Αλήθειες και ψέματα για τα self test: Τι λέει η επιστήμη

Η Ελλάδα αξιοποιεί τη μαζική χρήση των self test προκειμένου να ανακόψει το επιδημικό κύμα. Τι υποδεικνύουν οι επιστημονικές μελέτες και οι εμπειρικές παρατηρήσεις για την αξιοπιστία και τη χρηστική αξία τους;
Χρόνος ανάγνωσης: 
15
'
[Βασίλης Παπαδόπουλος/Eurokinissi]

Η επαναλειτουργία των Λυκείων με φυσική παρουσία από τη Δευτέρα 12 Απριλίου, συνοδεύτηκε από την πρώτη προσπάθεια μαζικής χρήσης των self test στην Ελλάδα. Πριν κλείσει η πρώτη εβδομάδα, από 10.155 φαρμακεία σε όλη τη χώρα διατέθηκαν 832.831 self test σε πολίτες. Για τις πρώτες εβδομάδες λειτουργίας των λυκείων, θα προβλέπονται δύο δωρεάν τεστ εβδομαδιαίως για μαθητές και εκπαιδευτικούς, ενώ η υποχρεωτική χρήση των self test επεκτείνεται από τη Δευτέρα 19 Απριλίου σε 930.000 εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα (λιανεμπόριο, εστίαση, χερσαίες, θαλάσσιες και αεροπορικές μεταφορές, υπηρεσίες καθαρισμού, κουρεία, κομμωτήρια, κέντρα αισθητικής, υπηρεσίες τυχερών παιχνιδιών και νομικές υπηρεσίες), αλλά και του δημοσίου («Βοήθεια στο σπίτι», υπηρεσίες καθαρισμού ΟΤΑ και κεντρικής διοίκησης, δικαστές και δικαστικό προσωπικό).

Με δύο λόγια

Το βασικό πλεονέκτημά των ταχέων self test είναι η ταχύτητα, καθώς το αποτέλεσμα βγαίνει εντός λίγων λεπτών (10-30’), σε αντίθεση με ένα μοριακό τεστ που ενδέχεται να απαιτεί από αρκετές ώρες έως δύο ημέρες, γεγονός που μπορεί να αποδειχθεί καταλυτικό για την περαιτέρω διασπορά του ιού στην κοινότητα. Το μειονέκτημά τους είναι πως ένα ποσοστό ενδέχεται να είναι ψευδώς αρνητικά, με αποτέλεσμα να δημιουργείται μία ψευδής αίσθηση ασφάλειας, ή ψευδώς θετικά (ειδικά σε περιοχές με χαμηλό επιπολασμό), με όποιες κοινωνικές και ψυχολογικές προεκτάσεις έχει τούτο. Ακόμα, το self test αποτυπώνει τη στιγμιαία εικόνα και δεν διασφαλίζει ότι ο ιός εκείνη τη στιγμή δεν επωάζεται (χωρίς ακόμη να ανιχνεύεται από το τεστ). Δεδομένου όμως ότι καμία χώρα δεν έχει τη δυνατότητα να ελέγχει όλον τον πληθυσμό και μάλιστα δύο φορές την εβδομάδα με μοριακό τεστ, τα self test προτάσσονται ως η βέλτιστη επιλογή, ειδικά στις χώρες που χαλαρώνουν τα λόκνταουν και επιτρέπουν την επανέναρξη δραστηριοτήτων. Στόχος είναι η δημιουργία ενός φίλτρου ελέγχου του πληθυσμού και δη των ασυμπτωματικών, που υπό κανονικές συνθήκες δεν θα υποβάλλονταν σε έλεγχο για SARS-CoV-2. Πρόκειται για μία παρέμβαση δημόσιας υγείας που αποσκοπεί στη διακοπή των αλυσίδων μετάδοσης.

Αυτές τις μέρες που υπάρχει ανάγκη για ξεκάθαρη ενημέρωση κι ανάλυση, το inside story προσφέρει όλα τα άρθρα γύρω από τον Covid-19 ελεύθερα σε όλους τους αναγνώστες.

#ΜένουμεΑσφαλείς: Ανακαλύψτε πάνω από 2.500 ρεπορτάζ και ιστορίες του inside story. Γραφτείτε για έναν μήνα δωρεάν EΔΩ.

Όπως σημείωσε άλλωστε ο επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Υγιεινής και Επιδημιολογίας της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, Γκίκας Μαγιορκίνης, πρόκειται για μια μορφή προσυμπτωματικού ελέγχου (screening) που αποσκοπεί στην έγκαιρη διάγνωση με σκοπό την πρόληψη. «Ελέγχουμε υγιείς ανθρώπους για να εντοπίσουμε μια νόσο σε πρώιμα στάδια, πριν, δηλαδή, εμφανιστούν συμπτώματα. Χαρακτηριστικά παραδείγματα τέτοιου τύπου προσυμπτωματικού ελέγχου ευρείας κλίμακας είναι η δοκιμασία "Παπανικολάου", το γνωστό τεστ ΠΑΠ, οι μαστογραφίες, αλλά και τα τεστ για τον ιό του ΗΙV» τόνισε επισημαίνοντας ότι το κοινό όλων αυτών των ελέγχων είναι ότι «σαρώνουν» μεγάλο μέρος του πληθυσμού που δεν έχει συμπτώματα, προκειμένου να εντοπίσουν τα άτομα που έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να νοσούν. Γι’ αυτό και ο προσυμπτωματικός έλεγχος ακολουθείται πάντα από πιο ειδικό έλεγχο, ώστε να γίνει η τελική διάγνωση και επιβεβαίωση και ακολούθως να εφαρμοστούν τα απαραίτητα προληπτικά μέτρα.

