλλά και κυριολεκτικά, καθώς εντοπίζει μερικές από τις χιλιάδες ταφόπλακες που βρίσκονται διάσπαρτες στην πόλη, μετά από τη λεηλασία του εβραϊκού νεκροταφείου που έλαβε χώρα στη διάρκεια της Κατοχής.

Η ιστορία του πολυελαίου είναι μια μικρή ψηφίδα στη μεγάλη εικόνα των λεηλασιών των εβραϊκών περιουσιών κατά τη διάρκεια της Κατοχής –ένα θέμα ταμπού για τη Θεσσαλονίκη. «Όσο και αν ερμηνεύεται μέσα στο γενικότερο πλαίσιο των αναγκών που είχαν διαμορφωθεί στις ιδιαίτερες συνθήκες της Κατοχής, το φαινόμενο αναδεικνύει και την αναζωπύρωση στερεοτύπων και μεσοπολεμικών αντιθέσεων», αναφέρει η Μαρία Καβάλα.

Με νόμο της πολιτείας η “διαχείριση” των εβραϊκών περιουσιών

Από την αρχή σχεδόν της γερμανικής κατοχής, την άνοιξη του 1941 και μέχρι τον Ιούλιο του 1942, φάνηκε πως μια αντισημιτική μερίδα του πληθυσμού της Θεσσαλονίκης –η οποία λειτουργούσε ήδη ανοικτά από τις αρχές της δεκαετίας του '30 με την πυρπόληση της εβραϊκής γειτονιάς Κάμπελ και άλλα παρόμοια περιστατικά– θα συνεργαζόταν στενά με τον κατακτητή για την εκμετάλλευση των εβραϊκών περιουσιών.

Τον Μάρτιο του 1943, κατόπιν εντολής του συμβούλου της Πολεμικής Διοίκησης Μαξ Μέρτεν, συστήνεται η Υπηρεσία Διαχείρισης Ισραηλιτικών Περιουσιών (ΥΔΙΠ). Είναι χαρακτηριστικό ότι η διαχείριση εβραϊκών περιουσιών έγινε με διάταγμα του Γενικού Διοικητή Μακεδονίας, Βασιλείου Σιμωνίδη, το οποίο βασίστηκε σε προηγούμενα διατάγματα της κυβέρνησης των Αθηνών που εκδόθηκαν την περίοδο του ελληνοϊταλικού πολέμου και αφορούσαν στην κατάσχεση των ιταλικών περιουσιακών στοιχείων. Με άλλα λόγια, χρησιμοποιήθηκε σε βάρος Eλλήνων πολιτών νομοθεσία του ελληνικού κράτους που θεσπίστηκε σε καιρό πολέμου και αφορούσε τον εχθρό! Η επίσημη ρύθμιση από την πολιτεία για την καταλήστευση Ελλήνων πολιτών που μόλις είχαν διωχθεί έχει ιδιαίτερη σημασία, όπως σημειώνουν οι Κ. Κορνέτης και Μ. Καβάλα.

Το πρώτο τρένο που αναχώρησε από τον σιδηροδρομικό σταθμό της Θεσσαλονίκης με προορισμό το Άουσβιτς έφυγε στις 15 Μαρτίου του 1943. Ο κρατικός μηχανισμός ήταν ήδη έτοιμος να διαχειριστεί το ζήτημα των εβραϊκών περιουσιών και δέκα μέρες αργότερα, στις 26 Μαρτίου του 1943, στέλνονται τα πρώτα ειδοποιητήρια στους πραγματογνώμονες που θα έκαναν την απογραφή των καταστημάτων. Ήταν κυρίως εφοριακοί, τριατατικοί (η Τ.Τ.Τ. ήταν η Εταιρεία Ταχυδρομείων, Τηλεγραφημάτων και Τηλεφωνίας), υπάλληλοι του Ι.Κ.Α. αλλά και στρατιωτικοί. Παρά τη χαμηλή αμοιβή γι’ αυτήν την εργασία, το ενδιαφέρον είναι έντονο και πολλοί απογραφείς αναλαμβάνουν περισσότερα από ένα ακίνητα, αποβλέποντας και σε περισσότερα οφέλη (εμπορεύματα, είδη, μεσεγγύηση κ.λπ.) –μάλιστα αρκετοί έχουν επιθετική ή και βίαιη συμπεριφορά εναντίον της υπηρεσίας, προκειμένου να εκβιάσουν τον διορισμό τους ως απογραφέων.

