Προσφορά γενεθλίων!

Γράψου, χάρισε ή ανανέωσε το inside story για έναν χρόνο με 50% έκπτωση.Δες εδώ

Τα βιβλία του 2017

Όλη τη χρονιά έγραψαν χιλιάδες λέξεις, αλλά διάβασαν εκατομμύρια. Αυτά είναι τα βιβλία του 2017 που ξεχώρισαν οι συντάκτες του inside story.
Χρόνος ανάγνωσης: 
30
'

Ανάμεσα στα καλύτερα βιβλία του npr, του Vοx, του GQ, του Esquire, του National Geographic, του Wired, του Guardian, των Βρετανών εκδοτών, της Washington Post, του BBC, της Vogue, του Good Reads, του Bloomberg, των New York Times, του New Yorker, του New York mag, τα καλύτερα μυθιστορήματα και οικονομικά βιβλία των Financial Times και τα 5 βιβλία που ξεχώρισε ο Μπιλ Γκέιτς που όλη μέρα διαβάζει (ένα από τα πέντε φετινά του, το πρότεινε η Κατερίνα Οικονομάκου στα βιβλία του 2016, χα!), οι συντάκτες του inside story λένε ποια βιβλία αγάπησαν το 2017.

Όμως φέτος έξι συνεργάτες μας εξέδωσαν τα δικά τους βιβλία. Βρείτε τα στο τέλος του κειμένου μαζί με λίγα λόγια από τους συγγραφείς που εξηγούν γιατί και πώς τα γέννησαν.

Δημήτρης Αναστασόπουλος

Μάρλον Τζέιμς, Η σύντομη ιστορία επτά φόνων, μετ. Παναγιώτης Τομαράς, Αίολος.

Κίνγκστον, Δεκέμβριος 1976. Η μοίρα του νησιού εξαρτάται από τις επικείμενες εκλογές. Το σοσιαλιστικό Εθνικό Λαϊκό Κόμμα και το συντηρητικό Εργατικό Κόμμα της Τζαμάικα διεκδικούν την εξουσία. Οι σοσιαλιστές έχουν τη βοήθεια του αστέρα της ρέγκε Μπομπ Μάρλεϊ που σκοπεύει να δώσει τη δωρεάν συναυλία Smile Jamaica στο Πάρκο Εθνικών Ηρώων. Οι αντίπαλοί τους έχουν τη συνδρομή της CIA που δεν επιθυμεί να μεταβληθεί το νησί σε δεύτερη Κούβα. Και οι συμμορίες των γκέτο μοιράζουν την εύνοια τους ανάλογα με τα χρήματα και τα όπλα που προσφέρει η κάθε πλευρά.

Η εισβολή ενόπλων στο σπίτι του Μάρλεϊ δύο μέρες πριν τη συναυλία, που τραυματίζει τη σύζυγο και τον μάνατζερ του τραγουδιστή ενώ ο ίδιος τη γλιτώνει με ελαφρά τραύματα, είναι η απαρχή μίας αιματηρής πορείας. Ενώ η ρέγκε ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο ως μουσική για μία ειρηνική αντίσταση, οι συμμορίτες αλληλοεξοντώνονται στα γκέτο –όταν δεν αντιμετωπίζουν την κτηνώδη βία της αστυνομίας. Η φυγή τους στη Νέα Υόρκη θα γίνει η αρχή μίας νέας εποχής καθώς οι Τζαμαϊκανοί έμποροι ναρκωτικών θα γίνουν διάσημοι για τη μοχθηρία και την απληστία τους.

Ο Μάρλον Τζέιμς είναι γόνος μεσοαστών που μεγάλωσε στις φρουρούμενες κοινότητες του Κίνγκστον. Άκουγε βρετανική ποπ και θεωρούσε τη ρέγκε σάουντρακ για τις φτωχογειτονιές. Βρέθηκε για σπουδές στο Λος Άντζελες, εγκαταστάθηκε εκεί, έγραψε δύο μυθιστορήματα, και στα 45 του άκουσε ξανά τον ήχο της πατρίδας του, έψαξε σε αρχεία εφημερίδων, διάβασε τους κορυφαίους του αμερικάνικου νουάρ και έγραψε ένα ογκώδες μυθιστόρημα που εκτυλίσσεται μέσα από τις διηγήσεις των πρωταγωνιστών για την άνοδο και την καταστολή των συμμοριτών με τα ντρέντλοκς.

Ευάγγελος Αρεταίος

Izzet Celasin, Black Sky, Black Sea, MacLehose Press.

Χωρίς να το καταλαβαίνω, αυτό το βιβλίο με είχε συνοδέψει τα τελευταία χρόνια στα ταξίδια μου στην Τουρκία. Το είχα αγοράσει στο αεροδρόμιο της Κωνσταντινούπολης αμέσως μετά το Γκεζί και τις διαδηλώσεις τον Μάιο-Ιούνιο του 2013 και το κουβαλούσα μαζί μου για δύο σχεδόν χρόνια και να που το διάβασα τελικά τον Οκτώβριο του 2015, λίγο μετά την τρομοκρατική επίθεση στην Άγκυρα που στοίχισε τη ζωή σχεδόν εκατό ανθρώπων. Το καταχώνιασα κάπου στο μέρος όπου μένω όταν πηγαίνω στην Κωνσταντινούπολη και το ξανάπιασα στα χέρια μου φέτος, πρώτη επέτειο της αποτυχημένης απόπειρας πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου.

Το Black Sky, Black Sea με ανάγκασε να κάνω ένα ταξίδι ανάμεσα στην Τουρκία του ’70 και τη σημερινή Τουρκία του Ταγίπ Έρντογαν, με τις όποιες ομοιότητες και τις μεγάλες διαφορές τους. Αυτό που με συντάραξε και ίσως με έκανε να το διαβάσω για δεύτερη φορά, είναι αυτή η τόσο ζωντανή ατμόσφαιρα βαθιάς πολιτικής και κοινωνικής πόλωσης, αλλά και φόβου, που κυριαρχεί σε όλο το μυθιστόρημα. Μέσα από την ατμόσφαιρα του Black Sky, Black Sea, αναδύονταν μου πτυχές της σημερινής Τουρκίας, όπως τη ζουν οι φίλοι και γνωστοί μου Τούρκοι και Κούρδοι από όλες τις πλευρές του πολιτικού και κοινωνικού φάσματος.

Ο Celasin ήταν νεαρός μαθητής και μετά φοιτητής στα τέλη της δεκαετίας του ’70, όταν ενεπλάκη ενεργά στο αριστερό φοιτητικό κίνημα, τραυματίστηκε, φυλακίστηκε από τη χούντα του Εβρέν και το 1988 έφυγε πολιτικός πρόσφυγας στη Νορβηγία που έγινε δεύτερη πατρίδα (μάλιστα έγραψε το μυθιστόρημα στα νορβηγικά).

Μιλώντας για το τότε τουρκικό κράτος, ο νεαρός ήρωας του Black Sky, Black Sea λέει: «Συνειδητοποίησα πόσο απογοητευμένος είχα γίνει. Και το χειρότερο από όλα, το πόσο ανήμπορος ένιωθα απέναντι σε έναν τόσο επιβλητικό εχθρό». Όταν το ΑΚΡ ήρθε στην εξουσία, υποσχέθηκε ότι θα μεταμορφώσει τη χώρα σε σύγχρονο και δημοκρατικό κράτος. Τα πρώτα δέκα χρόνια της διακυβέρνησής του, η Τουρκία ζούσε σε απίστευτους ρυθμούς και δυναμικές μεταρρυθμίσεων και ελπίδων. Από το 2010 και μετά, όμως, οι ελπίδες αυτές εξανεμίστηκαν και οι ρυθμοί μεταρρύθμισης εκμηδενίστηκαν. Η εξουσία ξαναβρήκε την παλιά της σκληρή μάσκα και το κράτος τους παλιούς του ρυθμούς που εύκολα μπορούν να μετατρέψουν τον πολίτη σε θύμα και να στιγματίσουν όποιον έχει διαφορετική άποψη ή ασκεί κριτική, ως εχθρό του κράτους και της πατρίδας. Μιας πατρίδας την οποία οι πολίτες πρέπει «να υπακούν, να φοβούνται και να αγαπούν».

Ο Celasin αναφέρεται σε γεγονότα και καταστάσεις που για πολλούς στην Τουρκία σήμερα έχουν πάρει νέες, ζωντανές, διαστάσεις. Μιλώντας για την 1η Μαΐου 1977, όταν 35 άτομα έχασαν τη ζωή τους στην Κωνσταντινούπολη από τον πανικό που προκάλεσαν πυροβολισμοί προς το ειρηνικό πλήθος, λέει: «Είχα φανταστεί ότι το μακελειό θα ήταν μια τελευταία έκκληση αφύπνισης, ένα σημείο καμπής που θα γιάτρευε όλες τις ρήξεις. Αντίθετα, όμως, οι ρήξεις έγιναν ακόμα πιο βαθιές». Και όπως και τότε, πλέον κανένας δεν μπορεί να προβλέψει πού θα οδηγήσουν.

Μαριλένα Αστραπέλλου

Γκρεγκ Τζάκσον, Άσωτοι, μετ. Παναγιώτης Κεχαγιάς, Αντίποδες.

