Αμηχανία για την επόμενη μέρα της οικονομίας

Καθώς η κρίση του κορονοϊού μαίνεται, η αβεβαιότητα στις προβλέψεις για την πορεία της οικονομίας είναι μεγαλύτερη και από αυτήν που επικράτησε στα πρώτα μνημονιακά χρόνια.
Χρόνος ανάγνωσης: 
10
'
Κλειστά καταστήματα στην Αθήνα. [Σωτήρης Δημητρόπουλος/Eurokinissi]

Δύο είναι τα ερωτήματα που αυτή τη δύσκολη περίοδο βασανίζουν το μυαλό όλων, από τους ηγέτες των κρατών έως έναν απλό πολίτη: Πότε θα τεθεί υπό έλεγχο η πανδημία του κορονοϊού και πώς είναι η επόμενη μέρα στην οικονομία;

Αυτές τις μέρες που υπάρχει ανάγκη για ξεκάθαρη ενημέρωση κι ανάλυση, το inside story προσφέρει όλα τα άρθρα γύρω από τον Covid-19 ελεύθερα σε όλους τους αναγνώστες.

#ΜένουμεΣπίτι: Ανακαλύψτε πάνω από 2.500 ρεπορτάζ και ιστορίες του inside story. Γραφτείτε για έναν μήνα δωρεάν EΔΩ

Το πρώτο ερώτημα έχει αναλάβει να απαντήσει πρωτίστως η επιστημονική κοινότητα, που καταγράφει αξιέπαινες προσπάθειες συντονισμού σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο. Δεν διαπιστώνονται όμως, όπως φαίνεται, οι ίδιες συνθήκες για τα θέματα που σχετίζονται με την οικονομία. Σίγουρα όχι στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου η τελευταία Σύνοδος Κορυφής απέτυχε να δώσει μια ενιαία και πειστική απάντηση στις οικονομικές προκλήσεις που ορθώνονται απέναντί της.

Η ελληνική οικονομία είναι αναπόσπαστο τμήμα αυτών των συνθηκών. Γι’ αυτό η «φωτογραφία της στιγμής» για τον τρόπο που η κυβέρνηση και τα πολιτικά κόμματα αντιλαμβάνονται το μέλλον της ελληνικής οικονομίας μπορεί να αποδοθεί με μία λέξη: Αμηχανία.

Ευρω-αποτυχία

Σε περίπου δέκα ημέρες θα γνωρίζουμε αν θα μπορέσει τελικά να γεφυρωθεί το χάσμα που διαπιστώθηκε στη Σύνοδο Κορυφής που έγινε μέσω τηλεδιάσκεψης την περασμένη Πέμπτη, με αντικείμενο τα μέτρα που θα πάρει η Ευρωπαϊκή Ένωση για την αντιμετώπιση του κορονοϊού, μεγάλο μέρος των οποίων αφορούν τη στήριξη των εθνικών οικονομιών των κρατών-μελών.

Η αποτυχία στην έκδοση κοινού κειμένου συμπερασμάτων από τους Ευρωπαίους ηγέτες «προσγείωσε» σχετικά απότομα όσους έβλεπαν αισιόδοξη προοπτική για ένα γενναίο οικονομικό «πακέτο». Τέτοιο που, αν δεν θα διασφάλιζε, τουλάχιστον θα ενίσχυε την προοπτική επαναφοράς της Ευρώπης σε συνθήκες κανονικότητας, αν κι εφόσον το φαινόμενο της πανδημίας τεθεί υπό έλεγχο.

Οι προσδοκίες που είχαν καλλιεργηθεί ήταν ιδιαίτερα υψηλές. Ιδίως μετά τη δήλωση της Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα Φον Ντερ Λάιεν ότι ενεργοποιείται η λεγόμενη «ρήτρα διαφυγής» από το Σύμφωνο Σταθερότητας, δηλαδή τη δέσμευση των κρατών-μελών της Ευρωζώνης (συμφωνήθηκε το 1997) να εκτελούν ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς χωρίς υπερβάσεις δαπανών και δημιουργία ελλειμμάτων.