Με τη μεσολάβηση της πολιτείας, περί τις 11.000 οικίες και 2.300 καταστήματα με τα εμπορεύματά τους δόθηκαν σε μεσεγγυούχους –φυσικά πρόσωπα συνήθως αλλά και ιδρύματα της πόλης, οι οποίοι αναλάμβαναν τον ρόλο του “διαχειριστή” ή “επιτρόπου” της περιουσίας. Στην περίπτωση των κατοικιών, θεωρητικά είχαν προτεραιότητα οι νέοι πρόσφυγες και οι ευρισκόμενοι σε ανάγκη γενικότερα, όμως «και εδώ βέβαια η καταστρατήγηση της διαδικασίας ήταν εξαιρετικά συχνή», όπως σημειώνουν οι Μ. Καβάλα και Κ. Κορνέτης.

Ποιοι ήταν οι μεσεγγυούχοι

«Υπάρχουν μακρές λίστες μεσεγγυούχων με ονόματα υποκειμένων που πρέπει να “προσωποποιηθούν”, ώστε να δούμε τις αφετηρίες, τα κίνητρα και τις στοχεύσεις τους. Θα πρέπει να δούμε ποιοι από αυτούς συνιστούν τον πραγματικό κόσμο της συνεργασίας με τους ναζί, ποιοι πήραν τις μεγαλύτερες και ακριβότερες εβραϊκές περιουσίες», επισημαίνει ο επίκουρος καθηγητής του τμήματος Βαλκανικών Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών ΠΑΜΑΚ Στράτος Δορδανάς. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι ο Γεώργιος Πούλος, αρχηγός της εθνικιστικής οργάνωσης «Εθνική Ένωσις Ελλάς» κατά το μεσοπόλεμο, και ο πιο διακεκριμένος συνεργάτης των Γερμανών στην Κατοχή, ο οποίος έλαβε από τα χέρια του στρατιωτικού διοικητή της Θεσσαλονίκης Μαξ Μέρτεν –ως “επιβράβευση” για τις “καλές υπηρεσίες” του– τα κλειδιά του κοσμηματοπωλείου των αδερφών Ισαάκ και Ρόμπερτ Μποτόν. Τα κοσμήματα πουλήθηκαν άμεσα και απέφεραν κέρδος 15.000 χρυσών λιρών, τις οποίες φημολογείται ότι ο Πούλος διοχέτευσε στον αντικομμουνιστικό αγώνα.

Στις λίστες των μεσεγγυούχων, εκτός από κραυγαλέες περιπτώσεις υπάρχουν και άτομα που είχαν καλές σχέσεις με τη γερμανική ή την ελληνική διοίκηση και πήραν ακίνητα-φιλέτα, άλλοι που βρέθηκαν με εβραϊκά καταστήματα στην πλειοψηφία τους κενά εμπορευμάτων (δηλαδή ήταν μεσεγγυούχοι από δεύτερο και τρίτο χέρι) αλλά και εσωτερικά εκτοπισμένοι από την Ανατολική Μακεδονία, που βρήκαν την ευκαιρία να συνεχίσουν τις εμπορικές τους δραστηριότητες στη Θεσσαλονίκη.

Τι γίνεται όμως με τις περιπτώσεις όσων δεν θεωρούνται «δωσίλογοι», σύμφωνα με την ερμηνεία που δίνει ο νόμος; Είναι «συνεργάτης» ο μεσεγγυούχος ο οποίος πήρε σπίτια, καταστήματα και εμπορεύματα χάρη στις καλές του σχέσεις με τη γερμανική ή την ελληνική διοίκηση; Είναι ένοχος όποιος αρπάζει τα υπάρχοντα του Εβραίου γείτονά του ή ξεθεμελιώνει ταφόπλακες από τα εβραϊκά μνήματα, ακολουθώντας απλά το παράδειγμα των ταγών της πόλης –του δήμου, της εκκλησίας, της αρχαιολογικής υπηρεσίας; Πόσο βαρύνει συλλογικά την πόλη η μαζική συμμετοχή των Ελλήνων χριστιανών στην εξαφάνιση κάθε ίχνους εβραϊκής παρουσίας;

