Τι μάθαμε από την καταδίκη των δύο οδηγών της Uber
«Θέατρο του παραλόγου»: έτσι θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς αυτά που ακούστηκαν από την πλευρά της υπεράσπισης των δύο οδηγών της Uber, το μεσημέρι της περασμένης Παρασκευής στο Β’ Αυτόφωρο Μονομελές. Οι δύο οδηγοί –οι πρώτοι που δικάστηκαν από τους συνολικά δέκα συλληφθέντες στις 2 Μαρτίου– κρίθηκαν ένοχοι για άμεση συνέργεια σε κατ’ εξακολούθηση και κατ’ επάγγελμα υποκλοπή μεταφορικού έργου, αφού το δικαστήριο διαπίστωσε πως το επίμαχο βράδυ τα οχήματά τους δεν χρησιμοποιήθηκαν για μίσθωση σύμφωνα με τον οριζόμενο από την νομοθεσία τρόπο.
Με δύο λόγια
Καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης τεσσάρων και έξι μηνών αντίστοιχα, με τριετή αναστολή. Η τρίτη υπόθεση που επρόκειτο να εκδικαστεί την Παρασκευή αναβλήθηκε για τις 21 Ιουνίου, ενώ από σήμερα, Δευτέρα, αναμένεται η εκδίκαση και των υπόλοιπων υποθέσεων.
Μετά και την κατά πλειοψηφία έγκριση του νέου νομοσχεδίου για τις εταιρείες διαμεσολάβησης ταξί από την αρμόδια επιτροπή της Βουλής στις 15 Μαρτίου, η απόφαση του δικαστηρίου έχει μεγάλη σημασία για το πώς θα διαμορφωθεί ο χώρος των μεταφορών στα επόμενα χρόνια. Ουσιαστικά, πρόκειται για την πρώτη καταδίκη οδηγών που δραστηριοποιούνται επαγγελματικά μέσω της Uber, ύστερα από 4 περίπου χρόνια παρουσίας της εφαρμογής στην Ελλάδα.
Πέρα από τη σημασία της απόφασης όμως, μεγάλο ενδιαφέρον είχαν και αυτά που «μάθαμε» στη διάρκεια της δίκης για τη λειτουργία της εταιρείας στην Ελλάδα, από τον έναν οδηγό που παρίστατο στο δικαστήριο, τους συνηγόρους και τον μάρτυρα υπεράσπισης.
Κι αυτό γιατί παρουσιάστηκε ως πραγματικότητα μία εικόνα, που αν μη τι άλλο ξαφνιάζει οποιονδήποτε έχει χρησιμοποιήσει έστω και μια φορά την Uber στην Αθήνα.
Μία ή τέσσερις επιβάτες; Μία ή πολλές διαδρομές;
Ας τα πάρουμε από την αρχή. Πώς λειτουργεί η εφαρμογή της Uber; Πολλοί αναγνώστες του inside story θα έχουν ίσως τη δική τους εμπειρία:
- Ο πελάτης ανοίγει την εφαρμογή, μπαίνει στο προφίλ του και δηλώνει πού θέλει να πάει.
- Η εφαρμογή βρίσκει το αυτοκίνητο που θα τον μεταφέρει στο προορισμό του και του λέει πόσο περίπου θα κοστίσει η διαδρομή.
- Με την ολοκλήρωση της διαδρομής, ο πελάτης έχει την επιλογή να πληρώσει μετρητοίς ή να κρατηθούν τα χρήματα από την κάρτα, την οποίαν ούτως ή άλλως πρέπει να έχει περασμένη στον λογαριασμό του.
- Στο email του πελάτη φτάνει η ηλεκτρονική απόδειξη και πελάτης και οδηγός έχουν τη δυνατότητα να βαθμολογήσουν ο ένας τον άλλον, μέσα από την εφαρμογή.