Κατά την ενημέρωση των διαπιστευμένων συντακτών στις 16 Απριλίου, το inside story ρώτησε τον κ. Μαγιορκίνη τη θέση της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων αναφορικά με την προοπτική να χρησιμοποιηθούν τα self test για τον αυτοδιαγνωστικό έλεγχο εκατομμυρίων πολιτών, ώστε να μετακινηθούν το Πάσχα. Ο επίκουρος καθηγητής Επιδημιολογίας απέφυγε να πάρει θέση, απαντώντας: «Το θέμα των περιφερειακών μετακινήσεων είναι ένα εξαιρετικά ευαίσθητο θέμα και θα μπορούσαν να εφαρμοστούν διάφορα πρωτόκολλα. Ωστόσο, το βασικό στοιχείο που μας ενδιαφέρει αυτή τη στιγμή είναι το σύστημα Υγείας. Και επειδή η πίεση είναι αρκετά μεγάλη και έχουμε υψηλό αριθμό θανάτων, θα πρέπει να δούμε αυτό κατά προτεραιότητα και μετά να δούμε τα υπόλοιπα». Σύμφωνα με πληροφορίες μας, αρκετά μέλη της Επιτροπής εκφράζουν τις επιφυλάξεις τους για το κυβερνητικό σχέδιο να αξιοποιηθούν τα self test ως «διαβατήρια» για την πασχαλινή έξοδο, κυρίως γιατί ανησυχούν ότι η ενδεχόμενα ψευδής αίσθηση ασφάλειας που δημιουργεί το αρνητικό αποτέλεσμα ενός τεστ, ίσως λειτουργήσει καταλυτικά για την εξάπλωση της επιδημίας, και μάλιστα σε περιοχές που δεν παρουσιάζουν επιβάρυνση αυτήν την περίοδο.

 

 

Το ποσοστό των θετικών

Τα πρώτα δείγματα υποδεικνύουν ότι η επιχείρηση αυτή μπορεί πράγματι να βοηθήσει στον έλεγχο της επιδημίας στη χώρα μας, κυρίως γιατί προσφέρουν τη δυνατότητα ελέγχου ασυμπτωματικού και προσυμπτωματικού πληθυσμού. Τα 623 θετικά κρούσματα που δηλώθηκαν την πρώτη ημέρα στην πλατφόρμα self-testing.gov.gr δεν είναι μεν πολλά συγκριτικά με τα αναμενόμενα, αλλά είναι αρκετά ώστε να σπάσουν εκατοντάδες, ίσως και χιλιάδες αλυσίδες μετάδοσης. Όπως διευκρινίστηκε, 4.201 συμπολίτες μας ζήτησαν επανέλεγχο (συμπεριλαμβάνονται και όσοι είχαν αρνητικό self test, αλλά ενδεχομένως είχαν συμπτώματα ή επαφή με κρούσμα), εκ των οποίων 575 επιβεβαιώθηκαν ως θετικοί, ενώ κατά την ενημέρωση εκκρεμούσαν 144 αποτελέσματα.

Η πλειονότητα άλλωστε των μαθητών και εκπαιδευτικών που ελέγχθηκαν ήταν ασυμπτωματικοί, επομένως αν δεν είχαν υποβληθεί σε αυτοδιαγνωστικό έλεγχο θα κυκλοφορούσαν κανονικά στην κοινότητα διασπείροντας τον ιό. Από την απλή πράξη –εφόσον ο δείκτης Rt κινείται γύρω στο 1 (0,98 ήταν την προηγούμενη εβδομάδα)– προκύπτει ότι μέσα σε μία εβδομάδα, τα άτομα που διαγνώστηκαν θετικά, θα είχαν οδηγήσει σε 5.000 και πλέον κρούσματα.

Είναι όμως όσο ακριβή πρέπει;

«Η ικανοποιητική ακρίβεια του ατομικού τεστ σε συνδυασμό με τον μεγάλο αριθμό εξετάσεων που μπορούν να διενεργηθούν συγχρόνως, καθώς και με το μικρό χρονικό διάστημα που απαιτείται για την ολοκλήρωσή τους, κάνουν αυτά τα ατομικά τεστ ένα επιπλέον εργαλείο στη φαρέτρα όλων μας για την αντιμετώπιση της πανδημίας» σημειώνει ο Γκίκας Μαγιορκίνης.

