Μαθήματα από τον υπολογιστή: έκτακτη ανάγκη ή πολύτιμη ευκαιρία;

Μέχρι πρόσφατα η εκπαίδευση με τα σύγχρονα μέσα προχωρούσε με ρυθμό χελώνας – λογικό, αφού η πρώτη επιλογή ήταν και είναι να διδάσκονται τα παιδιά από κοντά, στην τάξη. Η πανδημία όμως πυροδότησε την ευρεία εξάπλωση της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης, για την οποία κάθε χώρα δοκιμάζει τις δικές της λύσεις.
Χρόνος ανάγνωσης: 
12
'
[Alain Jocard/AFP]

Το 2014 ο ειδικός της Παγκόσμιας Τράπεζας σε θέματα εκπαίδευσης και τεχνολογίας, Μάικλ Τρουκάνο, έγραφε στο μπλογκ Edutech του οργανισμού πως μία υγειονομική κρίση σε παγκόσμια κλίμακα θα μπορούσε να πυροδοτήσει την ευρεία εξάπλωση των νέων τεχνολογιών στην εκπαίδευση. Χαρακτήρισε μάλιστα τότε ένα τέτοιο γεγονός, δηλαδή μία πανδημία, έναν «μαύρο κύκνο», κατά την ομώνυμη θεωρία του Νεοϋορκέζου διανοητή Νασίμ Νίκολας Ταλέμπ για τα εντελώς απρόβλεπτα συμβάντα που έχουν βαθιά ανατρεπτικές συνέπειες.

 

Αυτές τις μέρες που υπάρχει ανάγκη για ξεκάθαρη ενημέρωση κι ανάλυση, το inside story προσφέρει όλα τα άρθρα γύρω από τον Covid-19 ελεύθερα σε όλους τους αναγνώστες.

#ΜένουμεΣπίτι: Ανακαλύψτε πάνωαπό 2.500 ρεπορτάζ και ιστορίες του inside story. Γραφτείτε για έναν μήνα δωρεάν EΔΩ

Ο Τρουκάνο δεν αναφερόταν βέβαια στην πανδημία του νέου κορονοϊού, αλλά στην επιδημία του SARS, που έπληξε για επτά μήνες τη νοτιοανατολική Ασία το 2002-2003. Είχε παρακολουθήσει με ποιον τρόπο η Κίνα και το Χονγκ Κονγκ κινητοποιήθηκαν προκειμένου να θέσουν στη διάθεση των μαθητών εκπαιδευτικά προγράμματα, με ανάμεικτα αποτελέσματα μεν, αλλά αποκτώντας εμπειρία στον τομέα αυτό. Κάτι που επαναλήφθηκε το 2009 στο Μεξικό, με την επιδημία της γρίπης των χοίρων. Στις μέρες μας, πολλοί υποστηρίζουν πως μια νέα επιδημία/πανδημία ήταν ένα γεγονός που είχαν προβλέψει οι επιστήμονες και θα έπρεπε να ήμασταν περισσότερο προετοιμασμένοι. Το αποτέλεσμα δεν αλλάζει.

Η UNESCO καταγράφει με καθημερινές ενημερώσεις τον αντίκτυπο που έχει η πανδημία της Covid-19 στην εκπαίδευση σε όλον τον πλανήτη. Σύμφωνα με την ενημέρωση της 31ης Μαρτίου, 185 από τις 195 χώρες του κόσμου είχαν κλείσει τα σχολεία τους. Από τις 185 αυτές χώρες, μόνο οι ΗΠΑ, ο Καναδάς, η Ρωσία, η Βραζιλία και η Αυστραλία είχαν επιβάλει μερικό «λουκέτο», με τις υπόλοιπες χώρες να έχουν κλείσει τα σχολεία σε όλη την επικράτεια. Το lockdown των σχολείων εκτιμάται πως έχει επιπτώσεις στην εκπαίδευση 1.542.412.000 μαθητών και σπουδαστών. Στην ιστοσελίδα της UNESCO μπορεί κανείς να δει το προοδευτικό κλείσιμο των σχολείων σε όλον τον πλανήτη, από τις αρχές Φεβρουαρίου –όταν άρχισαν να βάζουν λουκέτο εκπαιδευτικά ιδρύματα στην Κίνα– μέχρι σήμερα.