Αυτά γνωρίζαμε ως το μεσημέρι της Παρασκευής, όχι μόνο μέσω του ρεπορτάζ, αλλά κάνοντας και οι ίδιοι περιστασιακά χρήση της εφαρμογής στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Με βάση την αναφορά της Αστυνομίας που ακολουθεί, αυτά φέρεται να γνώριζε και η επιβάτιδα του αυτοκινήτου του πρώτου οδηγού που καταδικάστηκε, μια νεαρή κοπέλα ξένης καταγωγής που βρέθηκε στη χώρα μας για ένα bachelor party.
| «Η εν λόγω πελάτισσα ονομάζεται Χ, γεννηθείσα 01.03.1994 στην Πολωνία, με αριθμό διαβατηρίου Χ. Μετά από προφορική εξέταση της πελάτισσας, μας δήλωσε ότι μέσω εφαρμογής Uber κάλεσε ταξί για να την μεταφέρει από την περιοχή Παγκρατίου, οδός Αρριανού 16, στην οδό Ερμού 91 έναντι κομίστρου χρηματικής αξίας 4 ευρώ, το οποίο πλήρωσε ηλεκτρονικά μέσω χρεωστικής κάρτας χωρίς να πάρει κάποια απόδειξη. Επίσης μας δήλωσε ότι ζήτησε απλή μετάβαση από τόπο σε τόπο και όχι κάποια τρίωρη μίσθωση του οχήματος, αφού γνώριζε εξ αρχής τη διαδρομή και ότι θα κόστιζε 4 ευρώ, οπότε οποιαδήποτε τρίωρη μίσθωση είναι εικονική». |
Όσα κατέθεσε η κοπέλα δεν διαφέρουν από τη μέση εμπειρία ενός πελάτη των υπηρεσιών της Uber. Η πλευρά της υπεράσπισης όμως παρουσίασε την απολύτως αντίθετη εικόνα. Ξεκινώντας από τον ισχυρισμό του οδηγού ότι επιβάτης δεν ήταν μόνο η κοπέλα που αναφέρεται, αλλά επρόκειτο συνολικά για τέσσερις φίλες.
Όπως είπε ο ίδιος, από τη στιγμή που η προκράτηση πραγματοποιήθηκε μέσω Uber, το όχημά του ήταν δεσμευμένο για τις επόμενες 6 ώρες και ο ίδιος δεν μπορούσε να πραγματοποιήσει άλλη διαδρομή με πελάτη. Κι αυτό γιατί στο δικαστήριο προσκομίστηκε μια σύμβαση διάρκειας 6 ωρών (και συνολικού κόστους 67,1 ευρώ) που φέρεται να είχε υπογραφεί ηλεκτρονικά μεταξύ της εταιρείας και της πελάτισσας.
Θυμίζουμε βέβαια πως, μιλώντας στους αστυνομικούς, η πελάτισσα δήλωσε πως δεν είχε υπογράψει καμία σύμβαση τριών, πόσο μάλλον έξι ωρών. Αλλά και ότι με βάση την νομοθεσία η σύμβαση θα πρέπει να υπάρχει σε φυσική μορφή εντός του αυτοκινήτου, όπου δεν εντοπίστηκε κατά τον έλεγχο.
Ο οδηγός ισχυρίστηκε ακόμα πως υπήρχε «αρχική συνεννόηση ότι θα παραμείνω στην περιοχή για τη συνέχεια». Για τον λόγο αυτόν, μάλιστα, υποστήριξε πως έδωσε το κινητό του σε μία από τις κοπέλες, ώστε να τον καλέσει και πάλι όταν θελήσουν να τις μεταφέρει κάπου, «ίσως σε κάποιο νυχτερινό κέντρο στην Ιερά Οδό». Αυτή βέβαια είναι μια διαδικασία που μάλλον ξαφνιάζει τους χρήστες της εφαρμογής.
