Τα παιδιά δεν νοσούν, αλλά υποφέρουν από την πανδημία

Η εμπειρία της πανδημίας είναι καθοριστική για όλους – ειδικά για τα παιδιά, που μπορεί να νοσούν σπάνια αλλά έρχονται αντιμέτωπα με ένα ευρύ φάσμα αρνητικών συναισθημάτων και ψυχικών διαταραχών. Ειδικοί αναλύουν το φαινόμενο και εφιστούν την προσοχή γονιών, εκπαιδευτικών, ΜΜΕ και πολιτικών.
Χρόνος ανάγνωσης: 
14
'
[JOHN MOORE/GETTY IMAGES NORTH AMERICA/Getty Images via AFP]

Παιδοψυχίατροι, παιδοψυχολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί και ερευνητές σε όλο τον κόσμο έχουν σκύψει τους τελευταίους μήνες πάνω από ένα πρωτοφανές κύμα αρνητικών συναισθημάτων και ψυχικών νόσων που εκδηλώνουν παιδιά και έφηβοι. Προφανώς, οι αιτίες της έξαρσης αυτής συνδέονται ευθέως με την πανδημία της Covid-19, και βέβαια τα περιοριστικά μέτρα που λαμβάνονται ανά τον κόσμο. Το φαινόμενο ανησυχεί πολλούς ειδικούς που κάνουν λόγο για μια επερχόμενη «πανδημία ψυχικών νοσημάτων», ενώ συνάδελφοί τους σημειώνουν ότι «ο αντίκτυπος της πανδημίας στην ψυχική υγεία είναι πιθανό να διαρκέσει πολύ περισσότερο από τον αντίκτυπό της στη σωματική υγεία». Οι αγωνίες είναι πολλαπλάσιες αναφορικά με την ψυχική υγεία των ανήλικων.

Με δύο λόγια

Όλες οι μελετες που έχουν γίνει ανά τον κόσμο αναφορικά με την επίδραση που έχει η πανδημία και τα συνακόλουθα περιοριστικά μέτρα στην ψυχική υγεία παιδιών και εφήβων, συγκλίνουν στο εξής: πρόκειται για μια ιδιαίτερα στρεσογόνο εμπειρία, που όσο περισσότερο διαρκεί τόσο μεγαλύτερο αποτύπωμα αφήνει. Γονείς, εκπαιδευτικοί και ΜΜΕ πρέπει να συνδράμουν τα παιδιά ώστε να αναπτύξουν ανθεκτικότητα, εξηγώντας τους την κατάσταση απλά, κατανοητά και χωρίς υπερβολές, αφού μάλιστα σύμφωνα με μελέτες, οι γονείς που εκφράζουν το δικό τους άγχος κατά τη διάρκεια της καραντίνας, αναφέρουν κατά πολύ αυξημένες περιπτώσεις συναισθηματικών και συμπεριφορικών συμπτωμάτων στα παιδιά τους. Όσο για τα κλειστά σχολεία και την τηλεκπαίδευση, επιδρούν αρνητικά στην ψυχική υγεία των παιδιών, καθώς αυτά χάνουν την αίσθηση της δομής και της κανονικότητας που παρέχεται από το σχολικό περιβάλλον, καθώς και την ψυχοσωματική τους ισορροπία, που περιλαμβάνει και την κοινωνική διάσταση. Και παρότι στην Ελλάδα ανακοινώθηκε πρόσφατα το άνοιγμα των σχολείων στις 11/1, καθώς η πανδημία είναι ακόμα εδώ και τα δεδομένα αλλάζουν από στιγμή σε στιγμή, καλό είναι όσοι λαμβάνουν τις σχετικές αποφάσεις να έχουν υπόψιν τα αποτελέσματα των μελετών για την ψυχική υγεία των παιδιών, αλλά και τις πιθανές λύσεις σε περίπτωση επιδείνωσης της κατάστασης, μία από τις οποίες είναι η μάθηση σε ανοικτούς χώρους.

Αυτές τις μέρες που υπάρχει ανάγκη για ξεκάθαρη ενημέρωση κι ανάλυση, το inside story προσφέρει όλα τα άρθρα γύρω από τον Covid-19 ελεύθερα σε όλους τους αναγνώστες.

#ΜένουμεΑσφαλείς: Ανακαλύψτε πάνω από 2.500 ρεπορτάζ και ιστορίες του inside story. Γραφτείτε για έναν μήνα δωρεάν EΔΩ.

