Όλα όσα θέλατε να μάθετε για τα τεστ του κορονοϊού

Μοριακός έλεγχος, τεστ αντισωμάτων, rapid tests, έλεγχοι στο σπίτι. Πόσο κοστίζουν; Πόσο αξιόπιστα είναι; Και ποιο πρέπει (αν πρέπει) να κάνω; Κάνει η χώρα μας αρκετά τεστ και τα κάνει όπως πρέπει; Ειδικοί δίνουν απαντήσεις και φωτίζουν τον δρόμο για την επόμενη μέρα των διαγνωστικών ελέγχων.
Χρόνος ανάγνωσης: 
19
'
Εργαζόμενη στο εργαστήριο Barrand κρατά ένα ορολογικό τεστ θετικό στον ιό, στο Κολμάρ της ανατολικής Γαλλίας, 14 Απριλίου 2020. [SEBASTIEN BOZON / AFP]

Όλα τα δεδομένα συγκλίνουν στο ότι η κοινωνική αποστασιοποίηση παραμένει προς το παρόν το βασικότερο εργαλείο για να περιορίσουμε την εκθετική διάδοση του νέου κορονοϊού. Όπως όμως αποδεικνύεται διεθνώς, τα μέτρα απομάκρυνσης και απομόνωσης, όσο αυστηρά κι αν τηρούνται, δεν είναι αρκετά.

Αυτές τις μέρες που υπάρχει ανάγκη για ξεκάθαρη ενημέρωση κι ανάλυση, το inside story προσφέρει όλα τα άρθρα γύρω από τον Covid-19 ελεύθερα σε όλους τους αναγνώστες.

#ΜένουμεΣπίτι: Ανακαλύψτε πάνω από 2.500 ρεπορτάζ και ιστορίες του inside story. Γραφτείτε για έναν μήνα δωρεάν EΔΩ

Σύμφωνα με τις οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας αλλά και του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων (ECDC), καίρια για τον έλεγχο της διασποράς του SARS-CoV2 είναι και η διενέργεια ελέγχων – κατά το δυνατό πιο μαζικών. Το μήνυμα του επικεφαλής του ΠΟΥ Τέντρος Αντανόμ Γκεμπρεγέσους επαναλαμβάνεται διαρκώς ως άλλο mantra προς τις παγκόσμιες υπηρεσίες υγείας: «Τεστ, τεστ, τεστ».

«Βρείτε, απομονώστε και κάντε διαγνωστικό έλεγχο σε κάθε ύποπτο κρούσμα για να σπάσετε τις αλυσίδες της μετάδοσης. Κάθε κρούσμα που εντοπίζουμε και αντιμετωπίζουμε, περιορίζει την επέκταση της νόσου» τονίζει ο Τέντρος. Η σύσταση αυτή όμως δεν μπορεί να ερμηνεύεται μονοδιάστατα, όπως πολλοί πράττουν. Τα μαζικά τεστ χωρίς άλλα μέτρα, προφανώς δεν επαρκούν, όπως αποδεικνύεται τις τελευταίες ημέρες στη Σιγκαπούρη, όπου παρά τους εκτεταμένους μαζικούς ελέγχους, καταγράφεται τρίτο επιδημικό κύμα. «Το μήνυμά μας προς τις χώρες εξακολουθεί να είναι ότι πρέπει να ακολουθούν μια ολιστική προσέγγιση: Δεν αρκούν μόνο οι έλεγχοι, δεν αρκεί μόνο η απομόνωση των φορέων, δεν αρκεί μόνο η ιχνηλάτηση των επαφών τους, δεν αρκεί μόνο η μαζική καραντίνα. Πρέπει να κάνετε όλα αυτά συνδυαστικά», συμπληρώνει ο επικεφαλής του ΠΟΥ.

Γεγονός βέβαια είναι ότι σχεδόν όλες οι χώρες του πλανήτη αντιμετωπίζουν έντονο πρόβλημα διαθεσιμότητας των απαιτούμενων τεστ, λόγω ελλείψεων στα υλικά (κυρίως στα αντιδραστήρια, δηλαδή τα χημικά που χρησιμοποιούνται για τον μοριακό έλεγχο), ενώ στην πράξη αποδεικνύεται ότι δεν διαθέτουν τον απαιτούμενο αριθμό πιστοποιημένων εργαστηρίων, ούτε το απαραίτητο εξειδικευμένο προσωπικό.

Παρά τα προβλήματα και τις ελλείψεις όμως, η αναγκαιότητα της εξέτασης είναι πρόδηλη. Ένα θετικό ή αντίστοιχα αρνητικό αποτέλεσμα, επηρεάζει τις ιατρικές οδηγίες και την ενδεδειγμένη θεραπεία και νοσηλεία, ενώ είναι κομβική για τον τρόπο και τον χρόνο κοινωνικής απομόνωσης ενός φορέα, αλλά και την προστασία και τον έλεγχο των επαφών του.

Ιδιαίτερα σημαντική είναι, σε δεύτερο χρόνο, και η επιδημιολογική εκτίμηση των ακριβών ποσοστών όσων μολύνθηκαν και νόσησαν από τον ιό, άρα και του ακριβούς ποσοστού θνητότητας. Με αυτό τον τρόπο, θα εκτιμηθεί τελικά η επικινδυνότητα του ιού και ευλόγως θα (επανα)καθοριστούν τα μέτρα που λαμβάνονται. Σε αυτό το πλαίσιο, ο καθηγητής Σωτήρης Τσιόδρας επισήμανε στη συνέντευξη Τύπου της 13ης Απριλίου την αναγκαιότητα διενέργειας μαζικών ελέγχων, ιδιαίτερα σε ορισμένα τμήματα του πληθυσμού, προκειμένου να επανέλθει η χώρα στην κανονικότητα.

