Ευτυχώς γνωρίζουμε πολλά για τον κορονοϊό. Δυστυχώς, δεν γνωρίζουμε τα πάντα

Πόσα είναι τα πραγματικά κρούσματα; Πόσο εύκολα μπορώ να μολυνθώ από τον ιό και για πόσο θα τον μεταδίδω; Πόσο φονική θα αποδειχθεί η νόσος COVID-19; Οι ειδικοί απαντούν σε φλέγοντα ερωτήματα και αντλούν χρήσιμα συμπεράσματα από την ανάλυση δεδομένων και τις πρώτες κλινικές και εμπειρικές παρατηρήσεις από τη μάχη της επιστήμης με τη νόσο COVID-19.
Χρόνος ανάγνωσης: 
15
'
O Στιούαρτ Μάλκολμ, γιατρός σε δωρεάν κλινική στο Χάιτ Άσμπουρι του Σαν Φρανσίσκο, ενημερώνει τους αστέγους για τον κορονοϊό, 17 Μαρτίου 2020. [JOSH EDELSON / AFP]

Η πολυεπίπεδη μάχη με τον νέο κορονοϊό δεν δίνεται μόνο σε νοσοκομεία και μονάδες εντατικής θεραπείας, αλλά και σε εργαστήρια και ερευνητικά ινστιτούτα σε όλο τον κόσμο. Ερευνητές από πολλά επιστημονικά πεδία αναλύουν δεδομένα, μελετούν, δημοσιεύουν αναφορές και αναλύσεις, και αναζητούν απαντήσεις σε φλέγοντα ερωτήματα για τον ιό SARS-CoV-2, και την ασθένεια COVID-19 που προκαλεί. Ήδη έχουν ανέβει στο PubMed πάνω από 1.000 επιστημονικές δημοσιεύσεις και δεκάδες προστίθενται καθημερινά, αναδεικνύοντας την αποφασιστικότητα της παγκόσμιας επιστημονικής κοινότητας να κατανοήσει και να αναχαιτίσει τον ιό. Να σημειώσουμε βέβαια ότι πολλές εξ αυτών δεν έχουν αξιολογηθεί από κριτές, επομένως είναι περισσότερο χρήσιμες για την επιστημονική κοινότητα, παρά για το ευρύ κοινό.

 

Αυτές τις μέρες που υπάρχει ανάγκη για ξεκάθαρη ενημέρωση κι ανάλυση, το inside story προσφέρει όλα τα άρθρα γύρω από τον Covid-19 ελεύθερα ώστε όλοι οι αναγνώστες να έχουν πρόσβαση στις έρευνες μας για τον κορονοϊό.

#ΜένουμεΣπίτι: Ανακαλύψτε πάνω από 2.500 ρεπορτάζ και ιστορίες του inside story. Γραφτείτε για έναν μήνα δωρεάν EΔΩ

Το αδρό συμπέρασμα είναι ότι ευτυχώς γνωρίζουμε ήδη πολλά για τον κορονοϊό, και κάθε μέρα που περνάει μαθαίνουμε περισσότερα. Δυστυχώς, όπως διαπιστώνουν οι επιστήμονες δεν γνωρίζουμε τα πάντα, και αυτή η έλλειψη βεβαιότητας κάνει πιο δύσκολη την αντιμετώπισή του ιού. Πιο δύσκολη, αλλά όχι αδύνατη.

Τι γνωρίζει λοιπόν η επιστήμη και τι προσπαθεί να ανακαλύψει:

Πόσα είναι τα άγνωστα κρούσματα;

Αυτή είναι μια απάντηση που ουδείς μπορεί να δώσει με βεβαιότητα. Οι περισσότεροι ειδικοί εκτιμούν ότι τα εργαστηριακά επιβεβαιωμένα κρούσματα που ανακοινώνουν οι περισσότερες χώρες εκτός Κίνας αντιστοιχούν σε περίπου δεκαπλάσια πραγματικά κρούσματα.

Όπως λέει στο inside story ο επίκουρος καθηγητής Υγιεινής Επιδημιολογίας στην Ιατρική σχολή του ΕΚΠΑ Γκίκας Μαγιορκίνης, «τα δεδομένα που έρχονται για τον SARS-CoV-2 από τις χώρες που έχει πλήξει εδώ και 15 ημέρες, δείχνουν ότι είναι πιθανό να αγγίζει το 10x». Οι ειδικοί θεωρούν ότι τα πραγματικά κρούσματα είναι υπερπολλαπλάσια από τα εργαστηριακά επιβεβαιωμένα, αφού εκτός από τις προφανείς αστοχίες (ασυμπτωματικοί φορείς που δεν θα εξεταστούν ποτέ, ασθενείς με παρόμοια συμπτώματα που δεν θα συσχετιστούν με τον συγκεκριμένο ιό) το φαινόμενο συναρτάται και με τη διαθεσιμότητα των τεστ. Κάτι που όπως αποδεικνύεται στην Ιταλία και πλέον στη χώρα μας είναι κομβικό για την καταγραφή των πραγματικών κρουσμάτων.