«Το ζήτημα δεν είναι μόνο διαχειριστικό ή ζήτημα συμμετοχής στη διασπάθιση και καταλήστευση, είναι ένα ζήτημα που έχει ηθική και συναισθηματική διάσταση», απαντά ο κ. Δορδανάς. «Η απόσταση μεταξύ των δυο κοινοτήτων, Ελλήνων χριστιανών και Ελλήνων Εβραίων, εμφανίζεται από το 1912 και τα επόμενα χρόνια αναδύεται ολοένα και περισσότερο στο προσκήνιο. Κάτι που δεν έχει να κάνει με τη χωρητικότητα –αλλού οι Εβραίοι, αλλού οι χριστιανοί– αλλά και με το κατά πόσον οι χριστιανοί αισθάνονταν τους Εβραίους ως “άλλους”, ή ως συμπατριώτες. Όταν λοιπόν συμβαίνει η γερμανική εισβολή και δίνεται το έναυσμα, είτε υπογείως είτε συνειδητά, μια κατηγορία Ελλήνων “αρπάζει την ευκαιρία”. Η “ηθική απόσταση” έδωσε την ευκαιρία σε ανθρώπους να αισθανθούν ότι όλο αυτό [σ.σ. το δράμα] δεν ήταν δικό τους, δεν τους αφορούσε. Επομένως με πολύ μεγαλύτερη ευκολία κατάφεραν να δικαιολογήσουν στους εαυτούς τους ότι πήραν τις περιουσίες κάποιων άλλων. Από την στιγμή που αυτοί οι “άλλοι” εξαφανίστηκαν, δεν υπήρχε ζήτημα ενοχών. Στο ερώτημα αν η πόλη αισθάνθηκε ενοχές, η απάντηση είναι ένα κατηγορηματικό “όχι”».

Οι προπολεμικές εκδηλώσεις αντισημιτισμού

«Δέχομαι ότι είναι παρακινδυνευμένο να θεωρήσουμε τη λεηλασία του πολυελαίου ως μέρος ενός αντισημιτικού σχεδίου –η ανθρώπινη απληστία σε καιρούς πολέμου δεν είναι κάτι που υποτιμώ. Ωστόσο, το στοιχείο του αντισημιτισμού δεν θα πρέπει να αγνοείται εν γένει κατά την προσπάθεια ερμηνείας των αιτιών της λεηλασίας εβραϊκών περιουσιών την περίοδο της Κατοχής», υποστηρίζει από την πλευρά του ο κ. Βαένα. Ο ίδιος θεωρεί ότι το φαινόμενο δεν θα πρέπει να ερμηνεύεται μόνο στο πλαίσιο μιας οριζόντιας ιστορικής περιόδου, όπως η Κατοχή και ο Εμφύλιος, αλλά και μιας κάθετης, που ξεκινά το 1917 και ολοκληρώνεται το 1948, «κατά τη διάρκεια της οποίας εκδηλώνεται μια προσπάθεια “αποεβραιοποίησης” της Θεσσαλονίκης: στον Μεσοπόλεμο, μέσω νομοθετημάτων που καταργούσαν την αργία του Σαμπάτ και επέβαλαν ξεχωριστούς εκλογικούς καταλόγους που “γκετοποιούσαν” πολιτικά τους Εβραίους και μέσω πογκρόμ και επιθέσεων κατά τη διάρκεια της Κατοχής, με την αρπαγή των σπιτιών και την καταστροφή κάθε ίχνους εβραϊκής παρουσίας, ακόμα και των νεκρών στο εβραϊκό νεκροταφείο».

Στις 4 Μαρτίου του 1932 άγνωστοι προσπαθούν να πυρπολήσουν τη συναγωγή Σαρφατή, που βρίσκεται στην αριστοκρατική συνοικία των Εξοχών. Η είδηση ξεφεύγει των ελληνικών συνόρων και αναδημοσιεύεται σε ξένες εφημερίδες (βλέπε το τηλεγράφημα του Jewish Telegraphic Agency), κάτι που συσπειρώνει βενιζελικές και αντι-βενιζελικές εφημερίδες, οι οποίες από κοινού καταγγέλλουν τους Εβραίους ότι προσπαθούν να ξεκινήσουν εκστρατεία κατά των Ελλήνων. Αρχικά η εφημερίδα «Μακεδονία» παρουσιάζει την είδηση του εμπρησμού ως απόπειρα ασφαλιστικής απάτης από πλευράς των Εβραίων, στη συνέχεια όμως αναγνωρίζει ότι η εκδοχή αυτή είναι απίθανη, γιατί το ποσό της ασφάλειας δεν καλύπτει ούτε την αξία του πολυελαίου, ο οποίος κοστολογείται στις 600.000 δραχμές.