Ως επιχείρημα, όμως, εγείρει από μόνο του μια προβληματική: για ποιον λόγο να δεχθεί να πληρώσει ένας πελάτης (ή και τέσσερις) 67 ευρώ για να κάνει δύο διαδρομές, συνολικά τρεις αν προσθέσουμε την επιστροφή στο ξενοδοχείο στο τέλος της βραδιάς, των οποίων το συνολικό κόστος, είτε με ταξί είτε με Uber, δεν ξεπερνά σε καμία περίπτωση ούτε το μισό, αν όχι το ένα τέταρτο του ποσού;
Οι «ακυρώσεις» που «τυχαίνουν»
Για να δικαιολογήσει τον ισχυρισμό του οδηγού, η υπεράσπιση υποστήριξε πως εφόσον επρόκειτο για τέσσερις φίλες, θα μπορούσαν να μοιραστούν το κόστος μεταξύ τους. Πέραν αυτού, όμως, η υπεράσπιση θέλησε να διαβεβαιώσει το δικαστήριο πως τόσο ο ίδιος ο οδηγός, όσο και γενικότερα η συγκεκριμένη επιχείρηση που τον απασχολεί, λειτουργούν ακολουθώντας την ισχύουσα νομοθεσία απαρέγκλιτα.
Υποστήριξαν δηλαδή πως οι μισθώσεις που πραγματοποιούνται μέσω της Uber γίνονται πάντοτε για το ελάχιστο χρονικό διάστημα (3 ή 6 ώρες, η νομοθεσία πλέον κάνει λόγο για μίσθωση 3 ωρών, αλλά οι οδηγοί εξακολουθούν ως και σήμερα να δίνουν στους πελάτες 6ωρες συμβάσεις) και αν τυχόν κάποιος πελάτης «ξαφνικά» αποφασίσει πως τελικά θέλει να πραγματοποιήσει μια μικρότερη διαδρομή, τότε ο μεν επιβάτης πληρώνει το ποσό που αντιστοιχεί στην μέχρι τότε απόσταση, και ο δε οδηγός επιστρέφει το αυτοκίνητο στο γκαράζ, αφού με βάση τον νόμο για το υπόλοιπο διάστημα το όχημα μπορεί να μισθωθεί μόνο δίχως οδηγό.
Σε βάρος του πελάτη δεν υπάρχει καμία ρήτρα για την πρόωρη διακοπή της διαδρομής. Πράγμα που σημαίνει πως, εάν συμβαίνει πράγματι κάτι τέτοιο, το αυτοκίνητο μπορεί να μείνει δεσμευμένο για ώρες, λόγω μιας διαδρομής όπως αυτή στην οποία αναφερόμαστε, που φέρνει κέρδος λίγα μόνο ευρώ.
«Δυστυχώς τυχαίνει κάποιες φορές, αλλά εικάζω ότι τα αφεντικά μου παίζουν με τις πιθανότητες και φαντάζομαι πως για να το κάνουν βγαίνουν κερδισμένοι», είπε ο οδηγός. Ο ίδιος υποστήριξε πως ορισμένες φορές που το αυτοκίνητό του δεσμεύεται από κάποια μικρή διαδρομή, όπως εκείνη για την οποία συνελήφθη, εκείνος επιστρέφει στο γκαράζ της εταιρείας, παίρνει άλλο όχημα και βγαίνει πάλι για δουλειά (!).
Ο εισαγγελέας είχε άλλη άποψη, αφού κρατούσε στα χέρια του το ιστορικό των διαδρομών, που περιλαμβανόταν στη δικογραφία. Οι εικόνες είχαν ληφθεί από το εταιρικό tablet του οδηγού. Η υπεράσπιση υποστήριξε πως οι διαδρομές που απεικονίζονται αφορούν το σύνολο των οδηγών της εταιρείας. Είναι γνωστό όμως πως, όπως οι επιβάτες έτσι και οι οδηγοί έχουν ο καθένας το δικό του προφίλ, στο οποίο έχει πρόσβαση με το email και τον κωδικό του, και στο οποίο καταγράφονται οι δικές του επιδόσεις, διαδρομές κ.λπ.