Οι μέθοδοι ανίχνευσης του νέου κορονοϊού

Αυτή τη στιγμή οι δύο κυρίαρχες μέθοδοι ανίχνευσης του ιού SARS-CoV2 που προκαλεί τη νόσο Covid-19 είναι:

  • Μοριακό τεστ (τεχνικής RT-PCR – αλυσιδωτή αντίδραση της πολυμεράσης). Πρόκειται για μια ιδιαίτερα ευαίσθητη μέθοδο η οποία αναζητά το RNA του ιού και μπορεί να ανιχνεύσει ακόμη και ένα σωματίδιο αυτού σε επιχρίσματα που λαμβάνονται από τον φάρυγγα ή τη ρινική κοιλότητα με ειδικό στειλεό (μια επιμήκη μπατονέτα). Ωστόσο, έχει τη δυνατότητα ανίχνευσης του ιού σε συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο, οπότε δεν είναι χρήσιμη για όσους έχουν αναρρώσει ή όσους έχουν μόλις προσβληθεί (έχει διαπιστωθεί ότι ο ιός πιθανότατα δεν ανιχνεύεται κατά την επώαση). Από τον Ιανουάριο, όταν αναλύθηκε πλήρως το γονιδίωμα του νέου κορονοϊού, έχουν κυκλοφορήσει διάφορα πρωτόκολλα RT-PCR, με αποτέλεσμα να διατίθεται στο εμπόριο πληθώρα εμπορικών κιτ για την ανίχνευση του γενετικού υλικού του ιού. Για τη διενέργειά των μοριακών ελέγχων απαιτείται πιστοποιημένο εργαστήριο και συνήθως η εξέταση του κάθε δείγματος διαρκεί 3-5 ώρες. Πρέπει βέβαια να συνυπολογιστεί ο χρόνος που απαιτείται για τη λήψη του δείγματος και την αποστολή στο εργαστήριο.
     
  • Τεστ ανίχνευσης αντισωμάτων. Εξέταση που χρησιμεύει προκειμένου να προσδιοριστεί η ανοσολογική απόκριση των ασθενών μετά τη λοίμωξη, αλλά και για την ευρύτερη επιτήρηση της ανοσίας στον πληθυσμό. Πρόκειται για ορολογική μέθοδο που ανιχνεύει τα αντισώματα έναντι του ιού (IgM και IgG) και απαιτεί αιμοληψία. Τα IgM αντισώματα εμφανίζονται στο αίμα νωρίτερα από τα IgG, τα οποία όμως ανιχνεύονται για αρκετό καιρό (ίσως και χρόνια). Κατά κανόνα, στα μικροβιολογικά εργαστήρια αξιοποιούνται τα τεστ που βασίζονται στις μεθόδους –συνήθως ELISA– που έχουν διάρκεια εξέτασης 2-3 ώρες.

     
  • Rapid-test. Τα γρήγορα τεστ υπόσχονται να επιλύσουν εν μέρει το πρόβλημα της ταχύτητας των RT-PCR ελέγχων –ορισμένα εξ αυτών δεν προαπαιτούν τη χρονοβόρα αποστολή τους σε εργαστήριο, καθώς θα ελέγχονται επί τόπου (π.χ. στο σημείο νοσηλείας)– όμως η αξιοπιστία τους δεν έχει αποδειχθεί.
    Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος βρίσκονται τα ταχέα ορολογικά τεστ που ανιχνεύουν αντισώματα στο αίμα. Αν και η αξιοπιστία τους πρέπει επίσης να διακριβωθεί, είναι υποσχόμενα γιατί μπορούν να επιτρέψουν την επαναλειτουργία της οικονομίας (μέσω των μαζικών ελέγχων π.χ. εργαζομένων ή ακόμη και τουριστών). Η διάρκεια εξέτασης κυμαίνεται από 5-15 λεπτά. Τα αντίστοιχα γρήγορα τεστ ανίχνευσης αντιγόνου με λήψη ρινικού δείγματος κατ’ οίκον ενδέχεται να παρουσιάζουν μικρή ευαισθησία.


Οι ειδικοί τονίζουν, πάντως, ότι τα screening tests ενδέχεται να «μπερδέψουν» τον SARS-CoV2 με παλαιότερους κορονοϊούς που έχουν προσβάλει στο παρελθόν ένα άτομο. Έτσι, το αποτέλεσμα για θετικά IGM πρέπει πάλι να επιβεβαιωθεί με PCR. Εκτός από τις δοκιμασίες ανίχνευσης αντισωμάτων στο αίμα, δοκιμάζονται και τεστ που ανιχνεύουν αντισώματα στο σάλιο, αλλά και αυτά δεν έχουν αξιολογηθεί επαρκώς.
 

  • Συνδυαστικές τεχνικές. Μια καινοτόμος μέθοδος ελέγχου που συνδυάζει την ακρίβεια της RT-PCR και την ταχύτητα των rapid tests δοκιμάζεται ήδη στο NanoBio Lab του Ινστιτούτου Έρευνας και Τεχνολογίας της Σιγκαπούρης. Το διαγνωστικό κιτ (Cepat) επιτρέπει τον έλεγχο ενός δείγματος με φορητή συσκευή, μέσα σε 5-10 λεπτά. Ήδη έχει υποβληθεί προς έγκριση στις αρμόδιες αρχές.
     
  • «Επεξεργασία» γονιδίων. Εταιρείες βιοτεχνολογίας και μεμονωμένα ερευνητικά ινστιτούτα δοκιμάζουν ήδη νέες προσεγγίσεις βασισμένες στην ανάλυση και επεξεργασία του γονιδιώματος του ιού. Η Sherlock Biosciences και η Mammoth Bioscience αξιοποιούν το εργαλείο επεξεργασίας γονιδίων CRISPR προκειμένου να «κόψουν» τις αλληλουχίες RNA και να ανιχνεύσουν τον SARS-CoV2. Η Sherlock Biosciences έχει ήδη δημοσιεύσει το σχετικό πρωτόκολλο, ενώ η Mammoth Bioscience έχει ξεκινήσει την κλινική μελέτη μιας ταχείας (κάτω από 30 λεπτά) και προσιτής εξέτασης που αξιοποιεί το CRISPR.

Συνολικά  πάνω από 250 διαφορετικά τεστ αναπτύσσονται, δοκιμάζονται ή αξιολογούνται από τις αρμόδιες αρχές. Προφανώς, δεν θα είναι όλα εξίσου επιτυχημένα, αλλά η πρωτοφανής δραστηριοποίηση των ερευνητών είναι αν μη τι άλλο ενδεικτική.