Η περίοδος που έγινε ο εμπρησμός της Σαρφατή μόνο τυχαία δεν ήταν. Σε ένα μήνα θα εκδικαζόταν η υπόθεση του πογκρόμ και του εμπρησμού του εβραϊκού συνοικισμού Κάμπελ, που έγινε τον Ιούνιο του 1931, με κατηγορούμενους δημοσιογράφους της «Μακεδονίας» που είχαν πυροδοτήσει την επίθεση με την αρθρογραφία τους και μέλη της οργάνωσης «Εθνική Ένωσις Ελλάς», που την είχαν εκτελέσει. Εκείνη η επίθεση αφήνει δύο νεκρούς, μια κατεστραμμένη συναγωγή, πυρπολημένο το τοπικό υποκατάστημα του ιδρύματος Μπικούρ Χολίμ και 100 από τις 225 οικογένειες του συνοικισμού άστεγες. Λίγο πριν τη δίκη για το Κάμπελ η κοινωνία της Θεσσαλονίκης βράζει και τα αντισημιτικά χτυπήματα πολλαπλασιάζονται. Εμπρησμοί σπιτιών, καταστροφή τάφων στο Παλαιό Εβραϊκό Νεκροταφείο, θραύση τζαμιών στη συναγωγή Μοναστηριωτών και άλλα παρόμοια γεγονότα βρίσκονται στην ειδησεογραφία των τοπικών εφημερίδων.

Η λεηλασία στην Κατοχή

Το επόμενο “επεισόδιο” στην ιστορία της Σαρφατή καταγράφεται την άνοιξη του 1943, αμέσως μετά την έναρξη των εκτοπίσεων των Εβραίων Θεσσαλονικέων στο Άουσβιτς. Ο ιερέας της γειτονικής εκκλησίας της Αναλήψεως, Ευάγγελος Μούρτζινος, επισκέπτεται τη συναγωγή Σαρφατή και τη βρίσκει λεηλατημένη από αγνώστους, με τους παπύρους της Τορά σκισμένους και πεταμένους στο πάτωμα. Σε επιστολή που έστειλε αργότερα στην Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης χρησιμοποιεί τη λέξη «χοιροστάσιο» για να περιγράψει την εικόνα που αντίκρισε. Οι πλιατσικολόγοι άφησαν ανέπαφο τον πολυέλαιο, γιατί προφανώς δεν ήταν εύκολο να τον μετακινήσουν. Ο ιερέας χρειάστηκε γι’ αυτή τη δουλειά ένα συνεργείο εργατών. Τελικά, κατάφερε να τοποθετήσει τον πολυέλαιο στον Ι.Ν. Αναλήψεως. Η ειρωνεία ήταν ότι ο ίδιος αγνόησε τα σκισμένα και ποδοπατημένα «Ιερά Βιβλία» (όπως τα χαρακτήρισε, χρησιμοποιώντας μάλιστα κεφαλαίους χαρακτήρες), τα οποία όμως δεν είχαν την ίδια αξία με τον πολυέλαιο.

Λεπτομέρεια: ο ιερέας Ευάγγελος Μούρτζινος συνεργάστηκε με την Αντίσταση και μάλιστα έκρυβε έναν πομπό ραδιοεπικοινωνίας στο κωδωνοστάσιο της εκκλησίας της Αναλήψεως. Μπορεί ένας συνεργάτης της Αντίστασης να μπει στην ίδια κατηγορία με τους συνεργάτες των ναζί ή τους ιερόσυλους πλιατσικολόγους; «Από την άλλη, η ιδιότητά του ως ιερέα δεν μας επιτρέπει να προσπεράσουμε ελαφρά τη καρδία το γεγονός ότι από έναν “Οίκο του Θεού” το μόνο που σκέφτηκε ήταν πώς να αποκτήσει ένα πανάκριβο αντικείμενο και όχι να περισώσει τα “ιερά”, σύμφωνα με τη δική του μαρτυρία, βιβλία, που “είχαν το όνομα Του Κυρίου”», λέει ο κ. Βαένα.