Πόσοι θα νοσήσουν τελικά;

Αυτή είναι η ερώτηση όχι του ενός εκατομμυρίου δολαρίων, αλλά των πολλών, καθώς η απάντηση εξαρτάται από αναρίθμητους παράγοντες (τη συμπεριφορά του ιού, τον αριθμό των ασυμπτωματικών φορέων, τα μέτρα που θα ληφθούν, τη διαχείριση από τα υγειονομικά συστήματα ανά τον κόσμο, τις κλιματολογικές συνθήκες και πολλά ακόμη). Εφόσον η πανδημία συνεχίσει να εξελίσσεται με αυτόν το ρυθμό, μια απλή στατιστική αναγωγή μάς οδηγεί στο συμπέρασμα ότι θα μολυνθεί περίπου ο μισός παγκόσμιος πληθυσμός (ή και το 60%), κάτι που όμως εξαρτάται από σειρά άλλων (άγνωστων προς το παρόν) παραμέτρων, όπως έχει αποδειχθεί και σε άλλες πανδημίες.

Ο Γκίκας Μαγιορκίνης λέει στο inside story ότι το ποσοστό του πληθυσμού που θα μολυνθεί ενδέχεται να μην ξεπεράσει το 30% – όσο δηλαδή καταγράφηκε στο κρουαζιερόπλοιο Diamond Princess. Σαφώς βέβαια το ποσοστό αυτό θα κυμαίνεται μεταξύ των διάφορων κρατών, κάτι που ασφαλώς θα συναρτηθεί από την αποτελεσματική τήρηση των μέτρων. «Θεωρώ ότι θα υπάρξουν χώρες που θα έχουν καλή ανταπόκριση και χώρες που θα περάσουν κρίση», σημειώνει ο καθηγητής.

Και πόσοι θα χάσουν τη ζωή τους;

Το ποσοστό θνητότητας του COVID-19 είναι μία ακόμη ανεξερεύνητη παράμετρος. Ο βασικότερος λόγος είναι ότι για να προσδιοριστεί το ποσοστό CFR (Case fatality rate) με ακρίβεια δεν αρκεί η καταγραφή των θυμάτων, αλλά απαιτείται ο σαφής αριθμός των κρουσμάτων. Ο παρονομαστής αυτός όμως μπορεί μόνο να εκτιμηθεί βάσει στατιστικών μοντέλων. Σύμφωνα με τις αρχικές ανακοινώσεις του ΠΟΥ, στα τέλη Ιανουαρίου, όταν ο ιός ήταν ενδημικός μόνο στην Κίνα, το ποσοστό αυτό άγγιζε το 2%. Λίγες εβδομάδες αργότερα, όταν ο ιός εξαπλώθηκε και σε άλλες περιοχές του πλανήτη, το ποσοστό αναθεωρήθηκε επί τα χείρω στο 3,4%. Ακόμη και στην Ιταλία όπου τα ποσοστά είναι κατά πολύ υψηλότερα, λόγω της μεγαλύτερης μέσης ηλικίας των νοσούντων, το ποσοστό αναμένεται να κινηθεί στα επίπεδα της Κίνας (2,3%). Την τελευταία εβδομάδα τα ποσοστά θνητότητας στην Ιταλία ξεπερνούν το 6%, αλλά οι ειδικοί το αποδίδουν στο γεγονός ότι ελέγχονται μόνο οι πιο σοβαρές περιπτώσεις. Συγκριτικά, στη Νότια Κορέα όπου οι έλεγχοι είναι ευρύτεροι ακόμη και μεταξύ των ηπιότερων περιπτώσεων, το ποσοστό θνητότητας πέφτει στο 0,77%.

Οι ειδικοί εκτιμούν ότι το ποσοστό θα κινηθεί στην περιοχή του 1%, αρκετά υψηλότερο από μια μέση σεζόν γρίπης τύπου Α (περίπου 0,1%). Όσον αφορά τη θνητότητα από τις επιπλοκές που προκαλεί η λοίμωξη, ο κ. Γκίκας Μαγιορκίνης θεωρεί ότι θα παρουσιάσει μεγάλη διακύμανση από χώρα σε χώρα. «Δεν θεωρώ ότι θα ξεπεράσει το 5%, αλλά μπορεί να είναι και αρκετά χαμηλά, έως και 0,4%. Αυτό θα εξαρτηθεί από την αποτελεσματικότητα των μέτρων και την προετοιμασία του συστήματος υγείας της εκάστοτε χώρας».

Όπως επισημαίνει ο Τζον Έντμουντς, καθηγητής στο Κέντρο Μαθηματικής Μοντελοποίησης των Λοιμώξεων στο London School of Hygiene & Tropical Medicine, «είναι αφάνταστα δύσκολο να υπολογίσουμε το ποσοστό θνητότητας κατά τη διάρκεια της επιδημίας, καθώς απαιτείται αρκετός χρόνος από τη μόλυνση έως τον θάνατο του ασθενούς». Όπως έχει διαπιστωθεί με τον COVID-19, ο χρόνος εκτιμάται σε 2 έως 3 εβδομάδες ή και περισσότερο. Ο Έντμουντς σημειώνει ότι ο παρονομαστής στη διαίρεση δεν είναι ο αριθμός των περιπτώσεων που καταγράφονται τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, αλλά ο αριθμός τους πριν από 2-3 εβδομάδες. «Σε μια ταχέως αναπτυσσόμενη επιδημία, ο αριθμός αυτός θα είναι πολύ μικρότερος, οπότε ο πραγματικός λόγος θνητότητας θα είναι υψηλότερος». Παράλληλα, υποσημειώνει την εύλογη απόκλιση στον αριθμό των πραγματικών κρουσμάτων λόγω των προαναφερθεισών δυσκολιών.