Το έχω υπογραμμίσει σχεδόν σε κάθε σελίδα του. Όποτε έχω όρεξη ανοίγω μία στην τύχη και διαβάζω τα συμπεράσματα του μόλις 34χρονου Γκρεγκ Τζάκσον από τη μελέτη του στον εσωτερικό κόσμο των ηρώων του –στις «πολλαπλότητες που εμπεριέχουν», για να παραφράσω τον Ουίτμαν– σαν να είναι ένας ανθρωπολόγος με σπάνιο ικανότητα ενσυναίσθησης. Έντεκα ιστορίες για προνομιούχους νέους, συνομήλικους του Τζάκσον, στο ηλικιακό κατώφλι όπου ζυγίζεις τα υπέρ και τα κατά μιας ζωής που έχει απολέσει τα ενθουσιώδη ιδανικά της και έχει υποκύψει στο επείγον των πρακτικών απαιτήσεών της. Έντεκα διηγήματα που μοιάζουν με μικρά δοκίμια, όμως η διαλογική μορφή τους δεν κάθεται βαριά στο στομάχι. H γραφή σταδιακά καταρρέει από μια πιο παραδοσιακή φόρμα για να γίνει εργαλείο περιγραφής της «μετα-αφήγησης» και τελικά μένεις με την αίσθηση ότι οι εσωτερικές αντιφάσεις αποτελούν μια πανανθρώπινη συνθήκη από την οποία δεν ξεφεύγει κανείς. Και αυτό είναι παρήγορο.

Όλγα Αυγουστάτου

Αθανάσιος Αλεξανδρίδης, Παιδικοί Έρωτες, Ίκαρος.

Το βιβλίο του Αλεξανδρίδη από τη σειρά «Σχολή Ανήσυχων Γονέων» του Ίκαρου, γραμμένο απλά, αλλά με τη βαθιά γνώση της επιστημοσύνης και της εμπειρίας, θίγει θέματα γύρω από την ανάπτυξη των παιδιών εξετάζοντάς τα μέσα στο περιβάλλον στο οποίο συμβαίνουν. Ο συγγραφέας, από τις ιδιότητές του ως ψυχιάτρου, παιδοψυχιάτρου και ψυχαναλυτή, βρίσκεται σε μοναδική θέση να φωτίσει τις δυνατές συγκρούσεις ανάμεσα στις δυνάμεις αγάπης και επιθετικότητας μέσα στο διαρκώς μεταβαλλόμενο χώρο της οικογένειας. Και μας εξηγεί ότι η πορεία προς την αναγνώριση των ζητημάτων των παιδιών μπορεί να είναι παραγωγική μόνο αν περνά μέσα από την αναγνώριση του τι αυτά ανακαλούν και προκαλούν στους γονείς.

Γιώργος Βλαβιανός

Timothy Snyder, Αιματοβαμμένες χώρες: Η Ευρώπη μεταξύ Χίτλερ και Στάλιν, μετ. Ανδρέας Παππάς, Παπαδόπουλος.

Το βιβλίο που προτείνω το διάβασα πρώτα στα αγγλικά και το ξανάπιασα στα χέρια μου τους τελευταίους μήνες, καθώς επιτέλους εκδόθηκε στα ελληνικά. Οφείλω να πω ότι η μετάφραση του τίτλου «Bloodlands» ως «Αιματοβαμμένες χώρες» δεν μου άρεσε, θα ήταν ωραιότερο το «Ματωμένα Χώματα», αντιλαμβάνομαι όμως ότι έχουμε ήδη τα δικά μας μοναδικά Ματωμένα Χώματα της Σωτηρίου. Η εξαιρετική δουλειά του καθηγητή του Γέιλ, Timothy Snyder, απευθύνεται σε όλους, αλλά κυρίως σε όποιον θέλει να μάθει τι συνέβη στην Ευρώπη υπό από τα καθεστώτα του Χίτλερ και του Στάλιν στα ματωμένα χώματα που εκτείνονται από την κεντρική Πολωνία έως τη δυτική Ρωσία και την Ουκρανία. Για δώδεκα άγρια χρόνια στις περιοχές αυτές δολοφονούνταν ένα εκατομμύριο άνθρωποι ετησίως, κυρίως γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι. Παρότι από το 1939 οι περιοχές ήταν πεδία μαχών, ουδείς από συνολικά 14 εκατομμύρια ανθρώπους πέθανε εξαιτίας πολεμικών συγκρούσεων –δεν ήταν θύματα πολέμου, αλλά εγκληματικής πολιτικής.

Aλεξάνδρα Γκίτση

Λόγγος, Δάφνις και Χλόη, απόδοση Ιώ Τσάκωνα, Μεταίχμιο.

Το βιβλίο που προτείνω δεν είναι φετινό. Γράφτηκε από τον Λόγγο κάπου τον 3ο αιώνα μ.Χ. Θα σας προλάβω, λέγοντας ότι τελευταία έκδοσή του από το Μεταίχμιο είναι εξαιρετική. Σε μια παραλία της Λέσβου δύο βοσκοί βρίσκουν, με διαφορά λίγων εβδομάδων, δύο έκθετα παιδιά, ένα αγόρι και ένα κορίτσι, τα οποία ονομάζουν Δάφνι και τη Χλόη. Όταν τα παιδιά μεγαλώνουν, αναλαμβάνουν τη βοσκή των κοπαδιών και μέσα στη μαγευτική φύση ανακαλύπτουν σιγά σιγά τα μυστήρια του έρωτα. Αν δεν έχετε διαβάσει αυτό το πλημμυρισμένο στο φως, τις εικόνες και τα συναισθήματα μυθιστόρημα, αξίζει. «Παιδιά μου, δεν υπάρχει φάρμακο για τον έρωτα. Ούτε από αυτά που τρώγονται ούτε απ’ αυτά που πίνονται ούτε απ’ αυτά που λέγονται σαν ξόρκια. Μόνο ένα φιλί, μια αγκαλιά και δυο γυμνά κορμιά μπορούν να τον γιατρέψουν».

Γιάννης Γορανίτης

Κιπ Θορν, Η επιστήμη του Interstellar, μετ. Παναγιώτης Δρεπανιώτης, Ροπή.

Διαχρονικά, οι κινηματογραφικές αποτυπώσεις των έργων επιστημονικής φαντασίας ρέπουν περισσότερο προς τη φαντασία και λιγότερο προς την επιστημονική ακρίβεια. Όμως το Interstellar του Κρίστοφερ Νόλαν κατόρθωσε να παντρέψει το sci με το fi με υποδειγματική μαεστρία. Tο σενάριό του ήταν απολύτως θεμελιωμένο επιστημονικά και οτιδήποτε είδαμε βασιζόταν σε αυστηρά δεδομένα της φυσικής, της αστροφυσικής και της κοσμολογίας. Την καθοδήγηση του δύσκολου αυτού εγχειρήματος ανέλαβε ο κορυφαίος θεωρητικός φυσικός Κιπ Θορν, ένας από τους τρεις επιστήμονες που μοιράστηκαν το φετινό Νόμπελ Φυσικής. Στο βιβλίο αυτό ο Θορν μεταφέρει την εμπειρία του από την προετοιμασία και τα γυρίσματα της ταινίας, ενώ ερμηνεύει με απολύτως κατανοητό τρόπο δυσπρόσιτες έννοιες, όπως οι μαύρες τρύπες και ο χωρόχρονος. Ακροβατώντας στο λεπτό όριο που χωρίζει την εκλαΐκευση της επιστήμης από την ποπ κουλτούρα, προσφέρει ένα απρόσμενα ενδιαφέρον βιβλίο που δεν εξαντλείται στην πρώτη ανάγνωση.

Γιολάντα Γραμματικάκη

Ζυράννα Ζατέλη, Τετράδια Ονείρων, Καστανιώτης.

Το ολόφρεσκο βιβλίο της Ζατέλη είναι αυτό ακριβώς που λέει ο τίτλος: μια συλλογή ονείρων που κατέγραψε η συγγραφέας σε τετράδια από το 1997 μέχρι το 2001, όπως κατάφερε να τα ανακαλέσει στο πρωινό ξύπνημα. Ένα βιβλίο εντυπωσιακό σαν χριστουγεννιάτικο δέντρο –με δεκάδες διαφορετικά παιχνίδια κρεμασμένα, μικρά και μεγάλα, το καθένα μια μικρή ιστορία, άλλες γνώριμες καθώς ταυτίζονται με δικά μας όνειρα και άλλες αναπάντεχες. Έτσι είναι τα όνειρα. Αλλοπρόσαλλες ιστορίες που έγιναν ή δεν έγιναν, με πρωταγωνιστές που αλλάζουν μορφή, εμφανίζονται ξανά και ξανά, σε μέρη γνωστά ή άγνωστα και σε σενάρια σουρεαλιστικά και παράλογα. Για τη Ζατέλη τα όνειρα είναι «η σοδειά της νύχτας», που «σε περιόδους συγγραφικής σιωπής και νέκρας... μπορεί ένα όνειρο να με ζωντανέψει, να με αναρριπίσει και να με κάνει να ξαναβρώ τα μονοπάτια...». Εδώ παρουσιάζονται αυτούσια, σαν μικρές αυτόνομες αφηγήσεις με πλοκή και χαρακτήρες, κορύφωση και λύση, όλα σε ένα κείμενο λίγων λέξεων. Οι κόσμοι που αποκαλύπτονται είναι τροφή για ονειροπόληση, λαχτάρα για όνειρα. Ο Νίτσε, ο Μαρκές, ο Πόε, ο Ντοστογιέφσκι, αλλά και αστέρες του παλιού σινεμά όπως ο Κλαρκ Γκέιμπλ και η Κιμ Νόβακ συνυπάρχουν με φίλους και συγγενείς της συγγραφέως, μπλέκονται σε περιπέτειες και ακούνε Νικ Κέιβ.