Τα μεταπολεμικά παζάρια για τον πολυέλαιο

Μετά την επιστροφή τους από τα στρατόπεδα θανάτου, οι ελάχιστοι Εβραίοι που είχαν επιζήσει του Ολοκαυτώματος προσπαθούσαν να ξαναστήσουν τη ζωή τους και να περισώσουν ό,τι μπορούσαν. Στο πλαίσιο αυτό, μια επιτροπή της Ισραηλιτικής Κοινότητας επισκέπτεται την εκκλησία της Ανάληψης, ζητώντας από τον παπα-Βαγγέλη την επιστροφή του πολυελαίου. Ο ιερέας τους διώχνει, λέγοντας ότι δεν μπορεί να τον δώσει σε αγνώστους. Τις επόμενες μέρες τον επισκέπτονται για τον ίδιο λόγο δυο Aμερικανοί στρατιώτες, που συστήνονται ως μέλη μιας αμερικανο-εβραϊκής επιτροπής που ενδιαφέρεται για τη διάσωση θρησκευτικής κληρονομιάς. Ο ιερέας λέει ότι η ενορία της Αναλήψεως δεν έχει λεφτά για να αντικαταστήσει τον πολυέλαιο και αντιπροτείνει να δώσει ένα συμβολικό ποσό για να κρατήσει τον παλιό. Μάλιστα, υποδεικνύει στους Αμερικανούς να αγοράσουν έναν νέο πολυέλαιο για τη συναγωγή, αφού έχουν λεφτά. Οι Αμερικάνοι αρνούνται, λέγοντας ότι ο πολυέλαιος είναι κειμήλιο και πρέπει να επιστραφεί. Μετά από παζάρια, ο ιερέας συμφωνεί να τον δώσει πίσω στους νόμιμους ιδιοκτήτες του, υπό τον όρο να του καταβληθούν 50.000 δραχμές για τις δαπάνες που έκανε η εκκλησία για «επισκευές» του, το διάστημα που τον κατείχε.

Όταν μετά από δυο ημέρες φτάνει το συνεργείο για να αφαιρέσει τον πολυέλαιο από την εκκλησία, ο γραμματέας της ενορίας της Αναλήψεως παρουσιάζει επιπλέον δαπάνες συντήρησης. Παρότι τα χρήματα που ζητά είναι πάνω από το ένα δέκατο της αξίας του πολυελαίου, ο ιερέας δεν είναι ικανοποιημένος. Όπως λέει, το τίμημα «δεν ήτο δυνατό να ικανοποιεί», γι’ αυτή την «επικίνδυνη εξόχου ιστορικής σημασίας υπόθεση» και παρουσιάζει τη συμφωνία ως «μια πράξη καλής θέλησης» εκ μέρους του, «προς αποφυγή περαιτέρω προστριβών και παρεξηγήσεων μεταξύ ατυχησάντων συμπολιτών». Τελικά μετά από την καταβολή 70.000 δραχμών, οι Εβραίοι φεύγουν με τον πολυέλαιο και τον τοποθετούν στη συναγωγή των Μοναστηριωτών, η οποία είναι η μοναδική που διατηρεί μεταπολεμικά τον θρησκευτικό της χαρακτήρα.

