Με όπλο ένα κινητό
Έγραψε το βιβλίο, με τον ίδιο τρόπο που έστελνε ανταποκρίσεις στον Guardian και άρθρα σε Μέσα όπως οι Financial Times και η Huffington Post: στο WhatsApp.
Εκατομμύρια χρήστες από όλον τον κόσμο ανταλλάσσουν καθημερινά αρχεία και μηνύματα μέσω της δημοφιλούς εφαρμογής. Ο Μπεχρούζ Μπουτσάνι, παρότι είχε περιορισμένη πρόσβαση τόσο στο διαδίκτυο όσο και σε ηλεκτρική ενέργεια, χρησιμοποιούσε το κινητό που είχε κρυφά στην κατοχή του, για να αποτυπώσει την κατάσταση στο νησί Μάνους, όπου κρατείται τα τελευταία έξι χρόνια.
Πρόκειται για το μικρό νησί στην Παπούα Νέα Γουινέα, που η Αυστραλία αξιοποιεί, μαζί με το Ναούρους, έχοντας κάνει μια συμφωνία αρκετών δισ. ευρώ με τη χώρα, για να «αποθηκεύει» τους μετανάστες, πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο που καταφθάνουν κυρίως από χώρες της Ασίας. Όμως το βράδυ της περασμένης Πέμπτης 31 Ιανουαρίου συνέβη το παράδοξο: η χώρα που του αρνείται το δικαίωμα να πατήσει το έδαφός της, βράβευσε τον Μπεχρούζ Μπουτσάνι με το σημαντικότερο ίσως εγχώριο λογοτεχνικό βραβείο. Στα φετινά Victorian Premier's Literary Awards, ο Μπουτσάνι απέσπασε το ανώτατο βραβείο, το Victorian Prize for Literature, και το βραβείο στην κατηγορία μη-μυθοπλασίας, κερδίζοντας συνολικά 125.000 δολάρια Αυστραλίας.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι το γεγονός πως στο βιβλίο που του χάρισε το βραβείο, «No Friends But the Mountains: Writing from Manus Prison», ο Μπουτσάνι περιγράφει τη βαναυσότητα της καθημερινότητας στο κέντρο κράτησης, όπου βρέθηκε να ζει υπό την εποπτεία και τον έλεγχο της αυστραλιανής κυβέρνησης.
Η ιστορία του Μπουτσάνι
Παρότι ο Μπεχρούζ Μπουτσάνι είναι μόλις τριάντα έξι χρονών, στις φωτογραφίες του που υπάρχουν στο διαδίκτυο βλέπει κανείς έναν άνθρωπο εξαντλημένο, καταπονημένο. Γεννημένος στο Ιράν με κουρδική καταγωγή, ο Μπουτσάνι ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές του σπουδές στην Πολιτική Γεωγραφία και την Γεωπολιτική, και ξεκίνησε να εργάζεται ως δημοσιογράφος στη χώρα του, συνιδρύοντας στην συνέχεια το περιοδικό Werya, που προωθούσε τα δικαιώματα των Κούρδων.
Ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο, το 2013 οι αρχές του Ιράν ξεκίνησαν να συλλαμβάνουν τους συνεργάτες του από το περιοδικό. Τότε ο Μπουτσάνι κατάλαβε πως ήταν καιρός να φύγει. Πέρασε τρεις μήνες κρυμμένος, προτού αναζητήσει την τύχη του στο εξωτερικό. Ακολούθησε τη διαδρομή που ακολουθούν πολλοί πρόσφυγες της ευρύτερης περιοχής, προς τα ανατολικά, και πλήρωσε στους διακινητές μια μικρή περιουσία έχοντας προορισμό την Αυστραλία: στην δεύτερη προσπάθειά του να περάσει από την Ινδονησία στο νησί, η βάρκα τους εντοπίστηκε από τις αρχές και οι πρόσφυγες που βρίσκονταν εντός της συνελήφθησαν.
Κρατήθηκαν για λίγο καιρό στο Christmas Island, όπου ο Μπουτσάνι θυμάται πως βίωσε την πρώτη πράξη εξευτελισμού: όταν του ανακοίνωσαν πως θα μεταφερόταν στο κέντρο κράτησης του νησιού Μάνους, στην μέση του Ειρηνικού, είπε πως ήταν συγγραφέας, και εισέπραξε το γέλιο του αξιωματούχου.
