Η Alt-Right στο Λευκό Οίκο

Η άρια προπαγάνδα του Breitbart που βασίστηκε στις ψεύτικες ειδήσεις και τον εντυπωσιασμό παρά στην αλήθεια, κέρδισε το ίντερνετ και ο εμπνευστής της, Στιβ Μπάνον, ανταμείφθηκε από τον Ντόναλντ Τραμπ με μια υψηλή θέση στην Ουάσιγκτον. Ο κόσμος παρακολουθεί έντρομος την εισβολή της άκρας δεξιάς στην πολιτική ζωή της Αμερικής.
Χρόνος ανάγνωσης: 
12
'
O Στιβ Μπάνον στο λόμπι του Trump Tower. [DREW ANGERER / GETTY IMAGES NORTH AMERICA / AFP]

Εκ πρώτης όψεως, το editorial των New York Times στις 19 Νοεμβρίου με θέμα τη διασπορά ψευδών ειδήσεων στην εποχή των κοινωνικών δικτύων μοιάζει περιφερειακή στη συγκυρία. Στις ψευδείς ειδήσεις είχε αφιερώσει λίγες μέρες πριν μεγάλο μέρος από τη συνέντευξή του στον κωμικό και παρουσιαστή Μπιλ Μάχερ και ο απερχόμενος Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών. Θα μπορούσε να θεωρηθεί σύμπτωση, αν οι αριθμοί τους οποίους παραθέτει ο κολοσσός της αμερικάνικης δημοσιογραφίας δεν καταδείκνυαν ότι οι ψευδείς ειδήσεις έχουν πια αφήσει πίσω τα “επίσημα” μέσα ενημέρωσης, έχοντας μάλιστα συνεισφέρει πολύ ενεργά στη νίκη του Ντόναλντ Τραμπ. Ο ίδιος φαίνεται να το αναγνωρίζει αυτό. Σάλο έχει προκαλέσει η απόφασή του να τοποθετήσει στη θέση του στρατηγικού επικεφαλής του Λευκού Οίκου ένα πρόσωπο που είναι για πολλούς συνυφασμένο με το φαινόμενο της παραπληροφόρησης και μάλιστα στην πιο επιθετική ακροδεξιά της εκδοχή: τον Στιβ Μπάνον, διευθυντή του ειδησεογραφικού πρακτορείου Breitbart που επί των ημερών της προεκλογικής κούρσας χάρισε στα εκατομμύρια αναγνωστών του μία συνέχη ροή περιεχομένου προσανατολισμένου στο να εγείρει τα πιο αντιδραστικά ένστικτα της αμερικάνικης κοινής γνώμης.

Η ανάθεση ενός τόσο υψηλόβαθμου πόστου σε ένα πρόσωπο που θεωρείται ηγετικό στο ρεύμα της νέας ακροδεξιάς (Alt-Right, όπως είναι πια γνωστή στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού) αναμενόμενα προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Στις 16 Νοεμβρίου, χιλιάδες πολίτες κατέλαβαν τους δρόμους του Λος Άντζελες με αντιναζιστικά συνθήματα στη διαδήλωση «Stop Bannon». 650 γυναίκες απόφοιτοι του Χάρβαρντ, χωρίς κοινή πολιτική στράτευση μεταξύ τους, κατακεραύνωσαν σε ανοιχτή επιστολή τη μετεγκατάσταση του Μπάνον στην Ουάσινγκτον, το ίδιο και 15.000 δικηγόροι. Εκατοντάδες οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχουν ανασύρει ομιλίες και κείμενά του, στα οποία επιδίδεται σε επιθετική αντισημιτική, ισλαμοφοβική ή ομοφοβική ρητορική. Κανένα άλλο μέλος της νέας κυβέρνησης δεν έχει δεχθεί τόσο έντονη κριτική· πρόσωπα που αποτελούν κόκκινο πανί για την αμερικάνικη κοινή γνώμη και τα οποία έχουν ασκήσει ρατσιστική πολιτική από θέσεις ισχύος, όπως ο Ρούντι Τζουλιάνι και η Σάρα Πέιλιν, περνούν σε δεύτερη μοίρα μπροστά σε έναν άνθρωπο που δάμασε καλύτερα από κάθε άλλον αυτό που συνεργάτες του έχουν ονομάσει «post-fact world»: έναν κόσμο όπου η αλήθεια μίας είδησης έχει μικρότερη σημασία από τις αντιδράσεις που μπορεί αυτή να προκαλέσει.

