Μια μέρα στο Πλημμελειοδικείο Χανίων
«Αρνείται την κατηγορία», εξήγησε, κατά την προβλεπόμενη προοικονομία του υπερασπιστικού αφηγήματος, η συνήγορος του Μαροκινού κατηγορούμενου. «Πράγματι εισήλθε στην οικία», συνέχισε, «αλλά είχε παρατηρήσει ότι το παράθυρο ήταν σπασμένο από πριν. Δεν ήταν αυτός που έκλεψε. Τα αποτυπώματά του δεν βρέθηκαν στο σημείο που φυλάσσονταν τα κλοπιμαία». Πριν ολοκληρώσει τη φράση της, η νεαρή δικαστής του Πλημμελειοδικείου Χανίων τη διακόπτει, εξηγώντας ότι της αρκεί η θέση επί της κατηγορίας σε αυτό το στάδιο. Τα υπόλοιπα θα τα αναπτύξει στην αγόρευση.
«Ούτε τον άνθρωπο ξέρω, ούτε τίποτα. Εγώ απλώς είδα τα παράθυρα ανοιχτά και τα συρτάρια άδεια. Δεν τον γνωρίζω. Πήρε αποτυπώματα η Ασφάλεια και με ρώτησε αν τον ξέρω από κάποια εργασία του σχετική με το σπίτι. Δεν τον ξέρω και δεν θέλω να τον πάρω στον λαιμό μου» βεβαίωσε η συνταξιούχος κυρία που κάποια χρόνια πριν είχε πέσει θύμα διάρρηξης. Πλέον δεν θυμόταν με ακρίβεια τι περιείχαν αυτά τα συρτάρια.
«Πράγματα τριακονταετίας. Ρολόγια του συζύγου μου που έχει πεθάνει, βραχιόλια και δαχτυλίδια».
Όπως προέκυψε από τις ερωτήσεις της συνηγόρου και της Έδρας, η μάρτυρας και ιδιοκτήτρια του σπιτιού έλειπε από το σπίτι περίπου έναν μήνα, οπότε ήταν