Τα προγράμματα της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης που υιοθετήθηκαν από πληθώρα κρατών σε όλον τον πλανήτη εξαιτίας του λεγόμενου “lockdown” είναι σαφώς μία έκτακτη ανάγκη. Κάποιες χώρες είχαν βρεθεί και στο παρελθόν σε αντίστοιχη έκτακτη ανάγκη, με αποτέλεσμα να διαθέτουν ορισμένους μηχανισμούς ανταπόκρισης, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν προέκυψαν προβλήματα και τώρα, με κυριότερο την τεράστια ανισότητα που δημιουργεί για τους μαθητές η μη πρόσβαση στο διαδίκτυο ή σε κατάλληλες για σύνδεση συσκευές. Άλλα κράτη πάλι, πιο προχωρημένα σε δράσεις ψηφιοποίησης, βρέθηκαν να διαθέτουν περισσότερο διαδικτυακό υλικό διδασκαλίας και τρόπους εκπαιδευτικής αλληλεπίδρασης ή έτοιμες online πλατφόρμες που μπορούσαν να αναπτύξουν.

Στην Ελλάδα, ως γνωστόν, το υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων έχει δημιουργήσει για τους εκπαιδευτικούς και τους μαθητές τις πλατφόρμες της λεγόμενης «ασύγχρονης» εκπαίδευσης eclass και e-me, στις οποίες η σύνδεση γίνεται με κωδικούς από το Πανελλήνιο Σχολικό Δίκτυο, ενώ για τη λεγόμενη «σύγχρονη» εκπαίδευση προτείνεται η εφαρμογή Webex Meetings της Cisco. Παράλληλα, από τις 30 Μαρτίου ενεργοποιήθηκε στην ΕΡΤ2 η εκπαιδευτική τηλεόραση. Η λειτουργία τους δεν είναι χωρίς προβλήματα, και δεν έχουν καταφέρει όλα τα σχολεία να τις αξιοποιήσουν προς όφελος των μαθητών τους.

Αντιμετωπίζουν άραγε άλλα κράτη λιγότερα προβλήματα από εμάς στη δύσκολη μετάβαση στην εξ αποστάσεως εκπαίδευση;

Η περίπτωση της Κίνας

Η περίπτωση της Κίνας είναι ιδιαίτερη. Το 1987, η κυβέρνηση δημιούργησε το «Κολέγιο Δασκάλων στην Κινεζική Τηλεόραση» (CTVTC) προκειμένου να προσφέρει εκπαίδευση στους δασκάλους σε όλη την επικράτεια μέσω της εκπαιδευτικής τηλεόρασης ETV. Το πρόγραμμα κρίθηκε επιτυχές, αφού ως το 1994 είχαν πέσει σημαντικά τα ποσοστά έλλειψης ειδίκευσης στο διδακτικό προσωπικό. Όταν ξέσπασε η επιδημία του SARS, η χώρα μπόρεσε να ανταποκριθεί σχετικά άμεσα και σε ευρεία κλίμακα μέσω της εκπαιδευτικής τηλεόρασης πάλι, με το πρόγραμμα «Η Τάξη στον Αέρα». Στο τωρινό lockdown, οι κινεζικές αρχές, αν και δεν κατέστησαν υποχρεωτική τη δημιουργία διαδικτυακών τάξεων, την ενθάρρυναν με κάθε τρόπο, με το σύνθημα «Σταματήστε τα μαθήματα, αλλά μην σταματήσετε να μαθαίνετε». Ξεκίνησαν να μεταδίδουν στην τηλεόραση ολοήμερα –εγκεκριμένα από το καθεστώς– μαθήματα γλώσσας, μαθηματικών, αγγλικών, καλλιτεχνικών, ακόμη και φυσικής αγωγής. Την ίδια ώρα, περί τους 278.000.000 μαθητές κλήθηκαν να συνεχίσουν τα μαθήματα διαδικτυακά. Η μετάβαση φέρεται να έγινε σχετικά ομαλά, πιθανώς και λόγω της χρηματοδότησης των 6 δισεκατομμυρίων δολαρίων που είχε προσφέρει το Πεκίνο μέσα στο 2019 στους τομείς της τεχνητής νοημοσύνης και της τεχνολογικής υποστήριξης της εκπαίδευσης.