Από τις υποστηρικτικές ανακοινώσεις σύσσωμου του ακροδεξιού τόξου των ΗΠΑ, εύκολα καταλαβαίνει κανείς γιατί η επιλογή αυτή μονοπωλεί τους αμερικάνικους εφιάλτες. O Ρόκι Σουχέιντα, πρόεδρος του Αμερικάνικου Ναζιστικού Κόμματος σε ένα email προς το CNN χαιρέτισε την επιλογή Μπάνον ως ένδειξη ότι «ο Ντόναλντ σοβαρολογεί». Στελέχη της πρόσφατα ανανήψασας Κου-Κλουξ-Κλουν επίσης επικρότησαν σε μέσα και κοινωνικά δίκτυα τον διορισμό. Το Ινστιτούτο Εθνικής Πολιτικής, ένα think-tank με παγανιστικές και αποκρυφιστικές ιδεολογικές ρίζες, αποστολή του οποίου είναι σύμφωνα με τον πρώην πρόεδρό του η «καταστροφή του κόμματος των Ρεπουμπλικανών και η αναδόμησή του προς όφελος των λευκών», εκτίμησε πως ο Μπάνον είναι αυτός που θα στρέψει τον Τραμπ στη σωστή κατεύθυνση –και άνοιξε το ετήσιο συνέδριο του με ένα «Χάιλ, Τραμπ!». Σε διεθνές επίπεδο, η επιλογή Μπάνον χαιρετίστηκε από πολλές οργανώσεις που τάσσονται με κάποια από τις μεταμοντέρνες εκδοχές της αριοσοφίας, μεταξύ των οποίων και η εγχώρια Χρυσή Αυγή που κατακεραύνωσε τους επικριτές του με κείμενο στο επίσημο σάιτ της.

Η υπέρμετρη εμπιστοσύνη της ακροδεξιάς στο πρόσωπο του διευθυντή του Breitbart δεν είναι ανεξήγητη. Επί των ημερών του Μπάνον, ο οποίος ανέλαβε τη διεύθυνση το 2012 ύστερα από τον θάνατο του ιδρυτή του, Άντριου Μπράιτμπαρτ, ο ιστότοπος παγιώθηκε ως διεθνές κέντρο μιας ιδιαίτερης εκδοχής της ειδησεογραφίας που έφερε απροκάλυπτα το ξενοφοβικό, ρατσιστικό, συνωμοσιολογικό, ομοφοβικό και σεξιστικό της υπόβαθρο ως μέρος ενός ανορθόδοξου προφίλ, προσαρμοσμένου στην εντυπωσιοθηρική άρδευση επισκεψιμότητας. Άγνωστο βέβαια παραμένει αν η εκτίναξη του Breitbart στην 132η θέση που κατέχει σήμερα στο αμερικάνικο Διαδίκτυο και 716η στο διεθνές, στα 3 εκατομμύρια ακόλουθων στο facebook και στους 37 εκατομμύρια επισκέπτες μηνιαίως είναι αποτέλεσμα κάποιας ιδιαίτερης επικοινωνιακής ευφυίας του Μπάνον ή μίας ιδανικής χημείας του συνδυασμού των πολιτικών του πεποιθήσεων με το μοντέλο λειτουργίας του ιστότοπου. Το σίγουρο είναι ότι όταν τέθηκε επικεφαλής το 2012, ο Μπάνον έπαιρνε στα χέρια του ένα πρωτοποριακό εγχείρημα που γινόταν όπλο στην υπηρεσία της Alt-Right.