Πρόκειται για ένα βιβλίο που διασκεδάζει και ξεσηκώνει, ανακαλεί μνήμες και σκιαγραφεί υπέροχα τον θαυμαστό κόσμο της συγγραφέως («με τα χρόνια μαθαίνω να “διαβάζω” τον εαυτό μου μέσα στα όνειρα», ομολογεί η ίδια). Ένα βιβλίο για χειμωνιάτικο απόγευμα στον καναπέ με μια ζεστή κούπα τσάι, Νικ Κέιβ και τα φώτα της πόλης να λάμπουν έξω από το παράθυρο.

Μαρία Θερμού

Χριστόφορος Λιοντάκης, Ο μεγάλος δρόμος, Γαβριηλίδης.

Τρυφερή ή οδυνηρή, γεμάτη γέλια και χαρές ή με πόνο, με όμορφες εικόνες και αγκαλιές αγάπης ή σε βαριές συνθήκες, γεγονότα που στιγματίζουν, πένθη που διαρκούν. Αλλιώτικη, πάντα αλλιώτικη για τον καθένα η επιστροφή στον τόπο και το χρόνο της παιδικής ηλικίας, μια εγγραφή ανεξίτηλη και πολλαπλώς επιδρώσα σε όλη μας τη ζωή. Όπως στο αγόρι της βιωματικής καταγραφής του βιβλίου Ο μεγάλος δρόμος που γεννήθηκε και μεγάλωσε σε χωριό της Κρήτης στην πρώτη μεταπολεμική δεκαετία και σήμερα τη θυμάται.

Διάβασα με μια ανάσα –και κάποτε με κόμπο στο λαιμό– αυτά τα 15 αφηγήματα της συλλογής. Πώς αλλιώς; «Οι ακακίες άνθιζαν, όλα ήταν ένας κίτρινος καταιγισμός, κι εκείνη να λάμπει μέσα στο καινούριο φόρεμά της», γράφει για τη στοργική αδερφή. «Μιλούσαμε με αγγίγματα. Με κανένα πρόσωπο δεν έχω νιώσει τόση τρυφερότητα όσο μ’ εκείνη», για τη γιαγιά Δέσποινα. Γράφει και για τη μητέρα που μισοκοιμάται κάτω από το γιασεμί, αναπολεί το τσαλαβούτημα στο πατητήρι, την αφρισμένη γκαζόζα στο καφενείο, το πρώτο βιβλίο, τα κατσικάκια που μυρίζουν γάλα, το μάζεμα σαλιγκαριών, τα μπουλούκια με τις γυναίκες με τα βαμμένα νύχια… Είναι ένας ολόκληρος κόσμος ιδιαίτερης σημασίας, καθώς εδώ βρίσκεται η αφετηρία της εξέλιξής του Λιοντάκη σε έναν από τους σημαντικότερους σύγχρονους ποιητές μας. Για μένα ήταν κάτι σαν εξαγνισμός, μια κατάδυση στην ηλικία της αθωότητας που ανακινεί υπόγεια συναισθήματα και μνήμες.

Elisabetta Casalotti

Έλενα Φερράντε, Η Τετραλογία της Νάπολης, μετ. Δήμητρα Δότση, Πατάκης.

Την Τετραλογία της Νάπολης της Φερράντε, ή μάλλον της φερόμενης ως Φερράντε αφού η συγγραφέας κρύβεται πίσω από ψευδώνυμο, την είχα ήδη διαβάσει στα ιταλικά. Είναι τέσσερα βιβλία που διηγούνται μια σχέση ζωής μεταξύ δύο κολλητών φιλενάδων που μεγάλωσαν σε μια φτωχογειτονιά της Νάπολης. Ωστόσο μπήκα στο πειρασμό να ξαναδιαβάσω τα βιβλία στα ελληνικά όταν κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Πατάκη με την αξιόλογη μετάφραση της Δήμητρας Δότση.

Τελευταία γίνεται συχνά λόγος για binge watching, τη συνήθεια να βυθίζεσαι σε έναν καναπέ και να καταβροχθίζεις back to back επεισόδια του αγαπημένου σου σίριαλ. H Τετραλογία της Νάπολης της Φεράντε είναι λοιπόν μια ευκαιρία για binge reading. Tα τέσσερα βιβλία διαβάζονται απνευστί, ξεκινώντας από την πρώτη σελίδα του Η υπέροχη φίλη μου έως τη σελίδα 576 του πρόσφατου Η ιστορία της χαμένης κόρης. Η Τετραλογία, έχοντας αναγνωριστεί παγκοσμίως ως ένα ως ένα από τα πιο σημαντικά σύγχρονα λογοτεχνικά έργα, κατά κάποιο τρόπο ξανασυστήνει την ιταλική λογοτεχνία στο διεθνές κοινό. Και είναι ένα ταξίδι στην ιταλική κουλτούρα –και τα νεανικά μας χρόνια για όσους μεγαλώσαμε εκεί.

Τατιάνα Καραπαναγιώτη

Μιράντα Ξαφά, Μικρές Εισαγωγές: Δημόσιο Χρέος, Παπαδόπουλος.

Παρακολούθησα φέτος τις εκδόσεις Παπαδόπουλος που εμφανίστηκαν δυναμικά με τη σειρά «Μικρές Εισαγωγές», 13 μικρά βιβλία που εξηγούν με απλά λόγια, από τους πλέον κατάλληλους, θέματα όπως οι συντάξεις, οι γυναίκες στην οικονομία κ.ά. Η Μιράντα Ξαφά έγραψε για το Δημόσιο Χρέος. Κι επειδή προσπαθώ να καταλάβω τι στο διάολο σημαίνει για τη χώρα μου, για τη γενιά μου και για την επόμενη, ή τον τρόπο με τον οποίο το χρησιμοποιούν οι εκάστοτε πολιτικοί, είπα να αποπειραθώ για ακόμη μια φορά να καταλάβω κάτι παραπάνω. Ένα δύσβατο, δυσνόητο θέμα, η Μιράντα Ξαφά μου το περιγράφει απλά, αλλά όχι απλουστευτικά, και μου το κάνει λιγότερο απροσπέλαστο. Το βιβλίο μού ξεκαθάρισε λίγο το τοπίο από ανακρίβειες και παρανοήσεις χωρίς να με κουράσει –μόλις σε 106 σελίδες. Τουλάχιστον έκανα την αρχή!

Mυρτώ Λεγάκη

Sakyong Mipham, The Lost Art of Good Conversation.

Το τελευταίο βιβλίο του Sakyong Mipham Rinpoche, πρωτότοκου γιου του Chögyam Trungpa Rinpoche, ενός από τους σημαντικότερους δασκάλους που διέδωσε το θιβετιανό βουδισμό στη Δύση στα τέλη της δεκαετίας του ’60, πραγματεύεται την τέχνη της συζήτησης με τους αγαπημένους μας ανθρώπους, τους συναδέλφους, αγνώστους, αλλά και τον ίδιο μας τον εαυτό.

Εκτός από ηγέτης της βουδιστικής φιλοσοφίας Shambhala, ο Sakyong Mipham είναι πατέρας τριών κοριτσιών και μαραθωνοδρόμος. Όπως και στο προηγούμενo βιβλίο του, Running with the Mind of Meditation, που έγινε μπεστ σέλερ, συνδυάζει τις ποιότητες που καλλιεργούνται μέσα από τον διαλογισμό της παρατήρησης με δραστηριότητες της καθημερινής μας ζωής, όπως το τρέξιμο ή η συζήτηση. Ο Sakyong πιστεύει ότι σε μια εποχή που επικοινωνούμε συνεχώς μέσω μηνυμάτων, email, chat, social media και ο καθένας μπορεί ανά πάσα στιγμή να δημοσιοποιήσει την άποψή του, κάνουμε όλο και λιγότερες αυθεντικές συζητήσεις και χάνουμε την πραγματική επαφή με τους κοντινούς μας ανθρώπους.

Το The Lost Art of Good Conversation εξετάζει πώς οι συζητήσεις που κάνουμε αντικατοπτρίζουν την αναπνοή, αλλά και την εσωτερική μας πνευματική κατάσταση. Και μας μαθαίνει ότι όπως όταν διαλογιζόμαστε, έτσι και όταν συζητάμε μπορούμε να καλλιεργούμε περισσότερη επίγνωση, κατανόηση και αποδοχή για οτιδήποτε έρχεται στην επιφάνεια μέσα από το διάλογο. Το βιβλίο περιλαμβάνει συμβουλές, ερωτήσεις αυτοεξερεύνησης αλλά και ιδέες για να δούμε τον τρόπο που συζητάμε με μια άλλη ματιά –να είμαστε περισσότερο παρόντες, συνειδητοί και ανοιχτοί. Εξάλλου, όπως λέει ο Sakyong, «το ξεκίνημα μιας συζήτησης είναι από μόνη της μια πράξη γενναιότητας».

Κατερίνα Λομβαρδέα

Αλέξης Παπαχελάς, Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης με τα δικά του λόγια, τόμος Α’: 1942-1974, Παπαδόπουλος.

Και βέβαια αυτό είναι το αγαπημένο μου βιβλίο του 2017, αφού το περιμένω εδώ και μία δεκαετία. Για την ακρίβεια, από τότε που ξεκίνησε ο Αλέξης Παπαχελάς να συναντιέται τακτικά με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη για ένα project που φαινόταν τότε πολύ φιλόδοξο και μακρινό: να δουν όλον τον 20ο αιώνα μέσα από τα μάτια του παλαίμαχου πολιτικού.