Σε πόσους μεταδίδει τον ιό ο κάθε φορέας;

Παρότι όπως είπαμε καμία χώρα δεν θα κατορθώσει να υπολογίσει με απόλυτη ακρίβεια τον αριθμό των κρουσμάτων, αυτό που ενδιαφέρει κυρίως τους επιδημιολόγους είναι ο βασικός ρυθμός αναπαραγωγής της επιδημίας (R0). Εφόσον ο αριθμός είναι μεγαλύτερος του 1 πληρούνται οι προϋποθέσεις διάδοσης της επιδημίας. O δείκτης καθορίζει τον μέσο αριθμό δευτερογενών περιπτώσεων που προκαλούνται από μία πρωτογενή περίπτωση όταν ο πληθυσμός είναι ευρέως ευάλωτος σε λοίμωξη, και συνεπώς καθορίζει τον συνολικό αριθμό ατόμων που είναι πιθανόν να μολυνθούν.

Ο βασικός αριθμός αναπαραγωγής (R0) του COVID-19 στην Κίνα κινήθηκε γύρω στο 2,68 στα πρώιμα στάδια της επιδημίας (κάθε ένα άτομο μολύνει 2,68 ανθρώπους), και πλέον εκτιμάται παγκοσμίως σε 2,2-3 αναλόγως την περιοχή, αριθμός ιδιαίτερα μεγάλος για ιογενείς λοιμώξεις. Επιπλέον, στο επίκεντρο της επιδημίας καταγραφόταν διπλασιασμός των κρουσμάτων κάθε τέσσερις ημέρες.

Προφανώς, οι αριθμοί αυτοί προκύπτουν από μαθηματικά μοντέλα.

Στην πράξη, ένας φορέας του ιού μπορεί να τον μεταδώσει σε δεκάδες ή και εκατοντάδες αν δεν εφαρμοστούν τα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης. Στη Νότια Κορέα οι ειδικοί διαπίστωσαν ότι η περιβόητη «ασθενής 31» ήταν υπεύθυνη για την επιμόλυνση άνω των 1.000 ατόμων.

Η θνητότητα και η υγειονομική διαθεσιμότητα

Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι το ποσοστό θνητότητας θα εξαρτηθεί ευθέως από τη διαθεσιμότητα των υγειονομικών υπηρεσιών. Όπως καταγράφεται σε αυτή τη μελέτη, οι αξιοσημείωτες ανισότητες και διαφορές στα ποσοστά θνητότητας μεταξύ διαφόρων περιοχών της Κίνας, εξηγούνται εν μέρει από τη διαθεσιμότητα και την προσβασιμότητα σε υγειονομική περίθαλψη.

Η διαθεσιμότητα των ιατρικών υπηρεσιών εξηγεί σε μεγάλο βαθμό και την απόκλιση στις αναλογίες κρουσμάτων/ θυμάτων, πχ μεταξύ Γερμανίας και Ιταλίας ή Ν. Κορέας και Κίνας. Ή ακόμη και εντός της ίδιας χώρας – καθώς στην επαρχία Χουμπέι καταγράφηκε τριπλάσιο CFR συγκριτικά με άλλες κινεζικές περιφέρειες. Παράδειγμα είναι οι πλέον αναπτυγμένες παράκτιες επαρχίες της νοτιοανατολικής Κίνας, όπως η Ζετζιγιάνγκ, όπου δεν καταγράφηκε κανένας θάνατος μεταξύ 1.171 επιβεβαιωμένων περιπτώσεων, και η Γκουανγκντόνγκ, όπου υπήρξαν μόλις τέσσερις θάνατοι μεταξύ 1.322 νοσούντων. Τα συμπεράσματα αυτά είναι ιδιαίτερα χρήσιμα για χώρες με περιορισμένη διαθεσιμότητα υγειονομικών υπηρεσιών και ελλείψεις προσωπικού.

Γι’ αυτό και είναι πιθανό τα ποσοστά θνητότητας να διαφέρουν μεταξύ των χωρών που θα πληγούν από την πανδημία, από 0,25%-3%.