Ποια μέθοδο επιλέγουμε στην Ελλάδα;

«Ο γενικός κανόνας είναι να εφαρμόζονται μοριακές μέθοδοι (RT-PCR) στην οξεία φάση της νόσου, ενώ η ανίχνευση αντισωμάτων εφαρμόζεται μετά την πέμπτη με έβδομη ημέρα από την εμφάνιση των πρώτων συμπτωμάτων» μας λέει στο inside story η Άννα Παπά-Κονιδάρη, καθηγήτρια Μικροβιολογίας του ΑΠΘ και μέλος της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων του υπουργείου Υγείας.

Στη χώρα μας υπάρχουν ήδη επτά εργαστήρια αναφοράς που διενεργούν μοριακούς ελέγχους και σύντομα αναμένεται να προστεθούν κι άλλα. Τεστ ανοσίας δεν διενεργούνται επίσημα στα εργαστήρια αναφοράς, αλλά δοκιμάζονται σε ερευνητικά εργαστήρια. Όπως αποκάλυψε ο καθηγητής Σωτήρης Τσιόδρας, στη χώρα μας δοκιμάζονται διάφορα τεστ αντισωμάτων (που προμηθευτήκαμε από την Κίνα), αλλά δεν έχουν αποδειχθεί απολύτως ακριβή («έχασαν κάποιους ασθενείς» είπε χαρακτηριστικά ο καθηγητής). Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες, ειδικοί επιστήμονες του Ινστιτούτου Παστέρ στην Ελλάδα αναπτύσσουν ήδη τεστ ανίχνευσης αντισωμάτων αλλά και ειδική μεθοδολογία (οροεξουδετέρωση) για την ανίχνευση ειδικής ανοσίας στον πληθυσμό.

Πόσο κοστίζει το τεστ για τον νέο κορονοϊό;

Στη χώρα μας η εξέταση γίνεται δωρεάν μόνο στην περίπτωση που ο ιατρός σας λάβει ειδική έγκριση από τον ΕΟΔΥ, και αφού εκδώσει παραπεμπτικό σημείωμα σε νοσοκομείο αναφοράς, προκειμένου να δώσετε δείγμα για μοριακό έλεγχο. Οι ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες δεν καλύπτουν το κόστος της εξέτασης, εφόσον δεν υπάρχει νοσηλεία του ασθενούς. Τα τεστ αντισωμάτων προς το παρόν δεν καλύπτονται από τον ΕΟΠΥΥ.

Λόγω της δυσκολίας πρόσβασης σε διαγνωστικούς ελέγχους, αρκετοί καταφεύγουν σε ιδιωτικά νοσοκομεία και διαγνωστικά κέντρα. Οι καταγγελίες πολιτών για δυσθεώρητες χρεώσεις επιβεβαιώθηκαν από το ρεπορτάζ μας. Η πλειοψηφία των ιδιωτικών νοσοκομείων της χώρας υπερχρεώνει τους πελάτες τους (δεν γνωρίζουμε καν αν είναι ασθενείς) προκειμένου να διενεργήσουν τον απαιτούμενο (ή μη) έλεγχο για τον SARS-CoV2. Όπως διαπιστώσαμε, οι τιμές που χρεώνουν οι ιδιωτικές κλινικές για μοριακό έλεγχο RT-PCR όχι μόνο δεν έχουν πέσει σε σύγκριση με τις πρώτες εβδομάδες της επιδημίας, αλλά αντιθέτως κινούνται ανοδικά. Κατά μέσο όρο, η λήψη δείγματος κατ’ οίκον χρεώνεται €300-350, ενώ κατά τι φθηνότερη (από €250 έως €310) κοστολογείται για όσους προσέλθουν στο νοσοκομείο, «αρκεί να έχουν συμπτώματα».

Σε ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα οι τιμές για τον μοριακό έλεγχο είναι αισθητά χαμηλότερες (από €80 έως €150). Όπως μάθαμε, πάντως, είναι μονοψήφιος ο αριθμός των εργαστηρίων που ελέγχουν τα δείγματα σε δικές τους εγκαταστάσεις. Τα υπόλοιπα διαγνωστικά κέντρα στέλνουν τα δείγματα στα εργαστήρια αναφοράς (Παστέρ, Ιατρική Σχολή Πανεπιστημίου Αθηνών, ΑΠΘ κ.ά.). Από το ρεπορτάζ μας προκύπτει ότι προς το παρόν μόνο ένα δίκτυο διαγνωστικών κέντρων προσφέρει το τεστ αντισωμάτων με κόστος €80 (για αντισώματα M, G, A).

Είναι εξίσου αξιόπιστοι οι έλεγχοι δειγμάτων στα ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα;

Εκτός από τις αντιδράσεις για το υψηλό κόστος των εξετάσεων, εκφράζονται επιφυλάξεις για την αξιοπιστία ορισμένων διαγνωστικών κέντρων που αυτήν την περίοδο διεξάγουν ελέγχους. Η Πανελλήνια Ένωση Βιοεπιστημόνων (ΠΕΒ) δημοσιοποίησε μια ανοιχτή επιστολή με τις θέσεις της αναφορικά με τον ενδεδειγμένο τρόπο λειτουργίας των αναλυτικών/διαγνωστικών εργαστηρίων ανίχνευσης του SARS-CoV2. Μεταξύ άλλων, τονίζεται ότι τα εργαστήρια που διενεργούν τις εξετάσεις μοριακής ανάλυσης, δημόσια και ιδιωτικά, οφείλουν να πληρούν τις απαραίτητες προϋποθέσεις λειτουργίας και ασφάλειας. Επισημαίνεται επίσης, η διαφαινόμενη τάση εμπλοκής στη διαδικασία ελέγχων, ιδιωτικών αλλά και δημόσιων δομών που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις, η οποία ενέχει κινδύνους για τον έλεγχο της πανδημίας.

Όπως εξήγησε στο inside story η Ελένη Ρίζου, μέλος της Επιτροπής Υγείας της ΠΕΒ, είναι κρίσιμο οι εγκαταστάσεις των εργαστηρίων να πληρούν το απαιτούμενο επίπεδο βιοασφάλειας (τουλάχιστον BSL-2), να παρέχεται ο απαιτούμενος εξοπλισμός και οι κατάλληλες υποδομές, αλλά και να διασφαλίζεται ότι οι εξετάσεις διενεργούνται από εξειδικευμένους και κατάλληλα εκπαιδευμένους στο αντικείμενο επιστήμονες με γνώσεις μοριακής Βιολογίας. Καίρια είναι, σύμφωνα με την εκπρόσωπο της ΠΕΒ, η χρήση αξιόπιστων και εγκεκριμένων αντιδραστηρίων, η εφαρμογή εγκεκριμένων για τη συγκεκριμένη διάγνωση πρωτοκόλλων κλινικής ρουτίνας, αλλά και η διασταύρωση αποτελεσμάτων. Η ΠΕΒ μάλιστα κρούει καμπανάκι κινδύνου για την «ανάπτυξη in-house δοκιμασιών» που παρατηρείται τις τελευταίες εβδομάδες, και οι οποίες οφείλουν να πληρούν τις παραπάνω προϋποθέσεις.

