Τα κόμματα μπροστά στο παράξενο καλοκαίρι που έρχεται

Μετά την πρώτη νίκη ενάντια στην πανδημία, το πολιτικό σκηνικό της χώρας επανέρχεται σε ρυθμούς κανονικότητας. Μαζί του και η πόλωση. Η επερχόμενη οικονομική ύφεση είναι το νέο επίδικο στον ορίζοντα και το επόμενο διάστημα θα κριθεί το πώς θα τη διαχειριστούν τα πολιτικά κόμματα. Για το λόγο αυτό προετοιμάζονται για κάθε ενδεχόμενο.
Χρόνος ανάγνωσης: 
10
'
Τηλεδιάσκεψη του Πρωθυπουργού με το υπουργείο Ανάπτυξης για την απορρόφηση κοινοτικών πόρων ΕΣΠΑ, 3 Απριλίου 2020. [Δημήτρης Παπαμήτσος/Γρ. Τύπου Πρωθυπουργού/Eurokinissi]

Την εβδομάδα που ξεκινά σήμερα (Δευτέρα 27/4), η πολιτική σκηνή της χώρας θα θυμίσει –κάπως– την προ-κορονοϊού περίοδο.

 

Αυτές τις μέρες που υπάρχει ανάγκη για ξεκάθαρη ενημέρωση κι ανάλυση, το inside story προσφέρει όλα τα άρθρα γύρω από τον Covid-19 ελεύθερα σε όλους τους αναγνώστες.

#ΜένουμεΣπίτι: Ανακαλύψτε πάνω από 2.500 ρεπορτάζ και ιστορίες του inside story. Γραφτείτε για έναν μήνα δωρεάν EΔΩ

Την ερχόμενη Πέμπτη θα έχουμε μία προ ημερησίας διάταξης συζήτηση σε επίπεδο αρχηγών, ενώ στην Βουλή για πρώτη φορά μετά από καιρό δεν θα συζητηθεί μια έκτακτη Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, αλλά ένα «κανονικό» νομοσχέδιο – αυτό που θα εισηγηθεί το υπουργείο Περιβάλλοντος. Το κλίμα είναι ήδη φορτισμένο, αφού η υπόθεση των voucher των 600 ευρώ μέσω των Κέντρων Επαγγελματικής Κατάρτισης προκάλεσε μια έντονη αντιπαράθεση κυβέρνησης-αντιπολίτευσης, με την παλιά καλή συνταγή της σκανδαλολογίας. Μάλιστα η αντιπαράθεση αναμένεται να οξυνθεί ακόμη περισσότερο, αφού ξεκινά της συνεδριάσεις της και η εξεταστική επιτροπή για την υπόθεση Νovartis, που τους μήνες πριν την υγειονομική κρίση αποτελούσε μόνιμη πηγή έντασης μεταξύ Νέας Δημοκρατίας και ΣΥΡΙΖΑ. Με λίγα λόγια όλα δείχνουν πως σταδιακά επιστρέφουμε στις συνήθεις καταστάσεις.

Η διαφαινόμενη όμως μετάβαση σε καθεστώς «κανονικότητας», επαναφέρει αυτόματα στο προσκήνιο συζητήσεις, σχεδιασμούς και σενάρια για την προσαρμογή του πολιτικού σκηνικού στην «επόμενη μέρα». Αρχής γενομένης από ένα καλοκαίρι που, όπως λέγεται στα επιτελεία των κομμάτων, «όλα μπορούν να συμβούν». Όλα αυτά δίχως να εξοβελίζεται από το προσκήνιο η –διακομματικά παραδεκτή– αναγκαιότητα της αντιμετώπισης της πανδημίας. Αυτή παραμένει το βασικό μέτωπο και προτεραιότητα.

Πάντως η θετική μέχρι στιγμής εικόνα που παρουσιάζει η χώρα αναφορικά με τον περιορισμό της επιδημίας, παρέχει την πολυτέλεια στις πολιτικές δυνάμεις να εστιάσουν στο φλέγον ζήτημα της οικονομίας. Αυτό δηλαδή που άπαντες θεωρούν ως την μεγαλύτερη πρόκληση για την χώρα τα επόμενα δύο χρόνια. Επίσης κοινή εκτίμηση είναι πως οι όροι που το πολιτικό σύστημα της χώρας θα την αντιμετωπίσει θα διαμορφωθούν τους επόμενους, θερινούς, μήνες.

