Αναζητείται σωσίβιο για τα ελληνικά ψάρια

H πανδημία έφερε στον αφρό τα δομικά προβλήματα του κλάδου της ελληνικής ιχθυοκαλλιέργειας, που αναζητά τώρα λύσεις για το τάισμα και τη διάθεση των ψαριών που βρίσκονται στα κλουβιά της, αλλά και για να μην τιναχτούν στον αέρα τα επόμενα δύο χρόνια.
Χρόνος ανάγνωσης: 
8
'
Ιχθυοκαλλιέργειες στην Παλαιά Φώκαια. [Αντώνης Νικολόπουλος/Eurokinissi]

Όταν στα μέσα του περασμένου Σεπτεμβρίου ο ελληνικής καταγωγής Άλεξ Μάιερς δεχόταν να αναλάβει τα ηνία του ομίλου ιχθυοκαλλιέργειας Ανδρομέδα, σίγουρα δεν φανταζόταν ότι, πέρα από την τριπλή συγχώνευση Ανδρομέδας-Σελόντα-Νηρέα, που από μόνη της αποτελούσε μια πολύ δύσκολη άσκηση –αφού η νέα εταιρεία ξεκινά με οικονομικά προβλήματα, όπως παραδέχθηκε ο ίδιος πριν από λίγες ημέρες– θα είχε να αντιμετωπίσει μια ακόμη μεγαλύτερη πρόκληση: την πανδημία.

Αυτές τις μέρες που υπάρχει ανάγκη για ξεκάθαρη ενημέρωση κι ανάλυση, το inside story προσφέρει όλα τα άρθρα γύρω από τον Covid-19 ελεύθερα σε όλους τους αναγνώστες.

#ΜένουμεΑσφαλείς: Ανακαλύψτε πάνω από 2.500 ρεπορτάζ και ιστορίες του inside story. Γραφτείτε για έναν μήνα δωρεάν EΔΩ

Βέβαια δεν ήταν ο μόνος. Κανείς δεν μπορούσε να διανοηθεί τι θα συνέβαινε πέντε μήνες μετά. Αυτό που απασχολούσε τον κλάδο το περασμένο φθινόπωρο ήταν το πράσινο φως που άναψε η Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της ΕΕ (DG Comp) για την πώληση κάποιων μονάδων των δύο μεγαλύτερων εταιρειών ιχθυοκαλλιέργειας της χώρας, Νηρέα και Σελόντα, στις Diorasis International και Ιχθυοτροφεία Κεφαλονιάς, προκειμένου να ολοκληρωθεί το project Nemo, δηλαδή η συγχώνευση Ανδρομέδας, Νηρέα και Σελόντα.

Σε κανέναν δεν πέρναγε από το μυαλό, ούτε ως σενάριο επιστημονικής φαντασίας, το ενδεχόμενο η παγκόσμια οικονομική δραστηριότητα να πατήσει το κουμπί του pause. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι σε κάποιες εταιρείες θα μηδένιζε ο τζίρος, ότι τα ξενοδοχεία και τα εστιατόρια θα κατέβαζαν ρολά και τα περισσότερα αεροπλάνα θα παρέμεναν καθηλωμένα στο έδαφος.

Όμως για τα πάντα υπάρχει η πρώτη φορά. Το ερώτημα είναι τι γίνεται από εδώ και πέρα. Και επειδή δεν μπορούμε να δώσουμε απαντήσεις για το τι θα γίνει στην παγκόσμια οικονομία, αποφασίσαμε να εστιάσουμε στον κλάδο της ελληνικής ιχθυοκαλλιέργειας. Οι λόγοι; Γιατί μπορεί να μην έχει την «αίγλη» του τουρισμού, έχει όμως σημαντική βαρύτητα στην ελληνική οικονομία, στις ελληνικές εξαγωγές, στην απασχόληση και δη σε παραμεθόριες περιοχές, και στον παραγωγικό ιστό της χώρας. Ακόμα γιατί, παρότι πριν 40 χρόνια, οπότε και δημιουργήθηκε, ήταν καινοτόμος κλάδος, απεμπόλησε αυτόν τον ρόλο όπως και τον ρόλο του πρωταθλητή σε επίπεδο παραγωγής, παραχωρώντας πριν από λίγα χρόνια την πρώτη θέση στην Τουρκία. Γιατί ενώ πέρασαν από τα «χέρια» των εταιρειών του κλάδου ουκ ολίγα δισεκατομμύρια δραχμές και εκατομμύρια ευρώ μετά το 2002, αυτά δεν αξιοποιήθηκαν για τη βιώσιμη ανάπτυξή τους, ενώ κάποιες πτώχευσαν παρά τον πακτωλό τραπεζικής χρηματοδότησης που δόθηκε έως και το 2008. Και γιατί παρά τα όποια προβλήματα, παραμένει εθνικός πρωταθλητής, ο οποίος θα μπορούσε υπό προϋποθέσεις, τώρα που ξαναμοιράζεται η πίτα της παγκόσμιας αγοράς, να αλλάξει ρότα, όπως υποστηρίζουν στελέχη, ιδιοκτήτες και παράγοντες του κλάδου που μίλησαν στο inside story.