«Τα παιδιά και οι έφηβοι βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο για ψυχικές διαταραχές μετά από την έκθεση σε μια τόσο τραυματική κατάσταση» λέει η καθηγήτρια Παιδοψυχιατρικής στην Α’ Ψυχιατρική Κλινική του Αιγινήτειου Νοσοκομείου Ελένη Λαζαράτου, επισημαίνοντας μάλιστα ότι εκτός από τον φόβο που ενδέχεται να αναπτύξουν για τη δική τους υγεία, τα παιδιά εύλογα φοβούνται και για τους γονείς και τους παππούδες τους. Ακόμη και όσα παιδιά δεν φοβούνται για τον εαυτό τους, καθώς γνωρίζουν ότι ακόμη και αν νοσήσουν πιθανότατα δεν θα έχουν σοβαρές συνέπειες, αισθάνονται προκαταβολικές ενοχές ότι ενδέχεται να μεταδώσουν τον ιό σε μέλη της οικογένειάς τους.

Πρωτόγνωρες επιπτώσεις στην ψυχική υγεία των παιδιών

Είναι μάλιστα αξιοσημείωτο ότι αρκετά παιδιά δεν έχουν τη δυνατότητα και την ευκαιρία να εξωτερικεύσουν και να συζητήσουν τους φόβους τους στο πλαίσιο της οικογένειάς τους. Όπως επισημαίνει η κ. Λαζαράτου, ειδικά τα μικρότερα παιδιά δεν μπορούν να αναφέρουν τα υποκειμενικά βιώματα, τις σκέψεις και τα συναισθήματα εξίσου εύκολα με τους ενήλικες, ενώ σωματοποιούν ευκολότερα την ψυχική ένταση, με συνηθέστερα συμπτώματα τον φόβο αποχωρισμού, την απώλεια ήδη αποκτηθέντων ικανοτήτων όπως ο έλεγχος σφικτήρων, τους εφιάλτες, τον φόβο να κοιμηθούν μόνα τους, τη μειωμένη διάρκεια ύπνου, τις διατροφικές διαταραχές, την κόπωση, την ευερεθιστότητα κ.ά.

«Ο αντίκτυπος της πανδημίας σε εκατομμύρια οικογενειών ενδέχεται να οδηγήσει σε πρωτόγνωρες επιπτώσεις στην ψυχική υγεία των παιδιών» λέει στο inside story o Γεώργιος Γιαννακόπουλος, επικ. καθηγητής Παιδοψυχιατρικής στην Παιδοψυχιατρική Κλινική της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ (Γενικό Νοσοκομείο Παίδων «Η Αγία Σοφία»). «Αυτή η περίοδος αβεβαιότητας με άγνωστο σημείο λήξης αποτελεί μία στρεσογόνο εμπειρία με ιδιαίτερη σημασία για τα παιδιά, τα οποία χάνουν τη σταθερότητα και προβλεψιμότητα της καθημερινής ζωής τους» συνεχίζει ο κ. Γιαννακόπουλος, υποσημειώνοντας: «Ακόμη δεν γνωρίζουμε αν θα οδηγήσει σε μία πανδημία ψυχικών νόσων ή μάλλον σε μία ενδημία σοβαρών προβλημάτων σε παιδιά, οι οικογένειες των οποίων εμφανίζουν υψηλά επίπεδα δυσφορίας ή βιώνουν οι γονείς τους ψυχικές δυσκολίες».

Επιδείνωση της ψυχικής υγείας για το 75% των ανηλίκων

Ένα στα τρία παιδιά στις ΗΠΑ αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια της πανδημίας βίωσε αισθήματα λύπης και κατάθλιψης, ενώ μια άλλη μελέτη της ΜΚΟ Active Minds υπογραμμίζει το μέγεθος του προβλήματος: Σχεδόν το 75% των ερωτηθέντων ανέφεραν ότι η ψυχική τους υγεία έχει επιδεινωθεί. Το 87% αναφέρει άγχος, το 78% απογοήτευση ή θλίψη και το 77% αισθήματα μοναξιάς ή απομόνωσης. Η κατάθλιψη έχει αυξηθεί αισθητά από την αρχή της πανδημίας φτάνοντας σε ποσοστό 60%. Το ενθαρρυντικό είναι ότι δύο στους τρεις ανέφεραν ότι λαμβάνουν ήδη υποστήριξη για ζητήματα ψυχικής υγείας, κατά κανόνα με τη βοήθεια των δασκάλων τους.