Το επίθετο «απροκάλυπτος» και όλα τα συνώνυμά του, δεν είχαν πάντα αρνητική χροιά. Η λέξη εμφανίζεται ήδη με θετικό πρόσημο στον μύθο που θέλει τον ιδρυτή του να εμπνέεται τη μετατροπή του Breitbart από μηχανή αναδημοσίευσης ειδήσεων σε αυτόνομο πρακτορείο σε ένα ταξίδι στο Ισραήλ το 2007 και την προσωπική του φιλία με τον μετέπειτα πρωθυπουργό Νετανιάχου. Σε άρθρο του επ’ αφορμή του ανοίγματος θυγατρικού παραρτήματος στην Ιερουσαλήμ το 2015, ο συνιδρυτής του πρακτορείου, Λάρι Σόλοφ, θυμόταν την παρότρυνση του Μπράιτμπαρτ κατά τη διάρκεια εκείνου του ταξιδιού να αφήσει τη δουλειά του σε δικηγορική εταιρεία προκειμένου να ανοίξουν μαζί ένα «απροκάλυπτα φιλο-ισραηλινό μέσο» ενάντια στην «αντι-ισραηλινή προκατάληψη» των ΜΜΕ και της J Street (ΜΚΟ που τάσσεται υπέρ μιας συμφιλιωτικής λύσης της αραβο-ισραηλινής διαμάχης). Το Breitbart, ωστόσο, δεν πήρε τη γνωστή του μορφή παρά το 2010, έχοντας για προάγγελο το διαδικτυακό κανάλι Breitbart.tv που ξεκίνησε να εκπέμπει ψηφιακά λίγο μετά την επιστροφή του Μπράιτμπαρτ από το Ισραήλ.

Το ιδιαίτερο στυλ που κατέστησε δημοφιλή διαδικτυακό προορισμό το Breitbart προέκυψε μέσα από τη μακρά τριβή του ιδρυτή του με τη σκανδαλοθηρία του 21ου αιώνα. Το ξεκίνημα της δημοσιογραφικής σταδιοδρομίας του Άντριου Μπράιτμπαρτ έγινε το μακρινό 1995, όταν σε ηλικία 26 ετών, όντας ένθερμος οπαδός του Drudge Report ξεκίνησε να επικοινωνεί με τον ιδρυτή του, Ματ Ντρατζ, συνάπτοντας μια σχέση που κατέληξε σε επαγγελματική συνεργασία, η οποία διατηρήθηκε μέχρι την αυτονόμηση του “μαθητή”. Το Drudge Report γεννήθηκε ως ένα συντηρητικού προσανατολισμού newsletter που συγκέντρωνε επιλεγμένες ειδήσεις κίτρινου ή αντι-κλιντονικού χαρακτήρα και τις κυκλοφορούσε μέσω e-mail. Το πέρασμα στη διασημότητα έγινε όταν έφερε στο φως το σκάνδαλο Λεβίνσκι, τη διαρροή του οποίου είχαν αρνηθεί να παραλάβουν επίσημα μέσα. Καθώς το Drudge αποκτούσε τον δικό του ιστότοπο, σκαρφαλώνοντας συνεχώς σε δημοτικότητα (ξεπερνώντας μάλιστα σε μία φάση τους New York Times, το Fox News και τη Washington Post), ο ιδρυτής του δάνεισε το νεαρό “δεξί του χέρι” στη φίλη του, Αριάνα Χάφινγκτον, για να τη βοηθήσει να ξεκινήσει το δικό της μέσο, με προοδευτικό προσανατολισμό αυτή τη φορά. Τόσο η Huffington Post, όσο και το Drudge Report, που παραμένουν μέχρι σήμερα στις κορυφαίες θέσεις του αμερικάνικου Διαδικτύου, φέρουν το ανεξίτηλο στίγμα του Μπράιτμπαρτ.

Η πιο εκτενής μαρτυρία για την προσωπικότητά του και την καινοτόμα αντίληψη που είχε για τη διαδικτυακή εποχή της ενημέρωσης, έρχεται από τα λόγια του ιδρυτή του Buzzfeed, Τζόνα Περέτι, ο οποίος αποτέλεσε επίσης μέρος του supergroup που ανέλαβε το στήσιμο της Huffington Post το 2004. Κρίνοντας απ’ την περιγραφή που δίνει ο Περέτι, ακόμα και το δικό του εγχείρημα φαίνεται να διαπνέεται απ’ αυτά που περιγράφει ως εμπνεύσεις του Μπράιτμπαρτ: την ταχύτητα του περιεχομένου, την ενσωμάτωση του blogging, τη χρήση των πολυμέσων σε πραγματικό χρόνο. Ο Μπράιτμπαρτ παρουσιάζεται ως μια ασταμάτητη μηχανή παραγωγής ιδεών με ιδιαίτερα δύσκολους τρόπους. Μοναδικό ουσιαστικό ανάχωμα στη συνεργασία του με την υπόλοιπη ομάδα θα αποτελέσουν οι πολιτικές του πεποιθήσεις. Ο Μπράιτμπαρτ ως πρώην προοδευτικός ήλπιζε ότι θα βρει κοινό τόπο με την πρώην συντηρητική Χάφινγκτον. Όταν όμως η Huffington Post κλείδωσε την πολιτική της στράτευση στο πλευρό των Δημοκρατικών, ο Μπράιτμπαρτ αποχώρησε για να ξεκινήσει το δικό του εγχείρημα.