Στον «αέρα» εξαγωγές μισού δισ. ευρώ

Ας ξεκινήσουμε όμως από τα δεδομένα. Στον κλάδο δραστηριοποιούνται 318 μονάδες θαλάσσιας ιχθυοκαλλιέργειας, στις οποίες απασχολούνται άμεσα 4.397 άτομα μόνιμο και έκτακτο προσωπικό (στοιχεία 2018).

Αυτές οι εταιρείες «παράγουν» ετήσιο τζίρο στα επίπεδα των 600 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων πάνω από το 80% προέρχεται από τις διεθνείς αγορές. Πέρυσι παραδείγματος χάριν εξήχθησαν σε 45 χώρες 100.345 τόνοι ψαριών ιχθυοκαλλιέργειας, κυρίως τσιπούρα και λαβράκι. Ποσότητες οι οποίες έφεραν πίσω στα ταμεία των εταιρειών «συνάλλαγμα» 458 εκατ. ευρώ, 5% περισσότερο από το 2018. Οι βασικές αγορές στις οποίες κατευθύνθηκε ο μεγαλύτερος όγκος των ψαριών της ελληνικής ιχθυοκαλλιέργειας ήταν η Ιταλία, η Ισπανία, η Γαλλία (απορροφούν το 60% της εγχώριας παραγωγής), η Γερμανία και η Πορτογαλία.

Το λαυράκι είναι από τα πιο δημοφιλή ψάρια για gourmet γεύματα. Εδώ, ο σεφ Τιμ Μπουρί δείχνει πώς το ετοιμάζει για το ομώνυμο εστιατόριo στο Βέλγιο, κάτοχο δύο αστεριών Michelin.

Όμως αυτά συνέβησαν πέρυσι. Εφέτος τα πράγματα για τον κλάδο, όχι μόνο σε ελληνικό αλλά και παγκόσμιο επίπεδο, είναι τελείως διαφορετικά. Και όχι μόνο λόγω Covid-19. Πριν το ξέσπασμα της πανδημίας, είχε προηγηθεί η καταιγίδα Gloria στην Ισπανία, όπου χάθηκε σε λιγότερο από 24 ώρες το 50% της ισπανικής παραγωγής που βρισκόταν στις ανατολικές και νότιες ακτές της Ιβηρικής Χερσονήσου. Η Gloria, ενώ έπληξε και μονάδες ελληνικών εταιρειών στην Ισπανία, τελικά στην πορεία αποδείχθηκε «σωτήρια» για κάποιους Έλληνες ιχθυοκαλλιεργητές, που κατάφεραν να προωθήσουν την παραγωγή τους στους Ισπανούς, που είχαν έλλειψη.

Το μεγάλο σοκ όμως ήρθε λίγες εβδομάδες μετά, με την πανδημία, και όταν το ένα μετά το άλλο τα κράτη στην προσπάθειά τους να περιορίσουν την εξάπλωσή της, προχώρησαν σε λόκνταουν. Το «λουκέτο» στο food service (σε εστιατόρια και ξενοδοχεία), τα προβλήματα στις εμπορευματικές μεταφορές και ο περιορισμός των πτήσεων οδήγησαν σε κατάρρευση των πωλήσεων των ελληνικών ψαριών στις διεθνείς αγορές.