Τα τρία γράμματα της οικονομίας

«V», «U» η «L». Τα τρία αυτά γράμματα εκφράζουν σχηματικά τα σενάρια για την κατάσταση της οικονομίας μετά την τιθάσευση της πανδημίας. Το πρώτο αφορά την πιθανότητα το 2021 να υπάρξει σημαντική άνοδος, που θα αντισταθμίσει την απότομη όσο και δεδομένη φετινή πτώση. Το δεύτερο απεικονίζει την ίδια διαδικασία με λιγότερο εκρηκτικό τρόπο και το τρίτο σκιαγραφεί μία μόνιμη ύφεση για τα επόμενα χρόνια.

Το βασικό κυβερνητικό αφήγημα κινείται κάπου μεταξύ των δύο πρώτων γραμμάτων, ευελπιστώντας να απεγκλωβιστούν κατά το δυνατόν συντομότερα οι αναπτυξιακές δυνάμεις της χώρας την ερχόμενη χρονιά, και να αντιμετωπιστούν άμεσα οι επιπτώσεις.

Όπως όμως έχει δηλώσει με σαφήνεια ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, στο ζήτημα της επερχόμενης ύφεσης «τα δεδομένα αναπροσαρμόζονται κάθε μέρα. Δεν θα διακινδύνευα ακριβή πρόβλεψη, ιδίως μάλιστα όταν αντιμετωπίζουμε ένα διεθνές περιβάλλον εντελώς αβέβαιο. Η ύφεση είναι παγκόσμια, όχι ελληνική. Προφανώς το Γενικό Λογιστήριο έχει μοντέλα τα οποία αναπροσαρμόζει σε εβδομαδιαία βάση, ώστε να βλέπουμε και την πορεία των εσόδων και τα κρατικά μας διαθέσιμα, τα οποία ευτυχώς είναι σε πολύ καλή κατάσταση».

Ειδικά μάλιστα για το θέμα των ταμειακών διαθεσίμων, καθόλου τυχαία δεν θεωρείται η πρωτοβουλία που πήρε ο υπουργός Οικονομικών Χρήστος Σταϊκούρας, να παρουσιάσει στη Βουλή κατά τη διάρκεια της ψήφισης της τελευταίας Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου αναλυτικά τα ταμειακά της χώρας. Να παρέμβει δηλαδή στη συζήτηση για το περίφημο «μαξιλάρι» της οικονομίας.

Κατέθεσε εκτεταμένα στοιχεία για την πορεία τους από το 2014 έως σήμερα. Όπως ανέφερε, «τα συνολικά ταμειακά διαθέσιμα του Κράτους, στο τέλος του 2014, ανέρχονταν στα 16 δισ. ευρώ. Να σημειωθεί μάλιστα ότι εάν στα 16 δισ. ευρώ συνυπολογίσουμε ότι, στο τέλος του 2014, η αποτίμηση της συμμετοχής του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας στις συστημικές τράπεζες ήταν 11,6 δισ. ευρώ, τότε η συνολική “δημόσια περιουσία” ανέρχονταν περίπου στα 28 δισ. ευρώ». Επισήμανε παράλληλα ότι σήμερα «το συνολικό “ταμείο” ανέρχεται στα 36,6 δισ. ευρώ, και αναλύεται ως εξής: 15,7 δισ. ευρώ, που αποτελείται, κυρίως, από την τελευταία εκταμίευση από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας προς τη χώρα μας και τα υπερ-πλεονάσματα της προηγούμενης περιόδου, 10,7 δισ. ευρώ, που είναι τα διαθέσιμα των Φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, που τηρούνται σε εμπορικές τράπεζες και στην Τράπεζα της Ελλάδος και 10,2 δισ. ευρώ, που είναι τα ταμειακά διαθέσιμα της Κεντρικής Διοίκησης».

Με αυτά τα ταμειακά διαθέσιμα ως ασφάλεια, η κυβέρνηση δείχνει να «ποντάρει» στην προοπτική της γρήγορης ανάκαμψης το 2021. Σύμφωνα με όσα είπε στη Βουλή ο αρμόδιος επί των δημοσιονομικών, υφυπουργός Οικονομικών Θόδωρος Σκυλακάκης, «οι πανδημίες έχουν ένα χαρακτηριστικό που πρέπει να το έχουμε στο μυαλό μας: κάποτε τελειώνουν. Και πιστεύω ότι αυτή θα τελειώσει νωρίτερα μάλλον, παρά αργότερα. Η ψυχολογική απελευθέρωση που δημιουργεί το τέλος τους, καθώς και η καταπίεση που αισθάνονται οι λαοί στη διάρκεια αυτής της πανδημίας εγγυώνται μία πάρα πολύ δυναμική ανάκαμψη τον επόμενο χρόνο».