Μέχρι το 2012 που θα φύγει απ’ τη ζωή, αφήνοντας ως ρητή παρακαταθήκη μια «δεξιά Huffington Post», η επιρροή του ανερχόμενου «Κόμματος του Τσαγιού» που από το 2007 και εντεύθεν σπρώχνει τους Συντηρητικούς προς τα δεξιά, θα δώσει αντίστοιχη ώθηση και στον ίδιο. Μέσω των Big Hollywood, Big Government και Big Journalism που αργότερα θα συσπειρωθούν κάτω από την ομπρέλα του Breitbart, αναλαμβάνει τον ρόλο του διαπρύσιου κήρυκα των αξιών του κινήματος και της «κατάρριψης» –στην πραγματικότητα, καταδίκης– όλων των κατηγοριών που πλανώνται σχετικά με τις συνθήκες ίδρυσης και τη χρηματοδότησή του. Απ’ αυτή την περίοδο είναι που ο Μπράιτμπαρτ και τα μέσα του θα αρχίσουν να χαρακτηρίζονται μαζικά ως «δυνάμεις της αλήθειας» (truth force), παρότι στην πραγματικότητα είναι εκατοντάδες τα περιστατικά που δείχνουν ότι η σχέση τους με την αλήθεια είναι υπέρ το δέον χαλαρή.

Η εμπλοκή του στο Κόμμα του Τσαγιού είναι ενεργή, καθώς εμφανίζεται ως ομιλητής σε διάφορες εκδηλώσεις του κινήματος ανά τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ σχέσεις συνάπτει και με συγκεκριμένους οργανικούς διανοούμενους του Πολέμου στο Ιράκ που κινούνται μεταξύ think tanks και μέσων ενημέρωσης. Χαρακτηριστική είναι η τακτική αρθρογραφία του Ντέιβιντ Χόροβιτς στα μέσα του Μπράιτμπαρτ, αλλά και η ανάθεση του Big Government στον Μάικ Φλιν του Ιδρύματος Reason. Οι ζυμώσεις αυτών των διανοούμενων με την «απροκάλυπτα φιλο-ισραηλινή» διάθεση του Μπράιτμπαρτ, θα παράγουν το πραγματικό σήμα κατατεθέν της ειδησεογραφίας του, η οποία σε μεγάλο βαθμό αφορά τον «εσωτερικό κίνδυνο» που πρεσβεύουν οι μουσουλμάνοι των ΗΠΑ και της Ευρώπης. Αυτή τη μηχανή παραγωγής ισλαμοφοβικών ειδήσεων –που συχνά αποδεικνύονται πλαστές ή διεσταλμένες, όπως το περιβόητο φούτερ Adidas που παρουσιάστηκε ως τζιχαντιστικό χαλί προσευχής– είναι που θα κληρονομήσει ο Μπάνον το 2012.

Η άνοδος του μελλοντικού στρατηγικού επικεφαλής της κυβέρνησης Τραμπ στην κεφαλή του Breitbart κάθε άλλο παρά ομαλή υπήρξε. Την επαύριο του θανάτου του ιδρυτή του σάιτ, η δυσαρέσκεια απ’ τη στάση του Μπάνον αρχίζει να βγαίνει στα ΜΜΕ μέσω ανώνυμων δηλώσεων. Θεωρείται πως ο Μπάνον προδίδει τη μνήμη του Μπράιτμπαρτ, έχοντας μετατρέψει το μέσο του σε «φερέφωνο των Ρεπουμπλικάνων», ενώ διάφορες κατηγορίες δείχνουν ότι είναι ιδιαίτερα πιθανό να πήγε να κεφαλαιοποίησει αυτή τη σχέση. Ωστόσο, η μεγαλύτερη τομή που εισάγει ο Μπάνον στο σάιτ είναι ο αντισημιτισμός που καταφέρεται εναντίον δημοσίων προσώπων των ΗΠΑ και ο οποίος θα ήταν μάλλον αδιανόητος επί των ημερών του ιδρυτή του. Λογικό, καθώς αφενός, ο Μπάνον είχε άλλες ιδεολογικές καταβολές απ’ τον ιδρυτή του και αφετέρου, ο αντι-κρατισμός και η ισλαμοφοβία που γέννησαν το Κόμμα του Τσαγιού άρχιζαν να δίνουν τη θέση τους σε ένα νέο ρεύμα, οι πεποιθήσεις του οποίου προέρχονταν από μεγαλύτερα βάθη της δεξαμενής της ριζοσπαστικής δεξιάς.

