Τι θα θυμούνται τα παιδιά από τους Ολυμπιακούς Αγώνες

Οι περισσότεροι παρακολουθήσαμε κάποτε Ολυμπιακούς μαζί με την οικογένειά μας. Τα υπεράνθρωπα κατορθώματα, η εκπληκτική ταχύτητα, τα πολύχρωμα ρούχα εντυπωσιάζουν μικρούς και μεγάλους. Οι Ολυμπιακοί όμως δίνουν και ευκαιρίες για βαθύτερες συζητήσεις με τα παιδιά για πολλά θέματα, από τη δύναμη του χαρακτήρα, την ενσυναίσθηση και την επιμονή μέχρι τη σύγχρονη πολιτική.
Χρόνος ανάγνωσης: 
18
'
[IOC]

Πάνε 12 χρόνια από εκείνο το «φου» και την ευχή για «καλή αντάμωση» στο κατάμεστο και διονυσιακό ΟΑΚΑ και η ανθρωπότητα ετοιμάζεται να υποδεχτεί ξανά το μεγαλύτερο αθλητικό γεγονός. Στις 5 Αυγούστου, κάτω από τα απλωμένα χέρια του Λυτρωτή στο λόφο Κορκοβάντο του Ρίο ντε Τζανέιρο, θα ανάψει για άλλη μια φορά η ολυμπιακή φλόγα και η μητρόπολη της Βραζιλίας θα ανοίξει την αυλαία για την 31η Ολυμπιάδα, όπου πάνω από 10.000 αθλητές από 206 χώρες θα φιλοτεχνήσουν ένα πολύχρωμο και ζωηρό ψηφιδωτό οικουμενικότητας.

Για τους “καριόκας” αυτή θα είναι η κορύφωση μιας κακοτράχαλης διαδρομής, που βρίσκει τη χώρα τους σε ανοιχτή οικονομική και πολιτική κρίση, την περιφέρειά τους σε κατάσταση χρεοκοπίας, την κοινωνία τους λαβωμένη από τον ιό Ζίκα και τις δομικές ανισότητες. Οι Βραζιλιάνοι το γνωρίζουν καλά, ότι κανένα πρόβλημά τους δεν θα λυθεί. Κι εμείς το γνωρίζουμε. Η ρομαντική αφήγηση για το αμόλυντο και ειρηνευτικό ολυμπιακό ιδεώδες έχει ξεθαμπώσει προ πολλού, από τότε που μπήκε στα γρανάζια της ναζιστικής προπαγάνδας το 1936. Οι πέντε κύκλοι ξεκόλλησαν χιλιάδες φορές μεταξύ τους κι άλλες τόσες συγκολλήθηκαν εφήμερα, για να υψωθούν περήφανοι στα ολοκαίνουργια στάδια. Το λευκό φόντο της ολυμπιακής σημαίας που κάποτε συμβόλιζε τον καθαρό αθλητισμό κηλιδώθηκε από τα απανωτά σκάνδαλα ντόπινγκ, που αποκαθήλωσαν με πολύ θόρυβο και πόνο ορισμένα από τα μεγαλύτερα αστέρια του παγκόσμιου πρωταθλητισμού, μεταξύ των οποίων και κάποια δικά μας. Το Ολυμπιακό κίνημα υποχωρεί διεθνώς υπό το βάρος της σκιάς του. Ολοένα λιγότερες πόλεις εντάσσονται στον κατάλογων των προθύμων να φιλοξενήσουν την πολυδάπανη και φαντασμαγορική διοργάνωση. «Οι Ολυμπιακοί Αγώνες είναι νεκροί. Υπάρχει ακόμα πόλη που να θέλει να τους φιλοξενήσει;» διερωτάται ο Guardian, αναδεικνύοντας ως αρνητικό παράδειγμα την Αθήνα και φωτογραφίζοντας το δικό μας 2004 ως μήτρα όλων των κακών που ακολούθησαν στη χώρα.

Ωστόσο, πάντα τους περιμένουμε. Με αγωνία, με λαχτάρα, μπορεί και με αμφιθυμία αλλά τους περιμένουμε. Παρά τους αφορισμούς και τις εύλογες συχνά κριτικές, ξέρουμε ότι θα ταράξουν λίγο την καθημερινότητα μας, θα μας κάνουν να αναπηδήσουμε από την καρέκλα ή να βρίσουμε, θα παρακολουθήσουμε την προσπάθεια αθλητών από όλα τα μήκη του πλανήτη που μπορεί να δυσκολευόμαστε να προφέρουμε σωστά το όνομα τους αλλά θα ταυτιστούμε με το πάθος τους, μπορεί ακόμα και να σκεφτούμε πράγματα που διαφεύγουν από την πυκνή τελετουργική μας ρουτίνα.

Γιατί οι Ολυμπιακοί Αγώνες, καμιά φορά, εμπεριέχουν μηνύματα που εκτείνονται πολύ παραπέρα από το χορτάρι. Παραμένουν, στη συνείδηση κάθε αθλητή που ξεκινάει τα πρώτα του βήματα είτε στις αλάνες της Λατινικής Αμερικής, ή στα χώματα της Αφρικής ή στα στάδια του μαζικού αθλητισμού της Ευρώπης, το νοητό σημείο κατάληξης και συγκεφαλαίωσης της προσπάθειάς του. Είναι πυξίδα και προορισμός μαζί στην πορεία του. Για κάποιους από αυτούς είναι διαβατήριο εξόδου από την περιθωριοποίηση και η μοναδική ευκαιρία να ταξιδέψουν. Στη συνείδηση εκατομμυρίων θεατών που μαγνητίζονται κάθε τετραετία γύρω από μια γυάλινη οθόνη, οι αγώνες παραμένουν ένα κορυφαίο γεγονός ταυτόχρονης συγκίνησης και υπόρρητων προσδοκιών.