«Ωστόσο να επισημάνουμε, ότι όπως όλα τα τεστ –και να υπενθυμίσω ότι αυτό ισχύει ακόμα και για τα μοριακά– δεν μπορούν να αποκλείσουν τη νόσο σε ποσοστό 100%» συνεχίζει ο κ. Μαγιορκίνης, τονίζοντας πως είναι εξαιρετικά σημαντικό να μην διαφοροποιείται η συμπεριφορά μας λόγω του αρνητικού τεστ.

Στην πτυχή αυτή έγκειται και ο αντίλογος για την αποτελεσματικότητα της στρατηγικής. Σύμφωνα με αυτόν, επειδή τα ατομικά τεστ έχουν χαμηλότερη –συγκριτικά με τα PCR test– ευαισθησία και ειδικότητα, ενδέχεται να δώσουν ψευδώς αρνητικά και ψευδώς θετικά αποτελέσματα.

Πράγματι σε πολλά από τα rapid test (είτε είναι ρινικά, είτε φαρυγγικά, είτε σιέλου) που κυκλοφορούν στο εμπόριο, αυτός είναι ένας υπαρκτός κίνδυνος.

Προφανώς δεν είναι όλα τα τεστ αντιγόνου εξίσου αξιόπιστα. Αυτά που διανέμονται στη χώρα μας, σύμφωνα με τους όρους του διαγωνισμού με τον οποίον τα προμηθεύτηκε το κράτος, πρέπει να έχουν αρκετά υψηλή ευαισθησία (άνω του 80%) και σχετική ειδικότητα (άνω του 99%). Όπως σημείωσε ο Γκίκας Μαγιορκίνης, η ευαισθησία των τεστ αυξάνεται σε ποσοστό άνω του 80%, και φτάνει ακόμη και το 95%, όσο μεγαλύτερο είναι το φορτίο του ιού στον οργανισμό.

Γλωσσάρι του κορονοϊού

Όπως γράφαμε στο ομώνυμο άρθρο μας:

Ειδικότητα του διαγνωστικού ελέγχου είναι η ποσοστιαία πιθανότητα να δώσει αρνητικό αποτέλεσμα εφόσον ο εξεταζόμενος δεν είναι φορέας του ιού. Ενδεικτικά, η ονομαστική ειδικότητα ενός τεστ σε ποσοστό 99% συνεπάγεται ότι αν το τεστ διενεργηθεί σε 100 υγιείς, θα διαγνώσει 99 ως αρνητικούς στον ιό.

Ευαισθησία του διαγνωστικού ελέγχου είναι η ποσοστιαία πιθανότητα να δώσει θετικό αποτέλεσμα, εφόσον ο εξεταζόμενος είναι φορέας του ιού. Ενδεικτικά, η ονομαστική ευαισθησία ενός τεστ σε ποσοστό 90% συνεπάγεται ότι αν το τεστ διενεργηθεί σε 100 φορείς του ιού, θα διαγνώσει 90 ως θετικούς στον ιό.

Γι’ αυτό και οι ειδικοί συστήνουν τα εγκεκριμένα από τις αρμόδιες αρχές ταχέα τεστ αντιγόνου (είτε διενεργούνται κατ’ οίκον, είτε σε υγειονομικές δομές) ως ωφέλιμα εργαλεία δημόσιας υγείας για τον έλεγχο του πληθυσμού. Συστήνονται ειδικά για τον εντοπισμό φορέων με υψηλότερα ιικά φορτία σε περιοχές με εκτεταμένο επιπολασμό, αλλά και για περιβάλλοντα όπου δύσκολα μπορούν να τηρηθούν όλα τα υπόλοιπα μέτρα (π.χ. μάσκες και φυσική αποστασιοποίηση), όπως τα σχολεία και οι εργασιακοί χώροι.

Συστήνουν μάλιστα τη χρηματοδότηση με κρατικούς πόρους, ως μία στρατηγική προστασίας της δημόσιας υγείας.

Αρκετοί ειδικοί επισημαίνουν επίσης την πιθανότητα ο χαμηλός επιπολασμός του ιού σε κάποιες περιοχές να λειτουργεί «παραπλανητικά», καθώς ενδέχεται να οδηγήσει σε ψευδώς θετικά αποτελέσματα. Πρόσφατο ρεπορτάζ του Guardian κάνει λόγο για ένα μαθηματικό μοντέλο κυβερνητικής υπηρεσίας της Βρετανίας, το οποίο έδειξε ότι σε περιοχές όπου λιγότερα από ένα στα 1.000 άτομα είναι φορείς του ιού, το ποσοστό ψευδών θετικών ενδέχεται να ξεπεράσει τα αληθώς θετικά, λόγω πολύ χαμηλού επιπολασμού. H επίσημη έκθεση του Public Health England πάντως, την οποία επικαλέστηκε και ο κ. Μαγιορκίνης, κάνει λόγο για ειδικότητα 99,72% στον γενικό πληθυσμό και 99,97% στα σχολεία (πολύ υψηλότερη των προδιαγραφών των συγκεκριμένων τεστ). Ακόμη όμως και αν προκύψει ένα ψευδώς θετικό, το οποίο ο δυνητικός φορέας δεν θα επαληθεύσει, η πιο αρνητική συνέπεια θα είναι αυτός να μείνει αυτοπεριορισμένος στο σπίτι χωρίς να είναι φορέας.