Ήμουν ανυπόμονη για δύο λόγους: ο ένας ήταν ο ίδιος ο Αλέξης Παπαχελάς και το πάθος που ήξερα ότι έχει για την Ιστορία του 20ου αιώνα. Οι βαθιές του γνώσεις, προϊόντα ατελείωτων διαβασμάτων και ενός πολύ οξυδερκούς πνεύματος, ήταν για μένα εγγύηση. Ο άλλος ήταν οι συνεντεύξεις του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη που έχω δει ή διαβάσει (και οι λίγες που έχω κάνει η ίδια). Με γοήτευε το γεγονός ότι, ενώ ήταν κοσμοπολίτης, χρησιμοποιούσε ιδιώματα, λέξεις και φράσεις που δεν ήξερες αν προέρχονταν από την Κρήτη ή τα αθηναϊκά σαλόνια περασμένων δεκαετιών. Η επιλογή του να χρησιμοποιεί αυτή τη γλώσσα, στα μάτια μου δεν ήταν καθόλου τυχαία: έμοιαζε σαν επίτηδες να μην την αποχωρίζεται καθώς περιείχε τις ρίζες, τις αρχές του, όλα όσα τον διαμόρφωσαν, τον πατριωτισμό –με μία ιδιαίτερη αγάπη για τον τόπο του, την Κρήτη–, την αστική ευγένεια, τον ρεαλισμό.

Ήταν όπως με την πολιτική του: όταν την πίστευε, δεν την άλλαζε. «Εγώ έχω μια μεγάλη ικανοποίηση στη ζωή μου, ότι όπως ξεκίνησα, τερματίζω. Εγώ ξεκίνησα φιλελεύθερος, δεν έφυγα ποτέ απ’ αυτήν την ιδεολογική βάση και τώρα φιλελεύθερος τερματίζω», είπε κάποτε.

Το βιβλίο ήταν αυτό που περίμενα: μία προσωπική εκδοχή της Ιστορίας, γεμάτη αποκαλύψεις για την ελληνική κοινωνία (όπως εκεί που μιλάει για τα ρουσφέτια που έκανε ο ίδιος) και τους ανθρώπους που την οδήγησαν κατά τον 20ο αιώνα (με αγαπημένες τις διεισδυτικές παρατηρήσεις για τον Κωνσταντίνο Καραμανλή): η παρακαταθήκη ενός σημαντικού για την Ελλάδα προσώπου, υπό την καθοδήγηση του πιο επιδέξιου Έλληνα δημοσιογράφου σε τέτοιου είδους συνεντεύξεις.

Mαρία Λούκα

Νγκούγκι γουά Θιόνγκο, Πέταλα από αίμα, μετ. Σταυρούλα Αργυροπούλου, Καστανιώτης.

Θα μπορούσε να διαβαστεί ως ένα θυελλώδες αστυνομικό μυθιστόρημα με αφρικάνικο χρώμα. Στην πραγματικότητα είναι πολλά παραπάνω: η πιο αντιπροσωπευτική και διεισδυτική ίσως λογοτεχνική αφήγηση για την κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα της Κένυας, όπως αυτή διαμορφώθηκε από το βαρύ φορτίο της αποικιοκρατίας, διατηρώντας ενεργό το αποτύπωμα της σε όλη τη μετα-αποικιακή παθογένεια. Με γλώσσα που καίει σε κάθε μια από τις 605 σελίδες του βιβλίου, ο Νγκούκι επιχειρεί μέσα από τη διασταύρωση τεσσάρων ηρώων –του Μουνίρα, του Καρέγκα, της Γουάντζα και του Αμπνούλα– να ανασυστήσει το ταραγμένο παρελθόν της χώρας και ταυτόχρονα να αποκαλύψει το συλλογικό ψυχογράφημα ενός λαού που βιώνει πολλαπλές διαψεύσεις από τους ηγέτες του και βρίσκεται εσαεί «ξένος» και διωκόμενος στον τόπο του. Μ’ έναν καταιγιστικό και συνάμα γοητευτικό τρόπο, ο Νγκούγκι δίνει λέξεις στη βουβή συνείδηση της καταπιεσμένης Αφρικής. Πρόκειται για το τελευταίο μυθιστόρημα που εξέδωσε ο κορυφαίος συγγραφέας στα αγγλικά καθώς στη συνέχεια αποφάσισε –αγνοώντας το εμπορικό κόστος– να υιοθετήσει τα γκικούγιου, τη γλώσσα της εθνότητας Κικούγιου, ως ένα μέσο πολιτισμικής χειραφέτησης.

Σταύρος Μαλιχούδης

Νίκος Ιωαννίδης, Μια εποχή στο τσιμέντο, Τόπος.

Πάνε χρόνια από τότε που διέκοψα την οποιαδήποτε σχέση με το ποδόσφαιρο, από ένα βράδυ που κάμποσοι ορεξάτοι Παναθηναϊκοί πλάκωσαν την παρέα μου επειδή μας πέρασαν για Ολυμπιακούς (ενώ ήμασταν ΑΕΚτζήδες). Όμως το βιβλίο του Ιωαννίδη, γνωστού στο Διαδίκτυο ως Ισοβίτης, με άγγιξε πολύ. Κάποιος το χαρακτήρισε «Trainspotting του ΠΑΟΚ», αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Μέσα από την περιγραφή των εμπειριών των εφήβων που ενηλικιώνονται τη δεκαετία του ’90, τις Κυριακές στο πέταλο της Τούμπας ή σε λεωφορεία για τα εκτός έδρας, σκιαγραφείται η βιογραφία της τελευταίας σκληροπυρηνικής γενιάς οπαδών, μιας γενιάς που μπούκαρε στα γήπεδα με ορμή· τραγούδησε και τσακώθηκε· κολύμπησε μες τα ναρκωτικά και μάτωσε· αγκαλιάστηκε και πανηγύρισε.

Ο Ιωαννίδης γράφει με τη σιγουριά του ανθρώπου που ξέρει για τι πράγμα μιλάει και καταφέρνει η αλητεία της εποχής να προκύπτει αβίαστα, δίχως υπερβολές. Πρωταγωνιστής δεν είναι η νίκη, δεν είναι καν η ομάδα. Είναι τα βιώματα, οι εικόνες, και οι εμπειρίες που χτίζουν οι ανθρώπινες σχέσεις γύρω απ’ αυτήν. Ο προφορικός του λόγος είναι προσεγμένα συνειρμικός και από τις πρώτες σελίδες σε βάζει στην ατμόσφαιρα, σε χρίζει ακόλουθο στις εκδρομές και τις ανησυχίες τους. Αν σε κάποιον αρέσουν τα πιο ωμά Bildungsroman, τα βιβλία για πιτσιρικάδες που γνωρίζουν τη ζωή απ’ την καλή και απ’ την ανάποδη από το πάθος τους γι’ αυτήν, το Μια εποχή στο τσιμέντο είναι η καλύτερη παρέα.

Γιάννης Μαντζίκος

Τέτα Παπαδοπούλου, Για τον Κορνήλιο Καστοριάδη: «Είμαστε υπεύθυνοι για την ιστορία μας», Κριτική.

Ομολογώ ότι χωρίς συγκεκριμένο λόγο, από τα πρώτα βιβλία που αγόρασα στο Πανεπιστήμιο ήταν Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας του Καστοριάδη. Ήταν μια καλή αγορά καθώς αυτό το βιβλίο ήταν καθοριστικό στη διαμόρφωση της όποιας σκέψης μου. Ο Καστοριάδης, διαφοροποιούμενος από τους Γάλλους συνοδοιπόρους του, είχε την ωριμότητα να αποδεσμεύεται από την πίστη σε φιλοσοφικές θεωρίες όταν έβλεπε ότι δεν ερμηνεύουν την πραγματικότητα. Το 1984 δεν δίστασε να δηλώσει στην Τέτα Παπαδοπούλου: «Ο μαρξισμός έχει γίνει το νεκρό σώμα μιας ψευδοθεωρίας, η οποία κοινωνικά και ιστορικά λειτουργεί μόνο σαν μια ιδεολογία. Μια ιδεολογία για τη νομιμοποίηση καθεστώτων εκμετάλλευσης και τρομοκρατίας ή για την αναρρίχηση στην εξουσία ομάδων, οργανώσεων, κομμάτων (σε υπανάπτυκτες χώρες)».

Το βιβλίο της Παπαδοπούλου κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 2000, επανεκδόθηκε έξι φορές, και τώρα άλλη μια φορά από τις εκδόσεις Κριτική, διευρυμένο με μια ζουμερή συνέντευξη στη δημοσιογράφο. Παρότι γράφτηκε πριν 17 χρόνια, νομίζει κανείς ότι μιλά για το σήμερα. Πόσο πιο επίκαιρο είναι άλλωστε αυτό: «Σύμφωνα με την παραδοσιακή αριστερή άποψη, όλα αυτά τα επέβαλαν η Δεξιά, οι κυρίαρχες τάξεις και η μαύρη αντίδραση… Μπορούμε όμως να πούμε ότι ο ελληνικός λαός δεν καταλάβαινε τι έκανε; Δεν ήξερε τι ήθελε, τι ψήφιζε, τι ανεχόταν; Σε μια τέτοια περίπτωση, ο λαός θα ήταν ένα νήπιο. Αν όμως είναι νήπιο… τότε ας του ορίσουμε ένα κηδεμόνα. Εγώ λέω ότι ο ελληνικός λαός –όπως και κάθε λαός– είναι υπεύθυνος για την κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα».

Iωάννα Μιχελάκου

Dolores Payás, Πίνοντας με τον Πάτρικ Λι Φέρμορ, Key Books.

