Ανολοκλήρωτες Μοντερνιστικές Ουτοπίες στο κέντρο της Αθήνας

Μια νησίδα γης στο κέντρο της πόλης αποτέλεσε το πεδίο φαντασιώσεων και φιλόδοξων σχεδίων από διαφορετικούς αρχιτέκτονες, που όμως δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ.
Χρόνος ανάγνωσης: 
10
'
Φωτογραφία του κτιρίου του Ωδείου, λίγο μετά την ολοκλήρωσή του. [Cajon de Arquitecto]

Από τις αρχές του 20ού αιώνα, το Μοντέρνο Κίνημα στην Αρχιτεκτονική συνδέθηκε με τη φιλοδοξία για την αναδιαμόρφωση της πόλης ως σύνολο. Όμως στην Ελλάδα ο Μοντερνισμός διαδόθηκε κυρίως μέσα από μεμονωμένα κτίρια και σπάνια εκφράστηκε σε μεγάλες κλίμακες. Παρ’ όλα αυτά, αυτό δεν σημαίνει πως δεν υπήρξαν μεγάλα σχέδια για την Αθήνα και τις άλλες πόλεις της χώρας.

Ένα πολύτιμο κομμάτι γης

Βρισκόμαστε στην μεγάλη έκταση γης που ορίζεται από τις λεωφόρους Βασιλίσσης Σοφίας και Βασιλέως Κωνσταντίνου και την οδό Ρηγίλλης, δίπλα στο σταθμό του Ευαγγελισμού. Γύρω και μέσα σε αυτή την έκταση βρίσκονται κάποια από τα πιο φιλόδοξα δημόσια κτίρια του μεταπολεμικού Μοντερνισμού στην Αθήνα: Το Χίλτον των Εμμανουήλ Βουρέκα, Προκόπη Βασιλειάδη και Σπύρου Στάικου, το Πολεμικό Μουσείο του Θουκυδίδη Βαλεντή, η Εθνική Πινακοθήκη των Παύλου Μυλωνά και Δημήτρη Φατούρου, το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών του Κωνσταντίνου Δοξιάδη και πολλά άλλα. Η τοποθεσία μοιάζει με ένα μεγάλο μουσείο σύγχρονης ελληνικής αρχιτεκτονικής. Κι όμως το πιο φιλόδοξο κομμάτι που θα αποκτούσε αυτή η αστική σύνθεση στο κέντρο της λείπει.

Για να καταλάβουμε περισσότερα πρέπει να εξετάσουμε το Ωδείο Αθηνών, ίσως το πιο ιδιόμορφο από τα μοντερνιστικά κτίρια της περιοχής, το οποίο σκοπίμως αφήσαμε έξω από την προηγούμενη λίστα. Το μακρόστενο κτίριο του Ωδείου στέκεται κάπως απομακρυσμένο από τα υπόλοιπα, σε μια περίεργη γωνία με τις οδούς Ρηγίλλης και Βασιλέως Κωνσταντίνου, χωρίς να εφάπτεται σε καμία από τις δύο. Ο λόγος για αυτό τον παράδοξο προσανατολισμό είναι πως το κτίριο ήταν μέρος ενός πολύ μεγαλύτερου συγκροτήματος που φιλοδοξούσε να καλύψει όλη την περιοχή που συζητούμε. Γι’ αυτό και το Ωδείο είναι στην πραγματικότητα παράλληλο στη Βασιλίσσης Σοφίας. Όμως ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Το Πνευματικό Κέντρο Αθηνών, του Ιωάννη Δεσποτόπολου