Τα ψευδώς αρνητικά, παρότι πιο σπάνια (1-2% σε περιοχές με υψηλό επιπολασμό), ενέχουν τον κίνδυνο πιο «χαλαρής» συμπεριφοράς των ατόμων και της ελλιπούς συμμόρφωσης με τα μέτρα. Και σε αυτή την περίπτωση πάντως πρόκειται για άτομα που δεν θα είχαν ούτως ή άλλως ελεγχθεί με άλλο τρόπο. Όπως πάντως ανέφερε ο Γκίκας Μαγιορκίνης, βάσει των στοιχείων που έχει στη διάθεσή του, ο επιπολασμός στον πληθυσμό αυτή τη στιγμή κινείται στο 1%, επομένως η πιθανότητα να προκύψει ένα ψευδώς αρνητικό αποτέλεσμα από self test είναι μικρότερη από 1 στα 1.000. Όσον αφορά τα ψευδώς θετικά, επισήμανε ότι παρότι ανέμεναν να επαληθευτούν γύρω στο 20%-30%, η επαλήθευση ξεπέρασε και το 70%.

Γι’ αυτό το ECDC συστήνει επιβεβαιωτικό τεστ για τους θετικούς, ειδικά σε περιοχές όπου δεν υπάρχει μεγάλη διασπορά. Eπανέλεγχος σε αρνητικά self test συστήνεται μόνο αν το άτομο εμφανίζει συμπτώματα ή/και υπάρχει πολύ υψηλός επιπολασμός της νόσου στην περιοχή (όπερ σημαίνει ότι αυξάνεται η πιθανότητα ψευδώς αρνητικών αποτελεσμάτων).

Στο Ην. Βασίλειο, το 82% των θετικών self test επιβεβαιώθηκε με μοριακό έλεγχο. Αρκετά υψηλό ποσοστό και μάλιστα σε τεράστιο δείγμα (26,1 εκατ. αυτοδιαγνωστικών ελέγχων, το 81% εκ των οποίων πραγματοποιήθηκε από μαθητές και εκπαιδευτικούς, από τις 4 έως τις 31 Μαρτίου).

Κι αν δεν κάνω το τεστ σωστά;

Ορισμένοι επισημαίνουν επίσης ότι ο μέσος πολίτης και δη οι ανήλικοι δεν θα μπορούν να εκτελέσουν ορθά το self test. Σύμφωνα με νέα μελέτη, δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφοροποιήσεις στην ευαισθησία των τεστ αντιγόνου που έκαναν μόνοι τους εθελοντές συμμετέχοντες (χωρίς σχετική εμπειρία και γνώση) με τα αντίστοιχα τεστ που πραγματοποιήθηκαν από επαγγελματίες, παρά το γεγονός ότι συχνά τα άτομα αποκλίνουν από τις οδηγίες (ακόμη και λαμβάνουν ατελώς το δείγμα). Το θετικό ποσοστό συμφωνίας μεταξύ των αποτελεσμάτων αυτοελέγχου και επαγγελματικών δοκιμών ήταν 91,4%, ενώ το αρνητικό ποσοστό συμφωνίας ήταν 99,1%.

Η σύγχυση επιτείνεται από ορισμένες μελέτες που αφορούν σε τεστ αντισωμάτων τα οποία υποδεικνύουν μόλυνση σε προγενέστερο χρόνο.

Καθηγητής Χάρβαρντ: «To καλύτερο εργαλείο που έχουμε σήμερα στη διάθεση μας»

Ένας από τους πλέον φανατικούς υπερμάχους των αυτοδιαγνωστικών ελέγχων για την παρουσία του SARS-CoV-2 είναι ο επίκουρος καθηγητής του Χάρβαρντ, Δρ Μάικλ Μίνα.

Με τακτικές δημόσιες τοποθετήσεις του, αλλά και τις προτάσεις του ως συμβούλου περί των διαγνωστικών ελέγχων τόσο της κυβέρνησης Τραμπ, όσο και της κυβέρνησης Μπάιντεν, ο Δρ Μίνα επιμένει ότι η εκτεταμένη και τακτική δοκιμασία αντιγόνου είναι το καλύτερο δυνατό εργαλείο που έχουμε στη διάθεσή μας σήμερα, για τον έλεγχο της δημόσιας υγείας και τον περιορισμό των εστιών μετάδοσης.

Είχαμε την ευκαιρία να συζητήσουμε με ερευνητές του εργαστηρίου του Δρ Μίνα αναφορικά με τους επιμέρους προβληματισμούς που διατυπώνονται για τα self test.