Τη σημασία του ελέγχου των εσωτερικών διαδικασιών και των πρωτοκόλλων των εργαστηρίων, ακόμη κι αν αυτά είναι εγκεκριμένα από διεθνείς οργανισμούς, επισημαίνει και η Στέλλα Τάκα, Μοριακή Βιολόγος και μεταδιδακτορική ερευνήτρια της Μονάδας Αλλεργιολογίας και Κλινικής Ανοσολογίας της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ. «Ο ρόλος του χειριστή στο εργαστήριο είναι καίριος για την ορθότητα των αποτελεσμάτων» λέει στο inside story η κ. Τάκα, η οποία είναι ιδρύτρια και CEO της StArtBio, μιας καινοτόμου εταιρείας που εφαρμόζει υπερσύγχρονες μεθόδους διάγνωσης αλλεργιών και παθογόνων του αναπνευστικού. Μας λέει ότι ο έλεγχος RT-PCR του SARS-CoV2 είναι ιδιαίτερα απαιτητικός και ενέχει κινδύνους επιμόλυνσης τόσο των αντιδραστηρίων (των χημικών που χρησιμοποιούνται για τον μοριακό έλεγχο) όσο και του ίδιου του χειριστή. «Απαιτείται πολύ μεγάλη προσοχή, εμπειρία και σχολαστικός έλεγχος» λέει, ενώ τονίζει ότι ο έλεγχος μπορεί να διεξαχθεί μόνο σε ειδικό θάλαμο, στον οποίον ο αέρας κινείται με αρνητική πίεση παρέχοντας προστασία στο δείγμα και τον χρήστη. Οι έλεγχοι γίνονται αποκλειστικά από εξειδικευμένο προσωπικό που φοράει τον απαραίτητο εξοπλισμό (μάσκα, γυαλιά, ολόσωμη φόρμα) ενώ εργάζεται πίσω από ειδικό τζάμι. Η Στέλλα Τάκα επισημαίνει επίσης ότι ακόμη και στα πρωτόκολλα που έχει εγκρίνει ο ΠΟΥ ενδέχεται να προκύψουν προβλήματα στην εργαστηριακή πράξη.

Είναι τελικά λίγα τα τεστ που γίνονται στην χώρα μας;

Σύμφωνα με τα χθεσινά στοιχεία (Τρίτη 14 Απριλίου), έχουν διενεργηθεί στη χώρα μας πάνω 48.798 έλεγχοι (4.552/ανά εκατομμύριο πληθυσμού) για τον νέο κορονοϊό. Ειδικά την τελευταία εβδομάδα, η αύξηση των τεστ είναι αισθητή: Στις 7/4 έγιναν 3.944, στις 8/4 1.106, στις 9/4 1.798, στις 10/4 1.912, στις 11/04 4.917, στις 12/4 1.156, και στις 13/04 5.381. Αυτό βέβαια δεν συνεπάγεται ότι έχουν ελεγχθεί ισάριθμα άτομα, καθώς αρκετοί υποβάλλονται σε δεύτερο ή και τρίτο έλεγχο. Από τη συγκριτική απεικόνιση των δεδομένων, προκύπτει ότι η χώρα μας βρίσκεται στην 50η θέση παγκοσμίως όσον αφορά τον αριθμό των ελέγχων, ενώ αναφορικά με την αναλογία ελέγχων ανά εκατομμύριο πληθυσμού τοποθετείται στην 66η θέση.

Στις 20 Μαρτίου είχε ανακοινωθεί η ενεργοποίηση των εργαστηρίων που βρίσκονται στα Πανεπιστήμια και σε ερευνητικά ιδρύματα. Παρότι μάλιστα ορίστηκε επιτροπή στην οποία μετέχουν κορυφαίοι Έλληνες επιστήμονες, με επικεφαλής τον Μανώλη Δερμιτζάκη, καθηγητή Γενετικής στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης, το σχέδιο δεν έχει ακόμη υλοποιηθεί. Ο καθηγητής δήλωσε ότι μέχρι τα τέλη του μήνα η χώρα μας θα είναι σε θέση να ανταποκριθεί στο σύνολο των απαιτούμενων ελέγχων, μέσω (και) της δραστηριοποίησης των πανεπιστημιακών εργαστηρίων.

Στην προσπάθεια συμβάλλει πλέον και το Ίδρυμα Ιατροβιολογικών Ερευνών της Ακαδημίας Αθηνών (ΙΙΒΕΑΑ), με τη διενέργεια μοριακών διαγνωστικών αναλύσεων, αλλά και μετρήσεων βιοδεικτών φλεγμονής και ανοσολογικής απάντησης (προκειμένου να επιλέγεται η κατάλληλη θεραπευτική αγωγή ειδικά για ασθενείς σε ΜΕΘ), τη διεξαγωγή μελετών ανάπτυξης ανοσίας του πληθυσμού, αλλά και τη συλλογή βιολογικού υλικού από πάσχοντες με Covid-19, που θα συμβάλλουν στην ανάπτυξη νέων φαρμακευτικών μεθόδων.

Εξάλλου, στις επόμενες εβδομάδες, 500 Κινητές Ομάδες Υγείας (ΚΟΜΥ) Ειδικού Σκοπού θα αξιοποιηθούν από τον ΕΟΔΥ για δειγματοληψία σε σπίτια και δημόσιους χώρους.

