«Πάντα την πληρώνουν τα παιδιά»

Η Ματούλα Δούκα, πρώην φιλοξενούμενη του Ορφανοτροφείου Θηλέων Θεσσαλονίκης «Η Μέλισσα», μας μιλάει για τη δύσκολη παιδική της ηλικία, τις εμπειρίες της στο ίδρυμα και τα εφόδια που της έδωσαν οι άνθρωποι του ιδρύματος, ώστε να γίνει μία αυτόνομη και δυναμική γυναίκα.
Χρόνος ανάγνωσης: 
15
'

«Για εμένα, όταν δεν ζητάς συγνώμη μετά από τόσα χρόνια, δεν αξίζεις. Πες τη συγγνώμη κι ας μην την εννοείς, απλώς να την ακούσω. Κανείς δεν μου έχει ζητήσει συγγνώμη, να σου πω την αλήθεια».

Τα παιδικά χρόνια

Η Ματούλα γεννήθηκε το 1997. Οι γονείς της χώρισαν πριν καν γεννηθεί, κι οι σχέσεις τους δεν ήταν καλές. Σε ηλικία ενός μόλις έτους, η μητέρα της την παράτησε έξω από την πόρτα του σπιτιού της κι έφυγε σε γειτονικό σπίτι. Η Ματούλα έμεινε μόνη να περιμένει τον πατέρα της, ο οποίος ερχόταν κάθε μέρα από την Καστοριά, μετά τη δουλειά του, για να τη δει.

«Είχα πάντα στο μυαλό μου ότι ένα παιδί είναι βασικότερο να έχει την υποστήριξη της μητέρας. Δηλαδή, εμένα αυτό πολλές φορές μου λείπει. Ειδικά όταν ήμουν μικρότερη. Ήθελα, αρχικά, να μάθω πως είναι εξωτερικά, δεν ήξερα καν πώς μοιάζει. Είναι άσπρη; Eίναι μαύρη; Eίναι κοκκινομάλλα; Δεν ήξερα».

Όπως μου εξηγεί η Ματούλα, μετά από αυτό ο πατέρας της πήρε την επιμέλειά της. Η Ματούλα μετακόμισε στην Καστοριά, όπου ζούσε πλέον με τη γιαγιά και τον παππού της. Στο σπίτι των παππούδων ζούσαν ο μπαμπάς της, ο οποίος πηγαινοερχόταν λόγω δουλειάς, κι οι δύο αδελφοί του. Ο ένας τη βοηθούσε. Ο άλλος, ο οποίος ήταν χρήστης, την κακοποιούσε σωματικά.

«Πήγαινα πάρα πολλές φορές στο σχολείο χτυπημένη, μελανιασμένη… Αλλά έλεγα συνεχώς δικαιολογίες. Έπεσα, χτύπησα και τα λοιπά»

«Πήγαινα πάρα πολλές φορές στο σχολείο χτυπημένη, μελανιασμένη… Αλλά έλεγα συνεχώς δικαιολογίες. Έπεσα, χτύπησα και τα λοιπά. Δεν ήθελα να οξύνω την κατάσταση, αλλά οι γείτονες και το σχολείο έκαναν καταγγελία».

«Όλοι γνώριζαν, αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι. Τα έβαζαν και με τον ίδιο, αλλά όταν έχεις έναν τέτοιο άρρωστο άνθρωπο, γιατί για εμένα είναι άρρωστος, δεν μπορείς να κάνεις και πολλά. Μπορεί και να σε σκοτώσει».

Όταν η Ματούλα ήταν τεσσάρων-πέντε χρονών, ο μπαμπάς της ξαναπαντρεύτηκε και απέκτησε ένα ακόμη παιδί. Όμως η μητριά της δεν την ήθελε στο πλάνο. Δεν υπήρχε θέση για τη Ματούλα σε αυτήν την οικογένεια.

Η απομάκρυνση από τη βιολογική οικογένεια

«Κάποια στιγμή άρχισε να έρχεται η Πρόνοια, ειδικά όταν έκανε καταγγελία το σχολείο, που είναι ένας σημαντικός παράγοντας. Αλλά εγώ δεν έδινα σημασία. Είτε ερχόντουσαν, είτε δεν ερχόντουσαν, εγώ δεν έλεγα τίποτα».

Ο πατέρας της Ματούλας την απομάκρυνε από το σπίτι όπου είχε ζήσει τα πρώτα χρόνια της και την πήρε να ζήσει μαζί του, με τη νέα του οικογένεια. Ωστόσο για τη Ματούλα, τα πράγματα δεν βελτιώθηκαν. Η μητριά της συνέχισε να μην τη θέλει στο σπίτι.

Κάποια στιγμή, τα πράγματα έφτασαν στο απροχώρητο. Η Ματούλα το γνώριζε. Ο μπαμπάς της το γνώριζε. Και η Πρόνοια το γνώριζε – είχε ήδη κρίνει ακατάλληλο το περιβάλλον στο οποίο ζούσε με τη μητριά της, καθώς, όπως μου εξηγεί η Ματούλα, ένας άνθρωπος που είναι κακός αν δεν σε θέλει, θα το δείξει.