Ένα παραμύθι δηλαδή ρεαλιστικό, με νεράιδες και δράκους που δεν περνούν όλοι καλά αλλά παλεύουν, ένα απάνεμο λιμάνι που μπορούμε για λίγο να αράξουμε τα χάρτινα καράβια της παιδικής μας ηλικίας και η υπόσχεση χαράς που μοιράζει ο Ροναλντίνιο στα πιτσιρίκια που μεγάλωσαν με την αφίσα του.

Αν θέλαμε λοιπόν να εξηγήσουμε σ’ ένα παιδί, μικρό ή μεγάλο, την αληθινή σημασία των Ολυμπιακών Αγώνων, δεν θα το κάναμε μέσα από τους τετριμμένους εγκυκλοπαιδικούς ορισμούς και τις μονότονα επαναλαμβανόμενες διθυραμβικές ομιλίες των επισήμων. Αυτές θα τις βαριούνταν. Κι εμείς μαζί τους. Θα διαλέγαμε μερικές από εκείνες τις ιστορίες με τα ιδρωμένα πρόσωπα και τις κοφτές ανάσες που μούδιασαν τη στιγμή και γέμισαν με μιαν αναπάντεχη ανατριχίλα τις μνήμες μας.

Ντέρεκ Ρέντμοντ: Nα έχεις το ψυχικό σθένος να συνεχίζεις 

Στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Βαρκελώνης το 1992, όταν ξεκινούσε η κούρσα των 400 μέτρων, όλα τα φλας άστραψαν στο πρόσωπο του Ντέρεκ Ρέντμοντ. Ο Βρετανός σπρίντερ ήταν φαβορί για το πρώτο σκαλί του βάθρου. Σε ηλικία 19 ετών είχε κάνει εθνικό ρεκόρ, στα 21 του πήρε το χρυσό στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα και ένα χρόνο αργότερα το ασημένιο στη σκυταλοδρομία 4Χ400 στο Παγκόσμιο. Στη συνέχεια ταλαιπωρήθηκε από έναν τραυματισμό στον αχίλλειο τένοντα που τον ανάγκασε να αποσυρθεί από τους Ολυμπιακούς της Σεούλ, αλλά στη Βαρκελώνη έφτασε με τον κορυφαίο χρόνο στον κόσμο, κερδίζοντας την πρωτιά στον ημιτελικό.

Ξεκίνησε δυνατά με την αυτοπεποίθηση του νικητή. Λίγο μετά τα 200 μέτρα, το Estadi Olympic πάγωσε. Ο Ρέντμοντ κατέρρευσε στο ταρτάν. Του είχε κοπεί ο μυς. «Όταν πήρα θέση στην εκκίνηση ένιωθα υπέροχα. Για πρώτη φορά στη ζωή μου δεν υπέφερα από τραυματισμούς και είχα ολοκληρώσει έναν κύκλο οκτώ εγχειρήσεων για την αποκατάσταση του παλιού τραύματος. Έτρεξα τον πρώτο γύρο πολύ άνετα. Μετά άκουσα έναν ξερό ήχο. Συνέχισα να τρέχω και ξαφνικά ένιωσα τον πόνο. Νόμιζα ότι με είχαν πυροβολήσει. Ο πόνος ήταν διαπεραστικός, σαν να σου μπήγει κάποιος ένα μαχαίρι στο γόνατο και να το στριφογυρίζει», δήλωσε ο ίδιος αργότερα περιγράφοντας το περιστατικό.

Κι ενώ όλοι πίστευαν ότι ο Ντέρεκ θα καταγραφεί στην ιστορία των Ολυμπιακών Αγώνων ως ένας ακόμη άτυχος νέος που τραυματίστηκε και δεν κατάφερε να τερματίσει, εκείνος σηκώθηκε και άρχισε να βαδίζει κουτσαίνοντας –με ένα από τα πιο πονεμένα πρόσωπα που φιλοξένησαν ποτέ τα στάδια του στίβου– προς τη γραμμή του τερματισμού. Εκείνη τη στιγμή πήδηξε στον χώρο, παραμερίζοντας τους άνδρες της ασφάλειας, ο πατέρας του και τον πήρε αγκαλιά. Αν ο ύμνος στην πατρότητα μπορούσε να αποτυπωθεί σ’ ένα μόνο καρέ, θα ήταν αυτό.

«Ντέρεκ, εγώ είμαι. Δεν χρειάζεται να το κάνεις αυτό», του είπε. «Μπαμπά, θέλω να τερματίσω», απάντησε. «Εντάξει, μαζί ξεκινήσαμε αυτήν την προσπάθεια, θα την τελειώσουμε μαζί», αποφάσισε ο Τζιμ Ρέντμοντ. «Κι έτσι περάσαμε τη γραμμή του τερματισμού αγκαλιά, μόνο εγώ και ο πατέρας μου, ο άνθρωπος που στήριξε την αθλητική μου καριέρα από τότε που ήμουν επτά χρονών», εξομολογήθηκε ο Ντέρεκ σε μια συνέντευξή του. 65.000 άνθρωποι τον χειροκρότησαν όσο λίγους χρυσούς ολυμπιονίκες. Μπορεί η καριέρα του Ντέρεκ να διακόπηκε πρόωρα και πολύ επώδυνα, αλλά το κουράγιο του έδωσε πνοή στο ολυμπιακό πνεύμα και η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή (ΔΟΕ) τον έκανε σύμβολό της.