Σύμφωνα με τον κ. Τσιόδρα, το σύνολο αυτών των πρωτοβουλιών θα έχει ως αποτέλεσμα να ξεπεράσει πλήρως η χώρα μας το πρόβλημα της διαθεσιμότητας των τεστ. Πληροφορίες του inside story κάνουν λόγο για σχετική επάρκεια υλικών και αντιδραστηρίων, που οφείλεται στην προσεκτική διαχείριση των αποθεμάτων τις πρώτες εβδομάδες της επιδημίας, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι τα διαθέσιμα τεστ επαρκούν για όσους επιθυμούν να ελεγχθούν. Οι αρμόδιες αρχές βρίσκονται σε εγρήγορση και σε διαρκείς επαφές για νέες προμήθειες, δεδομένης της υψηλής ζήτησης υλικών σε παγκόσμιο επίπεδο. Διαφαίνεται ότι η τροφοδοσία θα ομαλοποιηθεί πλήρως μέσα στο καλοκαίρι.

Διαφορετικές προτεραιότητες στον έλεγχο του πληθυσμού σε κάθε φάση της επιδημίας

Σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΔΣ του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας (ΙΤΕ) και καθηγητή της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης Νεκτάριο Ταβερναράκη, τα χαμηλά ποσοστά ελέγχου του εγχώριου πληθυσμού οφείλονται σε συνδυασμό παραγόντων που έχουν να κάνουν αφενός με τη δυνατότητα διενέργειας εκτεταμένων ελέγχων, και αφετέρου με την επάρκεια υλικών, αντιδραστηρίων και εξειδικευμένου προσωπικού. Ο κ. Ταβερναράκης προσθέτει βέβαια και τον εξής προβληματισμό: «Το σημαντικότερο είναι να εστιάσουμε στην ουσιαστική συμβολή τέτοιων παρεμβάσεων στην αντιμετώπιση της πανδημίας σε κάθε δεδομένη στιγμή. Και η συμβολή αυτή δεν είναι πάντα ίδια. Συνεπώς, οι προτεραιότητες, σε ό,τι αφορά τον έλεγχο του πληθυσμού, μπορεί να είναι πολύ διαφορετικές στην αρχή, κατά τη διάρκεια της κορύφωσης και προς το τέλος μιας επιδημίας».

Ο καθηγητής συμπληρώνει ότι το σημαντικό είναι να προληφθεί η εξάπλωση του ιού στα αρχικά στάδια, με τη λήψη κατάλληλων περιοριστικών μέτρων. «Στη συνέχεια, και οδεύοντας προς το τέλος της επιδημίας, γίνεται σημαντικό να γνωρίζουμε την πραγματική εξάπλωση ενός παθογόνου στον πληθυσμό, ειδικά όταν δεν υπάρχει ακόμα διαθέσιμο εμβόλιο για το παθογόνο αυτό. Στη φάση αυτή, γίνεται πιο σημαντική προτεραιότητα ο διευρυμένος έλεγχος».

Κάν’ το όπως η Κορέα. Ή μήπως όχι;

Οι μαζικοί έλεγχοι, αφενός για να εντοπιστούν όσοι νοσούν με ήπια ή και καθόλου συμπτώματα και αφετέρου για να διερευνηθεί το ποσοστό ανοσίας του πληθυσμού, θεωρούνται εκ των ων ουκ άνευ για την «επόμενη φάση» του ελέγχου της πανδημίας. Συχνά μάλιστα αναφέρονται τα παραδείγματα της Νότιας Κορέας, του Χονγκ Κονγκ και της Ταϊβάν, όπου πράγματι το πρώτο κύμα του SARS-CoV2 τέθηκε υπό έλεγχο, χάρη (και) στη συνδρομή των μαζικών ελέγχων.

Να υποσημειώσουμε βέβαια ότι αυτές οι χώρες είχαν δοκιμαστεί και από τον προηγούμενο κορονοϊό SARS και διέθεταν την απαιτούμενη εμπειρία, τεχνογνωσία, αλλά και τα αποθέματα υλικών και εργαστηρίων. Γι’ αυτό και όπως αποκαλύφθηκε στη συνέχεια, ήδη από τον Ιανουάριο όταν ανακοινώθηκε η επιδημική κρίση στη Γουχάν, έσπευσαν να προμηθευτούν τα απαιτούμενα αντιδραστήρια και τα λοιπά υλικά για τη διενέργεια πολυάριθμων τεστ, τα οποία διεξάγονται ακόμη και σε τυχαίο πληθυσμό. Οι επιθετικοί έλεγχοι ήταν όμως ένας μόνο από τους πυλώνες της στρατηγικής. Οι υπόλοιποι βασίστηκαν σε πανίσχυρα τεχνολογικά συστήματα ελέγχου και παρακολούθησης των φορέων και των υπόπτων και στην επιβολή δρακόντειων μέτρων καραντίνας και απομόνωσης. Η ανάλυση τεράστιων ποσοτήτων προσωπικών δεδομένων και η χρήση εφαρμογών παρακολούθησης κινήσεων και δραστηριοτήτων, είναι όμως μέτρα που δύσκολα μπορούν να εφαρμοστούν σε δυτικές, φιλελεύθερες δημοκρατίες.

220 διαφορετικά τεστ στη μάχη με τον κορονοϊό

Γεγονός είναι ότι αντίστοιχα ζητήματα αντιμετωπίζουν οι περισσότερες χώρες, ακόμη και οι προηγμένες όπως αποδείχθηκε και στις ΗΠΑ. Το πρόβλημα αναμένεται εντονότερο σε χώρες του Τρίτου Κόσμου, όπου εκτός της μηδαμινής προετοιμασίας, καταγράφεται ήδη τεράστιο χάσμα στους διαγνωστικούς ελέγχους. Το FIND (Foundation for Innovative New Diagnostics), ένα μη κερδοσκοπικό ινστιτούτο με έδρα στη Γενεύη της Ελβετίας, υποστηρίζει σθεναρά την ανάπτυξη και παροχή διαγνωστικών μεθόδων σε χώρες που δεν μπορούν να ανταποκριθούν στο κόστος. Ήδη εργαστήρια από όλον τον κόσμο έχουν υποβάλει 220 προϊόντα προς αξιολόγηση προκειμένου να επεκταθούν το συντομότερο οι έλεγχοι.

Θα γίνονται και στην Ελλάδα μαζικά τεστ αντισωμάτων;

Τα τεστ ανοσίας είναι, σύμφωνα με τους ειδικούς, το επόμενο βήμα για τις περισσότερες χώρες σε αυτή τη φάση της πανδημίας. Ο λόγος είναι ότι εφόσον οι έλεγχοι διεξαχθούν μαζικά και με αξιόπιστα τεστ, οι αρχές θα έχουν μια σχετικά σαφή εικόνα για το ποσοστό του πληθυσμού που έχει νοσήσει και κατά συνέπεια μπορεί να επανέλθει στην καθημερινότητα και στην εργασία – κάτι αν μη τι άλλο σημαντικό για πολλούς τομείς της οικονομίας, αλλά και για ιατρούς, νοσηλευτές και άλλους εργαζόμενους σε καίρια πόστα.