Στην Κίνα, η μεγαλύτερη σχετική έρευνα ανέδειξε ότι επηρεάστηκε αρνητικά η ψυχική υγεία περίπου ενός στους πέντε μαθητές, ενώ ακόμη πιο ανησυχητικά ήταν τα ευρήματα μελέτης σε μεγαλύτερες ηλικίες, καθώς το 25% των φοιτητών της χώρας αντιμετωπίζει άγχος –τουλάχιστον ήπια συμπτώματα– ακόμη και μετά την άρση των περιοριστικών μέτρων. Από άλλη μελέτη στις περιοχές της Κίνας που επλήγησαν από την πανδημία, προέκυψε ότι συμπτώματα κατάθλιψης ανέφερε το 43,7% των παιδιών, συμπτώματα άγχους το 37,4%, ενώ ταυτόχρονη παρουσία κατάθλιψης και άγχους ανέφερε το 31,3%. Αξιοσημείωτο είναι ότι οι μαθητές που δεν ανέφεραν συμπτώματα κατάθλιψης και άγχους είχαν περισσότερες γνώσεις σχετικά με μέτρα πρόληψης και ελέγχου, και πιο σφαιρική ενημέρωση για τον ιό.

Το συναισθηματικό roller-coaster των lockdown

Αντίστοιχα είναι τα συμπεράσματα ερευνών στην Ευρώπη. Ερευνητές από τα Πανεπιστήμια Miguel Hernández στην Ισπανία και της Περούτζια στην Ιταλία, αποτύπωσαν τον αντίκτυπο της καραντίνας στη συναισθηματική κατάσταση παιδιών και εφήβων από τις δύο χώρες. Το 85,7% των 1.143 γονέων που συμμετείχαν, ανέφεραν αλλαγές στα συναισθήματα και τις συμπεριφορές των παιδιών τους κατά την καραντίνα. Οι συχνότερες ήταν:

  • Δυσκολία συγκέντρωσης (76,6%)
  • Πλήξη (52%)
  • Ευερεθιστότητα (39%)
  • Ανησυχία (38,8%)
  • Νευρικότητα (38%)
  • Μοναξιά (31,3%)
  • Ανησυχία (30,4%)

Μεταξύ των πολλών ενδιαφερόντων ευρημάτων της μελέτης, ξεχωρίζουμε το ότι οι γονείς που εξέφραζαν το δικό τους άγχος κατά τη διάρκεια της καραντίνας, ανέφεραν κατά πολύ αυξημένες περιπτώσεις συναισθηματικών και συμπεριφορικών συμπτωμάτων στα παιδιά τους.

Μία έρευνα σε μαθητές στην Ολλανδία καταδεικνύει ότι η πλειονότητα των συμμετεχόντων ανέφερε αύξηση του άγχους και της θλίψης, ενώ σημαντικά αυξημένα ήταν τα περιστατικά σοβαρού άγχους κατά τη διάρκεια του lockdown (16,7% σε σύγκριση με 8,6% πριν την πανδημία). Αντίστοιχα, διαταραχές ύπνου ανέφερε το 11,5% των συμμετεχόντων έναντι 6,1% πριν την πανδημία. Τα ποσοστά ήταν σαφώς πιο αυξημένα σε παιδιά και εφήβους που ζουν σε μονογονεϊκή οικογένεια, έχουν γονείς που βιώνουν αρνητική αλλαγή στην εργασιακή τους κατάσταση, ή πολύ περισσότερο σε όσα παιδιά έχουν συγγενή ή φίλο που προσβλήθηκε από Covid-19.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, τα προκαταρκτικά αποτελέσματα της μελέτης Co-SPACE αναδεικνύουν ότι οι συμπεριφορικές δυσκολίες και τα αρνητικά συναισθήματα αυξήθηκαν ιδιαίτερα κατά την περίοδο του lockdown. Μεγαλύτερη ήταν η επιβάρυνση για τα παιδιά του δημοτικού και αυτά της προσχολικής ηλικίας (4-10 ετών). Ειδικά για τους μαθητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, οι συναισθηματικές δυσκολίες μειώθηκαν μετά τη χαλάρωση των περιορισμών: τόσο κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών διακοπών, όσο και κατά την επιστροφή στο σχολείο.

Η αβάσταχτη μοναξιά της καραντίνας

Τα περιοριστικά μέτρα που λαμβάνονται διεθνώς, όπως το κλείσιμο των σχολείων, η φυσική αποστασιοποίηση και η καραντίνα στο σπίτι, έχουν αναντίρρητες συνέπειες στην ψυχική υγεία των ανηλίκων. Μεταξύ των καταγεγραμμένων αρνητικών συναισθημάτων συγκαταλέγονται η σύγχυση, ο θυμός, το μετατραυματικό στρες, ο φόβος της λοίμωξης, η πλήξη, η απογοήτευση. Εκτός από τα μέτρα, υπάρχουν και δευτερογενείς καταστάσεις που επιβαρύνουν την κατάσταση – πχ η έλλειψη των απαραίτητων αγαθών, η έλλειψη επαρκούς πληροφόρησης, η οικονομική στενότητα της οικογένειας, αλλά και το στίγμα που συνοδεύει τη νόηση από Covid-19.