Αυτό είναι όλο το νόημα της υπηρεσίας, άλλωστε, και είναι σαφές ότι πρόκειται για προφίλ ατομικό, από τη στιγμή που ο οδηγός (και όχι η εταιρεία που έχει το αυτοκίνητο) είναι εκείνος που στο τέλος της διαδρομής βαθμολογείται από τους πελάτες. Ο εισαγγελέας διαπίστωσε πως την ίδια μέρα, μέσα σε λίγες μόνο ώρες, «έτυχε» να υπάρχουν 14 τέτοιες «ακυρώσεις»: περιπτώσεις στις οποίες η δήθεν 6ωρη μίσθωση του αυτοκινήτου είχε ως αποτέλεσμα διαδρομές λίγων λεπτών και ακόμη λιγότερων ευρώ, δηλαδή εκείνων που με βάση την νομοθεσία αντιστοιχούν στο μεταφορικό έργο που παρέχουν τα ταξί και όχι τα οχήματα τουριστικής χρήσης.
Δεχόμενος ακόμη και το ενδεχόμενο οι διαδρομές να αφορούν το σύνολο των οδηγών της εταιρείας, οι οποίοι σύμφωνα με την υπεράσπιση είναι 15-20 άτομα, ο εισαγγελέας υπογράμμισε ότι κάτι τέτοιο σημαίνει πως αντιστοιχεί μια «ακύρωση» σε κάθε οδηγό. Έτσι λοιπόν, εκείνη την ημέρα, κάθε οδηγός θα πρέπει να έμεινε παροπλισμένος για 3 ή 6 ώρες.
«Τι συνέβαινε, δηλαδή, κάθε φορά με το που έμπαινε ο πελάτης μέσα στο όχημα έλεγε “εντάξει, σας ευχαριστώ πολύ” και κατέβαινε;», αναρωτήθηκε ο εισαγγελέας, για να λάβει την απάντηση πως «καμία φορά τυχαίνει κάποια διαδρομή να μην πάει καλά».
«Μα, εκείνη την ημέρα δεν πήγε καμία διαδρομή καλά», απάντησε. «Εάν λειτουργούσε πράγματι έτσι η εταιρεία, την πρώτη εβδομάδα θα είχε κλείσει».
Η πατέντα που χρησιμοποιείται
Αυτό που ουσιαστικά παρουσιάστηκε στην αίθουσα του δικαστηρίου εκείνη τη μέρα, είναι η «πατέντα» που αξιοποιούν οι εταιρείες που συνεργάζονται με την Uber, προκειμένου να παρακάμπτουν τον νόμο και να παρέχουν στην ουσία έργο το οποίο δεν βρίσκεται εντός του τομέα τους.
Θυμίζουμε πως η Uber δεν έχει δικά της οχήματα στην Ελλάδα, αλλά συνάπτει συμφωνίες με εταιρείες που έχουν στην κατοχή τους αυτοκίνητα, όπως τα τουριστικά γραφεία και τα γραφεία ενοικιάσεως αυτοκινήτων και τις «συνδέει» με πελάτες, μέσω της εφαρμογής. Οι εν λόγω εταιρείες προσλαμβάνουν οδηγούς, τους οποίους αποκαλούμε «ουμπεράδες», οπότε στην πράξη οι οδηγοί έχουν σύμβαση με την εταιρεία που τους προσλαμβάνει και όχι την Uber.
Αξιοποιώντας λοιπόν οι εταιρείες την άδεια τους, που αφορά την παροχή υπηρεσιών τουριστικού χαρακτήρα, πραγματοποιούν εικονικές μισθώσεις τριών και έξι ωρών. Στην συνέχεια, καταλήγουν να προσφέρουν στην πραγματικότητα υπηρεσίες που αντιστοιχούν στο μεταφορικό έργο των ταξί: μικρές αποστάσεις, μικρές χρεώσεις.
