Μια μέρα στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο της Ευελπίδων
Οι χοντροί φάκελοι με τις δικογραφίες ήταν ήδη ατάκτως αφημένοι στον πάγκο της έδρας, μαζί με την κομψή κασετίνα της γραμματέως. Τα έδρανα των συνηγόρων επίσης είχαν καταληφθεί από τους συλλειτουργούς της Δικαιοσύνης που είχαν σαβουρντίσει σακάκια και ακριβές τσάντες πάνω τους, εντείνοντας μια εικόνα ακαταστασίας. Θα δικάζονταν περίπου τριάντα υποθέσεις και, καθώς οι πιο αργοπορημένοι συνάδελφοί τους δεν χωρούσαν, επέλεγαν τις θέσεις του κοινού μέχρι να έρθει η σειρά τους.
Η προτεσταντικής τεχνοτροπίας εικόνα με τον ξανθό Ιησού από τη Ναζαρέτ –σαν να μην γνωρίζουν στα δικαστήρια ποια Ομολογία ορίζει το Σύνταγμα ως επικρατούσα– κρυβόταν πίσω από την επενδυμένη με φθηνό δέρμα, άδεια ακόμα, θέση του Προέδρου, στο ίδιο ύψος με αυτή της Εισαγγελέως. Λίγο ψηλότερες και οι δυο τους από το κάθισμα της γραμματέως, που συμπλήρωνε την τριάδα.
Κάποιος ηλικιωμένος (περίπου 90 χρονών) κύριος από το κοινό μουρμούριζε στον διπλανό του ότι από τριών χρονών είναι ταμένος σε τέσσερις Αγίους και πως κάθε μέρα παρακαλάει τον Θεό να τον πάρει, όμως εκείνος δεν τον ακούει: «Κάτσε εκεί που είσαι, μου απαντάει». Συγχρόνως, ξεκίνησε ένας έντονος και διαπεραστικός ήχος που τελικά προερχόταν από έναν άλλο κύριο