Μία παράμετρος που τείνουμε να αγνοούμε είναι αυτή της μοναξιάς, θεωρώντας αυτονόητο ότι τα παιδιά που ζουν με τις οικογένειές τους δεν θα πρέπει να αισθάνονται μοναξιά. Κι όμως, η κοινωνική απόσταση και το κλείσιμο του σχολείου αυξάνουν το αίσθημα της μοναξιάς σε πολλά παιδιά και κυρίως εφήβους. Εκτιμάται ότι ένας στους τρεις εφήβους αναφέρει υψηλά επίπεδα μοναξιάς, ενώ το ίδιο δηλώνουν και οι μισοί νέοι ηλικίας 18-24 ετών.

Ο λόγος βρίσκεται πιθανότατα στον ορισμό της μοναξιάς (κατά τους Πέρλμαν και Πεπλώ): «Μοναξιά είναι η οδυνηρή συναισθηματική εμπειρία της ασυμφωνίας μεταξύ των πραγματικών και των επιθυμητών κοινωνικών επαφών».

Μια μετα-ανάλυση 83 σχετικών μελετών από ερευνητές του Πανεπιστημίου του Bath στο Ην. Βασίλειο, κατέδειξε ότι τα παιδιά και οι έφηβοι είναι πιθανό να παρουσιάσουν υψηλά ποσοστά κατάθλιψης και άγχους κατά τη διάρκεια του lockdown, αλλά και μετά το τέλος τους. Η ανασκόπηση εστιάζει σε 63 μελέτες με 51.576 συμμετέχοντες, προκειμένου να καταλήξει σε σαφέστατη συνάφεια μεταξύ της μοναξιάς και των προβλημάτων ψυχικής υγείας σε παιδιά και εφήβους. Η ισχυρότερη σχέση ήταν με την κατάθλιψη, ενώ όπως αναφέρουν οι ερευνητές, η μοναξιά συνδέθηκε με μελλοντικά προβλήματα ψυχικής υγείας έως και εννιά χρόνια αργότερα. Η μοναξιά σχετίζεται με αυξημένα συμπτώματα κατάθλιψης στα κορίτσια και με αυξημένο κοινωνικό άγχος στα αγόρια. Από μελέτη που εξέτασε προβλήματα ψυχικής υγείας μετά την επιβολή της απομόνωσης και της καραντίνας σε προηγούμενες πανδημίες, τα παιδιά που είχαν βιώσει την απομόνωση είχαν έως και πέντε φορές περισσότερες πιθανότητες να απαιτήσουν την παροχή υπηρεσιών ψυχικής υγείας, ενώ ανέφεραν κατά πολύ υψηλότερα επίπεδα μετατραυματικού στρες.

Αξιοσημείωτο είναι ότι η διάρκεια της περιόδου μοναξιάς φαίνεται να είναι προγνωστικός παράγοντας για μελλοντικά προβλήματα ψυχικής υγείας, γεγονός που όπως τονίζουν οι ερευνητές, θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψιν απ’ όσους αποφασίζουν να παρατείνουν το κλείσιμο των σχολείων.

Πώς επιδρούν τα κλειστά σχολεία στην ψυχική υγεία των παιδιών

Όπως παρατηρούν οι ειδικοί, η κοινωνική αποστασιοποίηση και ειδικά το κλείσιμο του σχολείου μπορεί να αυξήσουν τα προβλήματα ψυχικής υγείας σε παιδιά και εφήβους, και ειδικά σε όσους ήδη διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο ανάπτυξης προβλημάτων ψυχικής υγείας.

