Να ανοίξουν ή να μην ανοίξουν τα σχολεία;

Η απόφαση για το άνοιγμα των σχολείων και τη σειρά με την οποία θα υποδεχτούν τους μαθητές οι σχολικές βαθμίδες, θα έπρεπε να βασίζεται σε επιστημονικά δεδομένα για τον δείκτη μετάδοσης του ιού σε παιδιά και εφήβους. Ή μήπως όχι;
Χρόνος ανάγνωσης: 
9
'
[Βασίλης Βερβερίδης/Eurokinissi]

Δεκατέσσερις χώρες της Ευρώπης ανοίγουν τα σχολεία τους – με διαφορετικούς τρόπους, αλλά για τους ίδιους λόγους. Επιδημιολογικά το έδαφος είναι σαθρό: αυτό που ξέρουν οι επιστήμονες είναι πως οι νεότεροι, εξαιτίας κάποιων υποδοχέων, είναι λιγότερο ευπρόσβλητοι από τον SARS CοV2. Αλλά αυτό δεν αρκεί στους μαθητές. Και ιδίως στους γονείς τους. Που πρέπει όμως να μάθουν να ζουν την εποχή της πανδημίας και με μία ελάχιστη διακινδύνευση, διότι όπως λέει ο σταρ της ευρωπαϊκής ιολογίας Κρίστιαν Ντρόστεν «κάθε είδους χαλάρωση είναι και ένα παιχνίδι με το ρίσκο».

Αυτές τις μέρες που υπάρχει ανάγκη για ξεκάθαρη ενημέρωση κι ανάλυση, το inside story προσφέρει όλα τα άρθρα γύρω από τον Covid-19 ελεύθερα σε όλους τους αναγνώστες.

#ΜένουμεΣπίτι: Ανακαλύψτε πάνω από 2.500 ρεπορτάζ και ιστορίες του inside story. Γραφτείτε για έναν μήνα δωρεάν EΔΩ

Είναι σχετικά άγνωστο, αλλά όταν έγινε η πρώτη συνάντηση στο Μαξίμου για το κλείσιμο των σχολείων, το πρώτο δεκαήμερο του Μαρτίου, την ίδια μέρα υπήρχε μια συνάντηση σχολείων στο υπουργείο Παιδείας για το bullying. Ήδη τα σύννεφα μαζεύονταν και κάποιοι είχαν αρχίσει να παίρνουν τα μέτρα τους, όπως ένα ιδιωτικό σχολείο που είχε επίσης προσκληθεί, αλλά για λόγους προληπτικούς δεν πήγε. Ένα παιδί από αυτά που πήγαν ένιωσε αδιαθεσία και όλες οι υποψίες στράφηκαν στον ιό, κάτι που προκάλεσε πανικό στους συγκεντρωμένους. Ήταν ώρα να λάβει η χώρα δραστικά μέτρα. Ο υπουργός Υγείας, ο Σωτήρης Τσιόδρας, ο Ηλίας Μόσιαλος και όσοι προέρχονταν από τον χώρο της πολιτικής υγείας υποστήριζαν το λόκνταουν. Οι άλλοι είχαν τις αμφιβολίες τους.