Πόσο και πού επιβιώνει ο ιός;

Ο νέος κορονοϊός εξαπλώνεται κατά κανόνα μέσω αιωρούμενων σταγονιδίων – όταν για παράδειγμα ένας φορέας βήξει ή φτερνιστεί, σταγονίδια που μεταφέρουν το ιικό φορτίο ενδέχεται να καταλήξουν στο στόμα ή τη μύτη κάποιου άλλου. Η αερογενής μετάδοση είναι πιθανή, καθώς ο ιός μπορεί να διατηρηθεί στον αέρα όπως αναφέρεται σε αυτή την επιστημονική δημοσίευση, αλλά στην πράξη είναι εξαιρετικά απίθανη, όπως μας ενημέρωσε ο κ. Τσιόδρας. Όπως και με τους παλαιότερους κορονοϊούς, έτσι και ο SARS-CoV-2 μπορεί να μεταδοθεί και από άλλες οδούς. Αν π.χ. ένα άτομο αγγίξει μια μολυσμένη επιφάνεια, όπως ένας στύλος του μετρό, ένα πόμολο ή ακόμη και χρήματα.

Ο χρόνος που αντέχει ο ιός σε κάποια επιφάνεια είναι ακόμη υπό διερεύνηση, αλλά σύμφωνα με τα προκαταρκτικά συμπεράσματα μιας σχετικής μελέτης, μπορεί να επιβιώσει έως και τέσσερις ώρες σε χάλκινα αντικείμενα, έως 24 ώρες σε χαρτόνι και έως τρεις ημέρες σε πλαστικό και χαλκό. Οι συντάκτες της μελέτης αναφέρουν ότι ο ιός ενδέχεται να ζήσει στον αέρα για περίπου τρεις ώρες, αλλά μένει να διευκρινιστεί κατά πόσον αυτό ισχύει.

Για πόσο παραμένει μεταδοτικός ο ασθενής;

Ένα αξιοπρόσεκτο εύρημα αυτής της επιστημονικής δημοσίευσης ήταν ότι ο παθογόνος παράγοντας παραμένει στην αναπνευστική οδό για πάνω από 20 ημέρες κατά μέσο όρο, με μέγιστο διάστημα τις 37 ημέρες – κάτι που συνεπάγεται ότι πολλοί νοσούντες ενδέχεται να μεταδίδουν τον ιό για πολλές εβδομάδες μετά την ανάρρωσή τους.

Οι ερευνητές τονίζουν βέβαια ότι όπως στις περισσότερες μελέτες για τον ιό, έτσι και σε αυτήν απαιτείται ευρύτερο δείγμα και περαιτέρω έρευνα προτού καταλήξουμε σε τελικά συμπεράσματα.

Ποια είναι η περίοδος επώασης;

Αυτό που διαπίστωσαν αρκετά νωρίς οι Κινέζοι επιστήμονες ήταν ότι η μέση περίοδος επώασης του ιού ήταν 5,2 ημέρες. Τα συμπεράσματα επιβεβαιώνονται και από μεταγενέστερες μελέτες, όπως αυτή που αναλύει 181 επιβεβαιωμένα κρούσματα και από την οποία προκύπτει ότι η περίοδος επώασης του COVID-19 κινείται κατά μέσο όρο στις 5,1 ημέρες. Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της μελέτης, το 97,5% των ατόμων που θα αναπτύξουν συμπτώματα θα το κάνουν μέχρι 11,5 ημέρες από την έκθεσή τους. Μόλις μία στις χίλιες περιπτώσεις θα αναπτύξει συμπτώματα μετά από 14 ημέρες ενεργού παρακολούθησης ή καραντίνας.

Από μια νεότερη μελέτη ευρύτερου δείγματος, προκύπτει ότι η περίοδος επώασης μπορεί να φτάνει και τις 9 ημέρες.

Πόσο διαρκεί η νόσος;

Οι περισσότεροι ασθενείς παρουσιάζουν ήπια συμπτώματα που θυμίζουν αυτά της γρίπης (βήχα, πυρετό, πόνους στο σώμα), για περίπου 4-7 ημέρες. Η κρίσιμη όπως αποδεικνύεται πρώτη εβδομάδα είναι καθοριστική για την εξέλιξη της νόσου, καθώς μετά την πάροδο των επτά ημερών, είτε η κατάσταση του ασθενούς βελτιώνεται αισθητά είτε παρουσιάζονται ενδείξεις βαριάς πνευμονίας. Κατά μέσο όρο, μετά την ενδέκατη μέρα από την εκδήλωση των συμπτωμάτων, η κατάσταση των ασθενών –που θα επιβιώσουν– βελτιώνεται σταθερά. Για τα βαρύτερα περιστατικά απαιτούνται 3-6 εβδομάδες.

Πόσο νωρίτερα μεταδίδεται ο ιός;

Ούτε σε αυτό το ερώτημα υπάρχει προς το παρόν ομόθυμη επιστημονική απάντηση. Αυτό που εικάζουν βάσιμα οι ειδικοί είναι ότι, αν πράγματι η περίοδος επώασης του COVID-19 είναι περίπου 5-6 ημέρες, ενδέχεται να υπάρχει και μεταδοτικότητα σε αυτό το διάστημα – κάτι που συμβαίνει και με τη γρίπη τύπου Α (αλλά για μόλις 1-2 ημέρες), ενώ με τον κορονοϊό SARS ήταν πολύ σπάνιο φαινόμενο, καθώς συνήθως η μετάδοση ξεκινούσε μετά την έναρξη των πρώτων συμπτωμάτων. Από τις λίγες κλινικές μελέτες που έχουν γίνει έως τώρα, φαίνεται ότι η πιθανότητα μετάδοσης είναι υψηλότερη 1-2 μέρες πριν την εκδήλωση των πρώτων συμπτωμάτων. Αξιοσημείωτη είναι η διαφοροποίηση μεταξύ 2,6 ημερών στη Σιγκαπούρη και 2,9 στην Κίνα.