Ο λόγος ήταν ότι το 50% των ποσοτήτων που παράγονται από τις εταιρείες του κλάδου κατευθύνεται κυρίως στο food service. Το κλείσιμο εστιατορίων και ξενοδοχείων –που ακόμη δεν έχουν επανέλθει σε λειτουργία– είχε αποτέλεσμα η μεσοσταθμική μείωση των συνολικών πωλήσεων να αγγίξει «με το καλημέρα» το 50% – υπάρχουν και εταιρείες όπου η πτώση έφθασε το 90%, ανάλογα με τον βαθμό έκθεσής τους στο food service. Αυτή η ποσοστιαία πτώση πωλήσεων μεταφράσθηκε το πρώτο διάστημα σε εβδομαδιαίες απώλειες 4-5 εκατ. ευρώ για το ταμείο των εταιρειών του κλάδου, αλλά και για το καλάθι των ελληνικών εξαγωγών. Σήμερα οι απώλειες είναι στο 35-40%, συγκρινόμενες με τις πωλήσεις που πραγματοποιήσαν οι εταιρείες το αντίστοιχο διάστημα, έναν χρόνο πριν.

Αναζητούνται 70 εκατ. ευρώ μόνο για ιχθυοτροφές

Από μόνο του το γεγονός της τεράστιας πτώσης στις πωλήσεις έχει προκαλέσει πίεση στις εταιρείες και στην ούτως ή άλλως περιορισμένη ρευστότητά τους. Αυτές οι κεφαλαιακές ανάγκες τους αναμένεται να αυξηθούν όσο περνά ο καιρός και οι πωλήσεις δεν αποκαθίστανται, τα ψάρια δεν πωλούνται και η αυξανόμενη θερμοκρασία του νερού αυξάνει τις ανάγκες διατροφής των ψαριών – άρα απαιτούνται μεγαλύτερες ποσότητες ιχθυοτροφών, γιατί πολύ απλά δεν σταματά η σίτιση της βιομάζας. Μόνο για τη διατροφή των ψαριών, που αποτελεί το 60%-65% του κόστους παραγωγής, απαιτούνται περί τα 70 εκατ. ευρώ για την αγορά 65.000 έως 68.000 τόνων ιχθυοτροφών έως το τέλος Ιουνίου, όπως αναφέρουν πηγές του κλάδου. Το 2019, η συνολική κατανάλωση τροφών του κλάδου άγγιξε τους 255.000 τόνους, αξίας 265,2 εκατ. ευρώ.

Για να ξεπεραστεί το πρόβλημα η Ελληνική Οργάνωση Παραγωγών Υδατοκαλλιέργειας, ο Σύνδεσμος Ελληνικών Θαλασσοκαλλιεργειών και η Πανελλήνια Ένωση Μικρομεσαίων Ιχθυοκαλλιεργητών κατέθεσαν σχετικό υπόμνημα στον υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης Μάκη Βορίδη, ζητώντας μεταξύ άλλων:

  • Προσωρινή κάλυψη από ευρωπαϊκά κονδύλια των λειτουργικών δαπανών, όπως είναι η προμήθεια ιχθυοτροφών και η χρηματοδότηση του μεταφορικού κόστους για την εξασφάλιση του εφοδιασμού των αγορών.
  • Ενεργοποίηση/εισαγωγή μέτρων για τη διαχείριση της αδιάθετης ποσότητας προϊόντων υδατοκαλλιέργειας (μέτρα απόσυρσης/αποθεματοποίησης) μέσω τροποποιήσεων του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1379/2013. Το κόστος του μέτρου μπορεί να ανέλθει στα 45 εκατ. ευρώ.

Μέχρι στιγμής δεν έχει ανακοινωθεί συγκεκριμένο πλάνο από την πλευρά του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, για τη στήριξη του κλάδου της ελληνικής ιχθυοκαλλιέργειας. Η ΕΕ πάντως παρέχει τη δυνατότητα στις χώρες-μέλη της να χρησιμοποιήσουν τα εγκεκριμένα χρήματα που υπάρχουν στον προϋπολογισμό από το Ταμείο Αλιείας –στην περίπτωση της Ελλάδας υπολογίζονται στα 60-80 εκατ. ευρώ– προκειμένου να δοθούν ως αποζημιώσεις για την απώλεια πωλήσεων.