Νάντια Κομανέτσι: Αν συγχρονίσεις το μυαλό σου με το σώμα, μπορείς να αγγίξεις την τελειότητα

Το 1976 ένα 15χρονο κορίτσι με άγουρο πρόσωπο κάτω από καστανές αφέλειες ξεχαρβάλωσε τους ηλεκτρονικούς πίνακες στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μόντρεαλ. Η Νάντια Κομανέτσι γεννήθηκε το 1961 σε μια εργατούπολη της Ρουμανίας. Ο θρύλος λέει ότι οι γιατροί είχαν προειδοποιήσει τη μητέρα της κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ότι το μωρό που κυοφορούσε είχε στο κεφάλι του μια κύστη με υγρό και πιθανότατα θα εμφάνιζε νοητική υστέρηση. Η κύστη εξαφανίστηκε και το βρέφος εξελίχθηκε σ’ ένα υπερκινητικό αγοροκόριτσο, όταν την ανακάλυψε ο Μπέλα Καρόλι και διέβλεψε ότι θα συνέδεε το όνομά της με τη γυμναστική.

Το 1970 σε ηλικία εννέα ετών έγινε η νεότερη πρωταθλήτρια της Ρουμανίας. Στα 14 της έφυγε από το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα της Νορβηγίας με τέσσερα χρυσά κι ένα ασημένιο μετάλλιο. Η μεγάλη στιγμή που θα κατακτούσε τον κόσμο θα ερχόταν έναν χρόνο μετά, στους Ολυμπιακούς του Μόντρεαλ. Στις 18 Ιουλίου του 1976 η Κομανέτσι πραγματοποιεί το πρώτο της πρόγραμμα στους ασύμμετρους κρίκους και σαγηνεύει τους κριτές. Έγινε η πρώτη αθλήτρια ενόργανης γυμναστικής που βραβεύτηκε με το τέλειο 10αρι και συνολικά σ’ εκείνη τη διοργάνωση απέσπασε επτά 10αρια, τρία χρυσά κι ένα αργυρό μετάλλιο.

«Ήμουν πολύ ικανοποιημένη, πίστευα ότι θα έπαιρνα βαθμολογία 9,9. Τότε άκουσα το κοινό να φωνάζει δυνατά και όταν γύρισα είδα τον ηλεκτρονικό πίνακα να γράφει 1.00. Δενμπορούσε να γράψει 10 γιατί η κατασκευάστρια εταιρεία δεν πίστευε ότι αυτό ήταν δυνατό. Ήξερα ότι το 10 ήταν η υψηλότερη βαθμολογία, αλλά δεν ήξερα ότι είχα γράψει ιστορία. Θα το σκεφτώ αργότερα, είπα μέσα μου. Είχα τώρα να αγωνιστώ στη δοκό και έπρεπε να συγκεντρωθώ σ’ αυτό», είχε δηλώσει η ίδια. Ήταν η νεαρότερη μέχρι τότε ολυμπιονίκης και το περιοδικό TIME της χάρισε το εξώφυλλο του με τίτλο «She’s perfect» («Είναι τέλεια»).

Η ζωή της μετέπειτα δεν ήταν ρόδινη και δεν έμοιαζε με ολυμπιακό άρλεκιν. Η μέρα όμως εκείνη που αναμετρήθηκε με τον εαυτό της και ακούμπησε το αδιανόητο θα παραμένει πάντα από τις πιο λαμπερές στην ιστορία της διοργάνωσης, όπως και το απόφθεγμα ζωής που άρθρωσε: «Δεν φεύγω μακριά από μια πρόκληση επειδή φοβάμαι. Αντίθετα, τρέχω προς αυτήν, επειδή ο μόνος τρόπος να δραπετεύσεις από τον φόβο είναι να τον τσαλαπατήσεις με τα πόδια σου».

Αμπέμπε Μπικίλα: Ο αθλητισμός έχει τη δύναμη να φτιάχνει αληθινά παραμύθια

Όταν παρατάχθηκαν για την εκκίνηση του αγώνα οι μαραθωνοδρόμοι στις 10 Σεπτεμβρίου το 1960, στο πλαίσιο των Ολυμπιακών της Ρώμης, το βλέμμα τόσο των αθλητών όσο και του συγκεντρωμένου πλήθους καρφώθηκε σ’ έναν άγνωστο μέχρι τότε Αφρικανό που ξεκινούσε το τρέξιμο χωρίς παπούτσια. Για τον Αμπέμπε Μπικίλα, όμως, αυτή δεν ήταν μια πρωτόγνωρη διαδικασία. Είχε διανύσει στην πατρίδα του, την Αιθιοπία, χιλιάδες χιλιόμετρα ξυπόλητος.

Ο Αμπεμπε Μπικίλα γεννήθηκε το 1932 στο χωριό Γιάτο της Αιθιοπίας. Ήταν γιος ενός φτωχού βοσκού και από πολύ νεαρή ηλικία, αποφάσισε να καταταγεί στο στρατό για να βοηθήσει οικονομικά την οικογένειά του. Ξεκίνησε, λοιπόν, με τα πόδια για την πρωτεύουσα Αντίς Αμπάμπα και επιλέχθηκε για την αυτοκρατορική φρουρά του Σελασιέ. Σε ηλικία 24 ετών τον ανακάλυψε ο σουηδός προπονητής της Εθνικής Ομάδας Όνι Νισκάσεν και του πρότεινε να γίνει δρομέας μεγάλων αποστάσεων. Εντάχθηκε τελευταία στιγμή στην Ολυμπιακή ομάδα της Αιθιοπίας για τη Ρώμη, επειδή ο μαραθωνοδρόμος Βάμι Μπιράτου στραμπούληξε τον αστράγαλο του.

Την ημέρα διεξαγωγής του μαραθωνίου συνειδητοποίησε ότι ηAdidas –αποκλειστικός χορηγός τότε των αθλητικών υποδημάτων– δεν είχε κανένα διαθέσιμο ζευγάρι που να του κάνει. Αποφάσισε να τρέξει ξυπόλητος, όπως συνήθιζε στις προπονήσεις του. Είχε υπόψη του ότι το φαβορί του αγώνα ήταν ο μαροκινός Ράντι με το νούμερο 26. Άρχισε να παίρνει διαφορά από τους υπόλοιπους συναθλητές ψάχνοντας το νούμερο 26.Τερμάτισε πρώτος με χρόνο 2:15:16και ο Ράντι –που φορούσε τελικά το νούμερο 185– δεύτερος. Έγινε ο πρώτος μαύρος Αφρικανός που ανέβαινε το υψηλότερο σκαλί του βάθρου σε Ολυμπιακούς Αγώνες και η νίκη του γιορτάστηκε σε όλη την Αφρική.