«H πανδημία έφερε σε όλους μας μια τεράστια διαταραχή στη ζωή μας, και ειδικά στα παιδιά. Είναι φυσιολογικό, λοιπόν, μερικά παιδιά να αισθάνονται άγχος, φόβο για το άγνωστο και ανησυχία για την ασφάλειά τους» λέει στο inside story η Μαριέττα Παπαδάτου-Παστού, επικ. καθηγήτρια Νευροψυχολογίας στο ΕΚΠΑ. «Άλλα παιδιά μπορεί να αισθάνονται λυπημένα ή θυμωμένα που ακυρώθηκαν δραστηριότητες όπως οι διακοπές τους, ή για το ότι χάνουν τη ρουτίνα τους» σημειώνει. Όπως μας λέει μάλιστα η κ. Παπαδάτου, είναι επίσης πιθανό τα παιδιά να αντιμετωπίζουν φόβους που είναι παρόμοιοι με αυτούς που βιώνουν οι ενήλικες, όπως για παράδειγμα τον φόβο του θανάτου, τον φόβο του θανάτου των συγγενών τους ή τον φόβο του τι σημαίνει ιατρική περίθαλψη.

Πώς να στηρίξετε τα παιδιά αν νοσήσει ή πεθάνει κάποιο μέλος της οικογένειας

Σε περίπτωση που κάποιο μέλος της οικογένειάς σας χρειαστεί νοσηλεία ή πεθάνει από τον κορονοϊό, μπορείτε να απευθυνθείτε στις γραμμές ψυχολογικής στήριξης της Μέριμνας και να λάβετε συμβουλές και καθοδήγηση για το πώς θα στηρίξτε τα παιδιά σε μια τόσο δύσκολη συνθήκη.

210-6463622 (Αθήνα) 2310-510010 (Θεσσαλονίκη)

Η Μέριμνα είναι Αστική Μη Κερδοσκοπική Εταιρία για τη Φροντίδα Παιδιών και Οικογενειών στην Αρρώστια και το Θάνατο.

«Επιπλέον, όσο τα σχολεία είναι κλειστά, τα παιδιά ενδέχεται να μην έχουν την αίσθηση της δομής που παρέχεται από το σχολικό πρόγραμμα και περιβάλλον. Επίσης, έχουν λιγότερες ευκαιρίες να είναι με τους φίλους τους – μια κοινωνική υποστήριξη που είναι απαραίτητη για την ψυχική ευεξία» σημειώνει η καθηγήτρια.

«Η διακοπή της κανονικής σχολικής και κοινωνικής ζωής των παιδιών, όπως και ο παρατεταμένος εγκλεισμός, οι φόβοι μόλυνσης, η ματαίωση, η ανία, οι οικονομικές απώλειες και η εργασιακή ανασφάλεια των γονέων συντελούν στην επιδείνωση υφιστάμενων ή στην εμφάνιση νέων ψυχικών διαταραχών στα παιδιά, προσωρινών ή πιο χρόνιων, ιδιαίτερα όμως σε εκείνα που είναι ήδη ευάλωτα λόγω βιολογικών, ψυχολογικών ή κοινωνικών παραγόντων» δηλώνει στο inside story ο Γεώργιος Γιαννακόπουλος. Όπως μάλιστα τονίζει, ορισμένα περιστατικά ενδέχεται να «κρύβονται» αδιάγνωστα στα σπίτια λόγω της πανδημικής κρίσης. «Δυστυχώς τα αδιάγνωστα περιστατικά ανέκαθεν αποτελούσαν ένα σοβαρότατο πρόβλημα. Υπολογίζεται ότι μόλις το ένα τρίτο των παιδιών με σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας φτάνουν στις παιδοψυχιατρικές υπηρεσίες προκειμένου να λάβουν την κατάλληλη διάγνωση και θεραπεία. Το ψυχιατρικό στίγμα, η απουσία επαρκούς ενημέρωσης της κοινωνίας για την ψυχική υγεία των παιδιών και η έλλειψη παιδοψυχιατρικών υπηρεσιών εμποδίζουν περισσότερο από το lockdown την πρόσβαση των οικογενειών στη φροντίδα που δικαιούνται. Βεβαίως, το lockdown δημιούργησε αυτήν την περίοδο κάποιους επιπλέον πρακτικούς περιορισμούς».

Ο ρόλος της τηλε-εκπαίδευσης

Με τα σχολεία κλειστά, μοιραία επιλέγεται η λύση της τηλε-εκπαίδευσης. Και ενδέχεται από διδακτικής άποψης το κενό να μην είναι μεγάλο, αλλά από κοινωνική και ψυχολογική οπτική τα προβλήματα που προκαλεί η απουσία από τον χώρο του σχολείου, είναι πολλά. Πολυάριθμες έρευνες αναδεικνύουν ιλιγγιώδη άνοδο των περιστατικών κατάθλιψης, έντονου στρες και σοβαρότερων ψυχικών διαταραχών μεταξύ των μαθητών που παρακολουθούν μαθήματα διαδικτυακά. Στις ΗΠΑ ένας στους πέντε μαθητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης εκτιμά ότι η πανδημία έχει επιδεινώσει την ψυχική του υγεία.