Γι’ αυτό και οι ειδικοί εικάζουν ότι ο COVID-19 ενδέχεται να παραπέμπει περισσότερο στη γρίπη Α παρά στο SARS, η αιχμή μολυσματικότητας του οποίου παρατηρήθηκε αρκετές μέρες μετά την εκδήλωση των πρώτων συμπτωμάτων.

Ο ιός πάντως διαπιστωμένα μπορεί να μεταδίδεται έως και 14 ημέρες από την έκθεση του φορέα, εξ ου και τίθεται το όριο της καραντίνας.

Ποιες είναι οι πιο ευάλωτες ομάδες;

Όπως έχει αποδειχθεί σε όλες σχεδόν τις χώρες, οι πιο ευάλωτοι είναι οι ηλικιωμένοι. Από την ανάλυση των στοιχείων της Κίνας προκύπτει ότι η μέση ηλικία των νοσηλευομένων ήταν τα 59 έτη (ο νεότερος 15 και ο μεγαλύτερος 89). Τα υψηλότερα ποσοστά θνητότητας συναντώνται στις ηλικίες άνω των 80 (ανέρχεται σε περίπου 15%). Το ποσοστό είναι 8% για τις ηλικίες 70-79.

Οι άνθρωποι με άλλα υποκείμενα νοσήματα εμφανίζουν τον υψηλότερο κίνδυνο να νοσήσουν βαρύτερα και να καταλήξουν (περίπου το 49%). Από τα στοιχεία που παρατίθενται στη συγκριτική απεικόνιση τριών ανάλογων μελετών, προκύπτει ότι από τους ασθενείς που νοσηλεύτηκαν σε μονάδες εντατικής θεραπείας, οι συννοσηρότητες που εμφάνιζαν ήταν: υπέρταση, σακχαρώδης διαβήτης, στεφανιαία νόσος. Όσο βέβαια πληθαίνουν τα κρούσματα, στοίχημα για τους γιατρούς θα είναι η αντιμετώπιση του COVID-19 σε ασθενείς που υποφέρουν και από άλλες παθήσεις, όπως ο καρκίνος.

Αντίστοιχα είναι τα ευρήματα μεταγενέστερης μελέτης, όπου εκτός από τη συννοσηρότητα αξιολογείται και η ηλικία (αύξηση της πιθανότητας θανάτου κατά 1,03-1,17 ανά επιπλέον έτος).

Ευάλωτο όμως αποδεικνύεται και το ιατρικό προσωπικό παρά τα μέτρα αυτοπροστασίας που λαμβάνει. Στην Κίνα μολύνθηκε το 3,8% των ιατρών και νοσηλευτών που αντιμετώπισαν την επιδημία, ενώ στην πόλη της Γουχάν ανήλθε στο αδιανόητο 63%: 1.080 από τους 1.716 υγειονομικούς προσβλήθηκαν τελικά από τον κορονοϊό. Το 14,8% των περιπτώσεων μάλιστα ήταν βαριές, ενώ καταγράφηκαν και πέντε θάνατοι.

Αντίστοιχα είναι τα συμπεράσματα και από τη Βόρεια Ιταλία, όπου ένα από τα καλύτερα οργανωμένα υγειονομικά συστήματα στην Ευρώπη «λύγισε» λόγω των νοσούντων γιατρών και νοσηλευτών, ήδη από τις πρώτες εβδομάδες της επιδημίας.
Ο μύθος των «άτρωτων» νέων

Οι επιστήμονες διαπιστώνουν πλέον ότι σε όλες τις πληττόμενες χώρες επιβεβαιώνονται οι αρχικές εκτιμήσεις των Κινέζων για μια νόσο που πλήττει ιδιαίτερα τους ηλικιωμένους. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν θα νοσήσουν βαριά και νεότεροι – ούτε βέβαια ότι δεν θα πεθάνουν από αυτήν. Από τα στατιστικά δεδομένα προκύπτει ότι περίπου το 2,5% των ανηλίκων που θα μολυνθούν, θα νοσήσουν βαριά, αλλά μόλις το 0,2% θα χρειαστεί εντατική νοσηλεία. Μία από τις πρώτες μελέτες σε οικογένειες που μολύνθηκαν, έδειξε ότι και τα παιδιά εμφάνιζαν σημάδια ιογενούς πνευμονίας χωρίς άλλα συμπτώματα.