Παρόλα αυτά, στη Σύνοδο Κορυφής εκφράστηκε με έντονο τρόπο διαφωνία από χώρες όπως η Ιταλία και η Ισπανία, που έθεσαν βέτο στην έκδοση απόφασης, εξαιτίας του ότι δεν υπήρξε συμφωνία ώστε να συμπεριληφθεί σε αυτήν η έκδοση του λεγόμενο «κορονο-ομολόγου», δηλαδή ενός ενιαίου ευρωπαϊκού ομολόγου δανεισμού ως μέτρο ανάσχεσης της οικονομικής επιβράδυνσης που θεωρείται αναπόφευκτη για τις ευρωπαϊκές οικονομίες.

Εκτός από το θέμα του κοινού ομολόγου, υπήρξε διαφωνία και για την αξιοποίηση των δυνατοτήτων του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας. Αυτή εστιάστηκε καταρχήν στο αν οι δυνατότητές του είναι ανάλογες των προκλήσεων που αντιμετωπίζει η Ευρώπη και αφετέρου στους όρους με βάση τους οποίους θα συμβάλλει στην στήριξη των κρατών μελών. Για την ακρίβεια, υπήρξαν κράτη που προέκριναν τη λύση της παροχής πιστοληπτικής γραμμής στήριξης. Η οποία, για να το πούμε απλά, είναι ένα καθεστώς εποπτείας για τα κράτη-μέλη που θα βοηθηθούν, το οποίο κινείται κάπου μεταξύ ενός μνημονίου ανάλογου του πρόσφατου ελληνικού και του καθεστώτος ενισχυμένης εποπτείας στο οποίο κινείται σήμερα η Ελλάδα.

Μετά από αυτά, οι Ευρωπαίοι ηγέτες αναμένεται να συνεδριάσουν εκ νέου το επόμενο διάστημα. Οι επικεφαλής των κορυφαίων θεσμών της ΕΕ, δηλαδή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Eurogroup, έχουν λάβει την εντολή να κάνουν τις ανάλογες διεργασίες ώστε να εξευρεθεί κοινό έδαφος για μία συμβιβαστική λύση. Είναι όμως αμφίβολο αν θα το πετύχουν, κι έτσι προδιαγράφεται ένα σημαντικό διάστημα αβεβαιότητας.

Γιατί είναι ζητούμενο το ευρω-ομόλογο

Ποιος όμως είναι ο λόγος για τον οποίον το ενιαίο ομόλογο αποτελεί θέμα πρώτης προτεραιότητας για πολλές από τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης –ιδίως αυτές που πλήττονται πιο σκληρά από την πανδημία;

Για να το εξηγήσουμε με απλά λόγια: Οι χώρες που αντιμετωπίζουν προβλήματα με τις οικονομίες τους, είτε αυτά προέρχονται από υψηλό δημόσιο χρέος όπως η ελληνική, είτε από πλήγματα όπως αυτό του κορονοϊού, όπως η Ιταλία, δυσκολεύονται να δανειστούν. Αυτό συμβαίνει γιατί η αβεβαιότητα που δημιουργεί η οικονομική τους κατάσταση έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση των επιτοκίων δανεισμού. Έτσι οι τόκοι που πρέπει να αποπληρωθούν αυξάνουν υπέρμετρα το δημόσιο χρέος των χωρών αυτών, ανακυκλώνοντας το πρόβλημα.

Εφόσον υπάρξει κοινό ευρωπαϊκό ομόλογο, τότε αυτομάτως «εγγυητής» του δανείου κάθε χώρας γίνεται το σύνολο των χωρών της Ευρωζώνης. Έτσι ο δανειστής-επενδυτής έχει αισθητά μειωμένο ρίσκο και υπάρχει η δυνατότητα για αισθητά μικρότερο επιτόκιο.

Στην πραγματικότητα η συζήτηση αυτή δεν γίνεται για πρώτη φορά σε επίπεδο Ευρωζώνης. Το θέμα του κοινού ομολόγου είχε τεθεί και στην περίοδο της μεγάλης κρίσης του 2008.