Το 1959, το Υπουργείο Δημοσίων Έργων προκηρύσσει διαγωνισμό για το σχεδιασμό του Πνευματικού Κέντρου της Αθήνας. O αρχιτέκτονας Ιωάννης Δεσποτόπουλος, που για πάνω από 15 χρόνια ζει στη Σουηδία σχεδιάζοντας πολιτιστικά Κέντρα για μικρές πόλεις, θεωρεί πως αυτή είναι η τέλεια ευκαιρία για την επιστροφή του στην Ελλάδα. Ο Δεσποτόπουλος είναι εξέχουσα μορφή της Ελληνικής Μοντέρνας Αρχιτεκτονικής. Ήταν, ως γνωστόν, ο μόνος Έλληνας που είχε σπουδάσει στη Σχολή του Bauhaus, ένα από τα σημαντικότερα σχολεία του Μοντέρνου σχεδιασμού στις αρχές του 20ού αιώνα. Αφού σπούδασε στη Γερμανία, ο Δεσποτόπουλος επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου σχεδίασε μια σειρά πρωτοποριακών κτιρίων και εν τέλει εκλέχτηκε καθηγητής στην Αρχιτεκτονική Σχολή. Αφού δίδαξε για πολλά χρόνια και μέσα σε ταραχώδεις περιόδους για την Ελλάδα, το πολιτικό κλίμα στα μέσα της δεκαετίας του ’40 τον αναγκάζει να φύγει και να βρει καταφύγιο στη Σουηδία. Εκεί θα παραμείνει μέχρι και το 1961, όταν θα επιστρέψει έχοντας κερδίσει το πρώτο βραβείο για το σχεδιασμό του Πνευματικού Κέντρου.

Η φιλόδοξη πρότασή του για το Πνευματικό Κέντρο περιελάμβανε κλειστά και υπαίθρια θέατρα, χώρους συναυλιών και συνεδρίων, βιβλιοθήκες, πινακοθήκες, μουσεία και πολλές άλλες εκπαιδευτικές και διοικητικές λειτουργίες. Ακολουθώντας την λογική των πρωτοπόρων του Μοντέρνου κινήματος των αρχών του αιώνα, ο Δεσποτόπουλος στέγασε όλα αυτά τα προγράμματα σε κτίρια των οποίων τα έντονα γεωμετρικά σχήματα αντανακλούσαν την εσωτερική τους λειτουργιά, διαφοροποιώντας το ένα από το άλλο: ένα κυκλικό χωνί για το κτήριο συναυλιών, ένα μακρόστενο κουτί για την ακαδημία μουσικής, ένα βυθισμένο ημικύκλιο για το θέατρο, μια “σκακιέρα” από κουτιά και ενδιάμεσα αίθρια για το μουσείο. Και πάλι σύμφωνα με τις επιταγές της μοντερνιστικής πρωτοπορίας, τα κτίρια αυτά τοποθετήθηκαν σε έναν “κενό καμβά” που κάλυπτε όλην την έκταση που προαναφέραμε στο κέντρο της πόλης. Αυτό σήμαινε ότι κτίρια όπως το Σαρόγλειο Μέγαρο, που βρισκόταν στην περιοχή, θα έπρεπε να κατεδαφιστούν, πράγμα που δημιούργησε πολλές αντιδράσεις εκείνη την εποχή. Ο Δεσποτόπουλος, ερχόμενος από την Ευρώπη και έχοντας δει μεγάλα τεχνικά έργα, δεν δίστασε να προτείνει μέχρι και τη μετακίνηση του κτιρίου του Βυζαντινού Μουσείου πάνω σε ρόδες, ώστε να αποκτήσει μια θέση που θα ήταν σε αρμονία με τη νέα σύνθεση που θα το περιτριγύριζε.

Ο Δεσποτόπουλος έκανε αλλεπάλληλα σχέδια και παραλλαγές για το Πνευματικό Κέντρο, ανατοποθετώντας τα διαφορετικά κομμάτια και επιχειρώντας νέες συνθέσεις του συνόλου, αλλά η υλοποίηση του έργου συνεχώς καθυστερούσε. Εντωμεταξύ, είχε επανεκλεγεί καθηγητής στο Πολυτεχνείο, συνταξιοδοτήθηκε το 1968, έφυγε για λίγο για να διδάξει στη Γερμανία, αλλά εν τέλει επέστρεψε στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Μέσα σε όλη αυτή τη διαδικασία, το σχέδιο για το συνολικό συγκρότημα σταδιακά εγκαταλείπεται και πλέον κινητοποιούνται προσπάθειες για την κατασκευή μόνο της Κρατικής Ακαδημίας Μουσικής, το κτίριο του Ωδείου που γνωρίζουμε σήμερα.