Για παράδειγμα, μια σύμβαση των 6 ωρών και των 67,10 ευρώ έχει ως αποτέλεσμα μια διαδρομή λίγων λεπτών από το Μεταξουργείο στο Παγκράτι, όπως αυτή που κάναμε εμείς οι ίδιοι το βράδυ της Παρασκευής, και για την οποία καταβάλαμε 4 ευρώ.
Στο μυαλό των πελατών, άλλωστε, η Uber δεν είναι συνυφασμένη με πολύωρες μισθώσεις, αλλά με τιμές χαμηλότερες των ταξί για σύντομες μετακινήσεις. Χαρακτηριστικό είναι πως ούτε η διαδρομή από την Κηφισιά στη Βούλα δεν επαρκεί για τα 67,10 ευρώ της σύμβασης.
Όσον αφορά το εάν πράγματι τα οχήματα που χρησιμοποιήθηκαν για λιγότερες από τρεις ώρες περιμένουν ακινητοποιημένα, ώσπου να ολοκληρωθεί το τρίωρο ή εξάωρο κατά το οποίο είναι δεσμευμένα, η απάντηση φαντάζει σχεδόν αυτονόητη. Και ξεκινά με ένα ερώτημα: υπογράφονται στην πραγματικότητα συμβάσεις, έστω και εικονικές;
Στα πλαίσια του παρόντος ρεπορτάζ συνομιλήσαμε με περίπου δύο ντουζίνες τακτικούς χρήστες της Uber στην Αθήνα. Όπως και με την Πολωνή τουρίστρια, η συντριπτική τους πλειοψηφία, πέραν ενός ή δύο που έτυχε στο παρελθόν να πραγματοποιήσουν κάποιο δρομολόγιο από/προς αεροδρόμιο, δεν γνώριζε τίποτε περί μίσθωσης τριών ή έξι ωρών, είτε εικονικής είτε πραγματικής.
Στην πραγματικότητα, οι περισσότεροι δεν γνώριζαν καν την ύπαρξη της σύμβασης, αφού το voucher, όπως ονομάζουν το έγγραφο οι οδηγοί μεταξύ τους, σπανίως δινόταν στους πελάτες στο παρελθόν, και μόνο όταν επρόκειτο για δρομολόγια με προορισμό όπου ήταν αυξημένη η πιθανότητα ελέγχου (εξού και το αεροδρόμιο). Ύστερα από το βράδυ της σύλληψης των 10 οδηγών, η σύμβαση δίνεται στο 90% των περιπτώσεων, αναφέροντας άλλοτε έξι και άλλοτε τρεις ώρες ελάχιστης μίσθωσης.
Αυτό δεν σημαίνει φυσικά πως έχει κάποια ισχύ. Με την ολοκλήρωση του δρομολογίου, τίποτα δεν εμποδίζει τον οδηγό να την σκίσει και να συνεχίσει τη βάρδια του. Πολύ πιο άμεση και συμφέρουσα λύση από το να επιστρέψει το αυτοκίνητο στο γκαράζ και να μείνει ακινητοποιημένο για μερικές ώρες.
Εξάλλου, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση των δύο καταδικασμένων οδηγών, οι περισσότεροι έχουν σχέση ημιαπασχόλησης με τον εργοδότη τους, δουλεύοντας 6 ώρες την ημέρα (ασχέτως αν στην πραγματικότητα οι βάρδιες είναι 12ωρες). Ποιος εργοδότης λοιπόν έχει τη δυνατότητα να απασχολεί εργαζομένους που όταν «τυχαίνει», όπως το θέτουν οι ίδιοι, δεν θα μπορούν να εργάζονται τις μισές από τις ώρες για τις οποίες αμείβονται; Και την επίμαχη ημέρα εργάστηκαν όλοι οι υπάλληλοι της επιχείρησης τις μισές ώρες;
Μια τέτοια επιχείρηση πράγματι δεν θα άντεχε περισσότερο από μία εβδομάδα.