Το plan b περνά από την κατάψυξη

Το μείζον πρόβλημα όμως παραμένει, και δεν είναι άλλο από την αδιάθετη βιομάζα (σ.σ. τα ψαράκια) που βρίσκεται στους κλωβούς. Όπως λέει και ο γενικός διευθυντής του Συνδέσμου Ελληνικών Θαλασσοκαλλιεργειών Γιάννης Πελεκανάκης, «οι επιχειρήσεις έχουν να διαχειριστούν δύο στρατηγικές προκλήσεις: την έλλειψη ρευστότητας λόγω της απότομης και κατακόρυφης πτώσης των πωλήσεων και τη διαχείριση μιας διαρκώς αυξανόμενης πλεονάζουσας ποσότητας, η οποία όσο παραμένει αδιάθετη λειτουργεί σαν μια βιολογική ωρολογιακή βόμβα».

Γιατί είναι βόμβα; Γιατί ακόμη και αν, με βάση τις πλέον αισιόδοξες εκτιμήσεις, ο κλάδος καταφέρει να μαζέψει τις απώλειές του στο 20%, αυτό πρακτικά σημαίνει ότι 24.000 τόνοι ψαριών ελληνικής ιχθυοκαλλιέργειας θα παραμείνουν αδιάθετοι.

Και το ερώτημα είναι: τι κάνει κανείς με αυτές τις αδιάθετες ποσότητες; Από τις λύσεις που προκρίνονται από τις εταιρείες του κλάδου είναι να καταφέρουν, όσες δεν έχουν ήδη πρόσβαση στα σούπερ μάρκετ, να μπουν σε αυτά και να πουλήσουν το προϊόν χύμα. Μια άλλη λύση είναι να υπάρξει μια πρώτη επεξεργασία και να πουληθεί φιλεταρισμένο σε δισκάκια, πάλι στα ψυγεία των σούπερ μάρκετ, κάτι που κάνουν ήδη αρκετές εταιρείες, ή να οδηγηθεί στην κατάψυξη. Η τελευταία λύση φαντάζει ως η πιο ενδεδειγμένη για αρκετούς παραγωγούς. Ήδη κάποιες εταιρείες βρίσκονται σε προχωρημένες επαφές με χώρες όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, για να στείλουν εκεί τις πλεονάζουσες ποσότητες. Επαφές γίνονται και με τον Στρατό αλλά και με Νοσοκομεία, δομές που θα μπορούσαν να απορροφήσουν κάποιες ποσότητες, αφήνοντας χώρο στους κλωβούς για να τοποθετηθεί ο γόνος για την επόμενη καλλιεργητική περίοδο.

Γιατί η μη εισαγωγή γόνου το 2020 επηρεάζει το παραγωγικό πλάνο και οδηγεί σε χαμηλότερες πωλήσεις το 2022 –όταν ο γόνος θα είχε γίνει έτοιμο για πώληση ψάρι– και σε δύσκολες πωλήσεις το 2021 λόγω μεγέθους του ιχθυοπληθυσμού –εφόσον αυτός παραμείνει στα κλουβιά και δεν αντικατασταθεί από γόνο– που θα είναι πλέον μεγάλο και μη εμπορεύσιμο (το μέσο εμπορεύσιμο μέγεθος θεωρείται 350 με 500 γραμμάρια).

Ο γαύρος του Περού και η κατακλείδα

Η ουσία είναι ότι η υγειονομική κρίση έφερε στην επιφάνεια τα προβλήματα που διαχρονικά μαστίζουν τον κλάδο της ελληνικής ιχθυοκαλλιέργειας. Με δυο λόγια ο κλάδος, παρότι είχε πρόσβαση σε άφθονα κεφάλαια, δεν κατάφερε να χτίσει ένα brand name που να δώσει προστιθέμενη αξία στο προϊόν και να αυξήσει το περιθώριο κέρδους του. Αποτέλεσμα ήταν όλα αυτά τα χρόνια η συζήτηση να εξαντλείται στον πόλεμο που δέχονται οι Έλληνες επαγγελματίες στις διεθνείς αγορές –βλέπε Ιταλία– από τους Τούρκους ανταγωνιστές τους (η τουρκική κυβέρνηση «πριμοδοτεί» τις τουρκικές εξαγωγές). Ο πόλεμος αυτός είναι βέβαια υπαρκτό πρόβλημα, αν και είναι κοινό μυστικό ότι τις τιμές στις διεθνείς αγορές περιστασιακά τις «σκοτώνουν» και οι Έλληνες ιχθυοκαλλιεργητές, για να μαζέψουν ρευστό. Σήμερα, παραδείγματος χάριν, που οι τιμές δεν έχουν πιεστεί προς τα κάτω παρά την κρίση, μεσαία εταιρεία του κλάδου πουλάει το κιλό 0,80-1 ευρώ λιγότερο από τη μέση τιμή, όπως υποστηρίζουν στελέχη του κλάδου με τα οποία μίλησε το inside story.