Οι επικρίσεις της διεθνούς κοινότητας, οι καταγγελίες ανθρωπιστικών οργανώσεων και τα ρεπορτάζ για τις άσχημες συνθήκες που επικρατούσαν στο κέντρο κράτησης δεν έλειπαν, και τελικά μία δικαστική απόφαση στην Παπούα Νέα Γουινέα έκρινε αντισυνταγματική την λειτουργία του κέντρου κράτησης κι αυτό έκλεισε επισήμως στις 31 Οκτωβρίου 2017. Οι ένοικοί του μεταφέρθηκαν σε άλλες δομές του νησιού.
Παρά τις αλλαγές, έξι χρόνια αφότου ξεκίνησε η προσωπική του περιπέτεια, ή όπως ο ίδιος γράφει «μετά από τρεις πρωθυπουργούς και τρεις υπουργούς Μετανάστευσης», ο Μπουτσάνι είναι ένας από τους περίπου 600 ανθρώπους που παραμένουν εγκλωβισμένοι στο νησί – στην «πιο όμορφη φυλακή του κόσμου», όπως έχει χαρακτηριστεί ειρωνικά το Μάνους από ανθρώπους που έζησαν εκεί για χρόνια.
Ανταποκρίσεις μέσω WhatsApp
Ο Μπουτσάνι υποστηρίζει πως το να γράφει για όσα συμβαίνουν στο Μάνους αποτελεί χρέος του στην ανθρωπότητα. Ως ανταποκριτής του Guardian, μιας και η πρόσβαση στους δημοσιογράφους είναι απαγορευμένη, γράφει τις ιστορίες των ανθρώπων που ζούνε πλάι του.
Είναι οι πατεράδες που συνάντησε και οι τραγωδίες που κουβαλούσαν μαζί τους, ο Σαλίμ που το έσκασε για να γλιτώσει από την γενοκτονία αλλά βρέθηκε να χάνει με τον πιο τραγικό τρόπο την γυναίκα του, ο Σαμ «που μπορούσε να σωθεί» αλλά χάθηκε μέσα στο κέντρο κράτησης από έναν καθ' όλα αντιμετωπίσιμο θάνατο, ο Φεϊζάλ που πέρασε όλη του τη ζωή σε στρατόπεδα προσφύγων, κι αποτελούσε την μόνη ελπίδα όλης της οικογένειάς του για ένα καλύτερο μέλλον, αλλά πέθανε γιατί οι γιατροί αρνούνταν να πάρουν στα σοβαρά τις ενοχλήσεις στο στήθος για τις οποίες τους μιλούσε για καιρό.
| Πολλοί, όπως ο Σαλίμ, έχουν χάσει όλη τους την ελπίδα για το πολιτικό σύστημα και τις ιατρικές υπηρεσίες. Δεν προκαλεί έκπληξη το ότι η πρώτη αντίδραση πολλών φυλακισμένων (σ.σ. εννοεί στο άκουσμα της αυτοκτονίας) ήταν: «Αυτό είναι καλό για εκείνον, τουλάχιστον τώρα είναι ελεύθερος». Θυσιάζοντας την ζωή του ο Σαλίμ απελευθερώθηκε από τα δεσμά των ιατρών και των νοσοκόμων, από τα έγγραφα και τις αιτήσεις, απελευθερώθηκε από το να εγγράφεται σε λίστες και να αναμένει θεραπεία, από το να ελπίζει άσκοπα για βοήθεια όταν εξαρχής δεν υπήρχε καμία πρόθεση να βοηθηθεί. |
| Πηγή: Salim fled genocide to find safety. He lost his life in the most tragic way / The Guardian |
Ο Μπουτσάνι γράφει επίσης για την ημέρα που πέθανε ο φίλος του Χαμίντ, επίσης κρατούμενος στο νησί, αλλά και για τις δυσκολίες, τις αυτοκτονίες, την πείνα και τις τόσες χαμένες ημέρες. Ο ίδιος πρόσφατα ξεπέρασε τα 2.000 εικοσιτετράωρα στο νησί, σε μια ζωή μετέωρη, σε αναμονή. Μέσα από το γράψιμό του προσπαθεί να δώσει πρόσωπο και ταυτότητα στους ανθρώπους που υποβιβάζονται απλώς σε αριθμούς. Κι αναρωτιέται: πώς μπορεί ένα δυτικό έθνος να ατενίζει το μέλλον με αισιοδοξία, τη στιγμή που κρατά αθώους ανθρώπος και μικρά παιδιά φυλακισμένους σε τέτοιες συνθήκες;
Οι ανταποκρίσεις του για τον Guardian τον έβαλαν στο στόχαστρο της Αστυνομίας. Όπως αναφέρει, μια μέρα οι Αρχές τον συνέλαβαν, του τράβηξαν τα μαλλιά, του έδεσαν τα χέρια και τον χτύπησαν γιατί τα κείμενά του «είχαν πλήξει τη φήμη τους». Ο ίδιος όμως δεν σταμάτησε.