Η κατασκευή του κτιρίου ξεκινά το 1969 και ουσιαστικά δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Παρότι διάφορες πηγές καταγράφουν τα μέσα της δεκαετίας του ’70 ως το τέλος της κατασκευής του, η κατάσταση του κτιρίου σήμερα μαρτυρά πως ο αρχικός σχεδιασμός του δεν έχει υλοποιηθεί πλήρως. Η πρόσφατη ανακαίνιση του πρώτου υπογείου από το ΝΕΟΝ είναι σίγουρα ένα σημαντικό βήμα, αλλά το δεύτερο υπόγειο, καθώς και οι διαμορφώσεις του περιβάλλοντος χώρου εκκρεμούν. Παρόλα αυτά, το κτίριο στέκει στη σύγχρονη Αθήνα σαν ένδειξη της υπέρμετρης αρχιτεκτονικής φιλοδοξίας τόσο του Δεσποτόπουλου, όσο και της εποχής του. Αν το μακρόστενο κτίριο με την επιβλητική στοά μας εντυπωσιάζει σήμερα, αξίζει να αναλογιστούμε τι εντύπωση θα μας έκανε το σύνολο του Πνευματικού Κέντρου αν είχε υλοποιηθεί.

Το Πολιτιστικό Κέντρο Αθηνών, του Γιώργου Κανδύλη

Πολλά χρόνια μετά το αρχικό κάλεσμα του διαγωνισμού για το Πνευματικό Κέντρο Αθηνών, το 1981η κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλή ανέθεσε στον αρχιτέκτονα Γιώργο Κανδύλη τον σχεδιασμό ενός Πολιτιστικού Κέντρου στην ίδια ακριβώς τοποθεσία. Ο Κανδύλης ήταν τότε μια εμβληματική προσωπικότητα της σύγχρονης αρχιτεκτονικής, αλλά και ένας άνθρωπος με μια συγκλονιστική πορεία ζωής. Γεννημένος στο Μπακού (του σημερινού Αζερμπαϊτζάν) το 1913, βρέθηκε στην Ελλάδα, όπου σπούδασε και εργάστηκε ως αρχιτέκτονας κατά το Μεσοπόλεμο, την πιο παραγωγική περίοδο για τη Μοντέρνα Αρχιτεκτονική στη χώρα. Εκεί συναντήθηκε με τον Δεσποτόπουλο, για τον οποίο εργάστηκε ως βοηθός στο Πολυτεχνείο. Μετά την εμπλοκή του στην Αντίσταση, φυγαδεύτηκε από τη γαλλική κυβέρνηση στο Παρίσι με το γνωστό πλοίο Mataroa μαζί με πολλούς άλλους Έλληνες διανοούμενους, όπως ο Καστοριάδης και ο Αξελός.

Στο Παρίσι καταφέρνει να δουλέψει στο ατελιέ του διάσημου ήδη από τότε Le Corbusier, επιβλέποντας την κατασκευή της σημαντικής πολυκατοικίας Unité d’habitation στη Μασσαλία. Στη συνέχεια αυτονομείται και δουλεύει στο Μαρόκο, σχεδιάζοντας κτίρια κατοικίας που ξεπερνούσαν τα διδάγματα του Le Corbusier και κατάφερναν να παντρέψουν το τοπικό κλίμα και τις κοινωνικές ιδιαιτερότητες με τις επιταγές της μοντέρνας αρχιτεκτονικής.

Μαζί με τους Alexis Josic και Shadrach Woods ιδρύει στο Παρίσι το γραφείο Candilis-Josic-Woods και κατασκευάζουν μεγάλα έργα, που συχνά φτάνουν το μέγεθος ολόκληρων πόλεων, στη Γαλλία αλλά και σε όλο τον κόσμο.

Παράλληλα, ο Κανδύλης είναι ιδρυτικό μέλος της διεθνούς ομάδας Team X (ή Τeam 10), μιας παρέας αρχιτεκτόνων που στα μεταπολεμικά χρόνια εργάστηκαν για την αναδιαμόρφωση της μοντέρνας αρχιτεκτονικής και πολεοδομίας, τονίζοντας την ανάγκη για σύνδεσή της με την ανθρωπολογία και την παρατήρηση της καθημερινής ζωής των κατοίκων της πόλης.