Οι Κινέζοι καθηγητές πειραματίστηκαν με διαφορετικές εφαρμογές, ενώ σύμφωνα με τον Economist όλα τα προγράμματα των μαθημάτων που καταρτίζουν πρέπει να περνούν –και επί κορονοϊού– από επιτροπή λογοκρισίας, κάτι που καθυστερεί σημαντικά τις διαδικασίες. Προβλήματα όμως προκαλεί το τεράστιο χάσμα μεταξύ αυτών που έχουν πρόσβαση στο διαδίκτυο και εκείνων που δεν έχουν αυτήν την πολυτέλεια. Σύμφωνα με κρατικά στοιχεία του 2018, μεταξύ 56.000.000 και 80.000.000 πολιτών της Κίνας είτε στερούνται σύνδεσης στο διαδίκτυο, είτε δεν διαθέτουν κατάλληλη συσκευή. Και ακόμη 480.000.000 απαντούν σε σχετική έρευνα πως δεν συνδέονται για «άλλους λόγους», για παράδειγμα επειδή δεν γνωρίζουν «πώς». Δεν είναι λίγες οι αναφορές στον Τύπο για ιστορίες παιδιών που μένουν χωρίς σύνδεση, επειδή ο πατέρας τους πήρε μαζί το κινητό του στη δουλειά ή που σκαρφαλώνουν σε λόφους της περιοχής τους προκειμένου να εντοπίσουν…καλύτερο σήμα! Πλέον τα σχολεία αρχίζουν να ανοίγουν στην Κίνα, αλλά οι αρχές αναμένεται να καθυστερήσουν το γκαοκάο, τις εισαγωγικές εξετάσεις στο πανεπιστήμιο.

Πάντως το Πεκίνο φέρεται να εξήγαγε τεχνογνωσία, ειδικά όσον αφορά την εκπαιδευτική τηλεόραση, και σε άλλες χώρες, όπως η Σερβία, που έσπευσε να δημιουργήσει εξαρχής πρωτότυπο τηλεοπτικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα, ενώ αντίστοιχο παράδειγμα φαίνεται πως ακολούθησε και η Τουρκία, η οποία μεταδίδει μαθήματα από έξι (!) τηλεοπτικές συχνότητες.

Η κατάσταση στην Ευρώπη

Τι γίνεται όμως στην Ευρώπη; Η Ιταλία, που ήταν και η πρώτη χώρα που άρχισε να κλείνει τα σχολεία της, από το 2015 είχε καταρτίσει Εθνικό Σχέδιο Ψηφιακών Σχολείων, ενώ το υπουργείο Τεχνολογικής Καινοτομίας και Ψηφιοποίησης συνεργάστηκε με τους παρόχους κινητής τηλεφωνίας ώστε να προσφέρουν δωρεάν πακέτα δεδομένων (σε κάποιες περιπτώσεις ειδικά για μαθητές) στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας «Ψηφιακή Αλληλεγγύη». Εκτός από το εκπαιδευτικό πρόγραμμα στην κρατική RAI, έχει επιστρατεύσει την πλατφόρμα του ινστιτούτου Treccani Scuola για τη διασύνδεση μαθητών και δασκάλων σε εκπαιδευτικά προγράμματα. Να σημειωθεί ενδεικτικά ότι στην ιστοσελίδα του υπουργείου Παιδείας προτείνονται για online διδασκαλία οι πλατφόρμες Google Suite for Education, Microsoft Office 365 Education A1, Weschool από την ΤΙΜ, aws της Amazon Chime και τα αντίστοιχα εργαλεία του Facebook. Στην ιστοσελίδα του ιταλικού Εθνικού Ινστιτούτου Τεκμηρίωσης, Καινοτομίας και Εκπαιδευτικής Έρευνας (Indire) προτείνεται ύλη για διαδικτυακά μαθήματα, και μεταξύ άλλων πλήθος ανοικτών εκπαιδευτικών πόρων που –όπως φαίνεται– είχαν δημιουργηθεί τα προηγούμενα χρόνια από Ιταλούς εκπαιδευτικούς.