Τελικά με βρήκαν. Αμέσως εφτά ή οχτώ αστυνομικοί με άρπαξαν από τα χέρια και με κουβάλησαν έξω μπροστά στα μάτια όλων των προσφύγων. Σαν μια σκηνή όπου απομακρύνεται ένας επικίνδυνος κακοποιός. Καθώς συνέβαινε αυτό ένας αστυνομικός συμπεριφέρθηκε σαν έφηβος και μου τράβηξε τα μαλλιά. Βαθιά μέσα μου γελούσα. Με έσπρωξαν βίαια. Με χτύπησαν στην πλάτη, στο πίσω μέρος του λαιμού μου, δεν μου έκανε ζημιά, αλλά και πάλι με χτυπούσαν. Με χτυπούσαν όλοι τους. Ένας από αυτούς συνέθλιψε τελείως τα γυαλιά ηλίου μου κάτω από τις μπότες του. Ήταν όλοι τους εξοργισμένοι και μου φώναζαν: «Εσύ φταις, είσαι ένοχος, κατέστρεψες τη φήμη μας, είσαι ένοχος!». |
| Πηγή: Manus police pulled my hair and beat me. 'You've damaged our reputation,' they said / The Guardian |
«To WhatsApp είναι σαν το γραφείο μου», εξήγησε ο Μπουτσάνι μιλώντας τηλεφωνικά στο BBC το βράδυ που κέρδισε το βραβείο. «Δεν έγραφα σε χαρτί, γιατί εκείνη την περίοδο κάθε βδομάδα ή κάθε μήνα οι φρουροί επιτίθεντο στο δωμάτιό μας και έψαχναν τα πράγματά μας. Φοβόμουν πως μπορεί να έχανα τα γραπτά μου, οπότε ήταν καλύτερο για μένα απλώς να γράφω και να τα στέλνω».
Έτσι, κομμάτι-κομμάτι, με μηνύματα, έλαβε το κείμενο σε βάθος πέντε χρόνων ο εκδοτικός οίκος Picador Australia. Ο Μπουτσάνι μιλάει αγγλικά, αλλά έστελνε τα μηνύματά του στα φαρσί και ο μεταφραστής του, Ομίντ Τοφιγκιάν, από το πανεπιστήμιο του Σίδνεϊ, ανέλαβε εκτός από τη μετάφραση να συνθέσει τη δομή του κειμένου.
Το αποτέλεσμα είναι το υβριδικό βιβλίο του, που συνδυάζει την ποίηση με τη δημοσιογραφία και την κριτική θεωρία. Ο εκδοτικός οίκος περιγράφει το βιβλίο ως «μια φωνή μαρτυρίας, μια πράξη επιβίωσης. Μια λυρική κατάθεση σε πρώτο πρόσωπο. Μια κραυγή αντίστασης».
Κανονικά, μόνο τα έργα αυστραλών πολιτών ή μονίμων κατοίκων της χώρας είναι υποψήφια για το συγκεκριμένο βραβείο. Στην περίπτωση του Μπουτσάνι, όμως, η κριτική επιτροπή έκανε μια εξαίρεση, καθώς θεωρήθηκε πως η ιστορία που καταγραφόταν στο βιβλίο ήταν «μια αυστραλιανή ιστορία», προσφέροντας αυτό που η κριτική επιτροπή χαρακτήρισε ως «μια νέα κατανόηση των πράξεων της Αυστραλίας και της ίδιας της χώρας εξίσου».