Για να κατανοήσει κανείς την κοσμοθεωρία του Μπάνον, πρέπει καταρχάς να παραδεχτούμε κάποιες σκοτεινές αλήθειες για τις ΗΠΑ, οι οποίες δεν ταιριάζουν με την εικόνα που έχουμε οι περισσότεροι στο μυαλό μας για την “γη των ελεύθερων”. Τις τελευταίες δεκαετίες, η ακροδεξιά τρομοκρατία έχει μετατραπεί σε μάστιγα από άκρη σε άκρη των Ηνωμένων Πολιτειών. Με εξαίρεση την επίθεση στους Δίδυμους Πύργους το 2001, η πιο αιματηρή τρομοκρατική επίθεση στην ιστορία της χώρας συνέβη το 1995, όταν οι ακροδεξιοί εξτρεμιστές Τίμοθι Μακβέι και Τέρι Νίκολς, των οποίων οι διασυνδέσεις με ναζιστικές οργανώσεις ήταν γνωστές στις αρχές, τοποθέτησαν έξω από κτίριο της ομοσπονδιακής κυβέρνησης μια βόμβα που στοίχισε 168 ζωές.

Έκτοτε, και ειδικά μετά την κρίση του 2008, οργανώσεις σαν αυτές που καθοδήγησαν τους δράστες, έχουν πολλαπλασιαστεί στις ΗΠΑ. Σύμφωνα με το Southern Poverty Law Center, πριν το 2008 ήταν ενεργές 42 παραστρατιωτικές οργανώσεις, ενώ σήμερα ξεπερνούν τις 240. Για αυτούς τους ανθρώπους, ο πόλεμος με τον «πολιτιστικό μαρξισμό», την «παγκόσμια νέα τάξη» αλλά και το ίδιο το κράτος που σκοπεύει στον «εξισλαμισμό και το τέλος της λευκής φυλής» (όλες οι φράσεις είναι δανεισμένες από σελίδες διαφόρων γκρουπ) είναι υπαρκτός.

Μια πιο συγκροτημένη μορφή αυτών των θεωριών συναντάμε σε ομιλία του Μπάνον σε συνάντηση εκπροσώπων διαφόρων οργανισμών που έχουν στόχο την «υπεράσπιση του χριστιανικού κόσμου» στο Βατικάνο το 2014. Στο βίντεο, ο Μπάνον μιλάει για τον πόλεμο που βλέπει να έρχεται μεταξύ «Ιουδαιο-χριστιανικού κόσμου και του Ισλάμ», έναν πόλεμο που κατ’ αυτόν ήδη συμβαίνει. Μεγάλο ενδιαφέρον ωστόσο, και εξηγήσεις για τη γοητεία που ασκεί το Breitbart και η νεοναζιστική Alt-Right στους κατά κύριο λόγο φτωχούς Αμερικανούς που στελεχώνουν τις μιλίσιες της “Λευκής Δύναμης”, μας δίνει η ανάλυση του για τις ρίζες της παρακμής της δύσης.