Μια τέτοια εξέλιξη που υποστηρίζει ο Θόδωρος Σκυλακάκης, προϋποθέτει την αξιοπιστία της χώρας, κάτι που εγγυάται η ομαλή εκτέλεση του προϋπολογισμού του 2019 που ολοκληρώθηκε με βάση τις διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας για προϋπολογισμό 3,50%. Μάλιστα σύμφωνα πάντα με τον υφυπουργό κατά σύμπτωση, το ποσοστό αυτό προσεγγίστηκε επακριβώς. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, «ο προϋπολογισμός τελικά τελείωσε με ένα πρωτογενές πλεόνασμα 3,50%. Τώρα θα μου πείτε ότι 3,50% είναι λίγο περίεργο. Και πράγματι, εμείς δεν είχαμε σχεδιάσει –να σας πω την αμαρτία μου– 3,50%. Είχαμε αφήσει κάποιο χώρο για την περίπτωση που θα υπήρχε κάποια στατιστική προσαρμογή από κάποια πράξη που τυχόν θα είχε κάνει η Αξιωματική Αντιπολίτευση και δεν την είχαμε λάβει υπόψη μας. Και πράγματι, αυτό συνέβη στην πραγματικότητα. Δηλαδή, ήρθε η ΕΛΣΤΑΤ και μας έκανε μια διόρθωση της τάξεως των πεντακοσίων εκατομμυρίων λόγω μιας διάταξης που είχε ψηφίσει η τότε κυβέρνηση». Έτσι, σημείωσε ο υφυπουργός Οικονομικών, το πρωτογενές πλεόνασμα «ήρθε και γύρισε πίσω από 3,70% περίπου, που ήταν ο σχεδιασμός μας, και έκατσε ακριβώς στο 3,50%».

Παρά όμως την συγκρατημένα αισιόδοξη κυβερνητική προοπτική, οι πλέον έγκυροι φορείς, όπως η Τράπεζα της Ελλάδας, το ΙΟΒΕ και το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής, προσμετρούν την αναμενόμενη ύφεση με ποσοστά που ξεκινούν από το 4% και ξεπερνούν το 10%. Οι υπολογισμοί πάντως που έχουν ως βάση το σενάριο της γρήγορης επανόδου της οικονομίας, δηλαδή το πρόγραμμα που υλοποιείται την τρέχουσα περίοδο, συγκλίνουν: Ο Γιάννης Στουρνάρας έκανε λόγο πρόσφατα για ύφεση 4%, το ΙΟΒΕ αντίστοιχα έχει προβλέψει ύφεση της τάξης του 5% και το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής εκτιμά –με τις ίδιες συνθήκες– την ύφεση στο 4,4%. Τα αρνητικά όμως σενάρια των τριών έγκυρων οργανισμών θέλουν το ΑΕΠ να μειώνεται κατά 8%, 10% και 10,2% αντίστοιχα.

Το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής έχει κάνει και ανάλογες εκτιμήσεις για τα ποσοστά ανεργίας που θα προκύψουν με βάση τα σενάρια, αφού αυτή θεωρείται η πλέον άμεση και σημαντική επίπτωση. Στο καλύτερο από αυτά τα σενάρια, ο σχετικός δείκτης προβλέπεται να εκτιναχθεί στο 26% από 16% που είναι σήμερα, ενώ στα χειρότερα σενάρια το ποσοστό αυτό θα αγγίξει το 31%. Παρατηρεί μάλιστα κανείς ότι το ποσοστό ανεργίας θα κυμανθεί ούτως ή άλλως σε υψηλά επίπεδα, ανεξάρτητα από το πόσο θα συρρικνωθεί το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν. Επίσης το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής θεωρεί ότι είναι εξαιρετικά νωρίς για να εκτιμήσει κανείς τι θα συμβεί το 2021 ως προς την ανάπτυξη. Επισημαίνει χαρακτηριστικά ότι «όσον αφορά το 2021, αναμένεται ανάκαμψη της οικονομίας. Υπάρχει όμως σημαντική αβεβαιότητα, καθώς η ανάκαμψη θα εξαρτηθεί από την ένταση και τη διάρκεια της ύφεσης το 2020, από τα μέτρα πολιτικής που θα ληφθούν στη συνέχεια καθώς και από την πρόοδο της ιατρικής αναφορικά με την αντιμετώπιση της νόσου Covid-19 (δημιουργία εμβολίου, κατάλληλων φαρμάκων κλπ)».