Οι παρατηρήσεις των ιατρών στο πεδίο είναι ακόμη πιο ανησυχητικές. Στα ιταλικά νοσοκομεία της τελευταίες ημέρες παρατηρείται μια μετατόπιση του ηλικιακού μέσου όρου, με αρκετούς ασθενείς κάτω των 50 να απαιτούν εντατική νοσηλεία. Στο νοσοκομείο Papa Giovanni του Μπέργκαμο για παράδειγμα, 30 από τις 80 κλίνες στη ΜΕΘ καταλαμβάνονται από ασθενείς κάτω των 60 ετών, ενώ στο San Paolo του Μιλάνου, μία στις έξι κλίνες καταλαμβάνεται από ασθενείς κάτω των 50 ετών (σε αυτό το νοσοκομείο νοσηλεύεται και ένας 18χρονος). Στη λίστα των θυμάτων στην ιταλική επικράτεια περιλαμβάνονται 2 άτομα ηλικίας 30-39, 4 άτομα από 40-49 και 24 άτομα από 50-59 ετών.

Ο καθηγητής επιδημιολογίας του Πανεπιστημίου της Πίζας, Πιερλουίτζι Λοπάλκο, αναφέρει ότι «πλέον τον υψηλότερο κίνδυνο να νοσήσουν εμφανίζουν οι νεότεροι, λόγω των πολλών κοινωνικών επαφών και της άρνησής τους να ακολουθήσουν τις οδηγίες κοινωνικής απομάκρυνσης».

Όπως μάλιστα προκύπτει από τη συγκριτική ανάλυση των δεδομένων Ν. Κορέας και Ιταλίας, είναι τεράστια η διαφορά στα κρούσματα των νέων. Πάνω από το 40% των φορέων στην Ν. Κορέα ανήκει στις ηλικίες 20-39, όταν στην Ιταλία το αντίστοιχο ποσοστό είναι κάτω από 10%. Αυτό εξηγείται λόγω των ελάχιστων ελέγχων που γίνονται σε νέους στην Ιταλία – εδώ και αρκετές ημέρες σε τεστ υποβάλλονται μόνο όσοι εμφανίζουν βαριά συμπτώματα.

Εφόσον τα ευρήματα επιβεβαιωθούν και στις υπόλοιπες χώρες, ειδικά σε αυτές που δεν λαμβάνουν ή δεν εφαρμόζουν τα μέτρα, θα έχουμε να κάνουμε με μια υγειονομική βόμβα, καθώς αυτές οι ηλικίες είναι οι πλέον κοινωνικά ενεργές με αποτέλεσμα να μεταδίδουν τον ιό ευκολότερα και ευρύτερα.

Όσον αφορά τα παιδιά, οι ειδικοί τονίζουν ότι η πιθανότητα να νοσήσουν βαρύτερα είναι εξαιρετικά σπάνια αλλά όχι αδύνατη – για αδιευκρίνιστους ακόμη λόγους. Σε αυτή τη δημοσίευση αναλύονται τα συμπεράσματα των Κινέζων γιατρών από την αντιμετώπιση βαρύτερων συμπτωμάτων της νόσου σε εννιά παιδιά που χρειάστηκαν νοσηλεία, ένα εκ των οποίων σε μονάδα εντατικής θεραπείας. Άξια αναφοράς είναι και η μελέτη περίπτωσης ενός βρέφους που παρότι νόσησε δεν είχε συμπτώματα, αλλά αντίθετα μετέφερε σημαντικό ιικό φορτίο.

Πόσο βαριά είναι η νόσος COVID-19;

Οι αρχικοί φόβοι των επιστημόνων ότι τα συμπτώματα που προκαλεί η νόσος COVID-19 θα είναι εξίσου βαριά με τα συμπτώματα προηγούμενων κορονοϊών, δεν επιβεβαιώνονται. Από την ανάλυση των δεδομένων της Κίνας, της Ιταλίας και άλλων ευρωπαϊκών χωρών, προκύπτει ότι η συντριπτική πλειονότητα των ασθενών (περί το 85%) εμφανίζει ήπια συμπτώματα. Ενώ μένει να μελετηθεί περαιτέρω η αιτία της ασυμπτωματικότητας ορισμένων ασθενών. Όπως λέει στο inside story o Γκίκας Μαγιορκίνης, «ο ιός προκαλεί ήπια ή και καθόλου συμπτώματα σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού, ενώ η βαρύτητα της συμπτωματολογίας φαίνεται να συναρτάται από την ηλικία». Όσον αφορά τους ασυμπτωματικούς ασθενείς, μας εξηγεί ότι το μεγαλύτερο ποσοστό τους συναντάται σε άτομα μικρότερης ηλικίας. Πρόκειται μάλιστα για μια αξιομνημόνευτη διαφοροποίηση από τους παλαιότερους ιούς της ίδιας «οικογένειας» όπως το SARS και το MERS, τα οποία δεν είχαν μεγάλο αριθμό ασυμπτωματικών φορέων.