«Η εξ αποστάσεως εκπαίδευση κατά τη διάρκεια της πανδημίας ενδέχεται όχι μόνο να οδηγήσει ή να επιδεινώσει τα προβλήματα ψυχικής υγείας των μαθητών, αλλά και να περιπλέξει τη διάγνωσή τους, δηλώνει η καθηγήτρια Ψυχιατρικής στο Mount Siani, Γκάμπριελ Σαπίρο. «Η μετάβαση στην εξ αποστάσεως εκπαίδευση, μας δημιουργεί ένα πρωτοφανές πρόβλημα στον τρόπο εντοπισμού προβλημάτων ψυχικής υγείας σε παιδιά, εφήβους και φοιτητές» δηλώνει. Η Σαπίρο, που είναι και πρόεδρος του Συμβουλίου για τα Παιδιά της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρείας (APA) θεωρεί ότι τα παιδιά αντλούν άγχος και από τις οικογένειές τους, τονίζοντας ότι είναι σημαντικό για τις οικογένειες να βρουν τρόπους να αντιμετωπίσουν το άγχος τους, προκειμένου να κάνουν πιο ομαλή την εκπαιδευτική διαδικασία στο σπίτι για τα παιδιά. Συστήνει μάλιστα την άμεση λειτουργία ομάδων γονικής υποστήριξης ως έναν αποτελεσματικό και ουσιαστικό τρόπο συνάντησης των γονιών ώστε να βοηθούν ο ένας τον άλλον προκειμένου να αντιμετωπίσουν το άγχος και τις ανησυχίες τους.

 

 

Η απουσία των παιδιών για τόσο μεγάλο διάστημα από το σχολικό περιβάλλον και τις εξωσχολικές δραστηριότητες λειτουργεί αν μη τι άλλο επιβαρυντικά, καθώς η ψυχοσωματική ισορροπία περιλαμβάνει εγγενώς και την κοινωνική διάσταση. Παράλληλα, η τηλεκπαίδευση ενδέχεται να συντελέσει στη φθορά ή την απώλεια της προσωπικής σχέσης δασκάλου-μαθητή. Όπως σημειώνει η Ελένη Λαζαράτου, «τα παιδιά έχασαν τη δυνατότητα κοινωνικής ή ψυχικής στήριξης που τους πρόσφερε η ομάδα συνομηλίκων, αλλά και την αίσθηση του ανήκειν η οποία συνδέεται ευθέως με το αίσθημα ασφάλειας που δεν αντισταθμίζεται από τη διαδικτυακή επαφή».

«Όταν υπάρχει ισχυρή προηγούμενη σχέση, το διαδίκτυο ενδέχεται να τη συντηρήσει, όχι όμως να τη δημιουργήσει» σημειώνει η κ. Λαζαράτου, επισημαίνοντας και τους κινδύνους εξάρτησης από το διαδίκτυο που ενέχει η ώθηση των παιδιών προς αποκλειστικά ηλεκτρονική συνεύρεση με τους συνομηλίκους τους. «Η συναισθηματική απομόνωση είναι ο κύριος παράγοντας κινδύνου για την ανάπτυξη εθιστικών συμπεριφορών» επισημαίνει στο inside story.

Πρωτοβουλία για μάθηση σε ανοιχτούς χώρους

Η Μαριέττα Παπαδάτου-Παστού συμμετέχει σε μία πρωτοβουλία 11 πανεπιστημιακών, αποφοίτων του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, η οποία έχει στόχο να αναδείξει την αξία και η σημασία της μάθησης σε ανοιχτούς χώρους ως μια έγκυρη και χρήσιμη παιδαγωγική πρακτική που παράλληλα θα συμβάλλει στη μείωση της διάδοσης του ιού.

Για το θέμα αυτό, η ερευνήτρια και λέκτορας στο Πανεπιστήμιο του Ναντί Αλεξία Μπαράμπλ, η οποία ασχολείται και ερευνητικά με το outdoor learning, δήλωσε στο inside story: «Τα σχολεία, είτε σε ανοιχτό είτε σε κλειστό χώρο, διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο, πέρα από την παροχή εκπαιδευτικού υλικού στα παιδιά, όσον αφορά στην αλληλεπίδραση με φίλους και δασκάλους και τις σωματικές δραστηριότητες, π.χ. το παιχνίδι στο διάλειμμα». Όπως μας τόνισε η Ελληνίδα ερευνήτρια, σχετικές έρευνες δείχνουν ότι όταν τα παιδιά που είναι εκτός σχολείου (π.χ. τα σαββατοκύριακα ή κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών διακοπών) είναι σωματικά λιγότερο δραστήρια, περνούν πολύ μεγαλύτερο χρόνο μπροστά από οθόνες και έχουν ακανόνιστο πρόγραμμα ύπνου.