Το 1981 ο Κανδύλης είναι ένας διεθνής αστέρας που δίδασκε και σχεδίαζε σε όλο τον κόσμο. Η σχέση του με την Ελλάδα είναι αποσπασματική και δεν έχει καταφέρει να χτίσει εδώ παρά μόνο μια πολυκατοικία (την πολυκατοικία Λεβέντη στη συμβολή Ηρώδου Αττικού & Βασ. Κωνσταντίνου, απέναντι από το Καλλιμάρμαρο). Όπως και για το Δεσποτόπουλο, η ανάθεση για το Πολιτιστικό Κέντρο αποτελεί και για τον Κανδύλη την ιδανική ευκαιρία να επιστρέψει και να χτίσει ένα μεγάλο έργο στην πατρίδα του.

Το σχέδιο του Κανδύλη είναι αρκετά αντιπροσωπευτικό της γενιάς στην οποία ανήκε και των προσπαθειών για αναθεώρηση της Μοντέρνας Αρχιτεκτονικής της προηγούμενης εποχής, εκπρόσωπος της οποίας ήταν ο Δεσποτόπουλος. Το Πολιτιστικό του Κέντρο δεν αποτελείται από διακριτά κτίρια αλλά από έναν ενιαίο “χαλί” που απλώνεται σαν πλέγμα διαδρόμων, αυλών και κτιρίων και καλύπτει το οικόπεδο, αλληλοδιαπλεκόμενο με το πράσινο που το περιβάλλει.

Επιπλέον, η λογική του λευκού καμβά έχει ξεπεραστεί και ο Κανδύλης, αντί να προτείνει κατεδάφιση των υπαρχόντων κτιρίων, βρίσκει τρόπους να τα ενσωματώσει στη νέα του σύνθεση. Έτσι, στη μια άκρη του οικοπέδου, το Ωδείο του Δεσποτόπουλου και το Σαρόγλειο μέγαρο ενώνονται με ένα κτίριο-γέφυρα που “πετάει” πάνω από το πάρκο και επιτρέπει τη συνεχή κυκλοφορία των πεζών από κάτω του. Από την άλλη μεριά, το Βυζαντινό Μουσείο παραμένει και δίπλα του το Πολεμικό μουσείο μετατρέπεται (με την αφαίρεση ενός ορόφου) σε Κέντρο Ενημερώσεως Διοικήσεως.

Το κτίριο αυτό γίνεται μέρος ενός δικτύου αυλών, αιθρίων και διαδρόμων που αποτελούν το κεντρικό κομμάτι της σύνθεση, το Μουσείο Ιστορικής Πορείας της Ελληνικής Τέχνης. Όλο αυτό το σύστημα διαδρομών επεκτείνεται με γέφυρες πάνω από την οδό Ριζάρη και γεφυρώνει με τη διπλανή νησίδα πρασίνου (στην οποία βρίσκεται σήμερα η έξοδος του μετρό). Η λογική της ενοποίησης ήταν βασικό στοιχείο της πρότασης του Κανδύλη: πέρα από τις προαναφερθείσες αρχιτεκτονικές επεμβάσεις, υπήρχαν πολεοδομικές και κυκλοφοριακές προτάσεις που στόχευαν στην ενοποίηση αυτού του μεγάλου πάρκου και με τη διπλανή νησίδα, στην οποία βρίσκεται η Εθνική Πινακοθήκη. Βασικό χαρακτηριστικό αυτής της πρότασης, σε συνέπεια με τις προσταγές της διεθνούς ομάδας Team X, ήταν πως αποτελούσε ένα “κτίριο-χαλί” (Mat-building), το οποίο απλώνονταν ενιαία και χωρίς κατακόρυφες εξάρσεις.

Σε μια κριτική της λογικής του ουρανοξύστη (skyscraper), οι αρχιτέκτονες εκείνης της εποχής συχνά αντιπρότειναν εδαφοξύστες (groundscrapers). Η τάση αυτή, που έγινε γνωστή και μέσα από έργα άλλων μελών της ομάδας, είχε τις ρίζες της σε πρωτόγονους ή παραδοσιακούς οικισμούς και στη λαβυρινθώδη πυκνότητα των Kasbah, των οχυρωμένων πόλεων της Ανατολής. Ο Κανδύλης είχε σχεδιάσει πολλά τέτοια κτιριακά συγκροτήματα και ουσιαστικά εφάρμοζε στην Αθήνα μια δοκιμασμένη συνταγή.