Στη Γαλλία, το υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Νεολαίας χρησιμοποίησε την πλατφόρμα του Εθνικού Κέντρου Εξ Αποστάσεως Εκπαίδευσης (CNED), που είχε δημιουργηθεί ήδη από το 2017 με σκοπό να προσφέρει τηλε-εκπαίδευση σε περίπου 237.000 Γάλλους μαθητές που ζουν στο εξωτερικό. Το πρόγραμμα ονομάστηκε «Η τάξη μου στο σπίτι» και προσφέρει εκπαιδευτικό υλικό ακόμη και στους μαθητές του νηπιαγωγείου. Όμως παρότι ο υπουργός Παιδείας Ζαν Μισέλ Μπλανκέ –ο οποίος αρχικά ήταν αντίθετος στο συνολικό κλείσιμο των σχολείων– διαβεβαίωσε πως η πλατφόρμα μπορεί να φιλοξενήσει μέχρι και 15.000.000 μαθητές (όταν οι Γάλλοι μαθητές φτάνουν περί τα 13 εκατομμύρια), από τις πρώτες μέρες παρουσιάστηκαν αρκετά προβλήματα σύνδεσης στο CNED. Κάποια γαλλικά ΜΜΕ έκαναν μάλιστα λόγο για «φιάσκο».

Παράλληλα η κρατική France Télévisions μεταδίδει ζωντανά παραδόσεις εκπαιδευτικών αλλά και μία ειδική εκπομπή, το La Maison Lumni, που παρουσιάζει ο δημοφιλής παρουσιαστής Άλεξ Γκουντ και δημιουργήθηκε για παιδιά 8-12 χρονών. Η εκπομπή σημείωσε επιτυχία, με τηλεθεάσεις που κυμαίνονται μεταξύ 300.000 και πάνω από 1.000.000 θεατών. Το πρόγραμμα βασίζεται σε εκπαιδευτικό υλικό που είχε δημιουργηθεί από το Νοέμβριο του 2019, για τη νεοσύστατη εκπαιδευτική πλατφόρμα Lumni, η οποία δεν είχε προλάβει ακόμη να χρησιμοποιηθεί.

Στη Βρετανία, το εκπαιδευτικό υλικό στο διδακτικό προσωπικό καθώς και υποστήριξη για την online εκπαίδευση προσφέρει ο ιδιωτικός οργανισμός Pearson, ο εκδοτικός κολοσσός στην κατοχή του οποίου ήταν μέχρι πρόσφατα οι Financial Times, οι εκδόσεις Penguin και μετοχικό μερίδιο του Economist, που ρυθμίζει μέσω του εξεταστικού συστήματος edexcel τις εξετάσεις για το βρετανικό απολυτήριο και αποτελεί το μόνο ιδιωτικό σύστημα πιστοποίησης στη Βρετανία. Η Ντάουνινγκ Στριτ ανακοίνωσε κάποια χρήσιμα μέτρα, όπως για παράδειγμα ότι κρατά ανοιχτά τα σχολεία για τα παιδιά των εργαζομένων στον τομέα της υγείας –λύνοντας ουσιαστικά τα χέρια στον κλάδο που καλείται να παλέψει αυτό το διάστημα– καθώς και για τους μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες, που δυσκολεύονται ιδιαίτερα να ανταποκριθούν στην εξ αποστάσεως μάθηση.

Καθώς η αβεβαιότητα για τη λήξη της έκτακτης συνθήκης λόγω Covid-19 παρατείνεται, διαφέρουν και οι αποφάσεις των κυβερνήσεων για τις εξετάσεις στο τέλος της χρονιάς. Έτσι στη Βρετανία ακυρώθηκαν ήδη οι φετινές εξετάσεις για τα βρετανικά απολυτήρια της μέσης εκπαίδευσης, με την κυβέρνηση να ανακοινώνει πως η βαθμολογία θα προκύψει από τον μέσο όρο των προφορικών επιδόσεων όλης της χρονιάς. Στη Γερμανία, όπου οι αποφάσεις για την παιδεία λαμβάνονται σε επίπεδο κρατιδίων, το Συμβούλιο των Υπουργών Παιδείας αποφάσισε να μην ακυρώσει τις εξετάσεις του απολυτηρίου (Abitur).