Κατά τη διάρκεια της σύντομης ζωής του πήρε μέρος σε 15 μαραθωνίους, κερδίζοντας τους 12 απ’ αυτούς. Το 1969 έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του και έπεσε σε χαντάκι. Έμεινε παράλυτος αλλά δεν έχασε το πάθος του για τον αθλητισμό και συμμετείχε σε διεθνείς διοργανώσεις αθλητών με αναπηρία. «Όπως δέχτηκα την επιτυχία, έτσι δέχομαι και την τραγωδία. Είναι και τα δύο κομμάτια της ζωής μου και νιώθω ικανοποιημένος», δήλωσε ο ίδιος μετά το ατύχημα. Το 1973 σε ηλικία μόλις 41 ετών πέθανε από εγκεφαλική αιμορραγία. Το στάδιο και το σχολείο της Αντίς Αμπάμπα φέρουν το όνομα του και εμπνέουν ακόμα τη νέα φουρνιά αθλητών της χώρας.

Λώρενς Λεμιέ: O αθλητισμός δεν παράγει μόνο ικανότητες, διδάσκει ήθος

Όλοι όσοι έχουν βρεθεί κοντά σ’ ένα μετάλλιο στην κορυφαία αθλητική διοργάνωση, ξέρουν καλά ότι αυτός είναι ο απόλυτος στόχος και δύσκολα θα τον παραμερίσεις. Ο Λώρενς Λεμιέ δεν ταλαντεύτηκε καθόλου. Μεγαλωμένος στις λίμνες του δυτικού Καναδά, εργάστηκε σκληρά για να κερδίσει με το σπαθί του μια θέση στην ολυμπιακή ομάδα ιστιοπλοΐας του Καναδά το 1988.

Το αγώνισμα ξεκίνησε στις 24 Σεπτεμβρίου μ’ έναν ήπιο άνεμο και ήρεμα νερά. Κάποια στιγμή, όμως, ο αέρας αγρίεψε. Το σκάφος της ομάδας της Σιγκαπούρης ανατράπηκε, τραυματίζοντας το πλήρωμά του. Ο Λεμιέ βρισκόταν στη δεύτερη θέση και αν συνέχιζε την πορεία του θα αγκάλιαζε το ασημένιο μετάλλιο.Αντ’ αυτού κατεύθυνε το σκάφος προς τους συναθλητές του από τη Σιγκαπούρη που βρίσκονταν σε κίνδυνο, τους τράβηξε και τους έσωσε. Τερμάτισε τελικά 22ος. Προφανώς έχασε το μετάλλιο για το οποίο πάσχιζε τόσα χρόνια, αλλά κατοχύρωσε μια θέση στην καρδιά εκατομμυρίων ανθρώπων που παρακολούθησαν ζωντανά την αυτοθυσία του. Η Διεθνής Ένωση Ιστιοπλοΐας του απένειμε τη 2η θέση λόγω της καλής αθλητικής συμπεριφοράς του και η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή του έδωσε το βραβείοPierre De Coubertin.

Σήμερα είναι προπονητής. Όταν ρωτήθηκε κατά τη διάρκεια μιας συνέντευξης το 2012 αν θα προτιμούσε να μιλάει για τη διάκριση που θα μπορούσε να είχε κερδίσει αντί για τη διάσωση, απάντησε ως εξής: «Ξέρεις, στον αθλητισμό μπορεί να προσπαθείς σκληρά μιαν ολόκληρη ζωή και να λάβεις πολύ λίγες επιβραβεύσεις. Γι’ αυτή τη διάσωση όμως μιλάμε ακόμα, 25 χρόνια μετά».

Τζέσε Όουενς: Το ανθρώπινο μεγαλείο μπορεί να τσακίσει τον ρατσισμό

Στους Ολυμπιακούς του Βερολίνου το 1936, η χιτλερική προπαγάνδα ευελπιστούσε ότι θα ενσαρκωνόταν η ιδεοληψία της για την «υπεροχή της άριας φυλής». Η ιστορία όμως τα έγραψε αλλιώς κι ένας νεαρός αφροαμερικανός, εγγονός σκλάβων, γκρέμισε το ρατσιστικό όραμα του Φύρερ μπροστά στα μάτια του. Ο Τζειμς Κίβελαντ Όουενς γεννήθηκε το Σεπτέμβριο του 1913 σε μια επαρχία της Αλαμπάμα. Ήταν το νεότερο από τα δέκα παιδιά μιας οικογένειας αφροαμερικανών εργατών γης. Ο ίδιος ξεκίνησε από τα επτά του να δουλεύει στις βαμβακοφυτείες για να στηρίξει την οικογένειά του. Ωστόσο το αθλητικό του ταλέντο ξεχώριζε κι έσπαγε το ένα ρεκόρ μετά το άλλο. Παρότι το 1935 κατέρριψε έξι παγκόσμια ρεκόρ, η Αμερικανική Ομοσπονδία ερασιτεχνικού αθλητισμού προτίμησε ένα λευκό γκόλφερ για τον τίτλο του “Αθλητή της χρονιάς”.