Όμως η προοπτική του ενιαίου ομολόγου δεν γίνεται αντιληπτή με τον ίδιο τρόπο από τα κράτη μέλη. Υπάρχει μία μερίδα κρατών που θεωρεί την έκδοσή του ως ένα απτό δείγμα ευρωπαϊκής αλληλεγγύης. Οι υποστηρικτές του θεωρούν επίσης ότι ενισχύει την εικόνα και τη δυναμική της Ευρωζώνης ως ενιαίου οικονομικού κέντρου και αυξάνει τις δυνατότητες της Ευρώπης να λειτουργήσει ως μία μεγάλη ενιαία αγορά με υγιές χρηματοπιστωτικό σύστημα και ολοένα αυξημένη κατανάλωση.

Εντελώς διαφορετική όμως είναι η εικόνα που έχουν οι χώρες που διαθέτουν υψηλό αξιόχρεο, δηλαδή μπορούν να δανειστούν ούτως ή άλλως με χαμηλά επιτόκια εξαιτίας των υγιών δεικτών της οικονομίας τους. Οι χώρες αυτές (ο «σκληρός πυρήνας» τους αποτελείται από τη Γερμανία, την Ολλανδία και την Αυστρία) θεωρούν ότι το ευρωομόλογο αποτελεί ουσιαστικά ένα ισόποσο μοίρασμα του χρέους της Ευρωζώνης ανάμεσα σε χώρες που παράγουν συνεχώς χρέη και χώρες που έχουν «νοικοκυρεμένα» οικονομικά. Υποστηρίζουν ότι κάθε χώρα οφείλει να έχει την ευθύνη της διαχείρισης του εθνικού της χρέους.

Πιστεύουν επίσης πως από το ενιαίο ομόλογο θα επιβαρυνθούν οι οικονομίες τους, καθώς εφόσον θα δανείζονται με βάση ένα ενιαίο ομόλογο, θα έχουν επιτόκια πιο υψηλά από όσο αν δανείζονταν εκδίδοντας τα δικά τους εθνικά ομόλογα.

Ενδιαφέρον μάλιστα έχει η ερμηνεία που έδωσε για τον τρόπο σκέψης που καθορίζει τη στάση των χωρών αυτών ο Γιώργος Παγουλάτος, καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής και Οικονομίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και Γενικός Διευθυντής του ΕΛΙΑΜΕΠ. Όπως επισήμανε σε συνέντευξή του, οι χώρες αυτές «θεωρούν ότι αν ανοίξουν την πόρτα και το κάνουν τώρα, (σ.σ.: το κοινό ομόλογο), αυτό θα μονιμοποιηθεί ως ένα μόνιμο εργαλείο αμοιβαιοποίησης κινδύνων και άρα δημιουργίας αυτού που το μπλοκ του Βορρά αποκαλεί “ηθικό κίνδυνο”, δηλαδή της εξάλειψης της πίεσης προς τις κυβερνήσεις να ασκούν πειθαρχημένη δημοσιονομική πολιτική».

Ομοθυμία

Στην ελληνική πολιτική σκηνή πάντως καταγράφεται εντυπωσιακή ομοθυμία των βασικών πολιτικών δυνάμεων στο θέμα του ευρω-ομολόγου. Χαρακτηριστική ήταν η ένταση που υπήρξε στην ανάρτηση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη μόλις μια μέρα μετά τη Σύνοδο Κορυφής. Επισήμανε μεταξύ άλλων ότι «δεν υπάρχουν καλοί και κακοί ούτε υπεύθυνοι και ανεύθυνοι. Όλοι δεχόμαστε την ίδια απειλή, βράζουμε στο ίδιο καζάνι. Το 2020 δεν είναι 2010». Ήταν μάλιστα ιδιαίτερα επικριτικός απέναντι στις χώρες που αντιτίθενται στο κοινό ομόλογο. Αν και δεν αναφέρθηκε ευθέως στη Γερμανία, είπε ότι «δυστυχώς, ορισμένες χώρες επιμένουν να αντιμετωπίζουν το σήμερα με εργαλεία του χθες. Αυτά δεν αρκούν. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν μπορεί να κάνει τα πάντα. Και ο ESM δεν σχεδιάστηκε για να αντιμετωπίζει τέτοιες πρωτόγνωρες κρίσεις». Μάλιστα τόνισε ότι «η συζήτηση για τα Ευρω-ομόλογα Ειδικού Σκοπού (corona bonds) θα ανοίξει αργά η γρήγορα. Όμως, η Ευρώπη οφείλει να μην βρεθεί πίσω από τις εξελίξεις».