Το ποτό πάντα είναι η αφορμή για την αρχή μιας καλής συζήτησης. Είμαι σίγουρη πως οποιοσδήποτε έχει διαβάσει κάτι του Φέρμορ ή για τον Φέρμορ, έχει κάποια στιγμή σκεφτεί πώς θα ήταν να πίνεις μαζί του. Mε έναν αντιπροσωπευτικό εκπρόσωπο μιας γενιάς που, όπως γράφει η Παγιάς, ήταν ερωτευμένη με τις λέξεις. Με τον άνθρωπο που έγινε μάρτυρας της ανόδου του ναζισμού στις μπυραρίες του Μονάχου, ερωτεύτηκε Ρουμάνες πριγκίπισες πίνοντας κρασί από τους αμπελώνες του Δούναβη, έπινε τσικουδιές στα άγρια βουνά της Κρήτης και ρακές ατενίζοντας τον ήρεμο Βόσπορο. Ένα «κράμα ανάμεσα σε Ιντιάνα Τζόουνς, Τζέιμς Μποντ και Γράχαμ Γκριν», όπως τον περιέγραψε το BBC.

Η Ντολόρες Παγιάς επισκεπτόταν τον 95χρονο Φέρμορ για μήνες και συζητούσε μαζί του πίνοντας. Αντί όμως να καταγράψει τις ιστορίες που άκουγε, κατέγραψε την ατμόσφαιρα, τη διαδικασία της συζήτησης πάνω από ένα ποτό. Το βιβλίο της είναι μια προσέγγιση του ανθρώπου πίσω από τα έργα του, ένα behind the scenes. Και, πιο σημαντικά, είναι ένα πορτραίτο του συγγραφέα ειδωμένο με τα δικά του μάτια.

Μαργαρίτα Μιχελάκου

Ιφιγένεια Κολλάρου, Ο τελευταίος του πάρτι, Λιβάνης.

«Το πάρτι είχε τελειώσει και ο Μάριος είχε μείνει μόνος του, με ένα μισοάδειο μπουκάλι και γύρω του το χάος. Ο τελευταίος του πάρτι, που τελικά δεν μπορούσε να πιστέψει ότι το γλέντι είχε τελειώσει». Μια παρέα λίγο πριν τα πενήντα, στην εποχή της κρίσης, όταν χάνει ξαφνικά τον κόσμο κάτω από τα πόδια της. Αυτή η περιπέτεια είναι τόσο οικεία και συγχρόνως τόσο αυθεντική που την παρακολουθείς διψασμένα (αρκετές σελίδες, εγγυημένη απόλαυση, ειδικά σε παραλίες). Η Ιφιγένεια γράφει με τεράστια ειλικρίνεια, χωρίς εξυπνάδες, χωρίς λογοτεχνικά τερτίπια, χωρίς την έπαρση ενός συγγραφέα που θέλει να επιδείξει τις δεξιότητές του. Κάθε ήρωας έχει τη δική του φωνή, παρακολουθείς εναλλάξ τις σκέψεις και τα συναισθήματα καθενός και είναι κάποιος που ξέρεις καλά, ένας μάλλον κανονικός (λίγο σπάνιο στα βιβλία πλέον;) άνθρωπος αντιμέτωπος με όσα αντιμετωπίζουμε όλοι. Και τελικά Ο τελευταίος του πάρτι γίνεται ένα βιβλίο που μιλάει για σένα αλλά και το συλλογικό αίσθημα μιας ολόκληρης γενιάς, ένα ντοκουμέντο μιας εποχής γραμμένο με τρόπο άμεσο και καθηλωτικό.

Για όποιον μεγάλωσε στα έιτις με ροκ, κάθε κεφάλαιο έχει για τίτλο ένα τραγούδι –και για τους φανατικούς υπάρχει το playlist στο YouTube.

Kατερίνα Οικονομάκου

Henry Marsh, Admissions: A Life in Brain Surgery, Orion Books.

Ένα από τα πρώτα πράγματα που μαθαίνεις διαβάζοντας το αυτοβιογραφικό βιβλίο του Μαρς, είναι ότι στο σπίτι του έχει ένα κιτ αυτοκτονίας. Ο θάνατος, κυρίως ο φόβος και η αναμέτρηση με τον θάνατο, είναι το νήμα που διατρέχει το βιβλίο. Ο Βρετανός διακεκριμένος νευροχειρούργος έγινε γνωστός από το πρώτο του βιβλίο Do no harm. Stories of life, death and brain surgery (Weidenfeld & Nicolson, 2014), που έγινε παγκόσμιο μπεστ σέλερ. «Οι ιστορίες που αφηγούμαι σε τούτο το βιβλίο περιγράφουν τις απόπειρές μου –και τις αποτυχημένες– να βρω την ισορροπία ανάμεσα στην απαραίτητη αποστασιοποίηση και την ενσυναίσθηση που απαιτεί το επάγγελμα του χειρούργου, μια ισορροπία ανάμεσα στον ρεαλισμό και την ελπίδα», έγραφε.

Αυτήν τη φορά, επιστρέφει ακόμη πιο προσωπικός και εξομολογητικός, για να αφηγηθεί τη ζωή μετά τη συνταξιοδότηση. Ο Μαρς αναγνωρίζει ότι είναι προνομιούχος διότι νιώθει ότι στη διάρκεια της μακράς καριέρας του έζησε την κάθε μέρα δίνοντας νόημα στη ζωή του. Κι αν κάτι έμαθε, γράφει, έπειτα από δεκαετίες ενασχόλησης με τον εγκέφαλο, είναι ότι καθένας από εμάς είναι «ένας σύντομος ηλεκτρομαγνητικός χορός, φτιαγμένος από μυριάδες κομμάτια πληροφορίας».

Αντιμέτωπος σήμερα με την προοπτική των γηρατειών, μοιράζεται τον φόβο του για τον τρόπο που θα σκορπίσουν τα κομμάτια πληροφορίας που τον κάνουν αυτό που είναι. Ο νευροχειρούργος στηρίζει το δικαίωμα στην ευθανασία: «Μας λένε να μην συμπεριφερόμαστε σαν θεοί, ωστόσο κάποιες φορές πρέπει να κάνουμε ακριβώς αυτό αν πιστεύουμε ότι ο ρόλος του γιατρού είναι να βοηθήσει τον ασθενή να υποφέρει όσο το δυνατόν λιγότερο, αντί να προσπαθεί αποκλειστικά να παρατείνει τη ζωή του». Αλλά, αναρωτιέται, αν έρθει η ώρα να χρησιμοποιήσει εκείνο το κιτ για να δώσει τέλος στον δικό του πόνο, θα το κάνει;

Γιώργος Παναγιωτάκης

Πάτρικ Νες, Οι υπόλοιποι απλώς ζούμε εδώ, μετ. Βασιλική Πέτσα, Πατάκης.

Στη μικρή, άσημη πόλη όπου ζουν ο Μάικ, η Μελ, η Χένα, ο Τζάρεντ και οι υπόλοιποι νεαροί ήρωες του βιβλίου, βρίσκεται σε εξέλιξη ένας άγνωστος αιματηρός πόλεμος. Τα χαρισματικά και κουλ «ίντι παιδιά» που ακούν τζαζ, διαβάζουν ποίηση και συνήθως ονομάζονται Φιν, αντιμετωπίζουν τους Απέθαντους. Ή τη βασίλισσα των εξωγήινων που αναζητεί τη γαλάζια πηγή του φωτός. Ή κάτι ανάλογα ευφάνταστο, το οποίο σε ένα συνηθισμένο young adult μυθιστόρημα θα βρίσκονταν στο επίκεντρο της ιστορίας. Όλα αυτά τα φοβερά και τρομερά, όμως, ο Νες τα αναφέρει επιγραμματικά στην έναρξη κάθε κεφαλαίου. Έπειτα, στρέφει τον προβολέα στους υπόλοιπους που «απλώς ζουν εκεί». Σ’ εκείνους που παλεύουν με τις ανασφάλειές τους, ταλαιπωρούνται από ανεκπλήρωτους έρωτες, πειραματίζονται αναζητώντας τη σεξουαλική τους ταυτότητα και βιώνουν μια απελπισμένη αίσθηση προσμονής αλλά και ασφυξίας, τόσο οικεία σε όσους κρατούν την ανάμνηση του δικού τους περάσματος από την εφηβεία στην ενηλικίωση. Ένα ευφυές, αστείο, σαρκαστικό και συχνά πυκνά σπαρακτικό μυθιστόρημα, από τον συγγραφέα που γνωρίσαμε με το εξαιρετικό Το τέρας έρχεται (επίσης από τις εκδόσεις Πατάκη, σε μετάφραση της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου).

Nίνα-Μαρία Πασχαλίδου

Ασλί Έρντογαν, O Θαυμαστός Μανδαρίνος, μετ. Άνθη Καρρά, Ποταμός.

Διαβάζοντας τον Θαυμαστό Μανδαρίνο έπιασα τον εαυτό μου να αναζητά την επαναστάτρια Ασλί Έρντογαν, τη γυναίκα που συνελήφθη μετά την απόπειρα πραξικοπήματος το 2016 στην Τουρκία με την κατηγορία της συμμετοχής σε τρομοκρατική οργάνωση και της υπονόμευσης της εθνικής ενότητας.

Όμως τα κείμενα που απαρτίζουν αυτό το δεύτερο βιβλίο της Έρντογαν αποτελούν τα πρώτα της λογοτεχνικά σκιρτήματα, γραμμένα μόνο για τον εαυτό της, ως μέσο αντίστασης στις απαιτήσεις της έρευνας της στα στοιχειώδη σωματίδια στο CERN στη Γενεύη, αλλά και στις πρώτες πιέσεις που δέχεται ως Τουρκάλα που αναζητά την ταυτότητα της.