Το μεγάλο του ραντεβού με την ιστορία ήρθε το 1936. Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου απέσπασε τέσσερα χρυσά μετάλλια (100 μέτρα, 200 μέτρα, άλμα εις μήκος και 4Χ100 μέτρα), προκαλώντας τον φανερό εκνευρισμό του Γερμανού δικτάτορακαι ολόκληρου του ναζιστικού μηχανισμού, που κατηγόρησαν τις ΗΠΑ ότι «έφτιαξαν μια ομάδα γεμάτη μαύρα κατακάθια». Ο Χίτλερ ουδέποτε τον συνεχάρη. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της εποχής, την πρώτη μέρα των αγώνων ο Χίτλερ συνεχάρη μόνο τους Γερμανούς νικητές. Οι επίσημοι της ΔΟΕ του διεμήνυσαν ότι θα έπρεπε είτε να μιλήσει σε όλους, είτε σε κανέναν και απάντησε «σε κανέναν». Οι Γερμανοί φίλαθλοι, ωστόσο, που δεν είχαν διαβρωθεί από το δηλητήριο της μισαλλοδοξίας, αποθέωσαν τον αθλητή στο στάδιο και τους δρόμους του Βερολίνου.

Για τον Τζέσε Οουενς το μεγάλο παράπονο ήταν η αντιμετώπιση που είχε στην ίδια την πατρίδα του, τη σκληρή και γεμάτη φυλετικές διακρίσεις Αμερική της δεκαετίας του ‘30.«Όταν επέστρεψα στη γενέτειρά μου, έπειτα από όλες τις ιστορίες με τον Χίτλερ, δεν μπορούσα καν να καθίσω στις πρώτες σειρές των λεωφορείων, έπρεπε να συνεχίσω να ανεβαίνω από την πίσω πόρτα. Δεν μπορούσα να ζήσω εκεί που ήθελα. Δεν προσκλήθηκα να κάνω χειραψία με τον Χίτλερ, ούτε όμως και στον Λευκό Οίκο προσκλήθηκα να σφίξω το χέρι του προέδρου», εξομολογήθηκε δημόσια χρόνια αργότερα. Ακόμα και μετά την επιστροφή του από το Βερολίνο, στο ξενοδοχείο που τελέστηκε η δεξίωση για τους πρωταθλητές, του απαγορεύτηκε να μπει στο ασανσέρ, καθώς «ήταν μόνο για λευκούς». Μέχρι το θάνατό του, το Μάρτιο του 1980, ο Όουενς παρέμεινε ένας αληθινός πρεσβευτής του κινήματος για τα ίσα δικαιώματα.

Πίτερ Νόρμαν: Να δείχνεις αλληλεγγύη στους συναθλητές σου με κάθε τίμημα

Ίσως μια από τις εμβληματικότερες φωτογραφίες στην ιστορία των Ολυμπιακών Αγώνων είναι αυτή από το Μεξικό το 1968 με τον νικητή της κούρσας των 200 μέτρων Τόμι Σμιθ και τον τρίτο του τελικού Τζον Κάρλος να υψώνουν τις γροθιές τους φορώντας μαύρα γάντια. Ήταν ένα διάβημα διαμαρτυρίας των δύο αφροαμερικάνων ολυμπιονικών με ισχυρό συμβολισμό, για την υπεράσπιση του κινήματος των μαύρων για ισότητα. Λιγότερο γνωστή είναι η ιστορία του τρίτου της παρέας, του λευκού με το ήρεμο πρόσωπο και το ελαφρύ μειδίαμα που στεκόταν στο δεύτερο σκαλί του βάθρου.

Ο Αυστραλός Πίτερ Νόρμαν όχι μόνο δεν αποστασιοποιήθηκε από την πράξη των συναθλητών του αλλά φορούσε, όπως και οι άλλοι δύο, την ίδια κονκάρδα της ολυμπιακής οργάνωσης για τα ανθρώπινα δικαιώματα, που είχε ιδρύσει ο κοινωνιολόγος Χάρι Έντουαρντς. Ήταν απολύτως ενήμερος για τη διαμαρτυρία τους και έδωσε τη λύση, όταν ο Κάρλος διαπίστωσε ότι είχε ξεχάσει τα γάντια του στο ολυμπιακό χωριό, προτείνοντας του να φορέσει το αριστερό γάντι του Σμιθ. «Είμαι μαζί σας», τους είπε όταν τον ενημέρωσαν για τις προθέσεις τους και έψαξε να βρει μια κονκάρδα. «Ήρθε και με ρώτησε, αν έχω ένα απ' αυτά τα σηματάκια. Ένας λευκός Αυστραλός ήρθε και μου ζήτησε κονκάρδα για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Σκέφτηκα ότι έπρεπε να του δώσουμε οπωσδήποτε. Είχα μια, τη δική μου, την έβγαλα και του την έδωσα», αποκάλυψε αργότερα ο αμερικάνος αθλητής κωπηλασίας Πολ Χόφμαν.

Ο Νόρμαν έδειξε την αλληλεγγύη του στους συμπαίκτες του και επωμίστηκε το τίμημά της. Η εντελώς κοντόφθαλμη και αρτηριοσκληρωτική τότε Ολυμπιακή Επιτροπή απαίτησε από τους Αμερικανούς να τιμωρήσουν τους Σμιθ και Κάρλος. Αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το ολυμπιακό χωριό και να σταματήσουν επί της ουσίας την καριέρα τους στο στίβο. Αντίστοιχη μοίρα επιφύλαξαν οι Αυστραλοί για τον Νόρμαν.«Με το που επέστρεψε στην πατρίδα, ήξερε ότι ήταν στο στόχαστρο. Όλοι τον μισούσαν», αποκάλυψε σε μια συνέντευξή του στο CNN ο ανιψιός του Μάθιου Νόρμαν, δημιουργός του ντοκιμαντέρ “Salute”, που είναι αφιερωμένο στη ζωή του θείου του. Ο Πίτερ Νορμαν επέστρεφε στη «Λευκή Αυστραλία» της σκληρής μεταναστευτικής πολιτικής και του συστηματικού διωγμού των Αβοριγίνων. Κανείς δεν τον υποδέχτηκε με ενθουσιασμό. Αντίθετα, παρά το γεγονός ότι ήταν ο πέμπτος πιο γρήγορος στον κόσμο στα 200 μέτρα, δεν του επέτρεψαν να συμμετάσχει στους Ολυμπιακούς του Μονάχου το 1972. «Έπιασα το όριο για τα 200 μέτρα, 13 φορές. Άλλες πέντε φορές το πέτυχα στα 100 μέτρα, αλλά δεν με άφησαν να πάω στο Μόναχο. Το ήθελα πάρα πολύ...», είχε δηλώσει ο ίδιος. Όταν μάλιστα 28 χρόνια αργότερα το Σίδνεϋ φιλοξενούσε τους Ολυμπιακούς Αγώνες, οι διοργανωτές τον λησμόνησαν. Οι Αμερικανοί, όταν διαπίστωσαν ότι ο Νόρμαν δεν είχε προσκληθεί να παρακολουθήσει τους αγώνες, τον έκαναν μέλος της δικής τους αποστολής και τον πήραν μαζί τους στο Σίδνεϋ.