Σε αντίστοιχο πνεύμα ήταν και η δήλωση του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξη Τσίπρα, που επισήμανε πως η Ευρώπη «είτε θα αφήσει πίσω της τις καταστροφικές αυτές πολιτικές ώστε να προστατεύσει τους λαούς της, είτε θα καταδικάσει την ΕΕ σε μια πρωτοφανή οικονομική κρίση που θα υπονομεύσει, όχι μόνο τις θυσίες των λαών της, αλλά και την ίδια της την ύπαρξη». Στο ίδιο μήκος κύματος και η Φώφη Γεννηματά, που κάλεσε τον Κυριάκο Μητσοτάκη «να μην κατεβάσει τη σημαία για την έκδοση του κορονο-ομόλογου».

Αμηχανία στο εσωτερικό

Η κυβέρνηση και το οικονομικό της επιτελείο δεν κρύβουν ότι δεν είναι σε θέση να κάνουν ασφαλείς προβλέψεις για την πορεία της οικονομίας. Ούτε για τους επόμενους μήνες, ούτε και σε ετήσια βάση. Όπως επισημαίνουν οι αρμόδιοι υπουργοί, η εξέλιξη των οικονομικών μεγεθών συνδέεται άρρηκτα με την πορεία της αντιμετώπισης της υγειονομικής κρίσης, οπότε αυτό το μέτωπο θα καθορίσει τα πάντα.

Ο πρωθυπουργός ήδη με το διάγγελμά του στις 19 Μαρτίου έχει δηλώσει δημόσια πως η χώρα βρίσκεται σε καθεστώς αναθεώρησης του προϋπολογισμού του 2020, ενώ οι δημοσιονομικοί στόχοι του έχουν ούτως ή άλλως εκλείψει μετά την απόφαση του Eurogroup της 17ης Μαρτίου, στην οποία μεταξύ άλλων απαλείφθηκε ο στόχος για επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος 3,5%.

Από τότε έως σήμερα ο υπουργός Οικονομικών Χρήστος Σταϊκούρας έχει αναθεωρήσει ήδη μια φορά τη αρχική του πρόβλεψη για τους ρυθμούς ανάπτυξης. Μόλις στις 18 Μαρτίου σε δημόσιες δηλώσεις του εκτιμούσε πως οι ρυθμοί θα κινηθούν «λίγο πάνω από το 0% για την Ελλάδα και -1,5% έως -2% για την Ευρώπη». Όμως μόλις οκτώ μέρες αργότερα εκτίμησε πως «η Ελλάδα θα επιστρέψει στην ύφεση ακόμα και στο καλό σενάριο, γιατί στο καλό σενάριο η ΕΚΤ εκτιμά ότι η Ευρώπη θα είναι στο -5% και με την προϋπόθεση ότι θα γίνει γρήγορα ανάκαμψη. Αν δεν γίνει αυτό τότε η ΕΕ θα είναι στο -8,7% στην ανάπτυξη. Οι σημερινές εκτιμήσεις είναι ότι η Ελλάδα θα κινηθεί σε ύφεση 3%».