Ταυτόχρονα όμως, μιας και οι κτιριολογικές απαιτήσεις των χώρων του Μουσείου που περιλαμβάνονταν στο Πολιτιστικό Κέντρο ήταν εκτεταμένες, αναγκάστηκε να προτείνει πολλούς υπόγειους χώρους. Έτσι το κτίριο, όπως φαίνεται στην τομή του, δεν ξεπερνούσε σε ύψος τους δύο ορόφους πάνω από το έδαφος (ούτε και το ύψος του Βυζαντινού Μουσείου), αλλά έφτανε μέχρι και τις τρεις στάθμες υπογείως.

Παρότι έγινε τελετή θεμελίωσης και τα έργα ξεκίνησαν με την εκσκαφή μιας μεγάλης τρύπας για τους πολυάριθμους υπόγειους χώρους, το έργο σταμάτησε μετά την αλλαγή της κυβέρνησης, σύμφωνα με τον Κανδύλη. Έτσι, η δεύτερη μεγάλη αρχιτεκτονική φαντασίωση για την τοποθεσία παρέμεινε στα χαρτιά. Το μόνο που έχει μείνει να μνημονεύει αυτή την πρόταση είναι μια προτομή του αρχιτέκτονα Κανδύλη που στήθηκε το 1998 στην απέναντι πλευρά του δρόμου, στο μικρό παρκάκι δίπλα στο Νοσοκομείο του Ευαγγελισμού.

Σήμερα: ο επίλογος

Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, μέρος της έκτασης πίσω από το κτίριο του Ωδείου παραχωρήθηκε στο Ίδρυμα Γουλανδρή για την κατασκευή ενός Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης. Το ίδρυμα αποφάσισε να αναθέσει τη μελέτη στον Αμερικάνο αρχιτέκτονα I.M. Pei, διάσημο μεταξύ άλλων για την προσθήκη της γυάλινης πυραμίδας στο Λούβρο. Ο σχεδιασμός του μουσείου ήταν και πάλι αρκετά περιπετειώδης, με την ακριβή τοποθεσία και το όριο του οικοπέδου να αλλάζει στην πορεία. Παρ’ όλα αυτά, ο Pei σχεδίασε ένα μουσείο σύμφωνα με τις επιταγές τις εποχής, αλλά και εμπνευσμένο από τοπικά δεδομένα. Τα τριγωνικά μοτίβα του θυμίζουν από τη μια τις σύγχρονες τάσεις για επαναφορά της διακόσμησης, στον απόηχο αυτού που συχνά αποκαλούμε «Μεταμοντέρνα Αρχιτεκτονική», ενώ από την άλλη θυμίζουν μοτίβα αρχαίων μνημείων ή και παραδοσιακών περιστερώνων.

Όμως και αυτό το έργο σταμάτησε το 1996, όταν η Γ’ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων ανακάλυψε στην τοποθεσία τα απομεινάρια της παλαίστρας του Λυκείου του Αριστοτέλη. Πρόκειται για μια από τις σημαντικότερες αρχαιολογικές αποκαλύψεις των τελευταίων δεκαετιών, η οποία διαμορφώθηκε και άνοιξε τις πόρτες της στο κοινό το 2014. Φυσικά, ο Δεσποτόπουλος και ο Κανδύλης δεν γνώριζαν την ύπαρξη αυτών των ερειπίων και έτσι σχεδίασαν χωρίς να συνυπολογίζουν τον παράγοντα της αρχαιολογίας. Μετά από αυτή την ανακάλυψη, η διαμόρφωση της περιοχής αντιμετωπίζεται πλέον σε μια πιο μετριασμένη κλίμακα. Το τελευταίο ζήτημα που έχει προκύψει είναι η ενοποίηση των νέων διαμορφώσεων πίσω από το Βυζαντινό Μουσείο με τη Βασ. Κωνσταντίνου, αλλά και με τον αρχαιολογικό χώρου του Λυκείου και την παρακείμενη εκκλησία του Αγίου Νικολάου.