Το 2006, όταν πέθανε, το φέρετρό του σήκωσαν οι Τόμι Σμιθ και Τζον Κάρλος ως ελάχιστο φόρο τιμής στον λευκό αθλητή που συμπαραστάθηκε στον αγώνα τους. «Δεν υπάρχει άλλος Αυστραλός, που θα έπρεπε να αναγνωριστεί και να τιμηθεί περισσότερο από τον Πίτερ  Νόρμαν. Για τον χαρακτήρα του, για τον ουμανισμό του, τη δύναμή του αλλά και την θέλησή του να γίνει θυσία προς όφελος της δικαιοσύνης», είπε ο Τζον Κάρλος γι’ αυτόν. Η Ομοσπονδιακή Βουλή της Αυστραλίας στις 11 Οκτωβρίου του 2012 απηύθυνε δημόσια συγνώμη στον Πίτερ Νόρμαν, αναγνωρίζοντας τα αθλητικά του επιτεύγματα και τη γενναιότητά του. Ο ίδιος όμως δεν ζούσε πλέον για να την ακούσει.

Ερίκ Μουσαμπάουι: Σημασία δεν έχει η νίκη, αλλά η συμμετοχή  

Στους προκριματικούς γύρους για τα 100 μέτρα κολύμβησης στους Ολυμπιακούς του Σίδνεϋ, εμφανίστηκε ένα συνεσταλμένο αγόρι από τη μακρινή Ισημερινή Γουινέα, μια χώρα που ο ΟΗΕ τότε κατέτασσε στην 121η θέση του Δείκτη Ανθρώπινης Ανάπτυξης και που αρκετοί κάτοικοί της ζούσαν με ένα δολάριο τη μέρα. Ο Ερίκ Μουσαμπάουι προκρίθηκε στους Ολυμπιακούς μέσα από τη διαδικασία των wild cards, ένα σύστημα που είχε θεσπίσει η ΔΟΕ για να διευκολύνει τη συμμετοχή αθλητών από αναπτυσσόμενες χώρες. Έναν χρόνο πριν από την πρόκρισή του δεν είχε τη δυνατότητα ούτε καν να βάλει το πόδι του σε πισίνα ολυμπιακών διαστάσεων. Όταν έμαθε ότι θα πάει στο Σίδνεϋ προσπάθησε να προπονηθεί στην πισίνα του ξενοδοχείου της πόλης του. Δεν είχε προπονητή, ούτε καν κάποιον να του κρατήσει το ρολόι. Έφτασε στην πρωτεύουσα της Αυστραλίας με 50 δολάρια και τη χαρά του, που θα κουβαλούσε τη σημαία της χώρας του στην τελετή έναρξης.

Την ημέρα που έπρεπε να αγωνιστεί στον προκριματικό γύρο, αντίκριζε για πρώτη φορά πισίνα 50 μέτρων. Οι δυο συναθλητές του ακυρώθηκαν λόγω λαθεμένης εκκίνησης. Η επιτροπή του ανακοίνωσε ότι έπρεπε να αγωνιστεί μόνος, με αντίπαλο το ρολόι. Για να περάσει στην επόμενη φάση έπρεπε να κατορθώσει έναν χρόνο καλύτερο από 1’10’’ μπροστά σε 17.000 θεατές. Από την αρχή φάνηκε η αδέξια τεχνική του, όσο περνούσε ο χρόνος έδειχνε να κουράζεται, λίγο πριν τα τελευταία 30 μέτρα όλοι πίστευαν ότι θα τα παρατήσει. Ο κόσμος άρχισε να φωνάζει για να τον ενθαρρύνει. Μ’ έναν μαγικό τρόπο, ο Ερίκ επιτάχυνε τον ρυθμό του και τερμάτισε με χρόνο 1.52, τον πιο αργό χρόνο που καταγράφηκε στο άθλημα στην ολυμπιακή ιστορία.

«Στα πρώτα 50 μέτρα ένιωθα καλά. Μετά νόμιζα ότι δεν θα τα καταφέρω. Εκεί κάτι συνέβη. Ήταν ο κόσμος που φώναζε και με στήριζε. Είμαι πολύ περήφανος. Ακόμα έχω ένα φοβερό συναίσθημα από τους ανθρώπους που με χειροκρότησαν. Για μένα είναι σαν να έχω κερδίσει μετάλλιο», είπε. Η ιστορία του είχε τόσο μεγάλο αντίκτυπο, που η ΔΟΕ του έδωσε έναν προσωπικό βοηθό και έναν μεταφραστή για να διαχειριστεί τα πάνω από 100 αιτήματα συνεντεύξεων που είχε. «Αυτό είναι οι Ολυμπιακοί Αγώνες», αναφώνησε ο διάσημος ολυμπιονίκης Ιαν Θορπ. Ο πρόεδρος της ΔΟΕ Ζακ Ρόγκ μάλλον είχε διαφορετική άποψη, όπως δήλωσε χαρακτηριστικά στην εφημερίδα Guardian: «Θέλουμε να αποφύγουμε παρόμοια περιστατικά. Μπορεί ο κόσμος να το λάτρεψε, αλλά εμένα δεν μ’ άρεσε». Ο Ερίκ δεν κατάφερε να συμμετάσχει ξανά στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Σκέφτεται όμως ακόμα, ότι του δόθηκε η ευκαιρία να ζήσει το πώς είναι χιλιάδες άνθρωποι απ’ όλον τον κόσμο να ενώνονται μαζί σου για να τερματίσεις.