Θα εξαφανιστεί ο ιός το καλοκαίρι;

Αν και στη δημόσια σφαίρα κυκλοφορούν ευρέως ισχυρισμοί ότι ο ιός θα εξαφανιστεί με τις «πρώτες ζέστες», οι ειδικοί παραμένουν επιφυλακτικοί. O λόγος είναι ότι οι αποκαλούμενες «εποχιακές λοιμώξεις» ενδέχεται να εκδηλωθούν και «εκτός εποχής», ειδικά όταν είναι νέες. Οι ιοί, όπως επισημαίνει ο επιδημιολόγος του Χάρβαρντ Μαρκ Λίπσιτς, έχουν ένα πρόσκαιρο αλλά σημαντικό πλεονέκτημα: ελάχιστα ή καθόλου άτομα παρουσιάζουν ανοσία σε αυτούς. Γι’ αυτό και οι γνωστοί ιοί εξαπλώνονται ευρύτερα όταν οι συνθήκες το ευνοούν – κατά κανόνα τον χειμώνα. Στην περίπτωση του νέου κορονοϊού SARS-CoV-2, όμως, η μηδαμινή ανοσία του παγκόσμιου πληθυσμού δεν εμπνέει αισιοδοξία ότι η μετάδοση θα σταματήσει τους θερινούς μήνες. Ο Λίπσιτς πιθανολογεί ότι o ιός πιθανότατα θα μεταδίδεται πιο αποτελεσματικά τον χειμώνα, αλλά «το μέγεθος της αλλαγής αναμένεται να είναι μέτριο και όχι αρκετό για να σταματήσει από μόνο του τη διάδοση».

Φαίνεται επίσης ότι η υγρασία παίζει ρόλο στην αύξηση της μεταδοτικότητας, αλλά όχι τόσο καθοριστικό όσο ανέμεναν ορισμένοι επιστήμονες.

Αποκτώ ανοσία αν νοσήσω;

Μία ακόμη πολυσυζητημένη παράμετρος για την εξέλιξη της πανδημίας. Αν και οι ειδικοί επιστήμονες θεωρούν πιθανή τη δημιουργία ανοσίας σε όσους νοσούν, όπως και με τους γνωστούς κορονοϊούς, υπάρχουν και ενδείξεις περί του αντιθέτου.

Οι επιστήμονες παρακολουθούν το φαινόμενο, δεδομένου ότι ορισμένοι ασθενείς που θεραπεύτηκαν νόσησαν εκ νέου. Όπως αναφέρει αυτό το δημοσίευμα, το 14% των ασθενών (στην περιοχή Γκουαντόνγκ) που θεραπεύτηκαν, βρέθηκαν εκ νέου θετικοί στον ιό. Μία επιστημονική δημοσίευση αναφέρει ότι το ίδιο συνέβη και με τέσσερις ασθενείς που αφού είχαν ιαθεί και υποβληθεί σε δύο τεστ που βγήκαν αρνητικά, βρέθηκαν θετικοί στον νέο κορονοϊό σε επανεξέταση από 5 έως 13 ημέρες αργότερα. Δεν έχει όμως διευκρινιστεί αν έκτοτε παραμένουν ασυμπτωματικοί ή/και αν μπορούν να μεταδώσουν τον ιό.

Πριν λίγες ημέρες, ένας 70χρονος Ιάπωνας που μολύνθηκε στο Diamond Princess, βρέθηκε ξανά θετικός στον ιό, αφού παρουσίασε υψηλό πυρετό πέντε ημέρες μετά το εξιτήριο και έπειτα από δύο αρνητικά τεστ.

Αυτός είναι κι ένας απ’ τους πολλούς λόγους που οι ειδικοί θεωρούν ότι η υψηλού ρίσκου στρατηγική που είχε καταστρώσει η βρετανική κυβέρνηση για να επιτύχει την περιλάλητη «ανοσία της αγέλης» δεν θα είχε θετικά αποτελέσματα μακροπρόθεσμα.

Μεταλλάχθηκε ο ιός;

Από τη γονιδιωματική ανάλυση του ιού προκύπτουν ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Το ενθαρρυντικό είναι ότι η γνώση για τη γενετική συμπεριφορά του ιού θα διευκολύνει την εξεύρεση θεραπείας και εμβολίου. Μία αξιοσημείωτη αναφορά από την ανάλυση 103 γονιδιωμάτων που δημοσίευσαν επιστήμονες του Πανεπιστημίου του Πεκίνου στην National Science Review, υποδεικνύει ότι πλέον ο ιός μεταλλάχθηκε και πλέον υπάρχουν δύο ξεχωριστοί τύποι του (ονομάστηκαν S και L). Επειδή το 70% των γονιδιωμάτων του SARS-CoV-2 που εξετάστηκαν ανήκουν στον νεότερο τύπο (L), οι συγγραφείς κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι αυτός ο τύπος έχει επικρατήσει πλέον καθώς έχει γίνει πιο επιθετικός και εξαπλώνεται ταχύτερα. 