Εξάλλου, οι ανοσολογικοί διαγνωστικοί έλεγχοι θα επιτρέψουν στους επιστήμονες να προσδιορίσουν το διάστημα που διαρκεί η ανοσία προκειμένου να διευκολυνθούν οι διαδικασίες ανάπτυξης εμβολίου, αλλά και επανόδου στην πολυπόθητη κανονικότητα.

Ειδικά για τις ορολογικές μεθόδους, η κ. Παπά μας λέει ότι τα αντισώματα έναντι του ιού (IgM και IgG) παράγονται μετά από τουλάχιστον μία εβδομάδα από την έναρξη των συμπτωμάτων (αρχικά τα IgM). «Γίνονται μελέτες ώστε να περιγραφεί η κινητική των αντισωμάτων: πότε αρχίζουν να ανιχνεύονται, πότε φτάνουν στο peak, πότε αρχίζουν να ελαττώνονται, πόσο καιρό παραμένουν ανιχνεύσιμα, και αν υπάρχει διαφορά στα επίπεδα αντισωμάτων μεταξύ σοβαρών και ήπιων περιστατικών».

«Η μέθοδος ELISA για την ανίχνευση των αντισωμάτων εφαρμόζεται κατά κόρον σε όλα τα μικροβιολογικά εργαστήρια, επομένως όταν κυκλοφορήσουν αξιόπιστα κιτ, θα είναι δυνατή η εφαρμογή τους με μεγάλη ευκολία» λέει στο inside story. Όσον αφορά την επάρκεια των υπαρχόντων εργαστηρίων στη χώρα μας, η κ. Παπά θεωρεί ότι μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες μαζικών ελέγχων. Όσον αφορά τα rapid tests αντισωμάτων, η εφαρμογή τους σύμφωνα με την κ. Παπά είναι ακόμη πιο απλή και εύκολη, «χρειάζεται όμως πιο μεγάλη προσοχή για την αξιοπιστία τους».

Πράγματι, αρκετές εταιρείες εργάζονται ώστε να αυξήσουν την ευαισθησία και ειδικότητα των μεθόδων, αλλά η καθηγήτρια Μικροβιολογίας επιμένει ότι θα πρέπει να περιμένουμε την αξιολόγησή τους από τα εργαστήρια, ούτως ώστε να βεβαιωθούμε ότι είναι αξιόπιστα. Είναι άλλωστε νωπές οι μνήμες από το φιάσκο στην Ισπανία, όπου αποδείχθηκε ότι μόλις τρία στα δέκα γρήγορα τεστ παρείχαν ακριβή αποτελέσματα.

Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης Τζον Μπελ, ο οποίος ανέδειξε τα προβλήματα των τεστ αντισωμάτων που παρήγγειλε σε τεράστιες ποσότητες η βρετανική κυβέρνηση (περίπου 2,5 εκατ. τεστ), τονίζει: «Δεν υπάρχει ακόμη τεστ που να έχει δοκιμαστεί και να παρέχει τα εχέγγυα ότι θα ελέγχει με ακρίβεια ανθρώπους για ανοσία».

Ο ΠΟΥ και το ECDC, μέσω του Δικτύου Ευρωπαϊκών Εργαστηρίων για τα αναδυόμενα νοσήματα (EVD-LabNet) και του Δικτύου Γρίπης, στα οποία ανήκουν και ελληνικά εργαστήρια, έχουν ήδη προγραμματίσει εξωτερικούς ποιοτικούς ελέγχους ώστε να διασφαλιστεί η ορθή εφαρμογή των μεθόδων για την εργαστηριακή διάγνωση της νόσου Covid-19.

Τεστ αντισωμάτων και kit για προσδιορισμό της ανοσίας του πληθυσμού από τον Δημόκριτο

Το ΕΚΕΦΕ Δημόκριτος, μεταξύ πολλών δράσεων για την αντιμετώπιση της πανδημίας, ανακοίνωσε την ανάπτυξη Βιοαισθητήρων για την ταχεία ανίχνευση αντισωμάτων IgG/IgM κατά του SARS-CoV-2 σε δείγματα αίματος. Το πρότζεκτ διενεργείται σε συνεργασία με τη ThetaMetrisis (spin-off εταιρεία του Δημόκριτου), και όπως μαθαίνουμε έχουν ήδη κατοχυρωθεί με διπλώματα ευρεσιτεχνίας τεχνολογικές πλατφόρμες οπτικών αισθητήρων για κρίσιμους δείκτες φλεγμονής που σχετίζονται άμεσα με την εξέλιξη της νόσου COVID-19. Μετά την αξιολόγηση των αισθητήρων σε προ-κλινικό και κλινικό στάδιο, θα μπορούν να τυποποιηθούν πολύ σύντομα ώστε να καλύψουν ανάγκες της χώρας.

Παράλληλα, το ΕΚΕΦΕ Δημόκριτος ανακοίνωσε την ανάπτυξη και παραγωγή πρωτοποριακών διαγνωστικών kit που θα αξιοποιηθούν για την ποιοτική μέτρηση της ανοσίας του πληθυσμού. Το εν λόγω kit που βρίσκεται ήδη σε τελικό στάδιο της διαδικασίας παραγωγής, επιτρέπει την παράλληλη μέτρηση πολλών παραμέτρων ανοσίας, διασφαλίζοντας λιγότερα ψευδώς θετικά αποτελέσματα. Μετά την τελική ποιοτική αξιολόγηση του kit, αναμένεται η κατάθεση του φακέλου στον ΕΟΦ, ώστε να ακολουθήσει η διάδοση των kit σε διαπιστευμένα κέντρα σε όλη τη χώρα, ενώ έχουν γίνει επαφές για την ενδεχόμενη διάθεση του kit παγκοσμίως.