Μάριον Τζόουνς: Αν δεν παίζεις καθαρά, στο τέλος θα χάσεις πολλά περισσότερα από ένα μετάλλιο

Το κορίτσι από το Λος Άντζελες που προοριζόταν να γίνει η διάδοχος της Φλόρενς Γκρίφιθ Τζόινερ, έτρεχε τα 100 μέτρα σε 13 δευτερόλεπτα ήδη από την ηλικία των 13 ετών. Με μια τραυματική παιδική ηλικία, αποφάσισε να βρει αντίδοτο στον πρωταθλητισμό. Κυνηγούσε την πρωτιά και την κατέκτησε γρήγορα. Ακόμα πιο γρήγορα αποκαθηλώθηκε, όταν αποκαλύφθηκε ότι στήριξε την καριέρα της σε κάλπικα υποστυλώματα.

Το αστέρι της Μάριον Τζόουνς έλαμψε για πρώτη φορά στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της Αθήνας το 1997. Αναδείχθηκε πρωταθλήτρια κόσμου στα 100 μέτρα. Από τότε ο δρόμος της επιτυχίας ήταν διάπλατος μπροστά της, με αποκορύφωμα τους Ολυμπιακούς του Σίδνεϋ. Εκεί έγινε η πρώτη γυναίκα που ανέβηκε πέντε φορές στο βάθρο στην ίδια διοργάνωση, κερδίζοντας τρία χρυσά (100 μέτρα, 200, 4Χ400) και δύο χάλκινα μετάλλια (μήκος και 4Χ100). Από το 1997 έως το 2002 νίκησε στους 59 από τους 60 τελικούς των 100 μέτρων. Το 2004 ο πρώην σύντροφός της αποκάλυψε ότι ήταν παρών όταν η Μάριον έκανε ενέσεις με αναβολικά στο στομάχι της στην Ολυμπιάδα του 2000. Ταυτόχρονα η αμερικανική δικαιοσύνη ξέμπλεκε ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα ντόπινγκ όλων των εποχών, το σκάνδαλο της εταιρείας Balco που εμπεριείχε και το δικό της όνομα. Το 2006 έγινε γνωστό ότι βρέθηκε θετικό δικό της δείγμα στην απαγορευμένη ουσία ερυθροποιϊτίνη. Μέχρι τότε η Τζόουνς αρνούνταν όλες τις κατηγορίες. Το 2007 ομολόγησε η ίδια ενώπιον του δικαστηρίου της Νέας Υόρκης ότι έκανε χρήση αναβολικών και επέστρεψε μόνη της τα πέντε μετάλλια που είχε κερδίσει στους Ολυμπιακούς.

Η πτώση της ήταν ιλιγγιώδης. Το 2008 της επιβλήθηκε εξάμηνη φυλάκιση και η Παγκόσμια Ομοσπονδία Στίβου ακύρωσε όλα τα αποτελέσματά της από το 2000 και μετά. Ο τότε πρόεδρος της IAAF τη χαρακτήρισε ως «μια από τις μεγαλύτερες απάτες της αθλητικής ιστορίας». «Δεν είναι τόσο δύσκολο να επιστρέφεις τα μετάλλια, όσο η αμαύρωση του ονόματός σου. Μέσα στη φυλακή κατάλαβα το λάθος που έκανα, πιστεύω πως δεν αγαπούσα τον εαυτό μου αρκετά, γι’ αυτό είπα ψέματα», παραδέχτηκε η ίδια στην πρώτη της συνέντευξη μετά την αποφυλάκισή της. Η Μάριον Τζόουνς τουλάχιστον είπε την αλήθεια και δήλωσε μεταμέλεια, ενώ πολλοί άλλοι αθλητές τήρησαν δια βίου ένα συμβόλαιο σιωπής. Όλοι όμως πλέον γνωρίζουν ότι τα “νοθευμένα” μετάλλια δεν γυαλίζουν.

Γιούσρα Μαρντίνι: H δυνατότητα να στέλνεις μηνύματα ενάντια στον πόλεμο και τον ρατσισμό

Η 18χρονη κολυμβήτρια δεν θα μπει στο Μαρακανά κάτω από κάποια εθνική σημαία. Θα παρελάσει μαζί με άλλους εννέα πρόσφυγες κάτω από την Ολυμπιακή σημαία. Με την Ευρώπη να αντιμετωπίζει τη χειρότερη προσφυγική κρίση μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ΔΟΕ πήρε την πρωτοβουλία να εντάξει στους Ολυμπιακούς του Ρίο την Ολυμπιακή Ομάδα Προσφύγων. Ανάμεσα στους χιλιάδες ανθρώπους που διέσχισαν τις θάλασσες της Μεσογείου και τα βαλκανικά μονοπάτια, υπάρχουν αρκετοί αθλητές που δεν μπορούν να εκπροσωπηθούν από τις χώρες καταγωγής τους στους Ολυμπιακούς. Τώρα βρήκαν μια συμβολική στέγη, που εκπέμπει ένα μήνυμα ευαισθησίας και την ανάγκη της συμπερίληψής τους στις δυτικές κοινωνίες.