Τελικά το λόκνταουν έγινε, η χώρα σημείωσε την πρώτη νίκη ενάντια στην πανδημία και την περασμένη Τρίτη 28 Απριλίου ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε ότι τα σχολεία θα ανοίξουν ξανά: στις 11 Μαΐου η Γ' Λυκείου, στις 18 Μαΐου οι υπόλοιπες τάξεις του Γυμνασίου και Λυκείου, κι αν όλα πάνε καλά, τα δημοτικά την 1η Ιουνίου. Σύμφωνα με πληροφορίες του inside story, η βασική ανταλλαγή επιχειρημάτων πριν από την απόφαση Μητσοτάκη για την επανέναρξη των σχολείων έγινε μεταξύ των καθηγητών Σωτήρη Τσιόδρα και Ηλία Μόσιαλου. Ο κ. Τσιόδρας υποστήριξε ότι το άνοιγμα των σχολείων, έστω για λίγες εβδομάδες, θα έδινε κάποια βασικά δεδομένα στη χώρα, ενόψει ενός πιθανού δεύτερου κύματος τον Οκτώβριο και θα σηματοδοτούσε ευρύτερα και για ψυχολογικούς λόγους την επιστροφή στη ζωή. Ο κ. Μόσιαλος, σύμφωνα με παρευρισκόμενους σε αυτές τις συναντήσεις, έθεσε πέντε προϋποθέσεις για την επαναλειτουργία των σχολείων, εκ των οποίων η κυβέρνηση υλοποίησε με τις εξαγγελίες της τις δύο (διαχωρισμός ομάδων ευπαθών μαθητών που δεν θα επανέλθουν και μικρότεροι αριθμοί μαθητών ανά τάξη). Ο κ. Μόσιαλος επέμεινε ιδιαίτερα ότι δεν υπάρχουν αποδείξεις πως τα παιδιά είναι λιγότερο μεταδοτικά από τους ενήλικές, πράγμα με το οποίο ο κ. Τσιόδρας διαφώνησε. Ωστόσο και οι δύο πλευρές πλησιάσαν μεταξύ τους όταν ανακοινώθηκαν τα μέτρα, ώστε να εκπέμπεται ενιαίο σήμα στην κοινωνία και καθώς οι διεθνείς μελέτες που υπάρχουν καταλήγουν σε αντικρουόμενα συμπεράσματα σχετικά με την ευπάθεια αλλά και τη μεταδοτικότητα των παιδιών ως προς τον ιό.

Πότε ανοίγουν τα σχολεία σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες
Γαλλία

Νηπιαγωγεία και Δημοτικά: Το σχέδιο της κυβέρνησης περιλαμβάνει το άνοιγμα νηπιαγωγείων και δημοτικών σε εθελοντική βάση στις 12 Μαΐου, με το πολύ 15 παιδιά ανά τάξη και την τήρηση πολύ αυστηρών μέτρων προστασίας. Ο υπουργός Παιδείας είπε ότι θα ανοίξουν τα δημοτικά νωρίτερα από τις άλλες βαθμίδες «κυρίως επειδή οι νεότεροι μαθητές δυσκολεύονται να εργαστούν ανεξάρτητα και λόγω της σημασίας της απόκτησης βασικών γνώσεων στο δημοτικό σχολείο». Παρόλα αυτά, αρκετοί δήμαρχοι στη χώρα έχουν δηλώσει ότι δεν θα ανοίξουν τα σχολεία των πόλεών τους.

Γυμνάσια-Λύκεια: Οι δύο πρώτες τάξεις του Γυμνασίου θα ανοίξουν από τις 18 Μαΐου, αλλά μόνο στις «πράσινες περιοχές», δηλαδή αυτές με τα λιγότερα περιστατικά, ενώ για τις μεγαλύτερες τάξεις, το υπουργείο Παιδείας θα αποφασίσει τον Ιούνιο.

Γερμανία

Η καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ και οι πρωθυπουργοί των ομοσπονδιακών κρατών αποφάσισαν να ξεκινήσουν πάλι τα σχολεία από τις 4 Μαΐου, αλλά σταδιακά, και αρχικά μόνο για τους μαθητές των τελευταίων τάξεων που πρέπει να προετοιμαστούν για εξετάσεις. Παρόλα αυτά, κάθε κρατίδιο προς το παρόν λαμβάνει τις δικές του αποφάσεις για το ποιοι, πώς και για πόσες μέρες θα πηγαίνουν στο σχολείο. Η οριστική απόφαση για τα σχολεία θα ανακοινωθεί στις 6 Μαΐου. Η Ένωση Δασκάλων και Καθηγητών ζητά να χωριστούν οι μαθητές και οι μισοί να πηγαίνουν τη μία εβδομάδα και οι άλλοι μισοί την άλλη.