«Είναι η συχνότητα και η ταχύτητα λήψης των αποτελεσμάτων και όχι η απόλυτη ευαισθησία του τεστ που πρέπει να βρίσκεται στο επίκεντρο ενός προγράμματος εξέτασης δημόσιας υγείας, εφόσον θέλουμε να μειώσουμε τα κρούσματα και να κόψουμε τις αλυσίδες μετάδοσης», λέει ο Δρ Μίνα, που έχει αναλύσει τις θέσεις τους σε ένα εκτενές άρθρο στο Time.

«Η ευαισθησία και η ειδικότητα των ταχέων δοκιμών SARS-CoV-2 έχουν βελτιωθεί πολύ από την πρώτη τους εισαγωγή και πλέον είναι αρκετά καλές», δήλωσε στο inside story ο ερευνητής του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ Στίβεν Κίσλερ, που εξειδικεύεται στην Ανοσολογία και τις Λοιμώδεις Νόσους.

«Μερικές πρόσφατες μελέτες αναφέρουν λανθασμένα ότι η ευαισθησία των τεστ αυτών είναι χαμηλή. Αυτές οι μελέτες συγκρίνουν γενικά τα αποτελέσματα των ταχέων δοκιμών με τις δοκιμές PCR, παρά με το εάν το άτομο είναι μολυσματικό ή όχι». Όπως επισημαίνει ο κ. Κίσλερ, ένα PCR τεστ μπορεί να δίνει θετικό αποτέλεσμα ακόμη και για μεγάλο χρονικό διάστημα αφότου το άτομο πάψει να είναι μεταδοτικό, ενώ ένα rapid test είναι πολύ πιθανότερο να δείξει αν ένας φορέας είναι πραγματικά μολυσματικός.

«Από αυτή την άποψη, τα rapid test είναι καλύτερα από τα PCR». Όσον αφορά την αναγκαιότητα επιβεβαίωσης του αποτελέσματος ενός θετικού self test με μοριακό, ο Στίβεν Κίσλερ επισημαίνει ότι είναι καλή ιδέα, αλλά υπάρχουν και άλλοι τρόποι αύξησης της ειδικότητας, συμπεριλαμβανομένου ενός δεύτερου rapid test, που χρησιμοποιεί διαφορετικό στόχο. Πολλά κιτ ταχείας δοκιμής που κυκλοφορούν διεθνώς περιλαμβάνουν τις «επιβεβαιωτικές» δοκιμές προκειμένου να διασφαλιστεί ότι ένα θετικό δείγμα είναι πράγματι θετικό, μέσα σε λίγα λεπτά.

«Προκειμένου να δούμε πραγματική επίδραση της τακτικής του μαζικού self testing στην πορεία της επιδημίας, περίπου το 50% του πληθυσμού θα πρέπει να ελέγχεται κάθε τέσσερις ημέρες ή περίπου δύο φορές την εβδομάδα» απαντάει ο Μάικλ Μίνα. Όσον αφορά το πιθανολογούμενο μειονέκτημα της οικειοθελούς δήλωσης του αποτελέσματος, ο Δρ Κίσλερ μας είπε: «Ένα από τα οφέλη των self test είναι ότι δεν χρειάζεται απαραίτητα να δηλώνονται. Είναι καλό να δηλώνονται, αλλά ορισμένοι δυσπιστούν για τον τρόπο που θα χρησιμοποιηθούν τα δεδομένα τους και ενδεχομένως να προτιμήσουν να μην αναφέρουν τα αποτελέσματα των ελέγχων. Ακόμη όμως κι αν δεν δηλώσουν το αποτέλεσμα, μπορούν να επωφεληθούν από τα rapid test, εφόσον προσαρμόσουν τη συμπεριφορά τους. Στην πραγματικότητα, θα ήταν πιο πιθανό να ελεγχθούν χρησιμοποιώντας μια ταχεία δοκιμασία από το να κάνουν ένα τεστ PCR που επιβλέπεται από ιατρό».

Όσον αφορά την ορθή επικοινωνιακή τακτική, ο Στίβεν Κίσλερ δήλωσε στο inside story: «Προκειμένου να επικοινωνήσουμε σχετικά με τις ταχείες δοκιμές, πρέπει πρώτα να καταστήσουμε σαφή την απλή προσδοκία για τον τρόπο που θα χρησιμοποιηθούν (για παράδειγμα “Αυτό-ελεγχθείτε κάθε τέσσερις ημέρες”), ενώ πρέπει να καταστήσουμε σαφή τα οφέλη που περιμένουμε να δούμε (“το τεστ βοηθά ώστε να περιορίσετε τα κρούσματα και να προστατεύσετε τους ανθρώπους γύρω σας”). Τέλος, πρέπει να δοθεί έμφαση στα οφέλη που θα αποκομίσουν όσοι κάνουν το τεστ (“σας επιτρέπει να συναντηθείτε με άλλα άτομα με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και λιγότερο κίνδυνο για την υγεία σας”). Και, αυτό δεν αφορά τόσο την επικοινωνία, όσο το γεγονός ότι πρέπει να διατίθενται προσιτά οικονομικά, ευρέως προσβάσιμα τεστ. Εάν δεν υπάρχουν διαθέσιμα τεστ για χρήση από την κοινότητα, τότε καμία επικοινωνιακή τακτική δεν θα είναι χρήσιμη».