Η Γιούσρα στη Συρία ήταν μέλος της εθνικής ομάδας κολύμβησης. Το όνειρό της να γίνει πρωταθλήτρια κατέρρευσε από την ανείπωτη καταστροφή που προκάλεσε ο πόλεμος στην πατρίδα της. Πήρε την απόφαση με την αδερφή της να έρθουν στην Ευρώπη. Μπήκαν σ’ ένα φουσκωτό στην Τουρκία μαζί με πολλούς ακόμα πρόσφυγες, αλλά η μηχανή σταμάτησε μεσοπέλαγα. Η Γιούσρα και η Σάρα έπεσαν στο νερό, κολύμπησαν σέρνοντας τη βάρκα με σχοινιά και την οδήγησαν με ασφάλεια στις ακτές της Λέσβου. «Το πρώτο πράγμα που αντίκρισα ήταν η παραλία της Λέσβου. Ήμουν εντελώς εξαντλημένη και κρύωνα πάρα πολύ. Τις επόμενες μέρες οι κάτοικοι της Λέσβου μας βοήθησαν παραπάνω απ' όσο μπορούσαν. Κατά το ταξίδι μας γνωρίσαμε πολύ καλούς ανθρώπους και όμορφα μέρη. Για τους κατοίκους της Λέσβου η φιλοξενία είναι ζήτημα τιμής», δήλωσε η Γιούσρα στο Έθνος μετά την περιπέτεια της.

Ακολουθώντας τον ανοιχτό ακόμα τότε βαλκανικό διάδρομο, έφτασε στη Γερμανία. Εκεί ρώτησε πού θα μπορούσε να προπονηθεί. Την υπέδειξαν έναν χώρο, συνάντησε έναν προπονητή, ο οποίος αφού είδε την τεχνική της, της ζήτησε να μείνει στην ομάδα. Σήμερα ετοιμάζεται να διαγωνιστεί στα 100 μέτρα ελεύθερο στο Ρίο, η σκέψη της, όμως, είναι στραμμένη στην προοπτική της επιστροφής: «Το όνειρό μου είναι να προκριθώ στους Ολυμπιακούς Αγώνες, να γίνω καλύτερη κολυμβήτρια, αλλά και κάποια στιγμή να επιστρέψω στη Συρία και να διδάξω σε παιδάκια όσα έμαθα από το ταξίδι μου».

Μιχάλης Σεΐτης: O αθλητισμός είναι δικαίωμα όλων και η καλύτερη θεραπεία

Ο Μιχάλης Σείτης γεννήθηκε το 1987 στη Ρόδο, αλλά ένιωθε σα να είχε γεννηθεί σε στάδιο. Ήδη από την ηλικία των πέντε ετών γράφτηκε στις ακαδημίες στίβου της Ρόδου. Αγωνίστηκε στο άλμα εις ύψος, στα 100 μέτρα με εμπόδια και στα 400 μέτρα με εμπόδια. Συνέχισε την ενασχόλησή του με τον αθλητισμό όταν ενηλικιώθηκε παράλληλα με την υπόλοιπη ζωή και την εργασία του. Όλα αυτά μέχρι τις 20 Ιουνίου του 2013. Εκείνη την ημέρα η ζωή του άλλαξε. Ένα τροχαίο με τη μηχανή του στέρησε το δεξί του πόδι, σε ηλικία 25 ετών.

«Ο στόχος ήταν ένας: να τρέξω ξανά», λέει ο ίδιος περιγράφοντας τον εαυτό του. Αμέσως μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο ξεκίνησε να γυμνάζεται. Δυο μήνες μετά το ατύχημα κατάφερε να περπατήσει και πάλι, με πρόσθετο μέλος. Σε τρεισήμισι μήνες κατάφερε να αγωνιστεί ξανά και έξι μήνες μετά παρευρέθηκε σε ένα meeting στο Dubai όπου, αφού πέρασε από classification και κατατάχθηκε στη κατηγορία T44, έλαβε μέρος, με αποτέλεσμα ένα χρυσό μετάλλιο στα 200 μέτρα και την επίτευξη των ορίων για το πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα, καθώς και δύο πανελλήνια ρεκόρ. Όλο αυτό το διάστημα σκεφτόταν το Ρίο. Και τα κατάφερε. Εξασφάλισε την πρόκριση για τους Παραολυμπιακούς Αγώνες που ξεκινούν στις 7 Σεπτεμβρίου. Δεν είχε πάντα τη στήριξη της πολιτείας, η οποία συχνά μνημονεύει τους παραολυμπιονίκες αφού κατακτήσουν ένα μετάλλιο, αλλά δεν διαμορφώνει τους όρους για να φτάσουν μέχρι εκεί. Είχε όμως την αμέριστη στήριξη του κόσμου κι ένα πλεόνασμα προσωπικής θέλησης.

Πλέον, έχοντας καταγράψει ρεκόρ Ευρώπης στα 400 μέτρα, ο Μιχάλης ετοιμάζει τις αποσκευές του, όπως και χιλιάδες άλλοι αθλητές με αναπηρία. Σε αυτές κουβαλάνε μαζί την πεποίθησή τους ότι ο αθλητισμός είναι δικαίωμα όλων και ταυτόχρονα μια βαθιά θεραπευτική διαδικασία για το σώμα και την ψυχή. Του ευχόμαστε κάθε επιτυχία!

Έχει συνεργαστεί με το VICE, το Έψιλον της Ελευθεροτυπίας, το protagon.gr και από το 2012 με το ΒΗΜΑgazino. Συμμετείχε στην ερευνητική ομάδα για τα ντοκιμαντέρ Φυλές της Αθήνας (ΕΡΤ) και Beyond Gender Greece (ANT1). Τιμήθηκε με το Δημοσιογραφικό Βραβείο «Ελένη Βλάχου» 2013.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.