Όπως δήλωσε ο Μάικλ Γουίλιαμς, διευθυντής του Wheeler Center, ενός Ινστιτούτου που εποπτεύει τον διαγωνισμό εκπροσωπώντας την κυβέρνηση της Αυστραλίας: «Πρόκειται για ένα εξαιρετικό λογοτεχνικό έργο».
«Είμαστε απλώς άνθρωποι»
Στα χρόνια της παραμονής του στο νησί, ο Μπουτσάνι δεν περιορίστηκε στις γραπτές ανταποκρίσεις. Τράβηξε με το κινητό του τηλέφωνο πλάνα από τη ζωή στο κέντρο κράτησης, με τα οποία στην συνέχεια θα δημιουργούνταν το διάρκειας ενενήντα λεπτών ντοκιμαντέρ Chauka, please tell us the time (το σάουκα είναι πτηνό της περιοχής και το τραγούδι του επιτρέπει στους ντόπιους να καταλάβουν την ώρα), και μίλησε στο ντοκιμαντέρ Nowhere Line: Broken Dreams From Manus Island.
Σκοπός του Μπουτσάνι είναι να γίνει κατανοητό αυτό που ονομάζει «συστηματική προσπάθεια» της «φασιστικής κυβέρνησης της Αυστραλίας» να αφαιρεθούν από τους πρόσφυγες και τους αιτούντες άσυλο «η ταυτότητα, η ανθρωπιά, η ατομικότητά τους».
«Έπειτα από χρόνια αγώνα απέναντι στο σύστημα που έχει αγνοήσει πλήρως τις ατομικές μας ταυτότητες, χαίρομαι που φτάσαμε σε αυτήν τη στιγμή», δήλωσε στο βίντεο που έστειλε από το νησί, το βράδυ της βράβευσής του. Και συμπλήρωσε: «Δεν είμαστε άγγελοι, ούτε είμαστε διαβολικοί. Είμαστε άνθρωποι, απλοί άνθρωποι, αθώοι άνθρωποι».
Άνθρωποι που έχουν παραμείνει για χρόνια στο νησί όπως εκείνος, δηλώνουν πως είναι χειρότερα από τη φυλακή, γιατί «τουλάχιστον εκεί ξέρεις τι να περιμένεις, σε πόσον καιρό θα είσαι ελεύθερος και πάλι». Ο μεταφραστής του, παραλαμβάνοντας εκ μέρους του το βραβείο εμφανίστηκε αισιόδοξος: «Δεν μπορούμε να υποτιμήσουμε την επιρροή που αυτό το βραβείο θα έχει για την πολιτική σκηνή της Αυστραλίας και την πολιτική της Αυστραλίας στο προσφυγικό, όχι μόνο στην Αυστραλία, αλλά για τους εκτοπισμένους και εξορισμένους ανθρώπους σε όλον τον κόσμο».
Την ίδια άποψη ασπάζεται και ο Μπουτσάνι, που βρήκε τη λύτρωση στις λέξεις στα χρόνια που παραμένει εγκλωβισμένος. «Πάντοτε έλεγα ότι πιστεύω στις λέξεις και τη λογοτεχνία. Νομίζω πως η λογοτεχνία έχει τη δύναμη να φέρει την αλλαγή και να αμφισβητήσει συστήματα εξουσίας. Η λογοτεχνία έχει τη δύναμη να μας δώσει ελευθερία», ήταν το μήνυμά του το απόγευμα της Πέμπτης.
Η πραγματικότητα βέβαια μπορεί να είναι λιγότερο ρομαντική. Σε μια παλιότερη τηλεφωνική επικοινωνία του με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, που διέρρευσε στον Τύπο, ο τότε αυστραλός πρωθυπουργός Μάλκολμ Τέρνμπουλ ακούγεται να λέει αναφερόμενος στους πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο που κρατούνται στα δύο νησιά:
«Δεν συμβαίνει επειδή είναι κακοί άνθρωποι. Αλλά γιατί, προκειμένου να σταματήσουμε τους διακινητές, έπρεπε να τους στερήσουμε από το προϊόν τους. Οπότε είπαμε, εάν προσπαθήσετε να έρθετε με βάρκα στην Αυστραλία, ακόμη κι αν πιστεύουμε ότι είστε ο καλύτερος άνθρωπος ή ακόμη κι αν είστε μια διάνοια που έχει κερδίσει βραβείο Νόμπελ, εμείς δεν θα σας αφήσουμε να μπείτε».