Ο Μπάνον δεν θεωρεί ότι στον Λευκό Οίκο βρίσκεται ένας κρυφoμαρξιστής, όπως διακηρύσσουν πολλοί από το Tea Party. Αντίθετα, η κριτική του εστιάζει στην απομάκρυνση της Δύσης από αυτό που αποκαλεί «χριστινικό πεφωτισμένο καπιταλισμό που δουλεύει για όλους» και τη μεταμόρφωση του είτε σε έναν –εμπνευσμένο από την Άυν Ραντ– «αδηφάγο κορπορατιστικό, αμοραλιστικό καπιταλισμό, ξέχωρο από την θρησκεία και με μηδενική έγνοια για τον άνθρωπο τον οποίο θεωρεί ένα ακόμα εμπόρευμα» είτε στον οδηγούμενο από το κράτος καπιταλισμό όπως αυτόν που βλέπουμε στη Ρωσία και την Κίνα, που ισοπεδώνει τον πληθυσμό και επί τους ουσίας «είναι απλά μια κλεπτοκρατία». Αυτό βέβαια δεν τον σταματάει από το να θεωρεί τον Πούτιν έναν «πολύ, πολύ έξυπνο άνθρωπο» που έχει καταλάβει την αξία των συντηρητικών ηθών στη βάση του επερχόμενου πολέμου Δύσης και Ισλάμ, καθώς και να τραβάει την νοητή γραμμή μεταξύ των θεωριών του και του «Ευρασιατισμού» που ασπάζεται ο Αλεξάντερ Ντούγκιν, έμπιστος (και ακραίος) σύμβουλος του Βλάντιμιρ Πούτιν.

Σημειωτέον ότι σε συνδυασμό με τις ιδέες του περί λευκής φυλετικής ανωτερότητας, η πιο ψύχραιμη ταμπέλα που θα μπορούσε να αποδοθεί στον Μπάνον είναι αυτή του ξεκάθαρου Ναζί. Τον θαυμασμό του άλλωστε στην προπαγανδίστρια των Ναζί, Λένι Ρίφενσταλ, έχει παραδεχτεί ανοιχτά και ο ίδιος σε συνέντευξη του στη Wall Street Journal.

Αυτού του είδους η “παγκόσμια” μπορούμε να πούμε θεώρηση του Μπάνον, βρίσκεται πίσω και από τα σχέδια του να επεκταθεί και εκτός ΗΠΑ, ανοίγοντας «ένα νέο παράρτημα κάθε 90 ημέρες». Το βρετανικό κομμάτι του Breitbart στήθηκε πριν μερικά χρόνια με σκοπό να εκφράσει αυτό που ο Μπάνον και οι συνεργάτες του αντιλαμβάνονταν ως ένα «νεογέννητο Κόμμα του Τσαγιού» που στερούνταν κάποιας mainstream πλατφόρμας (παρότι ο διόλου ευκαταφρόνητου μεγέθους όμιλος Express είχε ήδη εκφράσει τη συμπάθειά του προς τον Φάρατζ, έχοντας δωρίσει και μεγάλα ποσά στις προεκλογικές εκστρατείες του UKIP), αναφερόμενοι στο κομμάτι του κόσμου που σήμερα έχει συσπειρωθεί στην εκλογική βάση του εθνικιστικού UKIP. Στην πορεία συμπεριέλαβε μερικούς από τους πλέον γνωστούς αρνητές της κλιματικής αλλαγής στη Βρετανία (όπως τον αρθρογράφο Τζέιμς Ντέλινγκποουλ του Spectator).

Η μεγάλη έκπληξη που ήρθε με το βρετανικό Breitbart ωστόσο, ήταν η πρόσληψη του δεύτερης γενιάς Ινδού Ραχίμ Κασίμ στη θέση του αρχισυντάκτη, ο οποίος μεταξύ άλλων είναι και πρώην μουσουλμάνος. Ο Κασίμ διετέλεσε το 2015 οργανωτής της εκστρατείας του ηγέτη του UKIP Νάιτζελ Φάρατζ και έβαλε και ο ίδιος υποψηφιότητα για την αρχηγία του κόμματος μετά την παραίτηση του τελευταίου. Είναι απλά ένα ακόμα παράδειγμα της ολοένα και πιο κοντινής σχέσης μεταξύ δημοσιογραφίας και πολιτικής, που θολώνει τη γραμμή μεταξύ ακτιβισμού και πληροφόρησης δημιουργώντας το πλέγμα ψευδών ή έστω υπερβολικών ειδήσεων που τόσο απασχολεί τα media αυτές τις μέρες.