Ηνωμένο Βασίλειο

Τα δημοτικά σχολεία είναι τα πρώτα που θα ανοίξουν και στο Ηνωμένο Βασίλειο, με αναφορές να γίνονται για την 1η Ιουνίου. Επίσημες ανακοινώσεις δεν έχουν γίνει ακόμη, αλλά αναμένονται στο τέλος αυτής της εβδομάδας και πιθανότατα θα περιλαμβάνουν την εκ περιτροπής παρουσία των μαθητών στο σχολείο, προκειμένου να τηρηθούν τα μέτρα προστασίας.

Ισπανία

Αυτή τη σχολική χρονιά οι μαθητές δεν θα επιστρέψουν στις αίθουσες διδασκαλίας, με κάποιες εξαιρέσεις. Σε αυτές ανήκουν:

  • το άνοιγμα κέντρων Ειδικής Αγωγής
  • η λειτουργία κάποιων νηπιαγωγείων, ώστε οι γονείς που δεν μπορούν να εργαστούν με τηλε-εργασία να μπορούν να αφήνουν τα παιδιά τους
  • η διενέργεια εθελοντικών μαθημάτων για μαθητές των τελευταίων τάξεων του Λυκείου που δίνουν εξετάσεις
  • η οργάνωση δραστηριοτήτων για τους πιο ευάλωτους μαθητές
Ιταλία

Τον Σεπτέμβριο θα επιστρέψουν στα θρανία οι μαθητές όλων των βαθμίδων, αφού αυτά θα παραμείνουν κλειστά μέχρι τις διακοπές του καλοκαιριού. Ακόμα και για το φθινόπωρο, η υπουργός Παιδείας έχει αναφερθεί σε σενάρια «μικτής διδασκαλίας», που θα γίνεται εν μέρει με παρουσία στο σχολείο και εν μέρει διαδικτυακά.

Επιχείρημα 1: τα παιδιά δεν κολλάνε

Τέσσερις επιστήμονες της 27μελούς ομάδας του Σ. Τσιόδρα, με τους οποίους μίλησε το inside story, oμολόγησαν ότι τα στοιχεία που είχαν στη διάθεσή τους τον Φεβρουάριο αφορούσαν βασικά την εμπειρία της γρίπης, όπου «τα παιδιά και αρρωσταίνουν και είναι σουπερ μεταδοτικά» (super spreaders). Από τότε έχουν γίνει διάφορες μελέτες για την Covid-19, που όμως βασίζονται σε περιορισμένα στοιχεία, όπως είναι φυσικό για μια τόσο νέα αρρώστια.

Σε πρόσφατη εργασία που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Science, Κινέζοι και άλλοι επιστήμονες μελέτησαν τις αλληλεπιδράσεις ατόμων που βρέθηκαν θετικά σε νοικοκυριά της Γουχάν και της Σαγκάης και ανήκουν σε διαφορετικές ηλικίες. Το εύρημα της μελέτης είναι ότι οι νεότεροι (0-14 ετών) είναι λιγότερο ευπρόσβλητοι στον ιό σε σχέση με την επόμενη πληθυσμιακή ομάδα (15-64 ετών). Βέβαια, τα στοιχεία στα οποία βασίστηκαν παρουσίαζαν μία ιδιομορφία: οι περισσότερες επαφές των ανθρώπων που εξετάσθηκαν με τεστ και από τους οποίους συνελέγησαν στοιχεία, διαβιούσαν μέσα στην καραντίνα, είχαν δηλαδή σχέσεις μόνο με τα άλλα μέλη του νοικοκυριού. Συγκεκριμένα οι κάτοικοι της Σαγκάης μείωσαν τις επαφές τους στη διάρκεια του εγκλεισμού από 18,8 ο καθένας καθημερινά σε 2,1 και οι κάτοικοι της Γουχάν από 14,6 καθημερινά σε 2. Ως εκ τούτου, το 94% των επαφών της Γουχάν και το 78% των επαφών της Σαγκάης διαδραματίσθηκαν μέσα στα νοικοκυριά κατά τη διάρκεια του λόκνταουν. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι ο «ασθενής αναφοράς» σε κάθε σπίτι, που πυροδοτούσε την αλυσίδα μετάδοσης του ιού μέσα στο σπίτι, μπορούσε να είναι μόνο ένας ενήλικας, που είχε το δικαίωμα να κυκλοφορεί έξω, έστω και περιορισμένα και με ειδικές άδειες. Είναι λοιπόν λογικό οι ενήλικες να παρουσιάζονταν πιο ευπρόσβλητοι από τα παιδιά.