«Όλα αυτά τα οφέλη διατηρούνται στη μάθηση σε ανοιχτούς χώρους, επιπρόσθετα όμως οι πιθανότητες για μετάδοση του ιού είναι μικρότερες. Ταυτόχρονα, όπως έχει φανεί από σειρά μελετών, η μάθηση σε ανοιχτούς σε σύγκριση με τη μάθηση σε κλειστούς χώρους, βοηθάει στην καλή ψυχοκοινωνική ανάπτυξη των παιδιών, υποστηρίζει την αυτονομία τους στη μάθηση, όπως και τη συνεργασία και την καλή σχέση μεταξύ μαθητών και δασκάλου, αλλά και μεταξύ των μαθητών. Πλεονεκτήματα, τα οποία συναντώνται ανεξάρτητα από την πανδημία».

Ο Γολγοθάς των εφήβων ψυχιατρικών ασθενών

Αν η συνθήκη που βιώνουμε όλοι είναι στρεσογόνος και «καταθλιπτική», δεν είναι δύσκολο να υποθέσουμε πόσο πιο δυσχερής είναι για τους ψυχιατρικούς ασθενείς και δη για τους ανηλίκους. Σε αυτό το πλαίσιο, μία ομάδα καθηγητών και ερευνητών της Παιδοψυχιατρικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ δημοσίευσε πρόσφατα μια μελέτη με τίτλο «Αντιλήψεις, συναισθηματικές αντιδράσεις και ανάγκες εφήβων ψυχιατρικών ασθενών κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19», η οποία βασίστηκε στην ποιοτική ανάλυση εις βάθος συνεντεύξεων που πήραν οι ερευνητές από εφήβους ασθενείς.

«Σχεδόν όλοι οι έφηβοι μίλησαν κυρίως για τις αρνητικές αλλαγές που επέφερε το lockdown στην κοινωνική ζωή και την προσωπική τους ελευθερία» λέει στο inside story o βασικός συγγραφέας της μελέτης Γεώργιος Γιαννακόπουλος. «Θα με βοηθούσε να είμαι έξω, όχι εδώ. Να είμαι με τους αδελφούς μου, την οικογένειά μου, με αυτούς που αγαπώ. Δεν μπορώ να κάνω τα πράγματα που θέλω όταν κλείνομαι εδώ και νιώθω σαν να είμαι μόνος μου», δήλωσε ένα από τα παιδιά που συμμετείχαν.

«Αναγνώρισαν, επίσης το άγχος τους για πιθανή βλάβη στους ίδιους και τους αγαπημένους τους, τις διακυμάνσεις της διάθεσης μέσα στην οικογένεια και το άγχος για το άγνωστο» σημειώνει ο κ. Γιαννακόπουλος. «Πρέπει να είμαστε μακριά ο ένας από τον άλλον, δεν αγκαλιάζουμε ο ένας τον άλλον πάρα πολύ» είπε ένας από τους συμμετέχοντες. «Νιώθω λυπημένος γιατί δεν μπορώ να δω τον μπαμπά μου, επειδή δεν επιτρέπεται να βγαίνει, καθώς είναι άτομο υψηλού κινδύνου» είπε κάποιος άλλος.

Η συγκεκριμένη μελέτη αποκάλυψε αξιοσημείωτες πληροφορίες για τις αντιλήψεις, τα συναισθήματα και τις σκέψεις των εφήβων ψυχιατρικών ασθενών κατά τη διάρκεια της πανδημίας Covid-19, έναν ιδιαίτερα ευάλωτο πληθυσμό με μεγαλύτερο κίνδυνο ψυχικής υγείας, σε σύγκριση με τους υγιείς εφήβους. Όπως υποσημειώνουν οι συντάκτες της μελέτης, οι πληροφορίες αυτές ενδέχεται να είναι χρήσιμες τόσο για τους ερευνητές όσο και για τους υπευθύνους λήψης αποφάσεων, «προκειμένου να αναπτύξουν παρεμβάσεις για την προώθηση της ψυχικής υγείας στο πλαίσιο της νοσηλείας κατά τη διάρκεια της πανδημίας και να ανταποκριθούν αποτελεσματικά στα προβλήματα ψυχικής υγείας των παιδιών».