Στον υπόλοιπο κόσμο, κάθε χώρα παλεύει με τα ίδια πάνω-κάτω προβλήματα. Για τους Αμερικανούς μαθητές τα πράγματα με τις τελικές εξετάσεις είναι πιο εύκολα, γιατί τα πιστοποιητικά αποφοίτησης εξαρτώνται κυρίως από τις επιδόσεις τους σε όλη τη διάρκεια της χρονιάς, αλλά και επειδή μπορούν να δώσουν τις εξετάσεις SATs για την εισαγωγή στο πανεπιστήμιο οποιαδήποτε στιγμή μέσα στο έτος.

Σύμφωνα με την ανάλυση GEM (Global Entrepreneurship Monitor) της Unesco, κάποιες ακόμα από τις χώρες που προσφέρουν πλατφόρμες για την εξ αποστάσεως εκπαίδευση είναι η Νότια Κορέα, η Ιαπωνία, το Μεξικό και οι ΗΠΑ. Στις περισσότερες χώρες τα υπουργεία Παιδείας ενθαρρύνουν τη χρήση εφαρμογών από τις μεγαλύτερες εταιρείες για την επικοινωνία των καθηγητών με τους μαθητές (όπως κάνουν Ιταλία και Ελλάδα με τη Cisco Webex), ενώ κάποιες από τις χώρες που έχουν επιστρατεύσει την τηλεόραση για εκπαιδευτικούς λόγους είναι η Ισπανία, η Αργεντινή, η Κροατία, το Ιράν, η Σαουδική Αραβία και το Μεξικό. Ειδικά το Μεξικό έχει μία παράδοση στον συγκεκριμένο τομέα, καθώς ήδη από το 1968 έχει αναπτύξει την εκπαιδευτική τηλεόραση Telesecundaria για να επιμορφώσει τους μαθητές σε απομακρυσμένες περιοχές. Σήμερα η Telesecundaria εκπέμπει μέσω δορυφόρου στην Κόστα Ρίκα, το Ελ Σαλβαδόρ, τη Γουατεμάλα, την Ονδούρα και τον Παναμά.

To «κενό του ευρυζωνικού δικτύου» και η ανισότητα στη σύνδεση

Δυστυχώς παρ’ όλα τα μέτρα που έχουν ληφθεί, η εξ αποστάσεως εκπαίδευση οξύνει τις ανισότητες πρόσβασης των μαθητών στο διαδίκτυο, οι οποίες προϋπήρχαν. Αν μη τι άλλο, η παρούσα κρίση –και στην εκπαίδευση– βοηθά να έρθουν στο φως. Σύμφωνα με την έκθεση της Unicef για το 2017 «Τα παιδιά σε έναν ψηφιακό κόσμο», που επικεντρώνεται στις νέες τεχνολογίες, 346.000.000 παιδιά και νέοι σε όλον τον πλανήτη δεν έχουν πρόσβαση στο διαδίκτυο. Στην Ευρώπη, αυτό ισχύει για 1 στα 25 παιδιά, ενώ στην Αφρική για 3 στα 5.

Κάποιες χώρες έχουν λάβει μέτρα για να γεφυρώσουν το χάσμα, αν και δεν είναι πάντα επαρκή. Στην Πορτογαλία, η κυβέρνηση έχει προτείνει μία συνεργασία με τα αντίστοιχα ΕΛΤΑ, προκειμένου να φτάνουν στην πόρτα των μαθητών χωρίς πρόσβαση στο διαδίκτυο οι ασκήσεις για το σπίτι. Η Κίνα προσφέρει υπολογιστές, πακέτα δεδομένων και υποτροφίες σε οικογένειες χαμηλών εισοδημάτων. Στη Γαλλία οι μαθητές που το έχουν ανάγκη μπορούν να δανειστούν συσκευές, ενώ ένα σχολείο στην Πολιτεία της Ουάσινγκτον προσφέρει στους μαθητές του hotspots.