Το πρόβλημα όμως με τις «σκοτωμένες» τιμές, δηλαδή αυτές που είναι κάτω από το κόστος, αφενός αναδεικνύει τα σοβαρά ζητήματα ρευστότητας που αντιμετωπίζουν οι εταιρείες του κλάδου και αφετέρου επιβεβαιώνει την έλλειψη στρατηγικής και ταυτότητας: δεν ξέρουμε ποιο είναι το προϊόν και πού θέλουμε να πάει. Το ψάρι της ελληνικής ιχθυοκαλλιέργειας παραμένει ένα χύμα προϊόν χωρίς brand, το οποίο δεν κατάφερε εδώ και τέσσερις δεκαετίες, ενώ είχε τη δυνατότητα, να πάρει καλύτερη θέση στο ράφι του σούπερ μάρκετ, σε gourmet εστιατόρια του εξωτερικού, και γενικά σε όλο το δίκτυο του HORECA (Hotel, Restaurant, Cafe), όπως το έχουν επιτύχει πχ οι παραγωγοί σολομού της Νορβηγίας. Άρα να κλειδώσει παραγωγή, δηλαδή να κάνει συμφωνίες με μεγάλες αλυσίδες του εξωτερικού ή χονδρεμπόρους για συγκεκριμένο όγκο πωλήσεων κάθε χρόνο και με συγκεκριμένη premium τιμή – κάτι που κάνουν μεμονωμένα κάποιοι Έλληνες ιχθυοκαλλιεργητές σήμερα.

Και μιας και αναφερθήκαμε στους καλλιεργητές σολομού της Νορβηγίας, αλλά και στους Τούρκους καλλιεργητές τσιπούρας και λαβρακίου, αυτοί καθ’ όλη τη διάρκεια του λόκνταουν συνέχισαν να στέλνουν τα ψάρια τους στις ΗΠΑ, ναυλώνοντας cargo πτήσεις, επιβεβαιώνοντας την ισχυρή παρουσία τους σε μια σημαντική αγορά, στην οποίαν οι Έλληνες ιχθυοκαλλιεργητές δεν κατάφεραν να εδραιωθούν, καθώς επέλεξαν να παραμείνουν «εγκλωβισμένοι» και εξαρτώμενοι σε μεγάλο βαθμό από τους χονδρεμπόρους της γηραιάς Ηπείρου.

Για κάποιους, και δεν είναι λίγοι αυτοί, τώρα είναι η ευκαιρία να ξεπεράσει ο κλάδος τις «παιδικές» ασθένειες και να επανατοποθετηθεί σε μια αγορά και σε έναν καταναλωτή, ο οποίος είναι διατεθειμένος να πληρώσει 4 ευρώ τα 100 γρμ. φιλέτο. Γιατί μόνο έτσι, υποστηρίζουν οι περισσότεροι, θα μπορέσει να έχει μια εταιρεία καλά περιθώρια κέρδους και καλή κερδοφορία και θα μπορεί να διαχειριστεί τις διακυμάνσεις πχ στις τιμές των ιχθυοτροφών, η πορεία των οποίων κρίνεται και από το πώς πήγε η «ψαριά» γαύρου στο Περού (αν δεν το γνωρίζατε, ο γαύρος του Περού είναι πρώτη ύλη για την παραγωγή ιχθυελαίου, βασικού συστατικού των ιχθυοτροφών).

Έχει αρθρογραφήσει στα: Τρόφιμα & Ποτά, Εξουσία, Τα Νέα, Fortune, Κεφάλαιο, Βιομηχανική Επιθεώρηση, Επένδυση κ.ά.. Η διαδικτυακή της καριέρα ξεκίνησε από τον ‪flash.gr, συνέχισε στο Euro2day.gr και από το 2016 βρίσκεται στον διαδικτυακό αέρα του Capital.gr.

Σχόλια

Εικόνα Anonymous

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.