Τα θύματα βρίσκονται κατηγορούμενα για ιεροσυλία

Την ιστορία του πολυελαίου πιθανόν δεν θα τη μαθαίναμε ποτέ, αν δεν υπήρχε ο εκδότης Αντώνης Κοσματόπουλος. Η «Πρωινή Ώρα» που εξέδωσε μεταπολεμικά ήταν από τις πρώτες εφημερίδες που κυκλοφόρησαν μετά την απελευθέρωση από τις δυνάμεις κατοχής και ήδη από τα πρώτα φύλλα ασχολήθηκε τακτικά με τις αξιώσεις (!) των Εβραίων να επιστραφούν τα σπίτια τους. Για παράδειγμα, στις 22 Οκτωβρίου 1945 η εφημερίδα κυκλοφορεί με πρωτοσέλιδο τίτλο: «500 Εβραίοι γίνονται ζάπλουτοι παίρνοντας τις περιουσίες χιλιάδων ομοθρήσκων τους». Στις 29 Οκτωβρίου επαναλαμβάνει το αίτημα να μην «πλουτίσουν» οι επιζώντες και προειδοποιεί ότι οι Εβραίοι είναι έτοιμοι να γίνουν «μια νέα καπιταλιστική τάξη» που «απειλεί την εμπορική και κοινωνική ανάπτυξη της πόλεως». Στις 5 Νοεμβρίου του 1945 η εφημερίδα ζητάει να σταματήσουν οι εξώσεις των μεσεγγυούχων, γιατί κινδυνεύει να δημιουργηθεί «αυτό που δεν υπάρχει ακόμα στην Ελλάδα: ο αντισημιτισμός».

Ο Κοσματόπουλος είχε ένα ενδιαφέρον προπολεμικό παρελθόν: συνεργάστηκε με τον αντισημίτη αρθρογράφο της «Μακεδονίας» Νικόλαο Φαρδή (κατηγορούμενο στη δίκη για το Κάμπελ) για την έκδοση του «Μακεδονικού Φάρου», εργάστηκε στο γραφείο λογοκρισίας επί Μεταξά, ενώ κατά τη διάρκεια της Κατοχής δούλεψε στη γνωστή δωσιλογική εφημερίδα «Νέα Ευρώπη».

Την 26η Νοεμβρίου 1945 η εφημερίδα του κυκλοφορεί με τον τίτλο: «Ομάς Ισραηλιτών αφήρεσε ένα πολυέλαιον από τον Ιερόν Ναόν της Αναλήψεως παρά τας διαμαρτυρίας των ιερέων», που διαστρέφει τελείως τα γεγονότα. Το ρεπορτάζ μιλάει για «θρασυτάτη όσον και ιερόσυλη πράξη» και «πρωτοφανή στα χρονικά ιεροσυλία» και συνοδεύεται από αναφορές ότι «οι Ισραηλίται» επέμεναν να πάρουν τον πολυέλαιο και τον «αφήρεσαν» παρά τις διαμαρτυρίες του πατέρα Ευαγγέλου. Σύμφωνα με τις περιγραφές του Κοσματόπουλου, αυτή η πράξη προκάλεσε την οργή των περιοίκων, που μετά βίας συγκρατήθηκαν από Aμερικανούς στρατιώτες που εμφανίστηκαν και τους απέτρεψαν από το να λιντσάρουν τους ιερόσυλους Εβραίους.

Το άρθρο γίνεται πηγή συζήτησης στην πόλη, η Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης θορυβείται και στέλνει γράμμα στον ιερέα, ο οποίος απαντάει αυθημερόν διαψεύδοντας τον Κοσματόπουλο. Στην επιστολή του, την οποία η ΙΚΘ δίνει στη δημοσιότητα, ο ιερέας ξεκαθαρίζει ότι ο πολυέλαιος ήταν ιδιοκτησία της συναγωγής, ότι ο ίδιος τον είχε αφαιρέσει για να τον προστατεύσει και ότι οι Εβραίοι όντως κατέβαλαν χρήματα για να τον πάρουν πίσω. Φοβούμενη επανάληψη του κλίματος που οδήγησε στο πογκρόμ του Κάμπελ, η ΙΚΘ καταθέτει μηνυτήρια αναφορά κατά του Κοσματόπουλου, προτάσσοντας την αφήγηση του ιερέα, αλλά παραλείποντας τη λεπτομέρεια της πληρωμής για την επιστροφή του πολυελαίου. Ο Κοσματόπουλος αθωώνεται έναν χρόνο μετά, και γράφει στην εφημερίδα του ότι το δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν επρόκειτο περί συκοφαντίας αλλά «κακής πράξης» των Εβραίων.