Οι αμφισβητήσιμες συμβάσεις και ο (κοινός) μάρτυρας υπεράσπισης
Στην προηγούμενη συνεδρία του δικαστηρίου, η πλευρά της υπεράσπισης ζήτησε αναβολή για δύο λόγους. Ο πρώτος ήταν για να προσκομιστούν με δική της επιμέλεια στο δικαστήριο οι συμβάσεις, οι οποίες δεν είχαν εντοπιστεί από τους αστυνομικούς στα αυτοκίνητα, αλλά υποστηριζόταν πως είχαν συναφθεί ηλεκτρονικά.
Όπως στην περίπτωση του πρώτου οδηγού, έτσι και στου δεύτερου, προσκομίστηκε μιία σύμβαση. Αυτή την φορά η 6ωρη σύμβαση των 67,10 ευρώ (πάλι!) που υπογράφηκε το βράδυ της ίδιας Παρασκευής αφορούσε μια διαδρομή από το Μοναστηράκι στην Καλλιθέα. Πελάτισσα ήταν και πάλι μια νεαρή κοπέλα, που επέστρεφε στο σπίτι της ύστερα από νυχτερινή έξοδο, καταβάλλοντας 4,90 ευρώ.
«Η εν λόγω πελάτισσα ονομάζεται ..., γεννηθείσα 18/03/1993, στην Αθήνα. Μετά από προφορική εξέταση της πελάτισσας, μας δήλωσε ότι μέσω της εφαρμογής Uber κάλεσε όχημα ταξί, για να την μεταφέρει από την περιοχή πλατείας Μοναστηρακίου, Αθήνα, στην οδό Θησέως στην Καλλιθέα έναντι κομίστρου χρηματικής αξίας 4,90 ευρώ. Πλήρωσε με μετρητά χωρίς να πάρει καμία απόδειξη. Επίσης, μας δήλωσε ότι ζήτησε απλή μετάβαση από τόπο σε τόπο, και όχι κάποια τρίωρη μίσθωση του οχήματος, αφού γνώριζε την διαδρομή και ότι θα πλήρωνε 4,90. Οπότε, οποιαδήποτε τρίωρη μίσθωση είναι εικονική. Επίσης, μας δήλωσε ότι δεν γνώριζε κάτι περί τρίωρης μίσθωσης και δεν έχει υπογράψει κάποιο έγγραφο τρίωρης σύμβασης». |
Και οι δύο συμβάσεις κρίθηκαν ως έγγραφα αμφιβόλου αξιοπιστίας από τον εισαγγελέα, που σημείωσε ότι πρόκειται για έγγραφα που μπορούν να διαμορφωθούν εκ των υστέρων. Ειδικά για τη δεύτερη περίπτωση, ο εισαγγελέας τόνισε πόσο αμφίβολο φαντάζει ένας άνθρωπος να συνάπτει μια τέτοια σύμβαση για να επιστρέψει απλώς και μόνο στο σπίτι του το βράδυ.
Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο είχε γίνει αίτημα για αναβολή, ήταν προκειμένου η πλευρά της υπεράσπισης να καλέσει στο δικαστήριο κάποιον μάρτυρα. Τότε, η υπεράσπιση είχε σημειώσει πως επιθυμία της ήταν να καλέσει από έναν διαφορετικό μάρτυρα για κάθε υπόθεση, αφού «πρόκειται για διαφορετικές εταιρείες».
Τελικά, όμως, στο δικαστήριο εμφανίστηκε ένας μάρτυρας, κοινός και για τις δύο υποθέσεις, ο οποίος πιθανότατα θα καταθέσει και στις επόμενες οχτώ. Η ταυτότητα του μάρτυρα έχει τη δική της σημασία: πρόκειται για τον πρόεδρο του σωματείου εκμίσθωσης επιβατηγών οχημάτων. Και έχει ενδιαφέρον ότι, με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη εταιρείας που δραστηριοποιείται μέσω της Uber αλλά και εκπροσώπου των εταιρειών με συναφή δραστηριότητα, κλήθηκε από την υπεράσπιση για να καταθέσει τόσο ως επαγγελματίας, όσο και ως χρήστης της εφαρμογής.