Μεταξύ των στόχων του Breitbart είναι και ο πόλεμος εναντίων της πολιτικής ορθότητας, που φυσικά άμεσο στόχο του έχει τα δικαιώματα των μειονοτήτων, των γυναικών και της LGBT κοινότητας. Σημαιοφόρος αυτής της κίνησης είναι ο διαβόητος πλέον Μάιλο Γιαννόπουλος (με πατέρα ελληνικής καταγωγής). Από το ανατολικό Λονδίνο και το σάιτ Kernel που ασχολούνταν με τα κουτσομπολιά της tech κοινότητας και το οποίο έφυγε από τα χέρια του όταν ο Γιαννόπουλος άφησε τους εργαζόμενους απλήρωτους για μήνες (και που είναι μόνο το πρώτο από πολλά οικονομικά σκάνδαλα που συνδέονται με το όνομα του), βρέθηκε ηγέτης της διαδικτυακής Alt-Right. Σταρ πλέον, πέρασε τον Ατλαντικό για να βοηθήσει στην εκστρατεία του Ντόναλντ Τράμπ, χαρίζoντας του (όντας ο ίδιος ομοφυλόφιλος) ένα LGBT-friendly προσωπείο αλλά και έναν υπερασπιστή του «κατατρεγμένου από την κουλτούρα πολιτικής ορθότητας λευκού άνδρα». Οι εμφανίσεις του στην τηλεόραση και οι διαλέξεις του προκαλούν συχνά αντιδράσεις και του έχει απαγορευτεί να μιλήσει σε πολλά πανεπιστήμια καθώς ο λόγος του έχει κριθεί μισογυνιστικός, τρανσφοβικός και όχι μόνο. Πρόσφατα, δήλωσε στο Βρετανικό Channel 4 πως «δεν με ενδιαφέρουν τα συναισθήματα, αλλά τα γεγονότα. Δε με νοιάζει αν προσβληθείς, δεν είναι δική μου δουλειά».

Με το ίδιο μοντέλο και παρόμοιες τακτικές, το Breitbart συνεχίζει τα επεκτατικά του παιχνίδια, και ήδη έχει ανακοινώσει γραφεία στο Παρίσι, το Βερολίνο και το Κάιρο. Ο ίδιος ο Μπάνον έκανε νύξεις συνεργασίας με το Εθνικό Μέτωπο της Γαλλίας, νύξεις στις οποίες η Μαριόν Λε Πεν απάντησε θετικά μέσω Τwitter.

Η ακραία δεξιά δικτυώνεται σταθερά ανά τη Δύση, και το Breitbart γιγαντώνεται (ή τουλάχιστον ελπίζει) για να κερδίσει αυτό το νέο ακροατήριο. Οι φιλοδοξίες του βέβαια δεν σταματούν εκεί. Έχοντας κατανοήσει εις βάθος τα προνόμια της νέας ψηφιακής εποχής των μέσων και καθώς η επιβολή δεοντολογίας στα κοινωνικά δίκτυα μοιάζει αδύνατη, το επιτελείο του Breitbart κατάφερε πρώτα να κανονικοποιήσει την ακροδεξιά και ύστερα να της δώσει ρόλο στην κεφαλή μιας υπερδύναμης. Δεν είναι η πρώτη φορά. Αρκετές δεκαετίες πριν, μία ομάδα Γερμανών κατάφερε και πάλι πρώτη να εκμεταλλευτεί τις καινοτομίες στην εφημερίδα, το ραδιόφωνο και το σινεμά και μέσω αυτών να απαντήσει στην κρίση ταυτότητας της Δύσης και την αγανάκτηση των κατώτερων στρωμάτων εναντίον των ελίτ με φυλετική ανωτερότητα, αυταρχισμό και ρατσισμό. Μέσω αυτών, κατασκεύασε αρκετή συναίνεση ώστε να μπορέσει να προβεί στις μεγαλύτερες θηριωδίες που είδε ο 20ος αιώνας.

 

Έχει συνεργαστεί με εφημερίδες και διαδικτυακά μέσα και αποτελεί μέλος των συντακτικών ομάδων του περιοδικού UNFOLLOW και της αγγλόφωνης διαδικτυακής πλατφόρμας Athens Live.
Είναι δημοσιογράφος και ζει στην Αθήνα μετά από πολλά χρόνια στο Λονδίνο. Αρθρογραφεί τακτικά για τα Politico Europe, New Statesman, Observer/Guardian και London Review of Books ενώ δουλειές του έχουν εμφανιστεί και στα Al Jazeera English & America, BBC, Channel 4 κ.ά.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous
gplus

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.