Το τοπίο κάθε άλλο παρά ξεκαθαρίζουν οι εξελίξεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η τελευταία Διάσκεψη Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να κατέληξε στη δημιουργία ενός «κοινού ταμείου» για τις αναπτυξιακές ανάγκες των χωρών, παραμένει όμως ανοιχτό το μόνιμο ζήτημα τριβής: Αν αυτό το ταμείο θα παρέχει, και σε τι ποσοστό, επιχορηγήσεις ή δανεισμό προς τις χώρες. Με ό,τι μπορεί να σημαίνει η δεύτερη εκδοχή για το δημόσιο χρέος τους, αλλά και τυχόν όρους δανεισμού.

Η εικόνα που διαμορφώνουν τα παραπάνω δεδομένα –ασχέτως του ποιο σενάριο τελικά θα επαληθευθεί– φαίνεται πως οδηγούν τα επιτελεία των κομμάτων στο εύλογο συμπέρασμα ότι θα αναζητηθεί πλέον μια πολιτική διαχείριση της κατάστασης. Προσαρμοσμένη στις νέες συνθήκες. Στοιχείο που πρωτίστως αφορά την κυβέρνηση, η οποία είναι προφανές ότι δεν έχει άλλη επιλογή από το αλλάξει αφήγημα. Το βασικό δίπτυχο της οικονομικής πολιτικής της, με το οποίο κέρδισε τις εκλογές της 7ης Ιουλίου, δηλαδή αυτό των φοροαπαλλαγών και της γρήγορης ανάπτυξης, δεν μπορεί να σταθεί στη νέα πραγματικότητα.

Η Νέα Δημοκρατία

Στη Νέα Δημοκρατία ο Κυριάκος Μητσοτάκης έσπευσε με τη συνέντευξή του στην εφημερίδα «Καθημερινή» την προηγούμενη Κυριακή, χωρίς να αμφισβητήσει την ανάγκη αναπροσαρμογής του κυβερνητικού αφηγήματος, να «κλείσει» κάθε συζήτηση που αφορούσε σενάρια πρόωρης προσφυγής στις κάλπες.

Αυτή η εκδοχή των πραγμάτων φάνηκε να είναι η πρώτη σκέψη πολιτικών και δημοσιογραφικών κύκλων. Είτε οι πρόωρες εκλογές «προβλέφθηκαν» για το ερχόμενο φθινόπωρο, είτε με σενάρια για στήσιμο καλπών τον Ιούλιο, αφού διενεργηθούν οι πανελλήνιες εξετάσεις. Μάλιστα το τελευταίο αυτό σενάριο υιοθέτησε στο πρωτοσέλιδό της η εφημερίδα «Εστία», που πρόσκειται στον ευρύτερο χώρο της γαλάζιας παράταξης, προκαλώντας νευρικότητα στο εσωτερικό της ΝΔ.

Μετά την κυκλοφορία των σεναρίων καταγράφηκαν αντιδράσεις και διαφορετικές εκτιμήσεις. Όπως για παράδειγμα αυτή του ευρωβουλευτή Γιώργου Κύρτσου, που επισήμανε ότι «δεν νομίζω ότι χρειάζεται ο πρωθυπουργός να πάει σε εκλογές για να εξηγήσει στον κόσμο ότι άλλαξαν δραματικά οι συνθήκες και πως ο κρατικός προϋπολογισμός όπως και οι στόχοι για την ανάπτυξη είναι, δυστυχώς, ξεπερασμένοι από τις εξελίξεις. Δεν χρειάζεται να το εξηγήσει στους πολίτες, το έχουν ήδη καταλάβει». Όμως σε ιστοτόπους προσκείμενους στην πλευρά του Αντώνη Σαμαρά, ένα τέτοιο σενάριο φάνηκε να γίνεται πιο πιστευτό. Καταγράφηκε μάλιστα δυσφορία, καθώς το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών σύμφωνα με το Σύνταγμα προϋποθέτει την επίκληση σημαντικού εθνικού θέματος αλλά και εκλογική διαδικασία όπου οι βουλευτές θα εκλεγούν με λίστα και όχι σταυρό προτίμησης, δηλαδή η επιλογή τους θα βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια του προέδρου του κόμματος.