Η διαφορά στη θετικότητα (και γιατί δεν πρέπει να την αξιολογούμε)

Αρκετοί θέσει επικριτές των self test αποφάνθηκαν ήδη από την πρώτη ημέρα εφαρμογής της στρατηγικής στην Ελλάδα ότι δεν είναι αξιόπιστα, επικαλούμενοι τη διαφορά στο ποσοστό θετικότητας των self test, συγκριτικά με το ποσοστό θετικότητας στο σύνολο των τεστ που διενεργούνται στη χώρα.

Το ποσοστό θετικότητας των τεστ που δηλώθηκαν στην πλατφόρμα εκτιμάται σε 0,25% (δηλώθηκαν 359 θετικά μαθητών σε σύνολο 160.100 self test, και 254 θετικά στο προσωπικό σε σύνολο 84.993 self test).

Το ποσοστό θετικότητας την προηγούμενη εβδομάδα στον γενικό πληθυσμό κυμαινόταν στο 5,5%. Η διαφορά από το 0,25% προφανώς φαντάζει τεράστια, αλλά πρόκειται για δύο διαφορετικά, μη συγκρίσιμα μεγέθη. Το μεν πανελλαδικό ποσοστό θετικότητας υπολογίζεται από το πηλίκο του συνόλου των διαγνωστικών ελέγχων προς τα θετικά, όπως συμβαίνει και με τον υπολογισμό του ποσοστού στα self test. Η ειδοποιός διαφορά έγκειται στο ότι στο σύνολο συνυπολογίζονται τα μοριακά PCR και rapid test σε δημόσιες και ιδιωτικές δομές και τα ταχέα τεστ αντιγόνου που διεξάγονται από τον ΕΟΔΥ σε πλατείες, στις πύλες εισόδου κ.ά. Λόγω έλλειψης σχετικών δεδομένων δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε τα ακριβή ποσοστά. Ανεξαρτήτως ποσοστών, είναι βέβαιο ότι ελέγχονται συμπτωματικοί, συρροές, επαφές επιβεβαιωμένων κρουσμάτων, όσοι ανησυχούν ότι έχουν έρθει σε επαφή με κρούσμα, γενικός πληθυσμός από επιβαρυμένες περιοχές κ.λπ. Αντίθετα, μέσω των self test ελέγχονται σε συντριπτικό ποσοστό ασυμπτωματικοί και ολιγοσυμπτωματικοί που κατά πάσα πιθανότητα δεν θα είχαν ελεγχθεί σε άλλη περίπτωση.

Πρέπει να συνυπολογίσουμε επίσης ότι αρκετά (άγνωστο πόσα ακριβώς) θετικά αποτελέσματα δεν δηλώθηκαν – περίπου 130.000 τεστ παρότι παρελήφθησαν από τους δικαιούχους, δεν αναρτήθηκαν είτε γιατί οι μαθητές και οι εκπαιδευτικοί προσκόμισαν χειρόγραφη βεβαίωση, είτε γιατί προτίμησαν να επανελεγχθούν προτού δηλώσουν ένα θετικό κρούσμα, πιθανότατα υπό τον φόβο του στιγματισμού.

Το ποσοστό θετικότητας που είναι όμως άξιο περαιτέρω διερεύνησης είναι αυτό των εκπαιδευτικών και του προσωπικού των σχολικών μονάδων (1 στα 334), που είναι σημαντικά υψηλότερο του αντίστοιχου στις τάξεις των μαθητών (1 στα 445).

Όπως τόνισε η κυβερνητική εκπρόσωπος Αριστοτελία Πελώνη, τα επιδημιολογικά συμπεράσματα θα συνεχίσουν να εξάγονται από τον ΕΟΔΥ στη βάση των επιβεβαιωτικών θετικών κρουσμάτων που θα καταγράφονται διακριτά στις ημερήσιες εκθέσεις.

Εφαρμόζουν κι αλλού το self testing;

Αντίστοιχη τακτική –δύο self test την εβδομάδα– εφαρμόζεται στο Ηνωμένο Βασίλειο, έπειτα από απόφαση της κυβέρνησης Τζόνσον, σε μία εμφανή προσπάθεια να κατευνάσει τις αντιδράσεις για την επαναλειτουργία των εκπαιδευτικών ομάδων προτού προχωρήσει το εμβολιαστικό πρόγραμμα. Πλέον, όλοι οι κάτοικοι της Αγγλίας δικαιούνται δύο τεστ την εβδομάδα τα οποία μπορούν να προμηθευτούν είτε από φαρμακεία και δημόσιες δομές, είτε να ζητήσουν να τους αποσταλούν κατ’ οίκον.