Παρόλα αυτά, η τοποθεσία παραμένει ένα από τα πιο έντονα πεδία αρχιτεκτονικής φαντασίωσης για την Αθήνα στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. Οι αρχιτέκτονες που έκαναν τα διαδοχικά σχέδια για αυτή αποτελούν σημαντικούς εκπροσώπους διαφορετικών γενιών και ρευμάτων και τα σχέδια που μας άφησαν αποτελούν ένα σημαντικό μάθημα ιστορίας της αρχιτεκτονικής. Είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς πώς θα ήταν το κέντρο της Αθήνας αν έστω ένα από αυτά τα μεγαλεπίβολα σχέδια είχε υλοποιηθεί. Στο χαρτί μοιάζουν εντυπωσιακά και, συγκρινόμενα με την πιο μετριοπαθή πραγματική εικόνα της πόλης, ίσως μας δημιουργούν μια αγανάκτηση για «αυτό που θα μπορούσαμε να έχουμε». Όμως το νόημα της ουτοπίας της Μοντέρνας Αρχιτεκτονικής ήταν ακριβώς αυτό: να παραμένει άπιαστη και συνεχώς λίγο πιο μπροστά από εμάς, ώστε κι εμείς να τρέχουμε ξωπίσω της.

 

Οι πληροφορίες για τον Δεσποτόπουλο προέρχονται σε μεγάλο βαθμό από το βιβλίο «Ιωάννης Δεσποτόπουλος, Ωδείο Αθηνών», έκδοση του Μουσείου Μπενάκη σε συνεργασία με την Niko Advertising ΑΕ, και επιμέλεια Γιώργου Αγγελή και Παναγιώτη Τσακόπουλου (2014). Το πρόσφατο ερευνητικό ενδιαφέρον γύρω από τον Δεσποτόπουλο εκδηλώθηκε σε ημερίδα που διοργανώθηκε τον Δεκέμβριο του 2014 από το περιοδικό Ελληνικές Κατασκευές και τον Παναγιώτη Τσακόπουλο στο κτίριο του Ωδείου. Επιπλέον, το έργο του Δεσποτόπουλου είναι αντικείμενο δύο διδακτορικών διατριβών στη Σχολή Αρχιτεκτόνων του ΕΜΠ (από τους Λίνα Δήμα και Τηλέμαχο Ανδριανόπουλο). Το άρθρο αυτό οφείλει πολλά στους παραπάνω για την ανάδειξη, τεκμηρίωση και ανάλυσή του θέματος.

Μια ενδιαφέρουσα σύνοψη του έργου του Δεσποτόπουλου μπορείτε να δείτε στο ντοκιμαντέρ «Ιωάννης Δεσποτόπουλος-Το Μυστικό Αξίωμα» της σειράς Πορτραίτα και Διαδρομές Ελλήνων Αρχιτεκτόνων των Σπύρου Παπαδόπουλου και Γιώργου Τζιρτζιλάκη:

Μεγάλο εύρος πληροφοριών για το Πολιτιστικό Κέντρο και το γενικότερο έργο του Κανδύλη προέρχεται από το βιβλίο του «Η Ζωή και το Έργο» (εκδ. Ερμής, 1980). Περισσότερα για την εντυπωσιακή βιογραφία του Κανδύλη μπορεί κανείς να βρει στο ντοκιμαντέρ της σειράς Μονόγραμμα που είχε γυριστεί τη δεκαετία του ’80. Τέλος, περισσότερες πληροφορίες για όσα σχεδίασε ο Κανδύλης για την Ελλάδα πριν από το Πολιτιστικό Κέντρο, βρίσκονται στο Bodossaki Lectures on Demand.

Σπούδασε Αρχιτεκτονική στην Αθήνα και στο Όσλο και στη συνέχεια ασχολήθηκε με την Ιστορία και Θεωρία της Αρχιτεκτονικής, μέσα από μεταπτυχιακές σπουδές στο ΕΜΠ και προσωπική έρευνα. Συνεργάζεται με την Big Olive και έχει δημοσιεύσει κείμενα σε αρχιτεκτονικά έντυπα του εξωτερικού.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous
gplus

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.