Και βέβαια ο νέος κορονοϊός δεν είναι βιολογικό όπλο όπως ισχυρίζονται οι συνωμοσιολόγοι. Νέα δημοσίευση στη σημαντικότερη επιστημονική επιθεώρηση στον κόσμο, αναλύει όλα τα γενετικά δεδομένα ώστε να εξηγήσουν την προέλευσή του. Το συμπέρασμα των κορυφαίων επιστημόνων που υπογράφουν τη δημοσίευση είναι σαφές: Ο SARS-CoV-2 δεν είναι κατασκευασμένος στο εργαστήριο. 
Τα καλά νέα

Πολλές πληροφορίες, ορισμένες αντικρουόμενες και άλλες όχι επαρκώς τεκμηριωμένες. Ποιο είναι λοιπόν το γενικό συμπέρασμα από την επιστημονική μάχη με τον νέο κορονοϊό; Υπάρχουν και καλά και άσχημα νέα. Τα άσχημα νέα σύμφωνα με τον επικεφαλής του ΠΟΥ Τεντρος Ανχάνομ Γκεμπρεγιέσους είναι ότι ο κορονοϊός προκαλεί «σοβαρότερη ασθένεια συγκριτικά με τη γρίπη», αλλά και ότι ακόμη δεν υπάρχουν αξιόπιστα θεραπευτικά μέσα ή εμβόλια (σε αυτά θα επανέλθουμε με αναλυτικό άρθρο τις ερχόμενες ημέρες). Τα καλά νέα είναι ότι ο ιός μπορεί να περιοριστεί και ο βασικότερος τρόπος είναι να τηρούμε τα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης.

Ο Νομπελίστας βιοφυσικός και καθηγητής του Στάνφορντ Μάικλ Λεβίτ, που καταγράφει τα επιστημονικά δεδομένα από τις πρώτες ημέρες εκδήλωσης του φαινομένου, εκφράζει πλέον ανοιχτά την αισιοδοξία του. Ο ιός μπορεί να ελεγχθεί, υποστηρίζει, αρκεί οι πολίτες να εφαρμόσουν τα μέτρα που λαμβάνονται ανά τον κόσμο.

«Η καραντίνα έκανε τη διαφορά στην Κίνα» σύμφωνα με τον Λεβίτ, καθώς η αυστηρή κοινωνική αποστασιοποίηση ανέκοψε τον ρυθμό μετάδοσης. «Το γεγονός ότι οι πολίτες έβγαιναν από το σπίτι μόνο για να κάνουν τα απαραίτητα ψώνια και απέφευγαν την επαφή με άλλους, συνετέλεσε στη συγκράτηση της επιδημίας». Ακόμη και στη Γουχάν, όπου παρατηρήθηκε ο υψηλότερος αριθμός περιστατικών, μόλις το 3% του πληθυσμού νόσησε. Πλέον θα εξοικειωθούμε όπως λέει και ο καθηγητής, να μην αγκαλιάζουμε όποιον συναντάμε στον δρόμο, να αποφεύγουμε όποιον εμφανίζει συμπτώματα ίωσης και να τηρούμε τους κανόνες υγιεινής. Έτσι, από εκεί που κάθε ασθενής μόλυνε 2,2 άτομα, μετά την εφαρμογή των μέτρων μόλυνε μόνο 1,5. Κάθε εβδομάδα που περνούσε ο λόγος μετάδοσης μειωνόταν, με αποτέλεσμα να φτάσει πλέον πολύ κοντά στο μηδέν. Ο Λεβίτ άλλωστε ήταν ένας από τους λίγους επιστήμονες που ισχυρίζονταν ότι το φαινόμενο μπορούσε να ελεγχθεί ακόμη και στην κορύφωση της επιδημίας στη Χουμπέι – γι’ αυτό και στα κινεζικά social media θεωρείται περίπου λαϊκός ήρωας. «Το παράδειγμα της Κίνας μας δείχνει ότι είναι μια πανδημία που μπορεί να ελεγχθεί».

Είναι στο χέρι μας λοιπόν. Για πρώτη ίσως φορά στη σύγχρονη ιστορία η ανθρωπότητα οφείλει να ενωθεί για να αντιμετωπίσει έναν κοινό εχθρό. Όλοι μας, δισεκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο, θα κάνουμε προσωπικές, κοινωνικές, οικονομικές κι επαγγελματικές θυσίες με αποκλειστικό στόχο τον περιορισμό της πανδημίας.

Κι όσο εμείς θα κάνουμε ό,τι μπορούμε για να περιορίσουμε την πανδημία –να περιορίζουμε τις κοινωνικές επαφές μας και να πλένουμε τα χέρια μας – χιλιάδες επιστήμονες σε όλο τον κόσμο θα συνεχίσουν να εργάζονται για να τον καταπολεμήσουν τον κορονοϊό που την προκαλεί.

Κι επειδή τις τελευταίες ημέρες έχουν γίνει πολλές συζητήσεις για την πίστη, θα μου επιτρέψετε κι ένα προσωπικό σχόλιο: Πράγματι, μόνο η δύναμη της πίστης μπορεί να μας σώσει. Της πίστης στην Αγία Επιστήμη.

 

 

Γράφει για τεχνολογία, επιστήμη και ψηφιακή κουλτούρα σε περιοδικά, εφημερίδες και websites. Σπούδασε στο τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του ΕΚΠΑ και πρόσφατα ξεκίνησε ένα εντελώς άσχετο μεταπτυχιακό. Η συλλογή διηγημάτων «24» (Εκδόσεις Πατάκη) είναι το πρώτο του βιβλίο.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.