O Κρίστιαν Ντρόστεν, επικεφαλής του Ινστιτούτου Ιολογίας του νοσοκομείου Σαριτέ στο Βερολίνο, διαβάζοντας τη μελέτη από τη Γουχάν και τη Σαγκάη αναρωτήθηκε πόσο συχνά κολλάει ένα παιδί την αρρώστια (και με τη σειρά του την κολλάει σε άλλους). Έτσι αποφάσισε με τους συνεργάτες του να συγκεντρώσει όλα τα στοιχεία από τα 60.000 τεστ που έγιναν στο νοσοκομείο του, το μεγαλύτερο της γερμανικής πρωτεύουσας (περίπου όσα είχαν γίνει και στην Ελλάδα μέχρι τις 25 Απριλίου). Το βασικό ερώτημα της έρευνας ήταν πόσο ιό είχε μέσα του κάθε παιδί και κάθε έφηβος φορέας του κορονοϊού, ακόμα και αν, στις περισσότερες περιπτώσεις που ελέγχθηκαν, ήταν ασυμπτωματικά. Η ιδιομορφία αυτής της μελέτης ήταν πως τα παιδιά και οι έφηβοι που ελέγχθηκαν ήταν ελάχιστα: από τα 60.000 τεστ, αυτά που έγιναν σε παιδιά ηλικίας νηπιαγωγείου ήταν 37, σε παιδιά ηλικίας δημοτικού 16, γυμνασίου-λυκείου 71 και πανεπιστημίου 276. Όπως και στην Ελλάδα, ένα από τα προβλήματα στην Γερμανία είναι ότι οι γονείς που έχουν συμπτώματα δεν θα πάρουν εύκολα μαζί τα παιδιά τους να υποβάλουν και αυτά σε τεστ, σε περιβάλλοντα στα οποία φοβούνται ότι θα μπορούσαν να κολλήσουν. Έτσι τα παιδιά είναι υπό-αντιπροσωπευμένα σε όλα τα δείγματα των ελεγμένων για SARS CoV-2.

Πάντως, το αποτέλεσμα της ανάλυσης των σχετικών αριθμών είναι εντυπωσιακό. 3.712 από τους 60.000 που εξετάσθηκαν βρέθηκαν θετικοί στο διαγνωστικό τεστ (PCR). Από αυτούς, τα θετικά παιδιά ηλικίας 0-20 ήταν 128. Το τελικό ποσοστό των θετικών ήταν 8% των ενηλίκων που εξετάστηκαν και 6,2% των παιδιών. Ο Ντρόστεν και η ομάδα του δεν μπόρεσαν να βρουν ότι τα παιδιά φέρουν μικρότερο φορτίο του ιού, ούτε όμως και μεγαλύτερο, σε σχέση με τους ενήλικες. Σημείωσαν έτσι τους κινδύνους που εγκυμονεί κάθε απόφαση να ανοίξουν «χωρίς περιορισμούς» τα σχολεία και οι παιδικοί σταθμοί, καθώς είναι πιθανό τα παιδιά να φέρουν το ίδιο φορτίο με τους μεγάλους. (Παρόλα αυτά, σε πρόσφατη δημόσια τοποθέτησή του με τίτλο «Ο ρόλος των παιδιών δεν είναι ξεκάθαρος», ενδεικτική των αντιφάσεων που υπάρχουν, ο Ντρόστεν είπε ότι στο επίχρισμα ενός παιδιού μπορεί να βρεθεί και 10.000 φορές περισσότερος ιός από ό,τι στο επίχρισμα ενός ενήλικα)

Μία μέρα πριν από τη δημοσίευση της ανάλυσης από τη Σαριτέ, οι υπουργοί Παιδείας των γερμανικών κρατιδίων είχαν αποφασίσει ότι τα παιδιά θα επισκεφθούν τουλάχιστον μία φορά το σχολείο ως το τέλος του χρόνου, αλλά δεν είπαν τίποτα για το πραγματικό άνοιγμα των σχολείων.