Με τα χρόνια η αρπαγή του πολυελαίου ξεχάστηκε, όπως φυσικά και το ότι οι νόμιμοι ιδιοκτήτες χρειάστηκε να πληρώσουν για να τον ξαναπάρουν πίσω. Το αφήγημα που επικράτησε ήταν τελείως διαφορετικό: ότι ο πολυέλαιος διασώθηκε από έναν ιερέα, όταν οι Γερμανοί θέλησαν να ανατινάξουν τη συναγωγή, ότι τον επέστρεψε στην εβραϊκή κοινότητα μετά τον πόλεμο, κι ότι το ίδιο το αντικείμενο αποτελεί σύμβολο της φιλίας μεταξύ των δύο κοινοτήτων της πόλης.

Ένας ολόκληρος κόσμος πετάγεται από τα σπίτια του

«Η λεηλασία ενός πολυελαίου δεν είναι κάτι διαφορετικό από τις λεηλασίες εκατοντάδων χιλιάδων αντικειμένων και ούτε καν προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι πρωταγωνιστεί ένας ιερέας», σημειώνει ο κ. Βαένα. Εξάλλου, ο ερευνητής Βασίλης Ριτζαλέος αναφέρει μια παρόμοια περίπτωση κλοπής πολυελαίου συναγωγής από την εκκλησία του Αγίου Θεράποντα –που και αυτό αποτελεί μιαν απλή λεπτομέρεια, αν σκεφτεί κανείς ότι οι εκκλησίες της πόλης πρωταγωνίστησαν στο πλιάτσικο που έγινε στο εβραϊκό νεκροταφείο.

Μετά τον πόλεμο οι επιζώντες Εβραίοι που γύρισαν από τα στρατόπεδα θανάτου επέστρεψαν σε μια «πόλη των φαντασμάτων», όπως χαρακτηρίζει τη Θεσσαλονίκη ο Μάρκ Μαζάουερ στο ομώνυμο βιβλίο του. Σαν να μην έφτανε ο πόνος από το γεγονός ότι σχεδόν όλοι οι συγγενείς και φίλοι τους –το 95% των Εβραίων της πόλης– είχαν θανατωθεί, όσοι επέζησαν και επέστρεψαν αντίκρισαν τους χιλιάδες τάφους των προγόνων τους συλημένους και λεηλατημένους, μια διαδικασία που συνεχίστηκε μπροστά στα μάτια τους και μεταπολεμικά. Τα καταστήματα και τα σπίτια τους ήταν κατειλημμένα από τους μεσεγγυούχους, πολλοί δε, κυρίως από τα κατώτερα στρώματα, δεν μπορούσαν να βρουν ούτε ίχνος από τα σπίτια τους, τα οποία σε μεγάλο βαθμό ισοπεδώθηκαν πλήρως από τους εργολάβους. Κάποιοι βρήκαν προσωρινά καταφύγιο σε συναγωγές ή λεηλατημένα κτίρια της ΙΚΘ, όπως η οικογένεια του κ. Βαένα, που στεγάστηκε στο κτίριο του εβραϊκού τρελοκομείου Λιέτο Νοάχ, από όπου είχαν κλαπεί ακόμα και τα κουφώματα από τα παράθυρα.

Μια σπάνια αναφορά στο θέμα της λεηλασίας των εβραϊκών περιουσιών βρίσκουμε μεταπολεμικά στην εφημερίδα «Νέα Αλήθεια», στις 23 Ιανουαρίου 1945: «Ένας ολόκληρος κόσμος πετάχτηκε έξω από τα σπίτια του. Η περιουσία του, που ήταν τεραστία, εκμηδενίσθη από τους Γερμανούς και τους φίλους των, κατά τρόπον καταπληκτικό. Καταστήματα και αποθήκες παρεχωρήθησαν στον πλειοδότη ή δόθηκαν σε εμπίστους, είτε ήσαν έμποροι είτε όχι, βιομήχανοι ή βιοτέχνες. Αρχικά απορροφήθησαν τα πολύτιμα βυρσοδεψεία με τους τεράστιους θησαυρούς των, από τον ίδιο τον αρχηγό των προδοτών, τον φημισμένο Λάσκαρη Παπαναούμ. Αποθήκες γεμάτες από υφάσματα, από νήματα, από γενικά είδη, από χαρτί, είδη φαρμακείου, έπιπλα, υαλικά, μηχανήματα, ελεηλατήθησαν από ιδιώτες ή από τυχάρπαστες ελληνογερμανικές εταιρείες...».