Τα ψευδώς θετικά και τα ψευδώς αρνητικά τεστ

Όσον αφορά τα περιβόητα λανθασμένα αποτελέσματα ορισμένων διαγνωστικών εξετάσεων, η κ. Παπά μας εξηγεί ότι πράγματι παρατηρείται συχνά το φαινόμενο να είναι αρνητική η RT-PCR εξέταση σε ασυμπτωματικούς ασθενείς όταν το ιικό φορτίο είναι χαμηλό, επομένως μη ανιχνεύσιμο. Σε αυτήν την περίπτωση θα πρέπει να επαναλαμβάνεται η RT-PCR, στην περίπτωση που εμφανιστούν συμπτώματα. Όσον αφορά τα ψευδώς θετικά, η κ. Παπά επισημαίνει ότι παρατηρούνται πιο σπάνια, «είτε λόγω διασταυρούμενης αντίδρασης με άλλους κορονοϊούς, αναλόγως με τη μέθοδο, είτε λόγω επιμόλυνσης στο εργαστήριο».

Όπως λέει στο inside story ο καθηγητής Μοριακής Βιολογίας Συστημάτων Νεκτάριος Ταβερναράκης, «λόγω της υψηλής αστάθειας του γενετικού υλικού του ιού (RNA), τα μοριακά τεστ έχουν σχετικά περιορισμένη ακρίβεια». Για παράδειγμα, αντίστοιχα τεστ που χρησιμοποιούνται για τον ιό της γρίπης έχουν ακρίβεια από 50% έως 80% και ενδέχεται να αποτύχουν να ανιχνεύσουν τον ιό στα αρχικά στάδια της μόλυνσης.

Σχολιάζοντας ένα εύρημα επιστημονικής δημοσίευσης αναφορικά με τον εντοπισμό του ιού σε ρινικό επίχρισμα έως και 21 μέρες μετά την εμφάνιση συμπτωμάτων, η Άννα Παπά-Κονιδάρη εξηγεί ότι πιθανότατα δεν πρόκειται για προβληματικό έλεγχο, καθώς πράγματι είναι δυνατόν σε μερικά άτομα ο ιός να εξαφανιστεί γρήγορα από τον οργανισμό, ενώ σε άλλους να παραμένει για μεγαλύτερο διάστημα. «Αλλά ακόμη και εάν παραμένει ανιχνεύσιμος, δεν είναι σίγουρο ότι μπορεί να είναι μεταδοτικός» τονίζει.

Νέο υλικό «μάρτυρας» για ολόκληρη την ΕΕ

Σύμφωνα με επίσημη ενημέρωση που λάβαμε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εξειδικευμένοι επιστήμονες σχεδίασαν ένα νέο υλικό θετικού «μάρτυρα» για τη διασφάλιση αξιόπιστων δοκιμών σε ολόκληρη την ΕΕ. Το υλικό αυτό (ένα συνθετικό, μη μολυσματικό τμήμα του ιού) θα χρησιμοποιείται από τα εργαστήρια για τον έλεγχο της ορθής λειτουργίας των δοκιμών για τον SARS-CoV2 και την αποφυγή ψευδών αρνητικών (αρνητικό αποτέλεσμα ελέγχου ενώ το άτομο είναι θετικό). Ήδη, 3.000 δείγματα είναι έτοιμα να αποσταλούν σε εργαστήρια κρατών-μελών. Λόγω της συμπύκνωσης τα δείγματα είναι αρκετά ώστε να ελεγχθούν έως και 60 εκατ. εργαστηριακών δοκιμών. Όπως δήλωσε η κ. Στέλλα Κυριακίδου, Επίτροπος Υγείας και Ασφάλειας των Τροφίμων, «η ταχεία και αξιόπιστη εργαστηριακή δοκιμή είναι θεμελιώδους σημασίας για τη στρατηγική μας κατά του κορονοϊού». Τονίζει επίσης ότι η επαλήθευση των τεστ είναι ένα απαραίτητο βήμα στην πορεία για την άρση των μέτρων.

Τεστ στο σπίτι: Πόσο αξιόπιστα είναι;

Σχολιάζοντας την ταχύτατη ανάπτυξη των οικιακών τεστ (κυρίως στις ΗΠΑ), τα οποία θα επιτρέπουν τη λήψη δειγμάτων στο σπίτι και στη συνέχεια θα αποστέλλονται σε εξειδικευμένα εργαστήρια όπου θα γίνεται η ανάλυση, ο καθηγητής Νεκτάριος Ταβερναράκης επισημαίνει: «Αν και κάποιες εταιρείες προσφέρουν ήδη τέτοια Point-of-Care διαγνωστικά kits για οικιακή χρήση, δεν είναι προς το παρόν επιβεβαιωμένη η αξιοπιστία τους. Γίνονται όμως μεγάλες προσπάθειες σε όλον τον κόσμο για την ανάπτυξη αξιόπιστων μεθόδων που θα μπορούν με ταχύτητα και ακρίβεια να ανιχνεύουν τον SARS-CoV2 και είναι σχεδόν βέβαιο ότι στους επόμενους μήνες θα δούμε κάποιες από τις μεθόδους αυτές να χρησιμοποιούνται ευρέως στο πεδίο». Όπως τονίζει, τα POC (Point-of-Care tests) είναι χρήσιμα σε περιπτώσεις μόλυνσης με ελαφρά ή καθόλου συμπτώματα.

Βρετανοί ερευνητές ανακοίνωσαν την ανάπτυξη ενός προσιτού και αξιόπιστου τεστ που μπορείς να κάνεις μόνος σου στο σπίτι. Η επίσης βρετανική Mologic ανακοίνωσε την έναρξη δοκιμών για ένα τεστ που δίνει αποτελέσματα σε δέκα μόλις λεπτά. Και είναι δεκάδες ακόμη οι εταιρείες και τα ινστιτούτα που αναπτύσσουν ή δοκιμάζουν αντίστοιχους διαγνωστικούς ελέγχους.

Στις ΗΠΑ, ο FDA έχει ήδη αδειοδοτήσει τη χρήση των rapid tests, αλλά με διευκρινιστική εγκύκλιο προς το παρόν δεν επιτρέπει τη λήψη δειγμάτων κατ’ οίκον από τον ίδιο τον ασθενή. Προειδοποιεί μάλιστα τους καταναλωτές για τυχόν απάτες.