Ο δρόμος προς την ανθεκτικότητα

Όσον αφορά τις στρατηγικές που ανέφεραν οι έφηβοι ψυχιατρικοί ασθενείς στην προσπάθειά τους να τα βγάλουν πέρα με τα δύσκολα συναισθήματα που δημιουργεί η παρούσα κατάσταση, οι ίδιοι ανέφεραν:

  • Την αποφυγή των σκέψεων που περιστρέφονται συνεχώς γύρω από την πανδημία
  • Τη θετική σκέψη («Είμαστε όλοι μαζί ξανά... Έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που ήμασταν όλοι μαζί... Ήταν μια ευκαιρία να περάσουμε χρόνο μαζί)
  • Την ενατένιση του μέλλοντος
  • Το αίσθημα ότι δεν είναι μόνοι και μοιράζονται μία κοινή εμπειρία
  • Την εμπιστοσύνη στις αρχές και στην κοινωνία
  • Τον ισορροπημένο τρόπο πληροφόρησης αλλά και σκέψης μέσα στο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον τους

Όπως σχολιάζει ο κ. Γιαννακόπουλος, οι απαντήσεις των εφήβων μας δείχνουν –σε κάποιο βαθμό– τον δρόμο προς την ανθεκτικότητα:

  1. Κρατάμε όσο μπορούμε μια κανονικότητα της ζωής μας στο σπίτι.
  2. Βοηθάμε τα παιδιά να κρατάνε επαφή με φίλους και συγγενείς μέσω της τεχνολογίας.
  3. Τα ενημερώνουμε για την παρούσα κατάσταση με ειλικρίνεια και τρόπο κατανοητό χωρίς να τα κατακλύζουμε.
  4. Τα διευκολύνουμε να μοιραστούν τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους μέσα στην οικογένεια, και
  5. Κάνουμε σχέδια για το μέλλον. «Bοηθά να κάνουμε σχέδια για πολλά πράγματα που μπορούμε να κάνουμε όταν τελειώσει η πανδημία, όπως για παράδειγμα να συζητάμε πού θα βγαίνουμε ή πού θα περάσουμε τις καλοκαιρινές διακοπές μας» απάντησε ένας συμμετέχοντας.
«Η στιγμή να στραφούμε στα παιδιά»

Προκειμένου να μετριαστεί το ψυχικό αποτύπωμα της κρίσης στα παιδιά, κρίνεται καίριος ο ρόλος των εκπαιδευτικών, των γονέων αλλά και των ΜΜΕ. Κατ’ αρχάς, οφείλουν να εξηγούν στα παιδιά σε απλή και κατανοητή γλώσσα την αναγκαιότητα επιβολής περιοριστικών μέτρων, να τα πληροφορούν υπεύθυνα με κατάλληλο τρόπο ανάλογα με την ηλικία και το επίπεδο γνώσεών τους, και να περιορίζουν την υπερβολική έκθεση στην πληροφόρηση που οδηγεί σε ένταση, σύγχυση και ανησυχία. Οι εκπαιδευτικοί επίσης, δύνανται να αντισταθμίζουν την ανησυχία που βιώνει το παιδί στο σπίτι για την υγεία προσφιλών του προσώπων, ενώ παράλληλα μπορούν να προσφέρουν στα παιδιά προοπτική για το μέλλον, εξηγώντας τους ότι οι ιστορικά οι επιδημίες έχουν νικηθεί, αλλά και να τους εμφυσήσουν αισθήματα σεβασμού, ευγνωμοσύνης και εμπιστοσύνης στους επαγγελματίες υγείας.

«Ίσως είναι η στιγμή να στραφούμε στα παιδιά» σημειώνει καταληκτικά η Ελένη Λαζαράτου. «Προστατεύοντάς τα, κερδίζουμε εμείς εμπιστοσύνη στον εαυτό μας. Βοηθώντας τα να νικήσουν τους φόβους τους, νικάμε τους δικούς μας. Πάντα έτσι γίνεται. Δίνοντας κάτι στα παιδιά, το λαμβάνουμε πολλαπλάσιο».

Εικόνα goranitis
Γράφει για τεχνολογία, επιστήμη και ψηφιακή κουλτούρα σε περιοδικά, εφημερίδες και websites. Σπούδασε στο τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του ΕΚΠΑ και πρόσφατα ξεκίνησε ένα εντελώς άσχετο μεταπτυχιακό. Η συλλογή διηγημάτων «24» (Εκδόσεις Πατάκη) είναι το πρώτο του βιβλίο.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.