Μετά την διάψευση του ενδεχομένου πρόωρων εκλογών, τα σενάρια που το τελευταίο διάστημα κυριαρχούν είναι αυτό του ανασχηματισμού, που θα έχει ως κύριο χαρακτηριστικό την διεύρυνση του κυβερνητικού σχήματος, όπως και αυτό της διαμόρφωσης ενός μοντέλου αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης στα πρότυπα αυτού που ισχύει για την αντιμετώπισης της πανδημίας.

Σύμφωνα με την πρώτη εκδοχή, η κυβέρνηση θα προχωρήσει σε σημαντικές αλλαγές του κυβερνητικού σχήματος, προκειμένου να υπάρξει η εικόνα της εμπλοκής ευρύτερων πολιτικών δυνάμεων στην προσπάθεια ανάκαμψης της οικονομίας. Δηλαδή στη νέα κυβέρνηση να προστεθούν πρόσωπα από τον ευρύτερο χώρο του κέντρου, με βάση μια κεντρική πολιτική συμφωνία για τους βασικούς άξονες της ανάπτυξης, χωρίς να είναι προαπαιτούμενη η ευρύτερη σύμπλευση με τη Νέα Δημοκρατία.

Το δεύτερο σενάριο αφορά τη δημιουργία μίας επιτροπής ειδικών σε ζητήματα οικονομικής ανάπτυξης, που θα λειτουργήσει συμβουλευτικά προς την κυβέρνηση, όπως ακριβώς η επιτροπή της οποίας προΐσταται ο Σωτήρης Τσιόδρας. Η εν λόγω επιτροπή θα είναι όσο το δυνατόν περισσότερο διευρυμένη, με ειδικούς από το σύνολο ει δυνατόν των πολιτικών παρατάξεων και με κριτήριο την επιστημονική τους αρτιότητα. Το συγκεκριμένο σχήμα εκτιμάται ότι θα μπορούσε να διαμορφώσει το έδαφος για τις μεγαλύτερες δυνατές συναινέσεις, άρα και ευρύτερη κοινωνική αποδοχή, των πολιτικών που θα απαιτηθούν.

Ο ΣΥΡΙΖΑ

Στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης καταγράφεται ετοιμότητα για όλα τα σενάρια, ακόμη και το εκλογικό. Ταυτόχρονα όμως και μια προσπάθεια ισορροπίας με ένα πολιτικό προφίλ που θα ασκεί κριτική, χωρίς να καταφεύγει στην «τυφλή» αντιπαράθεση με την κυβέρνηση.

Σε αυτό το στοιχείο συνηγορούν οι δημοσκοπήσεις (είτε έχουν δει είτε όχι το φως της δημοσιότητας), σύμφωνα με τις οποίες οι πολίτες φαίνεται να εκτιμούν ως επιτυχημένους τους κυβερνητικούς χειρισμούς στην αντιμετώπιση της πανδημίας, ταυτόχρονα όμως να είναι ιδιαίτερα ανήσυχοι για τις εξελίξεις στην οικονομία. Με αυτό ως δεδομένο, η αξιωματική αντιπολίτευση θα επιλέξει την οικονομία ως το ζήτημα-κλειδί για την πολιτική της παρέμβαση, παράλληλα με την εμφανέστατη στόχευση αποδόμησης του προφίλ του πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, όπως πολύ καθαρά φάνηκε στην περίπτωση των voucher μέσω της τηλε-κατάρτισης.

Ενδεικτική της προετοιμασίας της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι η σύσκεψη που είχε ο πρόεδρος του κόμματος Αλέξης Τσίπρας με τους αρμόδιους κατά κοινοβουλευτικό τομέα εργασίας. Εκεί ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ φέρεται πως άσκησε κριτική για καθυστέρηση στη διαδικασία της εξειδίκευσης ανά τομέα της κεντρικής πρότασης της αξιωματικής αντιπολίτευσης για την οικονομία. Αυτής που προβλέπει ένα εμπροσθοβαρές πρόγραμμα ενισχύσεων της τάξης των 26 δισ. ευρώ. Η κίνηση της γρήγορης διαμόρφωσης μιας λεπτομερούς εναλλακτικής πρότασης, συνιστά εκτός από μια παρέμβαση στην πολιτική συγκυρία και ένα εν δυνάμει πρόγραμμα διακυβέρνησης – στοιχείο απαραίτητο για την άσκηση «αντιπολίτευσης προτάσεων». Είναι όμως ταυτόχρονα και ένα «εργαλείο» για την οικοδόμηση πολιτικών συμμαχιών σε προγραμματικό επίπεδο, όπως και αυτονόητο συστατικό στοιχείο μίας προεκλογικής καμπάνιας.