Στην Ελλάδα, στοιχεία από την πιο πρόσφατη διαθέσιμη έρευνα της Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας για την «Υλική Στέρηση και τις Συνθήκες Διαβίωσης» για το έτος 2018, δείχνουν ότι κατά μέσο όρο το 4,5% των ελληνικών νοικοκυριών δεν διαθέτει ούτε έναν προσωπικό υπολογιστή. Στις φτωχές οικογένειες, το ποσοστό αυτό ανέρχεται στο 11,6%. Επίσης το 5,1% του πληθυσμού δεν διαθέτει σύνδεση στο διαδίκτυο για οικιακή χρήση λόγω έλλειψης οικονομικής δυνατότητας – ποσοστό που ειδικά στα φτωχά νοικοκυριά ανέρχεται στο 14,7%. Πολλά ερωτήματα δημιουργεί το γεγονός ότι εκτός από αυτό το 5%, ακόμη ένα 19% (του συνόλου των Ελλήνων, όχι μόνο των πολύ φτωχών) απαντούν πως δεν διαθέτουν σύνδεση στο διαδίκτυο για προσωπική χρήση για «άλλους» (όχι οικονομικούς δηλαδή) λόγους. Πρόκειται για έλλειψη κατάρτισης και ενδιαφέροντος, ενδεχομένως. Σε κάθε περίπτωση, το 24% των Ελλήνων άνω των 16 δεν έχουν προσωπική πρόσβαση στο διαδίκτυο στο σπίτι τους.

Οικονομική δυνατότητα ατόμων ηλικίας 16 ετών και άνω να καλύψουν βασικές ανάγκες με διάκριση σε φτωχό και μη φτωχό πληθυσμό: 2018
Σύνδεση στο διαδίκτυο για προσωπική χρήση στο σπίτι Σύνολο πληθυσμού Φτωχός Μη φτωχός
Ναι 75,8% 71,3% 76,8%
Όχι, δεν υπάρχει οικονομική δυνατότητα 5,1% 14,7% 3%
Όχι, άλλοι λόγοι 19,1% 13,9% 20,2%
Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ, Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών, 2018
Οικονομική δυνατότητα των νοικοκυριών να διαθέτουν βασικά μη χρηματικά αγαθά με διάκριση σε φτωχά και μη φτωχά νοικοκυριά: 2018
Αγαθά Σύνολο νοικοκυριών Φτωχά Μη φτωχά
Προσωπικό Ηλεκτρονικό Υπολογιστή 4,4% 11,6% 2,9%
Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ, Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών, 2018

Μπορεί κανείς να φανταστεί τι σημαίνουν οι αριθμοί αυτοί για παιδιά που θέλουν να παρακολουθήσουν μαθήματα από τον υπολογιστή, ή να ανεβάσουν τις εργασίες τους. Ακόμη και σε νοικοκυριά με έναν προσωπικό υπολογιστή –που πιθανώς είναι και τα περισσότερα– αυτός πρέπει να μοιραστεί ανάμεσα στους γονείς (εφόσον μένουν στο σπίτι τους και εργάζονται μέσω διαδικτύου) και στα αδέλφια, μικρότερα και μεγαλύτερα.

Αντίστοιχα είναι τα προβλήματα και στην Κύπρο, όπου δάσκαλοι και οι μαθητές δουλεύουν αναρτώντας υλικό και στις ιστοσελίδες των σχολείων. «Το μεγάλο πρόβλημα για όλες τις τάξεις είναι ότι δεν έχουν όλα τα παιδιά τα μέσα. Αυτό είναι κάτι που περιμένουμε να επιλυθεί. Ακόμα και η πέμπτη και η έκτη δεν προχωρούν ακόμα σε τηλεδιασκέψεις» αναφέρει η Κωνσταντίνα, δασκάλα δημοτικής εκπαίδευσης και μητέρα. Σύμφωνα με τη συνάδελφό της Γαβριέλα, μητέρα τριών παιδιών, «επίσης το άλλο μας πρόβλημα είναι ότι μια οικογένεια με τρία παιδιά για παράδειγμα δυσκολεύεται να επικοινωνήσει, λόγω του ότι όλοι χρειάζονται το τάμπλετ, laptop κλπ. Γιατί τα παιδιά γυμνασίου και λυκείου συνδέονται αρκετές ώρες… Οπότε αναγκαστικά τα παιδιά του δημοτικού πέφτουν σε δεύτερη μοίρα». Για την Ελένη, εκπαιδευτικό δημοτικής εκπαίδευσης, πρόβλημα είναι και το ότι οι δάσκαλοι «δουλεύουν από το σπίτι και χρειάζονται οι ίδιοι τα μέσα... Αν έχω εγώ μάθημα για παράδειγμα, το παιδί μου δεν θα μπορέσει να συνδεθεί, αν έχει διαδικτυακή συνάντηση».