Το πρόγραμμα της κυβέρνησης Τζόνσον να θωρακίσει τη χώρα μέσω των διαγνωστικών ελέγχων ενδέχεται να κοστίσει έως και 100 δισ. (περίπου ο ετήσιος προϋπολογισμός του Εθνικού Συστήματος Υγείας), γεγονός που προκαλεί επικρίσεις, αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί και προσδοκίες, συνδυαστικά με την πρόοδο του εμβολιαστικού προγράμματος.

Στον Καναδά τα οικιακά τεστ διανέμονται στα σχολεία, αλλά μόνο σε συμπτωματικούς μαθητές και εκπαιδευτικούς.

Η κυβέρνηση Μπάιντεν ανακοίνωσε ότι οι ΗΠΑ, παρά την πρόοδο του εμβολιαστικού προγράμματος, θα επενδύσουν ένα ιλιγγιώδους ύψους ποσό προκειμένου να επεκτείνουν τους διαγνωστικούς ελέγχους και τη γονιδιωματική ανάλυση, με στόχο να εμποδίσουν αφενός τη διασπορά του κορονοϊού, και αφετέρου ενδεχόμενα μελλοντικά κύματα. Στον προϋπολογισμό του 1,6 δισ. δολαρίων περιλαμβάνεται πρόβλεψη για διαγνωστικά τεστ κατ’ οίκον αλλά και σε κλειστές δομές και σχολεία.

Η Αυστρία αξιοποίησε τα self test αρχικά για να επιτρέψει την επαναλειτουργία των σχολείων με φυσική παρουσία των μαθητών και των εκπαιδευτικών και εν συνεχεία για να χαλαρώσει τους περιορισμούς του lockdown σε καταστήματα λιανικής και χώρους εργασίας. Στόχος της κυβέρνησης είναι να παρέχει σε εβδομαδιαία βάση πρόσβαση σε self test στο ένα τρίτο του πληθυσμού.

Δωρεάν τεστ αντιγόνου γίνονται συστηματικά για όσους πολίτες το επιθυμούν και στην Ελβετία, το Βέλγιο και αλλού, ενώ σύντομα αναμένεται να γενικευτεί ως πρακτική διεθνώς, λόγω των αναντίρρητων πλεονεκτημάτων που υπερτερούν των μειονεκτημάτων.

Στη Σλοβακία, η απόφαση της κυβέρνησης για μαζικό έλεγχο (σχεδόν όλου) του πληθυσμού σε συνδυασμό με άλλα μη φαρμακευτικά μέτρα οδήγησε στην άμεση μείωση του επιπολασμού του ιού SARS-CoV-2 στη χώρα.

Πώς θα ενθαρρυνθούν οι πολίτες να ελεγχθούν

Eρευνητές από διάφορους κλάδους προσπαθούν επί σειρά ετών να ενθαρρύνουν τους ανθρώπους να εμβολιάζονται και να κάνουν διαγνωστικούς ελέγχους (πχ για καρκίνο, H.I.V. κ.ά.). Ορισμένες από αυτές τις στρατηγικές, θα μπορούσαν να βοηθήσουν τους ειδικούς να σχεδιάσουν προγράμματα διάγνωσης και ανίχνευσης του κορονοϊού ή ακόμη και προγράμματα εμβολιασμού, με υψηλότερα ποσοστά συμμετοχής.

Εφόσον λοιπόν το μήνυμα είναι ξεκάθαρο και σαφές, οι πολίτες θα υιοθετήσουν το μέτρο. «Σε κάθε φάση της πανδημίας, σε κάθε βήμα, επιδιώκουμε τη συμμετοχή όλων στην τιτάνια προσπάθεια ελέγχου της επιδημίας» σημειώνει ο Γκίκας Μαγιορκίνης. «Η χρήση των μασκών, η κοινωνική αποστασιοποίηση, η τήρηση των ατομικών κανόνων προσωπικής υγιεινής, η παραμονή στο σπίτι, ο εμβολιασμός, αλλά και το λόκνταουν, τίποτα από αυτά δεν έχει αποτέλεσμα χωρίς τη συμμετοχή κάθε συμπολίτη μας. Το δωρεάν self test που διανέμεται από το κράτος είναι ένα συμπληρωματικό εργαλείο που δίνει τη δύναμη σε κάθε πολίτη να συμμετέχει σε αυτή την τιτάνια προσπάθεια να επανεκκινήσουμε την κανονικότητα. Η εκπαίδευση σε κανόνες υγιεινής, η συμμετοχικότητα, είναι ακρογωνιαίοι λίθοι της μοντέρνας Δημόσιας Υγείας» καταλήγει ο επίκουρος καθηγητής Επιδημιολογίας στο ΕΚΠΑ.