Επιχείρημα 2: τα παιδιά δεν είναι μεταδοτικά

Σύφωνα με την κινεζική μελέτη στο Science, αν δεν εφαρμόζονταν τα μέτρα κοινωνικής απόστασης, ο δείκτης μετάδοσης του ιού θα προσέγγιζε το 6 στη Γουχάν και το 7,8 στην Σαγκάη (ένας ασθενής θα κόλλαγε άλλους 6 και 7,8 αντίστοιχα). Με την εφαρμογή των μέτρων κοινωνικής απόστασης, χωρίς το κλείσιμο των σχολείων, ο δείκτης αυτός έπεσε στο 1,5 (ένας άνθρωπος κολλούσε 1,5), ενώ το εύρημα της μελέτης σε σχέση με τα παιδιά ήταν ότι το κλείσιμο των σχολείων έριξε τον δείκτη στο 1,2 – με απλά λόγια συνέβαλε κατά 20% στη μείωση του δείκτη μετάδοσης στις δύο πόλεις.

Το επόμενο ερώτημα φυσικά που προέκυψε όταν συζητήθηκαν αυτοί οι αριθμοί στην επιτροπή Τσιόδρα ήταν μήπως «δεν έπρεπε καν να κλείσουν τα σχολεία», αφού η συμμετοχή τους στην μετάδοση της νόσου είναι μικρή, με βάση τα πιο πάνω νούμερα. Όμως ο Ντρόστεν, στην παραπάνω δημόσια τοποθέτησή του, λέει ότι «κατά την έκρηξη της πανδημίας (όταν δηλαδή οι δομές πλέον στα νοσοκομεία δεν επαρκούν) το κλείσιμο των σχολείων δεν φτάνει να σταματήσει την πλημμυρίδα περιστατικών, τα μειώνει ωστόσο κατά 1/3». «Όταν φοβάσαι κατάρρευση του ΕΣΥ δεν αξίζει να πάρεις κι αυτό το μέτρο;» είναι το απλό ερώτημα ενός επιδημιολόγου, μέλους της ελληνικής επιτροπής.

Η ολλανδική μελέτη

Αν οι μελέτες του Ντρόστεν και των Κινέζων είναι λίγο πολύ γνωστές στην Ευρώπη, λιγότερο γνωστές είναι αυτές του ολλανδικού Εθνικού Ινστιτούτου Δημόσιας Υγείας και Περιβάλλοντος (RIVM), που συγκέντρωσε στοιχεία από τους γενικούς γιατρούς της χώρας και μάλιστα επί εβδομάδες. Η Ολλανδία είναι μία από τις χώρες της Ένωσης που εφάρμοσαν περιοριστικά μέτρα, αλλά αντιμετώπισαν τον ιό μάλλον χαλαρά. «Τα παιδιά» κατέληξαν οι Ολλανδοί «παίζουν έναν μικρό ρόλο στη διάδοση της νόσου».