Για να έχει κανείς μία σαφέστερη εικόνα του τι ακριβώς σημαίνουν οι αριθμοί στους οποίους αναφέρθηκε ο Χρήστος Σταϊκούρας, μπορεί να τους συγκρίνει με τις οικονομικές επιδόσεις Ελλάδας και Ευρωζώνης την περίοδο της οικονομικής κρίσης του 2008. Τη συγκεκριμένη χρονιά η Ευρωζώνη κατέγραψε πτώση του ΑΕΠ κατά -4,5%, ενώ την αμέσως επόμενη χρονιά, το 2009, η Ελλάδα είχε μείωση κατά -4,3%, η οποία και κορυφώθηκε τα επόμενα χρόνια για να φθάσει το -9,1% το 2011. Θυμίζουμε ότι με αυτά τα δεδομένα η Ελλάδα τότε μπήκε στο πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που τυπικά έληξε τον Αύγουστο του 2018.

Εντελώς απροσδιόριστο παραμένει ακόμη το πότε θα οριοθετηθούν οι νέοι οικονομικοί στόχοι για τα επόμενα χρόνια για την Ελλάδα. Το μόνο που είναι γνωστό είναι πως αυτό θα συμβεί σε συνεννόηση με τους δανειστές σε κάποιο μεταγενέστερο στάδιο και στο πλαίσιο των συνολικών αποφάσεων των ευρωπαϊκών θεσμών.

Ρευστό είναι και το πότε θα καταρτιστεί εκ νέου ο προϋπολογισμός του 2020. Είναι ενδεικτικό πως όταν ρωτήθηκε γι αυτό σε συνέντευξή του ο Χρήστος Σταϊκούρας απάντησε ότι «υπό τις έκτακτες και πιεστικές συνθήκες που βιώνουμε, οι προβλέψεις που είχαν γίνει, με βάση εντελώς διαφορετικά δεδομένα, δεν ισχύουν πια, για καμία χώρα» προσθέτοντας πως «θα υπάρξει συμπληρωματικός Προϋπολογισμός».

Όμως εικόνα αμηχανίας απέναντι στην εξελισσόμενη κρίση δεν παρουσιάζει μόνον η κυβέρνηση. Είναι χαρακτηριστικό ότι η αντιπολίτευση σχεδόν στο σύνολό της αποφεύγει συστηματικά να κάνει συγκεκριμένες εκτιμήσεις και να αναφερθεί σε αριθμητικά δεδομένα.

Από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ είναι χαρακτηριστικές οι δηλώσεις του αρμόδιου για τα ζητήματα της οικονομίας και πρώην υπουργού Ευκλείδη Τσακαλώτου. Αν και εκφράζει τις διαφωνίες του με τους ρυθμούς ανακοίνωσης των μέτρων στήριξης, ζητώντας ένα πολύ πιο εμπροσθοβαρές πρόγραμμα, δεν έχει διακινδυνεύσει προβλέψεις για τις επιπτώσεις στην οικονομία.

Σε πρόσφατη τηλεοπτική του δήλωση αρκέστηκε να πει ότι το σύνολο του πληθυσμού «όταν τελειώσει η υγειονομική κρίση θα πρέπει να είναι σε θέση να μπορεί να κάνει δαπάνες και να στηριχθεί η οικονομία. Δεν δίνει την ώθηση (σ.σ.: τα 533 ευρώ τον μήνα για κάθε εργαζόμενο, δηλαδή τα 800 ευρώ για 1,5 μήνα) όταν τελειώσει αυτή η κρίση να μπορεί να ανακάμψει η οικονομία». Ενδεικτικές της σοβαρότητας της κατάστασης είναι οι πληροφορίες που υπάρχουν από το στρατόπεδο της αξιωματικής αντιπολίτευσης, όπου φαίνεται πώς έχει αποφασιστεί να ασκείται κριτική σε επιμέρους αποφάσεις της κυβέρνησης, κυρίως σε ζητήματα που σχετίζονται με τις υποδομές υγείας και σε όσα αφορούν τις αλλαγές στο εργατικό δίκαιο. Όμως αυτά τα στοιχεία δεν επιδιώκεται να χαρακτηρίσουν τη συνολική έκφραση του πολιτικού λόγου του ΣΥΡΙΖΑ. Στην Κουμουνδούρου μιλούν για συνθήκες που υπό προϋποθέσεις μπορεί να οδηγήσουν «σε διάλυση του παραγωγικού ιστού της χώρας με οδυνηρότατες οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες» ενώ υπάρχει εντονότατος προβληματισμός για τους τρόπους με τους οποίους θα μπορεί να διαχειριστεί το πολιτικό σύστημα μια τέτοια συνθήκη.