 

Υπάρχει κίνδυνος από τα απορρίμματα των τεστ;

Επιφυλάξεις εκφράζονται και για τα απόβλητα των self test, αν και όπως επισημαίνει η Γενική Γραμματεία Συντονισμού Διαχείρισης Αποβλήτων, και γι’ αυτά ισχύουν οι γενικές οδηγίες. Κατ’ αρχάς τα απόβλητα δεν ανακυκλώνονται στους μπλε κάδους και δεν απορρίπτονται στις αποχετεύσεις. Στην περίπτωση που το τεστ είναι αρνητικό, απορρίπτεται μαζί με τα λοιπά αστικά απόβλητα, δηλαδή τοποθετείται σε πλαστική σακούλα και απορρίπτεται στον κοινό κάδο απορριμμάτων (πράσινο ή γκρι κάδο). Εφόσον είναι θετικό πρέπει να απορρίπτεται με τα αναλώσιμα του ασθενούς, σε καλά κλεισμένη σακούλα που τοποθετείται σε κλειστό κάδο εντός της οικίας και στη συνέχεια σε δεύτερη σακούλα που κλείνει το ίδιο σφιχτά, χωρίς να γεμίσει υπερβολικά, και απορρίπτεται στον πράσινο ή γκρι κάδο.

Είναι όμως πανάκεια;

Προφανώς όχι. Τα self test πρέπει να χρησιμοποιούνται ως ένα συμπληρωματικό εργαλείο για τον διαγνωστικό έλεγχο του πληθυσμού και τον έγκαιρο εντοπισμό ασυμπτωματικών και ολιγοσυμπτωματικών φορέων του ιού, οι οποίοι όμως ενδέχεται να λειτουργούν ως υπερμεταδότες. Εφόσον βέβαια συνδυαστούν με την αυστηρή απομόνωσή τους και την έγκαιρη ιχνηλάτηση των επαφών τους, μπορούν πράγματι να ανασχέσουν τα επιδημικά κύματα.

Το βασικό πλεονέκτημά των ταχέων τεστ βέβαια είναι η ταχύτητα, καθώς το αποτέλεσμα βγαίνει εντός λίγων λεπτών (10-30’), σε αντίθεση με ένα μοριακό τεστ που ενδέχεται να απαιτεί από αρκετές ώρες έως δύο ημέρες, γεγονός που μπορεί να αποδειχθεί καταλυτικό για την περαιτέρω διασπορά του ιού στην κοινότητα.

Λόγω των περιορισμών που τονίσαμε προηγουμένως, ενδέχεται ένα ποσοστό των τεστ να είναι ψευδώς αρνητικά, με αποτέλεσμα να δημιουργείται μία ψευδής αίσθηση ασφάλειας, ή ψευδώς θετικά (ειδικά σε περιοχές με χαμηλό επιπολασμό), με όποιες κοινωνικές και ψυχολογικές προεκτάσεις έχει τούτο. Γι’ αυτό και οι ειδικοί προτείνουν επανέλεγχό τους, και μάλιστα από επαγγελματία υγείας. Εκτός των άλλων, το τεστ, αποτυπώνει τη στιγμιαία εικόνα και δεν διασφαλίζει ότι ο ιός δεν επωάζεται (χωρίς ακόμη να ανιχνεύεται από το τεστ), ούτε βέβαια ότι το άτομο δεν θα μολυνθεί στη συνέχεια. Γι’ αυτό και είναι κρίσιμη η τήρηση όλων μέτρων προσωπικής υγιεινής και αποστασιοποίησης και βέβαια η συνεπής και σωστή χρήση της μάσκας, ανεξαρτήτως αν το τεστ είναι αρνητικό.

Δεδομένου επίσης ότι καμία χώρα δεν έχει τη δυνατότητα (εργαστήρια, προσωπικό, αντιδραστήρια) ώστε να ελέγχει όλον τον πληθυσμό και μάλιστα δύο φορές την εβδομάδα με μοριακό τεστ, τα αυστοδιαγνωστικά τεστ αντιγόνου προτάσσονται ως η βέλτιστη επιλογή ειδικά στις χώρες που χαλαρώνουν τα λόκνταουν και επιτρέπουν την επανέναρξη δραστηριοτήτων.

Είναι πρόδηλο ότι ο στόχος της δωρεάν διανομής αυτοδιαγνωστικών κιτ δεν είναι η εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων για την επιδημιολογική εικόνα, αλλά η δημιουργία ενός φίλτρου ελέγχου του πληθυσμού και δη ασυμπτωματικών ατόμων που υπό κανονικές συνθήκες δεν θα υποβάλλονταν σε έλεγχο για SARS-CoV-2. Πρόκειται ουσιαστικά για μία παρέμβαση δημόσιας υγείας που αποσκοπεί στη διακοπή των αλυσίδων μετάδοσης. Στο χέρι μας είναι να την αξιοποιήσουμε σωστά.

Εικόνα goranitis
Γράφει για τεχνολογία, επιστήμη και ψηφιακή κουλτούρα σε περιοδικά, εφημερίδες και websites. Σπούδασε στο τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του ΕΚΠΑ και πρόσφατα ξεκίνησε ένα εντελώς άσχετο μεταπτυχιακό. Η συλλογή διηγημάτων «24» (Εκδόσεις Πατάκη) είναι το πρώτο του βιβλίο.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.