Ενδεικτική ήταν και η αναφορά που έκανε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξης Τσίπρας στην συγκεκριμένη σύσκεψη, τονίζοντας ότι πρέπει «να εξειδικεύσουμε το πρόγραμμα “Μένουμε Όρθιοι” στις επιμέρους προτάσεις κατά τομέα της κοινωνικής και οικονομικής πραγματικότητας. Ήδη έχω λάβει τις εισηγήσεις σας για τον τουρισμό, τους αγρότες, την παιδεία, τον πολιτισμό, τη ναυτιλία και όλους τους υπόλοιπους τομείς. Οι εισηγήσεις αυτές θα αποτελέσουν τμήμα του συνολικού προγράμματός μας για την εναλλακτική πρόταση για να σταθούμε όρθιοι την επόμενη μέρα».

Παράλληλα όμως στην αξιωματική αντιπολίτευση «βλέπουν» και το ενδεχόμενο κοινωνικών εκρήξεων. Ιδίως αν αυτές σχετιστούν με το ζήτημα των κόκκινων δανείων. Έτσι, στην ίδια συνεδρίαση ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ πιθανολόγησε πως «κατά τη διάρκεια της πανδημίας θα βρεθούμε μπροστά και σε καταστάσεις κοινωνικής έκρηξης, από ανθρώπους που θα απειλείται η περιουσία τους ή από ανθρώπους που θα απειλείται το σπίτι τους, τη στιγμή που θα πρέπει να προφυλαχθούν από τον ιό. Όλα αυτά δημιουργούν ένα εκρηκτικό κοινωνικό μείγμα, όπου η παρουσία μας, η παρέμβασή μας, είναι κρίσιμη».

Με δεδομένο ότι οι συνθήκες της πανδημίας δεν επέτρεψαν στον ΣΥΡΙΖΑ να ακολουθήσει το χρονοδιάγραμμα της οργανωτικής του ανασυγκρότησης, μια και το συνέδριό του έχει ουσιαστικά αναβληθεί επ’ αόριστον, το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης αναζητά ψηφιακές λύσεις σε αυτό το πεδίο. Για τον λόγο αυτό φέρεται να ενισχύει τις διαδικασίες επέκτασης της ψηφιακής του πλατφόρμας, το γνωστό isyriza, ως τη μόνη διέξοδο επικοινωνίας με την πολιτική του βάση σε συνθήκες παρατεταμένης καραντίνας.

Όσον αφορά το Κίνημα Αλλαγής, κινείται με προσεκτικά βήματα για την επόμενη ημέρα της πανδημίας. Καταγράφει έναν εξισορροπημένο προγραμματικό λόγο και αντίστοιχη πολιτική στάση. Είναι χαρακτηριστικό πως, ενώ συντάσσεται με τις προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ για τα κόκκινα δάνεια, από την άλλη το κόμμα της Φώφης Γεννηματά έχει ψηφίσει την πλειοψηφία των διατάξεων που κατατέθηκαν στην Βουλή, μέσω των πράξεων νομοθετικού περιεχομένου.

Ρευστότητα

Εν κατακλείδι, η εικόνα που προδιαγράφεται για την επόμενη ημέρα της ελληνικής οικονομίας είναι ο ορισμός της πρόκλησης που σε άλλες χώρες της Ευρώπης έχει οδηγήσει σε ευρύτερες πολιτικές συναινέσεις. Ανάλογοι προβληματισμοί υπάρχουν και στα ελληνικά κόμματα. Όπως όλα δείχνουν, δεν είναι αυτοί που θα κυριαρχήσουν. ‘Ωστόσο το στοίχημα των πολιτικών εξελίξεων παραμένει ανοιχτό, μια και είναι ακόμη πολλοί οι αστάθμητοι παράγοντες σε εγχώριο και διεθνές επίπεδο.

Από το 1990, αρχικά στην έντυπη δημοσιογραφία και στο εργατικό, οικονομικό, κοινοβουλευτικό & πολιτικό ρεπορτάζ. Μετά στα ερτζιανά και τα τελευταία χρόνια στο διαδίκτυο. Στις εναλλακτικές και κλασσικές εκδοχές του.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.