Εξαίρεση αναφορικά με τις προβλέψεις αποτελεί ο Γραμματέας του Μέρα25 Γιάνης Βαρουφάκης, που έχει πει δημόσια, επικαλούμενος την ιδιότητά του ως οικονομολόγου, ότι «αν καταφέρουμε να περιορίσουμε την ύφεση που θα έρθει στο -4% θα είμαστε τυχεροί. Από εκεί που είμαστε περίπου στο 2%, αν πάμε στο -2% θα είμαστε τυχεροί. Τα νούμερα είναι απαγορευτικά αν δείτε τη μείωση που θα έχουμε στον τουρισμό, τις μεταφορές, την εστίαση. Πολλαπλασιάστε αυτά τα ποσά με το 1,2 που είναι ο πολλαπλασιαστής της ελληνικής οικονομίας και θα δείτε ότι θα έχουμε μια μείωση των 8 δισ. συνολικά».

Η πιο ολοκληρωμένη πολιτική εκτίμηση που έχει καταγραφεί αυτές τις ημέρες προέρχεται από τον πρώην αντιπρόεδρο της κυβέρνησης του 2012-2014, Ευάγγελο Βενιζέλο. Όπως τόνισε σε τηλεοπτική του συνέντευξη, αυτήν την περίοδο στην Ευρώπη λαμβάνονται μέτρα αντιμετώπισης των οικονομικών επιπτώσεων.

Όμως, σχολίασε, «όταν θα περάσει η φάση αυτή, η κάθε χώρα και στο εσωτερικό της Ευρωζώνης και της ΕΕ, η κάθε χώρα-μέλος θα πρέπει να αντιμετωπίσει τις καταστάσεις πάλι σε ένα πλαίσιο κοινής νομισματικής πολιτικής, κοινών κανόνων οικονομικής διακυβέρνησης, με βάση όμως τα δικά της δεδομένα. Δηλαδή η κάθε χώρα με τα δικά της δημοσιονομικά στοιχεία, με τη δική της αξιοπιστία και τη δική της ανταγωνιστικότητα, και με τη δική της παραγωγική βάση. Δηλαδή τώρα και η Γερμανία και η Ελλάδα έχουν τις ίδιες ευχέρειες να ξοδέψουν χρήμα, να ρίξουν χρήμα, να εφαρμόσουν κεϋνσιανές πολιτικές, για να ανακόψουν την κρίση, την ύφεση, την ανεργία και να αντέξουν αυτή τη φοβερή θεομηνία. Όταν θα περάσει αυτό όμως, εμείς θα έχουμε το δικό μας δημόσιο χρέος, η Γερμανία θα έχει το δικό της, η Γερμανία θα έχει τη δική της παραγωγική βάση, τις βιομηχανίες της, την ανταγωνιστικότητά της, και εμείς θα πρέπει να εξετάσουμε αν ισχύει η βασική μας παραδοχή ότι η βαριά βιομηχανία της χώρας είναι ο τουρισμός, ο οποίος αποδεικνύεται εξαιρετικά ευάλωτος στις νέες συνθήκες. Άρα πρέπει να αντέξουμε σε νέες συνθήκες ανταγωνισμού, οι οποίες πιστεύω θα προβληματίσουν πάρα πολύ όλες τις κυβερνήσεις, όλα τα κράτη».

Από το 1990, αρχικά στην έντυπη δημοσιογραφία και στο εργατικό, οικονομικό, κοινοβουλευτικό & πολιτικό ρεπορτάζ. Μετά στα ερτζιανά και τα τελευταία χρόνια στο διαδίκτυο. Στις εναλλακτικές και κλασσικές εκδοχές του.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.