«Για μένα, όπως και για τους υπόλοιπους του κλάδου μου, ο νόμος είναι Ευαγγέλιο», είπε ο μάρτυρας, απαντώντας σε ερώτηση της έδρας για το κατά πόσον εταιρείες όπως η δική του τηρούν τη νομοθεσία, προσθέτοντας πως «μπαίνουμε στη διαδικασία να αποδείξουμε πως δεν είμαστε ελέφαντες».
Ο μάρτυρας υποστήριξε ότι με την προκράτηση μέσω της Uber ο πελάτης ουσιαστικά δηλώνει την «πρώτη του στάση», κάτι που εικάζουμε πως θα ξάφνιαζε κάποιον πελάτη αν τύχαινε να βρισκόταν στην αίθουσα. Συμπλήρωσε πως οι ίδιοι, από την πλευρά τους, φροντίζουν σχολαστικά να ενημερώνουν τους πελάτες τους πως το κατώτερο επιτρεπτό χρονικό όριο μίσθωσης που προβλέπει ο νόμος είναι οι 3 ώρες.
«Εμείς προσπαθούμε να κλείνουμε όσο περισσότερο μπορούμε tour», πρόσθεσε ο μάρτυρας, ή να διατίθεται το αμάξι για μίσθωση δίχως οδηγό για το υπόλοιπο διάστημα. Αφενός, όμως, το μυστικό της επιτυχίας της Uber δεν είναι τα tour αλλά οι φθηνές από τόπο σε τόπο μετακινήσεις. Αφετέρου, είναι απορίας άξιο το πώς μπορεί να κλείσει κανείς tour μέσω της συγκεκριμένης εφαρμογής.
Μετά τη λήξη της δίκης, πάντως, ο μάρτυρας δέχθηκε τα εύσημα της υπεράσπισης για την παρουσία του.
Οι συνεργαζόμενες εταιρείες και το ποσοστό της Uber
Στο προηγούμενο ρεπορτάζ, είχαμε σταθεί στο πέπλο μυστηρίου που καλύπτει την δραστηριοποίηση της Uber στην Αθήνα. Πέρα από όλα τα άλλα, δεν ήταν γνωστός ο αριθμός των οχημάτων που συνεργάζεται μαζί της. Με την κατάθεσή του στο δικαστήριο, και απαντώντας σε σχετική ερώτηση της έδρας, ο μάρτυρας υπεράσπισης μας πρόσφερε μια πληροφορία: οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην Αθήνα μέσω Uber είναι περίπου 180.
Βέβαια, το ερώτημα όσον αφορά τον συνολικό αριθμό των συνεργαζόμενων οχημάτων παραμένει, αφού οι εταιρείες δύνανται να διαφέρουν σε μεγάλο βαθμό μεταξύ τους. Υπάρχουν αυτές που διαθέτουν αρκετές δεκάδες οχήματα, τα οποία μπορεί να είναι αγορασμένα ή μισθωμένα με leasing, αλλά με βάση τις πληροφορίες του inside story υπάρχουν και επιχειρήσεις άλλων κλάδων, από ψησταριές έως ανθοπωλεία, που έχουν κάνει «επέκταση» των εργασιών τους.
Την περασμένη εβδομάδα, στην κατοχή του inside story βρέθηκε ένα έγγραφο 27 σελίδων που συνέταξε κορυφαία συμβουλευτική εταιρεία (Ernst & Young) για λογαριασμό της Uber το φθινόπωρο του 2016, με το οποίο γίνεται ενημέρωση των συνεργατών για όσα ισχύουν με τη φορολογική μεταχείριση των συναλλαγών της Uber. Γίνεται σαφώς ο διαχωρισμός, πως οι συνεργάτες δεν αποτελούν ουσιαστικά υπαλλήλους της Uber.