Η ανάκτηση των καταστημάτων και των λοιπών περιουσιακών στοιχείων –κυρίως των ακινήτων– από τους μεσεγγυούχους αποδείχτηκε εξαιρετικά δυσχερής για την πλειοψηφία των διασωθέντων Εβραίων, ενώ συχνά οι διάφοροι καταπατητές δεν γνώριζαν και δεν ήθελαν να ξέρουν τίποτα για τους προηγούμενους ιδιοκτήτες. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1940 έγιναν περίπου 600 αγωγές για την επιστροφή της ακίνητης περιουσίας που πήραν οι μεσεγγυούχοι, όμως μόνο οι 350 υποθέσεις κατέληξαν στην επιστροφή των περιουσιών στους νόμιμους ιδιοκτήτες τους, σύμφωνα με την έρευνα της Ρένας Μόλχο. Τελικά, μόνο το 15% περίπου της ακίνητης περιουσίας που μεταβιβάστηκε το Μάρτιο του 1943 στο ελληνικό δημόσιο επιστράφηκε –συγκεκριμένα, 300 διαμερίσματα από τα 11.000 και 300 καταστήματα από τα 2.300, αντιστοίχως. Επιπλέον, μόνο 30 περιπτώσεις ανέκτησαν το σύνολο των περιουσιών τους, ενώ 270 απώλεσαν ένα ή δύο δωμάτια μέσα στα διαμερίσματά τους. Η κατάσταση των εβραϊκών καταστημάτων ήταν εξίσου προβληματική.

«Το 1945-1946, αντί κάθαρσης, και εκτός από λιγοστές αναφορές στις δίκες των δωσιλόγων Εβραίων –τις μόνες που έγιναν αστραπιαία και όπου επιβλήθηκαν εξαιρετικά αυστηρές ποινές– παρατηρούμε μια συνολική σιωπή σε σχέση με την εβραϊκή τραγωδία», σημειώνουν οι Μ. Καβάλα και Κ. Κορνέτης. Η σιωπή αυτή συνδεόταν με κάποιαν αμηχανία σχετικά με τον τρόπο με τον οποίον η πόλη στο σύνολό της διαχειρίστηκε αυτήν την τεράστια απώλεια. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Πολυμέρης Βόγλης, «μια προσεκτικότερη μελέτη των πολιτικών που εφαρμόστηκαν σε τοπικό επίπεδο και του ρόλου του κρατικού μηχανισμού ίσως επιτρέψει να διαγνωστούν οι ποικίλες διασυνδέσεις μεταξύ αντισημιτισμού, εθνικισμού, οικονομικών συμφερόντων και δωσιλογισμού».

Όσο για τον επίμονο συλλέκτη θραυσμάτων της εβραϊκής μνήμης, Ιωσήφ Βαένα, «η ιστορία της λεηλασίας είναι διαρκώς παρούσα, στην καθημερινότητα της πόλης, άσχετα αν οι περισσότεροι επιλέγουν να την αγνοούν».

*Το παρόν κείμενο βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό σε εισηγήσεις των Ιωσήφ Βαένα, Μαρίας Καβάλα και Κωστή Κορνέτη στην ημερίδα «Νέες προσεγγίσεις για το Ολοκαύτωμα των Εβραίων στην Ελλάδα», οι οποίες περιλαμβάνονται στον υπο έκδοση τόμο των πρακτικών, που θα κυκλοφορήσει τον Φεβρουάριο του 2017 σε επιμέλεια των Δρ. Άννας Μαρίας Δρουμπούκη και Ευάγγελου Χεκίμογλου.

Γεννήθηκε στην Καβάλα το 1976 και ζει στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Ευρωπαϊκό Πολιτισμό στο ΕΑΠ και Δημοσιογραφία και Νέα Μέσα στο ΑΠΘ. Για επτά χρόνια εργάστηκε σε τοπικά ΜΜΕ της Καβάλας. Από το 2007 γράφει στη «Μακεδονία» της Θεσσαλονίκης.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous
gplus
 

Γίναμε ενός!

Μετράμε ήδη περίπου 1.500 συνδρομητές, χρειαζόμαστε όμως περισσότερους. Γίνε κι εσύ μέλος της κοινότητάς μας. Γίνε Συνδρομητής

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.