Η φοιτήτρια Έρντογαν ξεδιπλώνει τα πρώτα δείγματα “νοσταλγίας” για μιαν άλλη Τουρκία, σε μια ονειρική Κωνσταντινούπολη με τα βαποράκια της και τη χειμωνιάτικη ομίχλη, καθώς η ηρωίδα της, που δεν είναι άλλη από την ίδια, χάνει την όραση της και βρίσκει τον έρωτα στον Σέρτζιο, Ισπανό με αραβικό αίμα, «έναν αθεράπευτο κυνηγό της ευτυχίας».

Έτσι μονόφθαλμη, η Ασλί, θεραπεύει τη μοναξιά της με θρύλους των Απάτσι αλλά και των Κινέζων όπως αυτός του Θαυμαστού Μανδαρίνου τον οποίο διηγείται στον εραστή της αφού κάνουν για πρώτη φορά έρωτα. Με αυτόν τον ιδιόρρυθμο τρόπο επιβίωσης χτίζει σιγά σιγά τον μαγικό και και τρελό της κόσμο, γεμάτο από κώδικες και σύμβολα, τα οποία θα γίνουν αργότερα ακτιβιστικές κραυγές και πολιτικός λόγος.

Από τη Γενεύη της Ελβετίας στο Άλσος της Τσάμλιτζα (της Ελβετίας της Ισταμπούλ), η Έρντογαν, με το «χιόνι έως το γόνατο» παίρνει το βάπτισμα του πυρός ως Τουρκάλα λογοτέχνης, χωρίς να μπορεί να αποδράσει από τις εικόνες της Πόλης, αυτές που στοιχειώνουν όλους τους συγγραφείς της. Ωστόσο το κάνει με έναν δικό της αυθορμητισμό και έναν κυνισμό που θα την οδηγήσει αργότερα στη μάχη για τα ανθρώπινα δικαιώματα και θα καθορίσει την πορεία της στο παγκόσμιο λογοτεχνικό τερέν. «Φωνάζω ένα ταξί» γράφει. «Ο μεσήλικας ταξιτζής αρχίζει με ύφος υπαλλήλου τα νάζια. “Είναι κλειστός ο δρόμος τώρα. Έχει πολύ χιόνι. “Δεν είναι κλειστός, ήρθα πριν από λίγο αποκεί. Είναι εντελώς άδειοι οι δρόμοι, έχουν λιώσει τα χιόνια”. Σίγουρα ξέρει πως του λέω ψέματα».

Αχιλλέας Πατσούκας

Φραντς Κάφκα, Στη σωφρονιστική αποικία, μετ. Βασίλης Τσάλης, Κίχλη.

Μέσα σε μόλις 82 σελίδες απαντάται με τον πλέον διαυγή τρόπο το θεμελιώδες ερώτημα για το τι είναι ο χαρακτήρας του ανθρώπου. Γράφτηκε πριν από 99 χρόνια, με σαρκαστική γραφή ή οποία σου δίνει την εντύπωση πως βλέπεις το καλύτερο σκανάρισμα της ανθρώπινης συμπεριφοράς, δεν σου επιτρέπει όσο το διαβάζεις, όχι απλά να το αφήσεις για λίγο, αλλά ούτε να πάρεις ανάσα. Πέραν αυτού, αποτελεί και ένα μάθημα για όσους γράφουν: Για να πεις ακόμα και τα σημαντικότερα πράγματα, δεν χρειάζεται να γράψεις εκατοντάδες σελίδες.

Μελίνα Σιδηροπούλου

David Grossman, A Horse Walks Into a Bar, Penguin.

Στη μέση του πουθενά, σε μια ξεχασμένη κωμόπολη του Ισραήλ, ο κωμικός Dovaleh G ανεβαίνει στη σκηνή κι αρχίζει να υφαίνει σαν αράχνη ένα παιχνίδι λέξεων αιχμαλωτίζοντας το ανυποψίαστο κοινό του. Μεσήλικας, λιπόσαρκος κι απίστευτα γοητευτικός, ο βετεράνος stand up κωμικός αρχίζει να αφηγείται σπαράγματα από τη ζωή του κάνοντας διαλείμματα με έξυπνα, προκλητικά, δοκιμασμένα αστεία. Τακτική που προκαλεί αμηχανία στο κοινό που δεν ξέρει αν θα πρέπει να μείνει ή να φύγει. Κανείς όμως δεν μπορεί να αρνηθεί την πρόκληση να σκύψει και να παρακολουθήσει από την κλειδαρότρυπα το δράμα ενός ανθρώπου που ο ίδιος σχηματίζει με τις λέξεις του. Στο μπαρ κάθεται και ένας παλιός συμμαθητής, o Dovaleh G, τέως δικαστής, τον οποίο ο κωμικός έχει προσκαλέσει ειδικά για τη βραδιά, χωρίς να του πει τον λόγο. Θα ακολουθήσει μια βροχή αποκαλύψεων για τη ζωή ενός «παλιάτσου» που έχει το κουράγιο να σταθεί μπροστά στο κοινό και να ξεγυμνώσει την ψυχή του. Κάθε λέξη, κάθε κόμμα, κάθε τελεία του Grossman χτίζουν αριστοτεχνικά τη σπαρακτική ιστορία που απέσπασε το Man Booker International 2017.

Βίβιαν Στεργίου

Ο Εκκλησιαστής, απόδοση-επίμετρο Θάνος Σαμαρτζής, Δώμα.

Φέτος ξεχώρισα τον Εκκλησιαστή σε απόδοση Σαμαρτζή. Μου αρέσουν οι απλές λέξεις του κειμένου, λες κι ο μεταφραστής στερείται της ικανότητας να ενδίδει στο περιττό. Το πυκνό νόημα, στερεωμένο στις λίγες σελίδες της προσεχτικά κομψής έκδοσης, όπου γυρίζω και ξαναγυρίζω, μου φαίνεται μια άσκηση ταπεινότητας. Όλα είναι ανώφελα και θα χαθούν, λέει ο Εκκλησιαστής σ’ ένα σκοτεινό κείμενο που φαίνεται να μην παίρνει φως από πουθενά. Κι όμως, ίσως το κείμενο να έχει ξέφωτα. Δεν είναι γυαλιστερά, ούτε μας ξεμυαλίζουν. Είναι καθημερινά πράγματα η ευτυχία μας. Το μερίδιο μας στην ευτυχία είναι ένα δώρο για ευσεβείς, όχι για τους σκληρούς, αυτοί «άγουροι θα πεθάνουν». «Ένα καλό υπάρχει, μονάχα αυτό αξίζει: να φας, να πιεις, να δεις καλό στον κόπο σου, κάτω από τον ήλιο, τις μέρες που ‘χεις για να ζεις, που ο θεός σου δίνει. Αυτό το μερτικό σου».

Το εξώφυλλο κοσμεί αριστουργηματικό χαρακτικό όπου δύο άνθρωποι αγκαλιάζονται και γύρω τους δεν υπάρχει τίποτα, παρά ένα πηχτό χρώμα, σκοτεινό, που κάπως τους κυκλώνει. Ο Εκκλησιαστής, σε ύφος μυστηριώδες κι ατμοσφαιρικό, μιλάει για μια μάταιη ζωή, τα ξέφωτα είναι λίγα: «Τη μέρα του καλού, ζήσε το καλό, τη μέρα του καημού, άνοιξε τα μάτια». Λόγος λιτός κι αναγκαίος, εμπνέει ταπεινότητα.

Τάσος Τέλλογλου

Ουίλιαμ Χάρντι Μακνίλ, Η μεταμόρφωση της σύγχρονης Ελλάδας μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μετ. Νίκος Ρούσσος, Παπαδόπουλος.

Τι σχέση μπορεί να έχει η γενίκευση της καλλιέργειας καπνού στην Ελλάδα με την επιδείνωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων; Ποιο νήμα συνδέει την καταπίεση των γυναικών μετά τον πόλεμο σε ένα χωριό της μεσσηνιακής Μάνης, την Καραδαμύλη, με τη μείωση του πληθυσμού; Πώς εξηγείται η αθρόα κατάταξη στο ΕΑΜ/ΕΛΑΣ νέων από ορεινά χωριά που δεν είχαν πρόσβαση στην τροφή, αλλά και την πιο διευρυμένη εδαφικά καλλιέργεια; Τι συνέπειες μπορεί να έχει η αντιπαράθεση της εμπορικής με την ηρωική ιδεολογία του νέου Έλληνα;

Ένας σπουδαίος Αμερικάνος ιστορικός γράφει το 1978 αυτό το βιβλίο που άργησε τέσσερις δεκαετίες να μεταφραστεί στη χώρα μας, έχοντας ζήσει ως βοηθός στρατιωτικός ακόλουθος τα Δεκεμβριανά και παρατηρώντας την ελληνική κοινωνία της υπαίθρου και των μεγαλουπόλεων από το 1946 και για τις επόμενες τρεις δεκαετίες, με αλλεπάλληλα ταξίδια στα ίδια πάντα μέρη ώστε να συγκρίνει. Η ματιά του, όπως γράφει στον πρόλογό του ο Στάθης Καλύβας, «συνδυάζει την πολιτική ιστορία και την κοινωνιολογική ματιά με μια ανθρωπολογική προσέγγιση και ένα εντελώς πρωτότυπο για την εποχή και τη χώρα οικολογικό ερμηνευτικό πλαίσιο, το οποίο εδράζεται πάνω στη γεωγραφία, τη δημογραφία και την παραγωγή».

Το βιβλίο είναι απολαυστικό στο πώς κρατάει τον καθρέφτη απέναντι στην εθνική μας παράδοση αλλά και στο πώς καταγράφει τα τεράστια βήματα προόδου στα 200 χρόνια ύπαρξης του νέου ελληνικού κράτους. Γραμμένο σε υπέροχη γλώσσα με πολύ σεβασμό και αγάπη στο νεοελληνικό φαινόμενο, προσεγγίζει όψεις της πραγματικότητας που έμειναν αθέατες από την ντόπια ιστορική επιστήμη.