Και στη Βρετανία μία έρευνα που διενεργήθηκε από την εφαρμογή Teacher Tapp σε δείγμα 6.000 εκπαιδευτικών, δείχνει πως μόνο 4 στους 10 όσων διδάσκουν σε δημόσια σχολεία έχουν την δυνατότητα (εξοπλισμό και τεχνογνωσία) να μεταδώσουν ένα βιντεοσκοπημένο μάθημα. Το αντίστοιχο ποσοστό στους καθηγητές των λεγόμενων «ανεξάρτητων» σχολείων, δηλαδή των ιδιωτικών, είναι σχεδόν 7 στους 10.

 

 

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ήδη αρκετά έχουν γραφτεί για το επονομαζόμενο «homework gap» (αδυναμία ολοκλήρωσης διαβάσματος στο σπίτι) ή και «broadband gap» (κενό στην ευρυζωνική σύνδεση). Στη χώρα υπάρχουν 7.000.000 μαθητές που δεν έχουν πρόσβαση στο διαδίκτυο στην οικογενειακή τους εστία. Όπως δείχνει έρευνα της Pew Research στις ΗΠΑ, το 31,4% των φτωχών νοικοκυριών στερείται γρήγορης σύνδεσης στο διαδίκτυο, ενώ πολλά παιδιά –είτε λόγω έλλειψης οικιακής σύνδεσης, είτε επειδή πρέπει να μοιραστούν τον υπολογιστή με γονείς και αδέλφια– καταφεύγουν στη σύνδεση από το κινητό τηλέφωνο, με περιορισμένες, βέβαια, δυνατότητες.

Επενδύσεις στις εφαρμογές EdTech

Τελικά θα μπορούσε η παρούσα συγκυρία να αποτελέσει μία ευκαιρία για την τεχνολογία στην εκπαίδευση; Θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για μεγαλύτερη ψηφιακή ισότητα και πρόσβαση σε όλους; Ή ο «μαύρος κύκνος» της πανδημίας (αν υποθέσουμε πως είναι τέτοιος) απλά συμπαρασύρει περισσότερο στο περιθώριο τους αδυνάμους; Αν πιστέψουμε τα στοιχεία της κινεζικής Holon IQ για την Παγκόσμια Εκπαιδευτική Τεχνολογική Αγορά το 2019, σύμφωνα με την οποία μόνο το 3% των παγκόσμιων δαπανών για την εκπαίδευση επενδύεται στην ψηφιοποίηση, μετά την έλευση του κορονοϊού οι επενδύσεις στον τομέα αυτό αναμένεται να αυξηθούν, με μία πρόβλεψη πως θα φτάσουν το 4,4% ή τα 342 δισεκατομμύρια δολάρια ως το 2025. Επίσης με βάση την ίδια πηγή, τα επιχειρηματικά κεφάλαια που επενδύονται στην τεχνολογική εκπαιδευτική αγορά, τη λεγόμενη EdTech, είχαν ήδη αυξηθεί παγκοσμίως προ πανδημίας, πηδώντας στα 8,2 δισεκατομμύρια δολάρια το 2018, από 4,4 δισ. δολάρια το 2017.