Τα οικιακά τεστ φαίνεται ότι θα αποτελέσουν βασικό μοχλό αντιμετώπισης της εξάπλωσης του ιού σε ερχόμενα ενδημικά κύματα. Γι’ αυτό μεγάλες εταιρείες βιοτεχνολογίας και ερευνητικά κέντρα επενδύουν σε αυτά. Το Gates Foundation ανακοίνωσε μια μεγάλη επένδυση για την επιτάχυνση της ανάπτυξης και των δοκιμών τους. Ο Νταν Γουότεντορφ, διευθυντής του Innovative Technology Solutions του Ιδρύματος Bill & Melinda Gates, αναλύει εδώ τους λόγους για τους οποίους ο συγκεκριμένος τρόπος ελέγχου μπορεί να αλλάξει τα δεδομένα στον τρόπο ελέγχου της πανδημίας.

Τεχνολογική καινοτομία από την Κρήτη στη μάχη κατά του νέου κορονοϊού

Όπως επισημαίνει στο inside story ο κ. Ταβερναράκης, το Ινστιτούτο Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας (ΙΜΒΒ) του ΙΤΕ θα μπορούσε να συνδράμει σημαντικά στην προσπάθεια ενάντια στον SARS-CoV2. Πρώτον, γιατί διαθέτει συσσωρευμένη εμπειρία στις μοριακές τεχνικές ανίχνευσης ιών, εξειδικευμένο προσωπικό, τον κατάλληλο εξοπλισμό και τις υποδομές για ανίχνευση του νέου κορονοϊού με τη μέθοδο Real-Time PCR. Και βέβαια, υπάρχει η σχετική τεχνογνωσία και κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό. «Απαιτείται όμως η πιστοποίηση των εργαστηρίων των ερευνητικών κέντρων, ώστε να χειρίζονται κλινικά δείγματα, καθώς και η διακρίβωση των μεθόδων που χρησιμοποιούνται ώστε να εξασφαλίζεται η αξιοπιστία τους» τονίζει.

Το ΙΜΒΒ-ΙΤΕ διαθέτει παραγωγική μονάδα που την τελευταία εικοσαετία παράγει αναλώσιμα μοριακής βιολογίας που χρησιμοποιούνται για RT/RQ PCR ελέγχους, και τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη διεξαγωγή διαγνωστικών εξετάσεων για SARS-CoV2. Εξάλλου, το ΙΤΕ διαθέτει άρτιες και σύγχρονες υποδομές γονιδιωματικής ανάλυσης που επιτρέπουν την πλήρη ανάλυση του γενετικού υλικού του ιού, ώστε να είναι δυνατή η χαρτογράφηση και η ιχνηλάτησή του. «Η πληροφορία που θα αποκτηθεί θα είναι εξαιρετικά χρήσιμη και για τον χαρακτηρισμό των διαφορετικών μορφών του ιού στην ελληνική επικράτεια, αλλά και για τον καθορισμό της γεωγραφικής προέλευσής τους» επισημαίνει ο κ. Ταβερναράκης.

Όπως αποκαλύπτει στο inside story o καθηγητής, η ερευνητική ομάδα του ΙΜΒΒ-ΙΤΕ έχει αναπτύξει καινοτόμο τεχνολογία βασισμένη σε βιοαισθητήρες (Biosensors), που έχει τη δυνατότητα απευθείας ανίχνευσης του SARS-CοV2. Όπως μαθαίνουμε μάλιστα, έχει ήδη γίνει επαφή με το Ινστιτούτο Παστέρ (ως Εθνικό Κέντρο Αναφοράς) προκειμένου να διεξαχθεί έρευνα για την αξιολόγηση της ακρίβειας και αξιοπιστίας της μεθόδου. Πρόκειται για μια ευέλικτη και αποτελεσματική μέθοδο, για την αξιοποίηση της οποίας μάλιστα το ΙΤΕ έχει ήδη προχωρήσει σε ίδρυση εταιρείας spin-off. «Οι σχετικές δοκιμές της μεθόδου με κλινικά δείγματα είναι ήδη σε εξέλιξη και ελπίζουμε ότι πολύ σύντομα θα έχουμε αποτελέσματα» δηλώνει στο inside story ο καθηγητής.

Τι μας διδάσκει η πανδημία που βιώνουμε για το μέλλον;

Η ανθρωπότητα έχει πολλές φορές έρθει αντιμέτωπη με ιούς, η μετάδοση των οποίων εξελισσόταν σε πανδημία. Ασθένειες όπως η ελονοσία, η πανούκλα, η χολέρα, η ιλαρά, η ευλογιά και η γρίπη υπήρξαν κύριοι υπαίτιοι για τον αφανισμό σημαντικού μέρους του παγκόσμιου πληθυσμού, καθορίζοντας παράλληλα την εξέλιξη της παγκόσμιας ιστορίας. Ρωτήσαμε τον κ. Ταβερναράκη τι μπορεί η ανθρωπότητα να διδαχθεί από τις κρίσεις αυτές. «Αν η ιστορία μας έχει διδάξει κάτι, είναι ότι θα πρέπει να είμαστε εκ των προτέρων προετοιμασμένοι για τέτοιου είδους προκλήσεις. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο μέσα από την επιστήμη και την έρευνα, που θα μας διδάξουν τους τρόπους για να αντιμετωπίσουμε επόμενες, νέες απειλές που σίγουρα θα έρθουν. Χρειάζεται λοιπόν να επενδύσουμε στην έρευνα, ώστε την επόμενη φορά που θα συμβεί κάτι παρόμοιο –γιατί το ερώτημα δεν είναι αν θα συμβεί κάτι αντίστοιχο, αλλά πότε θα συμβεί– να είμαστε καλύτερα προετοιμασμένοι και να έχουμε, ή να μπορούμε να αναπτύξουμε γρήγορα, εκείνα το όπλα και τις μεθόδους (φάρμακα, εμβόλια, διαγνωστικά τεστ κ.λπ.), που θα χρειαστούμε για να ξεπεράσουμε την κρίση».

Γράφει για τεχνολογία, επιστήμη και ψηφιακή κουλτούρα σε περιοδικά, εφημερίδες και websites. Σπούδασε στο τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του ΕΚΠΑ και πρόσφατα ξεκίνησε ένα εντελώς άσχετο μεταπτυχιακό. Η συλλογή διηγημάτων «24» (Εκδόσεις Πατάκη) είναι το πρώτο του βιβλίο.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous
5

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.