Οι γιατροί της πρωτοβάθμιας περίθαλψης κατεύθυναν τους ασθενείς που τους επισκέπτονταν με συμπτώματα γρίπης σε σταθμούς που διενεργούνταν τεστ. Το 6,5% από όσους εξετάσθηκαν στα 40 ιατρεία βρέθηκαν θετικοί. Την 14η εβδομάδα του χρόνου, μέσα Απριλίου, το ποσοστό αυτό ήταν 30%, αλλά ανάμεσά τους δεν υπήρχε άνθρωπος έως 20 ετών, προφανώς διότι αυτοί ήταν ασυμπτωματικοί και δεν εμφανίζονταν στα ιατρεία η εμφανίζονταν σε πολύ μικρότερους αριθμούς (υπο-αντιπροσωπεύονταν). Έτσι η υπηρεσία Υγείας της Ουτρέχτης έκανε έρευνα στα νοικοκυριά της πόλης που είχαν θετικούς, για να εντοπίσει, όπως οι Κινέζοι, τις μεταξύ τους επαφές. Εξετάσθηκαν 54 νοικοκυριά με 123 ενήλικες και 116 παιδιά. «Παρά το γεγονός ότι η μελέτη είναι ακόμα σε εξέλιξη, δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι παιδιά κάτω των 12 ετών ήταν τα πρώτα που μολύνθηκαν στην οικογένεια» αναφέρει η ιστοσελίδα του Ινστιτούτου. Σε μία μεγάλη έρευνα αντισωμάτων που γίνεται σε πάνω από 6.000 άτομα στην Ολλανδία (ως τις 17 Απριλίου είχαν εξετασθεί 2.096 άτομα) βρέθηκαν αντισώματα στο 2% των παιδιών και εφήβων και στο 4,2% των ενηλίκων.

Στις 21 Απριλίου η Ολλανδία αποφάσισε να ανοίξει τα δημοτικά της σχολεία, αλλά όχι τα σχολεία των άλλων βαθμίδων, καθώς μαθητές των σχολείων των άλλων βαθμίδων έρχονται από άλλες περιοχές και μπορούν σε πρώτη φάση να αλλοιώσουν την επιδημιολογική εικόνα μιας περιοχής «εισάγοντας τον ιό».

Πιθανά τα ευρήματα από τις άλλες χώρες θα έπρεπε να οδηγήσουν την Ελλάδα να ανοίξει ταυτόχρονα τις τάξεις της και για τους μικρότερους μαθητές. Αρκετά μέλη της επιτροπής Τσιόδρα εισηγήθηκαν ένα παρόμοιο μέτρο, αλλά τελικά η επιτροπή κατέληξε στην πρόταση του κλιμακωτού ανοίγματος. Αυτός που φοβήθηκε ήταν η κυβέρνηση, που κατέληξε στο συμπέρασμα να ανοίξουν κάποιες τάξεις αλλά όχι όλες, και ιδίως σε πρώτη φάση να μην αποφασισθεί να ανοίξει το δημοτικό. Έτσι το θέσφατο «ακούμε τους ειδικούς επιστήμονες» της υπουργού Παιδείας Νίκης Κεραμέως δεν ισχύει, όπως ομολόγησε και η ίδια σε μια τηλεοπτική συνέντευξη την επόμενη της ανακοίνωσης των μέτρων για το άνοιγμα των σχολείων. Κάπως έτσι, η Ελλάδα θα είναι μία από τις πρώτες χώρες που έκλεισε τα σχολεία στις τάξεις του δημοτικού και μια από τις τελευταίες που θα τα ανοίξει.

Το κυριότερο πρόβλημα βέβαια που έχουν να αντιμετωπίσουν πολιτικοί και επιστήμονες είναι ότι, το αργότερο στις αρχές Ιουνίου, σχεδόν όλα θα είναι ανοικτά, τα παιδιά θα βλέπουν τους φίλους τους, οι γονείς θα δουλεύουν και οι παππούδες θα επιστρατευτούν έστω και δειλά. Και τότε και πάλι, όπως συνέβη έστω πρόσκαιρα στη Δανία και τη Γερμανία, ο δείκτης μετάδοσης της νόσου θα αρχίσει να ανεβαίνει. Το θέμα είναι πόσο.

Από το 2016 δημοσιογραφεί στον ΣΚΑΪ, την Καθημερινή και το inside story. Πέρασε 7 χρόνια ως ανταποκριτής για ελληνικά μέσα ενημέρωσης στη Γερμανία, κι όταν έπληξε γύρισε για να συμπαρουσιάσει την εκπομπή Μαύρο Κουτί. Από το 2004 ως το 2007 ήταν αρχισυντάκτης της εκπομπής Φάκελοι.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.