Θύμιος Τζάλλας

George Saunders, Lincoln in the Bardo, Random House.

Αν και το βιβλίο αφορά τον Αβράαμ Λίνκολν, δεν είναι πολιτικό. Είναι για φαντάσματα. Για την ακρίβεια, για ανθρώπους που έχουν πεθάνει, αλλά δεν το ξέρουν, και παραμένουν σε ένα ενδιάμεσο στάδιο ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο. Ο Λίνκολν επισκέπτεται το κοιμητήριο της Τζόρτζταουν για να περάσει το βράδυ δίπλα στο άψυχο σώμα του εντεκάχρονου γιου του που πέθανε το 1862 από τυφοειδή πυρετό. Ο Σόντερς διηγείται την ιστορία σε πολύ μικρά κεφάλαια, συνθέτοντας πραγματικές και επινοημένες πηγές, χρησιμοποιώντας ως αφηγητές 166 φαντάσματα. Οι πρώτες σελίδες είναι δύσκολες, αλλά μετά από λίγο εξοικειώνεσαι με το στιλ, και νιώθεις την ενιαία αφήγηση. Η πρόζα του Σόντερς είναι συναρπαστική, η ατμόσφαιρα υποβλητική, και το θέμα εξάπτει την περιέργεια. Είναι σαν ο Φώκνερ να έχει γράψει το Ο Μετρ και η Μαργαρίτα.

Το βιβλίο, το πρώτο μυθιστόρημα του Σόντερς που ήταν γνωστός για τα διηγήματά του, κέρδισε το βραβείο Μπούκερ για το 2017. 

Στα ελληνικά κυκλοφορεί με τον τίτλο Λήθη και Λίνκολν σε μετάφραση Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη από τις εκδόσεις Ίκαρος.

Θεόφιλος Τραμπούλης

Αποστόλης Αρτινός, Αγαπημένη μου Lyda, Κριτική.

Η Αγαπημένη μου Lyda του Αρτινού είναι ένα δεξιοτεχνικό, κεντημένο, μυθιστόρημα. Κεντρική ηρωίδα είναι η Μπεμπούλα, η μεγαλύτερη κόρη μιας αστικής οικογένειας της Κέρκυρας, η οποία, όταν ο πατέρας της χρεοκοπεί στις αρχές της δεκαετίας του ’30, αναγκάζεται κάτω από δύσκολες συνθήκες να δουλέψει ως δασκάλα σε ένα ορεινό χωριό της Ηπείρου. Στη συνέχεια, τα χρόνια αμέσως πριν τον πόλεμο, έρχεται στην Αθήνα όπου θα πεθάνει νέα, περιμένοντας ένα καλύτερο αύριο που μετατίθεται από μέρα σε μέρα. Ο Αρτινός ξεδιπλώνει τη σύντομη ιστορία της Μπεμπούλας κυρίως μέσα από τις επιστολές που η ηρωίδα απευθύνει στην αδελφή της, Lyda. Τον βασικό αυτό επιστολικό κορμό συμπληρώνουν ένα τετράδιο στο οποίο η Μπεμπούλα αντέγραφε και μετέφραζε αγγλικά κείμενα (ποιήματα, ταξιδιωτικούς οδηγούς και γνωμικά), επιστολές τρίτων προς τη Lyda, σύντομες, αναστοχαστικές σημειώσεις του αφηγητή που συνέλεξε και σχολιάζει τις επιστολές και, τελευταίο αλλά όχι έσχατο, φωτογραφίες από το περιβάλλον και τους οικείους της Μπεμπούλας, οι οποίες παρέχουν ένα πλαίσιο αληθοφάνειας και ιστορικής προοπτικής. Βιογραφικό μυθιστόρημα για τη σύντομη ζωή μιας κοπέλας που περιμένει πάντα ανικανοποίητη ένα δώρο (επαγγελματικό, ερωτικό, προσωπικό) και ταυτόχρονα λοξό μελέτημα για την ελλειπτική λειτουργία της γραφής, ένα κείμενο πολλαπλών προσώπων και αντανακλάσεων, η Αγαπημένη μου Lyda αποτελεί μια από τις ευτυχέστερες στιγμές της ανάτασης της ελληνικής λογοτεχνίας που ζούμε τα τελευταία χρόνια.

Τα δικά μας βιβλία!

Γιάννης Γορανίτης, 24, Πατάκης.

«Στην ερώτηση “γιατί έγραψες το 24;” δεν έχω σαφή απάντηση. Υποθέτω γιατί δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Κι αυτή είναι μια υπεκφυγή που χρησιμοποιούν συχνά οι καλλιτέχνες, αλλά (και) σε αυτή την περίπτωση ισχύει 100%. Στην ερώτηση “τι σημαίνει για σένα;” δεν μπορώ να υπεκφύγω. Σημαίνει πολλά, και τώρα που το κρατάω στα χέρια μου αντιλαμβάνομαι ότι σημαίνει ακόμη περισσότερα.

Η κεντρική ιδέα του βιβλίου γεννήθηκε αρκετά χρόνια πριν, στην αποβάθρα του ΗΣΑΠ στον Πειραιά ενώ περίμενα το τρένο. Ένα ζευγάρι συζητούσε πίσω μου για ένα οικογενειακό τους θέμα. Μιλούσαν τόσο ανοιχτά και με τόσες λεπτομέρειες που δεν μπορούσα να αντισταθώ στον πειρασμό και στάθηκα κοντά τους στο βαγόνι. Δεν φάνηκαν να πτοούνται ούτε από τη δική μου παρουσία, ούτε από τους άλλους επιβάτες, και συνέχισαν να συζητούν μεγαλοφώνως. Στο Μοσχάτο η ένταση είχε ανέβει ακόμη περισσότερο. Στο Θησείο είχαν αρχίσει πια να λογομαχούν. Το ενδιαφέρον μου ήταν τόσο μεγάλο που αντί να κατέβω στη στάση μου (Μοναστηράκι), συνέχισα μαζί τους. Όταν τελικά κατέβηκαν στην Αττική, αποβιβάστηκα κι εγώ για να πάρω το τρένο προς την αντίθεση κατεύθυνση. Στον επόμενο συρμό, την προσοχή μου τράβηξε ένας άντρας που μιλούσε ακατάπαυστα στο κινητό, ενώ εγώ προσπαθούσα να φανταστώ τις αντιδράσεις του συνομιλητή του. Αυτόν δεν τον ακολούθησα, αλλά μόλις επέστρεψα στο σπίτι σημείωσα την ιδέα σε ένα μπλοκάκι: Σπονδυλωτή συλλογή διηγημάτων με κεντρικό άξονα τις ιστορίες των επιβατών του τρένου.

Αυτό είναι και το μότο του 24, που γράφτηκε αρκετά χρόνια αργότερα. Αποτελείται από 24 ιστορίες που διαδραματίζονται στα βαγόνια και τους σταθμούς του Ηλεκτρικού Σιδηροδρόμου της Αθήνας. Οι ιστορίες αλλού κινούνται παράλληλα, αλλού τέμνονται και αλλού μένουν μετέωρες.

Η δυσκολία του 24 ήταν ότι εξ αρχής είχα αποφασίσει να γράψω ένα βιβλίο επίκαιρο, σύγχρονο, χωρίς όμως να γίνεται ρεπορταζιακό και ρηχό. Η μεγάλη πρόκληση που αντιμετώπισα ήταν ότι θέλησα να δημιουργήσω σάρκινους ήρωες και όχι καρικατούρες, αλλά και να οικοδομήσω ενδιαφέρουσες ιστορίες που να γεννούν την ταύτιση χωρίς όμως να μπουκώνουν τον αναγνώστη με κοινοτοπίες. Αν τα κατάφερα, θα το κρίνουν όσοι το διαβάσουν».

Μαρία Θερμού, Στα μαγειρεία των αρχαίων, Ολκός.

«Μεγαλώνοντας σε μια χώρα στην οποία η αρχαιότητα είναι πανταχού παρούσα από την παιδική ηλικία μας ήδη, θεωρώ ότι αυτό που συμβαίνει, πολύ συχνά είναι το αντίθετο του επιδιωκόμενου. Γιατί όλοι αγαπούμε τα αρχαία μας και υπερηφανευόμαστε γι’ αυτά αλλά και …τα βαριόμαστε αφόρητα. Ποιος ξέρει τι φταίει; Η υπερβολική δόση που πήραμε από το σχολείο με τους απόμακρα σπουδαίους προγόνους και τις αμέτρητες ημερομηνίες που δεν μπορούσαμε να συγκρατήσουμε ή απλώς ότι θέλουμε να ζούμε στην εποχή μας κι όλα αυτά μας φαίνονται φριχτά ξεπερασμένα; Προσωπικά βρήκα τη δική μου “επαφή” με την αρχαιότητα προσεγγίζοντας τους ανθρώπους. Μπορεί να φαίνεται δύσκολο αλλά δεν είναι. Αρκεί να σκύψει κανείς στις αρχαίες πηγές και θα τους συναντήσει να του μιλούν. Όπως μιλούν Στα μαγειρεία των αρχαίων. Για τη φαντασία και την εφευρετικότητά τους, τη λατρεία τους για κάθε τι καινούργιο, το πάθος τους στην αναζήτηση της τελειότητας και στην απόλαυση της τροφής ως έκφραση πολιτισμού και εκλέπτυνσης της ζωής τους. Από αυτά όλα γοητεύθηκα και θέλησα να γράψω το βιβλίο. Μπήκα στα μαγειρεία τους, μύρισα τα φαγητά τους, γεύτηκα τις σπεσιαλιτέ τους, είδα με τη φαντασία μου εικόνες από την αγορά της αρχαίας Αθήνας, παραβρέθηκα στα περίφημα αθηναϊκά συμπόσια, ταξίδεψα στη Σπάρτη και τη Μακεδονία, γνώρισα μαγείρους, συγγραφείς μαγειρικής και καλοφαγάδες, έκλεψα συνταγές και βέβαια θαύμασα το ανοιχτό μυαλό των αρχαίων και στη διατροφή τους. Εντέλει πιστεύω ότι η Ιστορία μπορεί να είναι και γευστική!»