Φαίνεται πως οι Κινέζοι οδηγούν τη συγκεκριμένη αγορά (στην Κίνα οι αντίστοιχες επενδύσεις το 2018 ήταν 5,2 δισεκατομμύρια δολάρια, όταν στις ΗΠΑ ήταν 1,6 δισ. και στην Ευρώπη 500.000.000). Και αυτά πριν την εμφάνιση της πανδημίας. Δεν είναι τυχαίο πως, στη φετινή Hurun Report, την κινεζική αντίστοιχη λίστα Forbes με τους πλουσιότερους του πλανήτη, την οποία δημιούργησε ο Bρετανός Ρούπερτ Χούτζγουερθ, περιλαμβάνεται για πρώτη φορά λίστα με τους δισεκατομμυριούχους στον τομέα της εκπαίδευσης. Τις πρώτες δεκαπέντε θέσεις, στη μεγάλη πλειοψηφία τους, κατέχουν Κινέζοι. Η συγκριμένη συγκυρία έχει δώσει βέβαια τεράστια ώθηση. Σύμφωνα με την πλατφόρμα επεξεργασίας δεδομένων Qimai.cn, από το Φεβρουάριο οι εκπαιδευτικές εφαρμογές ήταν οι δεύτερες πιο γρήγορα αναπτυσσόμενες εφαρμογές, ξεπερνώντας σε χρήση το lifestyle, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τις εφαρμογές διασκέδασης.

«Η εκπαίδευση θεωρείται δύσκολη αγορά για ανταποδοτικές επενδύσεις» αναφέρει άρθρο στο Techcrunch: «Οι πωλήσεις στα πανεπιστήμια και τα σχολεία είναι δύσκολες και απαιτούν χρόνο, ενώ οι εφαρμογές που απευθύνονται σε εκπαιδευτικούς δεν έχουν καταφέρει να αποδώσουν. Όμως η ανάπτυξη νέου λογισμικού, περιεχομένου και λύσεων για εκπαίδευση εκτός του παραδοσιακού σχολικού συστήματος δίνουν πιο υποσχόμενες ευκαιρίες για μπίζνες».

Σε κάθε περίπτωση, μένει να φανεί ποιό θα είναι το μέγεθος της πραγματικής ανάπτυξης σε αυτόν τον τομέα. Σίγουρα το «παραδοσιακό σχολικό σύστημα» είναι πολύ δύσκολο να υποκατασταθεί, προς στιγμήν τουλάχιστον, ακόμη και από τις πιο φιλόδοξες επιχειρηματικές ιδέες. Ειδικά όσον αφορά την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Όπως το θέτει η Κάρι Στάνελ, λέκτορας διδακτικής μεθοδολογίας στο πανεπιστήμιο του Μπορντώ, ακόμη και στη διαδικτυακή εκπαίδευση που γίνεται σε πανεπιστημιακό επίπεδο, μόλις το 5-10% των φοιτητών επιδεικνύουν την αυτοπειθαρχία ώστε να ολοκληρώσουν ένα πρόγραμμα που στερείται δια ζώσης διδασκαλίας. Μάλιστα τα τελευταία στοιχεία από τα δωρεάν διαδικτυακά μαθήματα edΧ που προσφέρουν το MIT και το Χάρβαρντ δείχνουν πως το έτος 2017-8, μόλις 3,13% από τους φοιτητές που είχαν εγγραφεί κατάφεραν να συνεχίσουν και να ολοκληρώσουν διαδικτυακά τα μαθήματά τους ως το τέλος της χρονιάς. Πρόκειται για τα λεγόμενα ανοιχτά μαθήματα στο διαδίκτυο ή MOOCs (massively open online courses) που απευθύνονται σε ενήλικες και είναι ο κατεξοχήν κλάδος όπου έχει «ανθίσει» η εκπαίδευση εξ αποστάσεως, όμως τα αποτελέσματα δεν έχουν υπάρξει τα αναμενόμενα – μία κοινή διαπίστωση για πολλά πανεπιστήμια. Πλέον μένει να φανεί ποιους καρπούς θα μπορέσει να αποφέρει η τωρινή εμπειρία της έκτακτης εξ αποστάσεως εκπαίδευσης.

Σπούδασε θέατρο και κοινωνιολογία. Εργάστηκε σε εφημερίδες καλύπτοντας ελεύθερο και διεθνές ρεπορτάζ. Διετέλεσε αρχισυντάκτρια στα διεθνή στην Ελευθερία του Τύπου. Συνεργάστηκε με το ARD, τις εκπομπές Εξάντας & Φυλές της Αθήνας. Συνίδρυσε την εταιρεία παραγωγής Non Stop Media

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.