Το έγγραφο μας επιτρέπει να μάθουμε λίγο καλύτερα την εταιρεία, καθώς παρουσιάζει το ποσοστό που κρατά για την παροχή της σύνδεσης του οδηγού με τον πελάτη του. Αυτό είναι 20%.
Με μια εικόνα, επίσης, το έγγραφο παρουσιάζει την πορεία που ακολουθούν τα χρήματα κατά την συναλλαγή μέσω κάρτας. Από τον πελάτη στην Ολλανδία, όπου και εδρεύει η «εταιρεία περιορισμένης ευθύνης» Uber B.V. και από την Ολλανδία, στη συνέχεια, στην τσέπη του συνεργάτη.
Τι μέλλει γενέσθαι
Είτε στην αίθουσα του δικαστηρίου, είτε στα έγγραφα που διανέμει στους συνεργάτες της στην Ελλάδα, η Uber υπενθυμίζει ακούραστα πως οι εργαζόμενοι δεν αποτελούν δικούς της υπαλλήλους, αλλά «συνεργάτες». Και έτσι είναι, μιας και η δικογραφία δεν είναι σε βάρος της ίδιας.
Κατηγορούμενοι στις δέκα υποθέσεις είναι δέκα οδηγοί. Κάποιοι εξ αυτών, όπως ο πρώτος καταδικασθείς, που είναι ένας άνδρας μέσης ηλικίας με οικογένεια, κατέφυγαν στην λύση του οδηγού ύστερα από παρατεταμένα διαστήματα ανεργίας. Όσοι καταδικάζονται, θα χρειαστεί να αναζητήσουν νέα μορφή εργασίας, αφού εάν υποπέσουν και πάλι σε κάποιο παράπτωμα θα αρθεί η αναστολή τους.
Αυτές τις μέρες, αρκετοί οδηγοί αποχωρούν από τα γραφεία ενοικιάσεως αυτοκινήτων, αφού συνειδητοποιούν ότι πέραν των χαμηλών τους αμοιβών, των πιεστικών συνθηκών εργασίας και της πιθανότητας ανεπιθύμητης «συνάντησης» με μαινόμενους οδηγούς ταξί, πλέον αντιμετωπίζουν ακόμη και τον κίνδυνο νομικών κυρώσεων σε βάρος τους.
Την ίδια ώρα, η Uber δεν φαίνεται πουθενά. «Είμαι νομική εκπρόσωπος του οδηγού και της εταιρείας, όχι της Uber», διευκρίνισε η συνήγορος υπεράσπισης και πάλι στο δικαστήριο την Παρασκευή. Ωστόσο, η ίδια συνήγορος υπεράσπισης θα βρεθεί στο δικαστήριο και τις επόμενες ημέρες, υπερασπιζόμενη τους υπόλοιπους οδηγούς, ενώ οι οδηγοί που εργάζονται σε διαφορετικές εταιρείες γνωρίζουν ότι μπορούν να καλούν ένα κοινό για όλους νούμερο, σε περίπτωση ανάγκης για νομική υπεράσπιση.
Όταν οι δίκες των οδηγών ολοκληρωθούν, αναμένεται να ακολουθήσουν αυτές που θα αφορούν τις εταιρείες στις οποίες εργάζονται. Όπως υπογράμμισε ο εισαγγελέας κατά την αγόρευσή του, εκείνες είναι που φέρουν και το μεγαλύτερο βάρος της ευθύνης. Εάν καταδικαστούν οι εταιρείες, τα ποσά που προβλέπεται να πληρώσουν ανέρχονται σε 30.000-50.000 έκαστη, δηλαδή κοντά στο μισό εκατομμύριο ευρώ σε περίπτωση καταδίκης του συνόλου τους.
Ποιος θα πληρώσει αυτό το ποσό; Η Uber ίσως θα μπορούσε να βοηθήσει. Εξάλλου, πρόκειται για μια εταιρεία η αξία της οποίας εκτιμάται στα 48 δισ. ευρώ.