Αλέξανδρος Μασσαβέτας, Κωνσταντινούπολη: Στις άγνωστες γειτονιές του Κερατίου, Πατάκης.

«Γιατί λέγεται πως η Πόλη δεν αλώθηκε, αλλά παραδόθηκε; Γιατί δεν συμμετείχαν όλοι οι πολιορκημένοι στην άμυνά της; Γιατί αναθεμάτισε ο μετέπειτα Πατριάρχης Γεννάδιος τον αγωνιζόμενο Κωνσταντίνο Παλαιολόγο; Γιατί δήλωσε ο Πορθητής πως κατακτώντας την Πόλη πήρε “την εκδίκηση των Τρώων”; Έχουν οι Ρωμιοί της Πόλης καταγωγή “βυζαντινή”; Τι φορούσαν οι Αυτοκράτορες της Ρωμανίας; Γιατί θεωρήθηκε η Ρουμανία “Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο”; Γιατί μιλούσαν οι Εβραίοι της Πόλης ισπανικά; Γιατί έχουν οι Φαναριώτες κακή φήμη; Γιατί αναθεμάτισε ο Γρηγόριος ο Ε’ την Ελληνική Επανάσταση; Γιατί έχουν οι περισσότεροι Ελληνορθόδοξοι της Πόλης πρώτη γλώσσα την τουρκική; Γιατί έχουν κηρύξει πόλεμο στο Οικουμενικό Πατριαρχείο οι ρωσικές μυστικές υπηρεσίες; Γιατί πίνουν οι σημερινοί Τούρκοι πολύ περισσότερο τσάι απ’ ότι καφέ; Γιατί ήταν η οθωμανική Πόλη γεμάτη ξύλινα κτίσματα και πότε και πώς εξαφανίσθηκαν;

Σε αυτές τις ερωτήσεις προσπάθησα να απαντήσω με αυτό το οδοιπορικό στις σελίδες της Ιστορίας αλλά και τους δρόμους της ίδιας της Πόλης. Μαζί με τον αναγνώστη γνώρισα μία ιστορική περιοχή της Κωνσταντινούπολης κατά μήκος του Κερατίου Κόλπου, όπου οι δρόμοι, τα κτίρια και τα ερείπιά τους αποτυπώνουν τη διαδρομή μιας πόλης σε αέναη μετάλλαξη: τη μετάβαση από τη βυζαντινή στην οθωμανική Πόλη και από εκεί στη μεγαλούπολη του σήμερα».

Κατερίνα Οικονομάκου, O τραγουδιστής του Άουσβιτς, Καπόν.

«Συνάντησα το όνομα του εντελώς τυχαία, διαβάζοντας ένα άρθρο στο οποίο αναφερόταν η Τοπογραφία του Τρόμου, ένας χώρος μνήμης στο Βερολίνο. Το σεφαραδίτικο όνομα του διευθυντή του μουσείου, του Αντρέας Ναχάμα, κίνησε την περιέργειά μου. Στη Γερμανία, οι περισσότεροι Εβραίοι είναι Ασκεναζίμ· προέρχονται από τα στετλ της Κεντρικής Ευρώπης και όχι από τις πολύβουες φτωχικές συνοικίες του Νότου, ανάμεσα στις οποίες και η Θεσσαλονίκη, της οποίας η σεφαραδίτικη κοινότητα θεωρείται από τις πιο σημαντικές στον κόσμο. Πώς άραγε είχε βρεθεί ένας Εβραίος με σεφαραδίτικο επώνυμο στη γερμανική πρωτεύουσα; Όπως αποδείχτηκε, ο Αντρέας ήταν ο γιος ενός Έλληνα Σεφαραδίτη από τη Θεσσαλονίκη, του Εστρόγκο Ναχάμα.

Ο Εστρόγκο Ναχάμα υπήρξε από τους πιο διάσημους Εβραίους ψάλτες του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα. H τόσο χαρακτηριστική και σπάνια φωνή του είχε ακουστεί και πέρα από τους τοίχους της συναγωγής, σε συναυλίες σε ολόκληρη τη Γερμανία αλλά και όταν έκανε μια σύντομη εμφάνιση ως κάντορας στο Καμπαρέ του Μπομπ Φόσι, το 1972. Κι όμως στην πατρίδα του, εδώ που γεννήθηκε και έζησε έως τα 25 χρόνια του, το όνομα και η ιστορία του ήταν άγνωστα. Αυτό ήταν και το κίνητρό μου: Ο θυμός για την άγνοιά μου, αλλά και η επιθυμία να την ξεπεράσω, να την εξηγήσω, υπό μια έννοια και να την αποδεχτώ, ακολουθώντας τα ίχνη εκείνου του άνδρα σε μια προσπάθεια να ανασυστήσω την ιστορία του».

Γιώργος Παναγιωτάκης, Λέσχη Αλλόκοτων Πλασμάτων, Βιβλίο 1. Το μυστικό καταφύγιο, Βιβλίο 2. Όταν ήρθαν για εμένα, Πατάκης.

«Ένα από τα πράγματα που σίγουρα θα θυμάμαι από το 2017, είναι το ότι έγινα μέλος της Λέσχης Αλλόκοτων Πλασμάτων. Ιδρυτικό μέλος, προφανώς, αφού πρόκειται για τη σειρά βιβλίων την οποία γράφω. Μέσα στη χρονιά κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Πατάκη –και με όμορφες, λιτές εικόνες από το χέρι της Μυρτώς Δεληβοριά– τα δύο πρώτα βιβλία: Το μυστικό καταφύγιο και Όταν ήρθαν για εμένα.

Ήρωες τους είναι κάποιοι συνηθισμένοι έφηβοι με ασυνήθιστες ιδιότητες. Συναντιούνται σ’ ένα γυμνάσιο, γνωρίζουν αλλόκοτους καθηγητές, αποδέχονται ή δεν αποδέχονται τον εαυτό τους, ερωτεύονται, κινδυνεύουν, επιτυγχάνουν ή αποτυγχάνουν. Ένα ερώτημα που προκύπτει είναι τι με ώθησε να ασχοληθώ με τις περιπέτειες τους. Τι κοινό έχω, για παράδειγμα, με τον Μάρκο που γεννήθηκε με ένα πτερύγιο καρχαρία στην πλάτη και έναν ανεξήγητο φόβο για τη θάλασσα; Ή με την Αλίλα που, όταν κλαίει, γύρω της καταγράφονται μικροσεισμοί –και κλαίει συχνά. Με την Πέτρα Λουίζα η οποία απέκτησε μια δεύτερη υπόσταση, με τη Μελίνα που έχει συμπεριφορά γάτας, με τον Χάρι που όταν συγχύζεται γίνεται αρ… (Όχι, αυτό δεν πρέπει να το πω, είναι σπόιλερ). Την απάντηση, είναι βέβαιο πως θα δυσκολευτώ να τη βρω. Είναι όμως εξίσου βέβαιο πως, το 2018, θα συνεχίσω να συχνάζω στη συγκεκριμένη λέσχη».

Βίβιαν Στεργίου, Μπλε Υγρό, Πόλις.

«Το Μπλε υγρό είναι ιστορίες καθημερινότητας. Ένα σύνολο από εικόνες που αλλάζουν γρήγορα σε μία χαοτική Αθήνα ή σε ένα χαοτικό κεφάλι ή και στα δύο. Μου ήρθε να το γράψω από την πολλή παρατήρηση. Παρατήρηση των ανθρώπων γύρω μου, των πολυκατοικιών τους, των δωματίων τους, των ερωτικών τους, των οικογενειακών τους, του πείσματος για ευτυχία, των φόβων τους, των ιστοριών τους τελικά. Στην παρατήρηση κατέφυγα για να γλιτώνω από τα δικά μου. Μετά ήρθε η αναγκαία αφήγηση των ιστοριών που αποφορτίζει εντελώς την πραγματικότητα, την κάνει ένα παιχνίδι στα χέρια σου, ένα παιχνίδι εστίασης της προσοχής. Κυρίως γράφω επειδή δεν μπορώ να κάνω αλλιώς και για να είμαι σίγουρη ότι δεν θα παίρνω στα σοβαρά αυτά που συμβαίνουν. Μου αρέσει να μπορώ να ρυθμίσω την ένταση μιας εμπειρίας με την αφήγηση μου. Μου αρέσει ακόμη να σκέφτομαι ότι τίποτα δεν είναι για πολύ, αφού όλα είναι “ένα κολλώδες μπλε υγρό”, κάτι τρομαχτικό που σε πνίγει, αλλά που σε κάνει να θέλεις να ξεκολλήσεις, να κυλήσεις κι εσύ, να ελευθερωθείς. Χαμένοι απ’ την αρχή σε όλα τα υπαρξιακά μας, τυχαίοι και παρόμοιοι ο ένας με τον άλλον δεν χάνουμε τίποτα αν ζήσουμε όπως μας έρθει.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous
gplus

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.