«Μια μέρα ζήτησα από το σχολείο να πάρουν τηλέφωνο την Πρόνοια. Ήρθε η Σοφία, κοινωνική λειτουργός, με πήρε και πήγαμε στα δικαστήρια της Καστοριάς. Στην εισαγγελέα είπα τα πάντα. Τι γινόταν, τι δεν γινόταν. Με ρώτησε, “πώς μπορώ εγώ να σε βοηθήσω, τι πιστεύεις ότι μπορώ να κάνω για εσένα;”. Της είπα ότι θέλω να φύγω, να πάω κάπου πολύ μακριά με παιδιά, που να μην μπορεί να με πάρει κανένας».

Ο πατέρας της, σε μία ύστατη απόπειρα να κρατήσει την επιμέλειά της και να δείξει στην Πρόνοια ότι γίνεται προσπάθεια για αλλαγή περιβάλλοντος, στέλνει την Ματούλα στις θείες της στη Λάρισα. Εκεί θα κάτσει για περίπου 20 μέρες, μέχρι τα γενέθλιά της. Στις 10 Απριλίου του 2007, η Σοφία ενημερώνει τη Ματούλα ότι θα χρειαστεί να πάει στη Θεσσαλονίκη για κάποιες «εξετάσεις».

«Ήρθαμε με συνοδεία της αστυνομίας και της Πρόνοιας στην παιδοψυχιατρική κλινική του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου. Τα περισσότερα παιδιά στη θέση μου περνάνε από εκεί για ψυχολογικό έλεγχο. Έμεινα κανέναν μήνα εκεί μέσα. Περιττό να σου πω ότι μου άρεσε πάρα πολύ. Δέθηκα και με μία νοσηλεύτρια ή ψυχολόγο, δεν θυμάμαι. Είχαμε τρομερή χημεία, την αγάπησα πάρα πολύ. Βέβαια, ήταν χτύπημα γιατί μπήκα στην κλινική, χωρίς να αποχαιρετήσω τον μπαμπά μου».

«Όταν ήρθαν να μου μιλήσουν για τη Μέλισσα, το μόνο πράγμα που είχα να ρωτήσω ήταν αν χτυπάνε τα παιδιά. Μου είπαν, όχι, και τους είπα οκ, μία χαρά. Έρχομαι»

Πριν βγει η απόφαση ότι η Ματούλα θα μεταφερθεί στο Ορφανοτροφείο Θηλέων Θεσσαλονίκης Η Μέλισσα, προσφέρεται στη βιολογική της μητέρα η δυνατότητα να πάρει την κηδεμονία και να ζήσουν πάλι μαζί. «Έγινε δικαστήριο κι είπαν στη μητέρα μου αν θέλει να με πάρει. Έστω μετά από τόσα χρόνια, αν θέλει να αναλάβει την επιμέλειά μου. Εννοείται πως είπε, όχι. Αλλά και να έλεγε ναι, εγώ δεν θα πήγαινα. Ήθελα να κερδίσει το δικαστήριο ο μπαμπάς και να ξαναπάω σε εκείνον. Τώρα θα μου πεις, πώς να ξαναπήγαινες με όλα αυτά τα προβλήματα; Δεν το σκεφτόμουν τότε.

Όταν ήμουν στην κλινική του Ιπποκρατείου, ήρθε ο τότε ψυχολόγος, ο κύριος Βασίλης, και η τότε κοινωνική λειτουργός, η κυρία Γεωργία, για να μου μιλήσουν για τη Μέλισσα. Μου είπαν τι είναι και πώς λειτουργεί. Το μόνο πράγμα που είχα να ρωτήσω ήταν αν χτυπάνε τα παιδιά. Μου είπαν, όχι, και τους είπα οκ, μια χαρά. Έρχομαι».

«Η Μέλισσα»

«Έτσι κι έγινε. Μετά από λίγες ημέρες ήρθα στη Μέλισσα. Η πρώτη εβδομάδα ήταν δύσκολη γιατί ήθελα να μιλήσω με τον μπαμπά μου. Είχα να τον δω από όταν με είχαν πάει στο Ιπποκράτειο, οπότε ήταν μεγάλο σοκ. Εκείνα τα χρόνια, η δική μου η γενιά, όταν ερχόμασταν εδώ, για ένα μήνα δεν είχες ούτε τηλεφωνική, ούτε οπτική επικοινωνία με τη βιολογική οικογένειά σου. Παρόλα αυτά επειδή ήμουν, και είμαι, πάρα πολύ δεμένη με τον μπαμπά μου, μέσα σε μία εβδομάδα ήρθε, γιατί έκλαιγα μέρα νύχτα, δεν έτρωγα, δεν κοιμόμουν. Με το που τον είδα, είπα, τώρα είμαι καλά, τώρα μπορούμε να συνεχίσουμε το πρόγραμμά μας. Ό,τι θέλετε πείτε μου και το κάνω.

Ήταν καλά στη Μέλισσα, έκανα και παρέες. Μια φίλη, τη Γεωργία, την έχω κρατήσει ακόμη. Ήμασταν σαν αδελφές, είχαμε έρθει στη Μέλισσα με διαφορά ενός μήνα».

Τα χρόνια στη Μέλισσα περνούσαν όμορφα. Η Ματούλα ήταν ένα φυσιολογικό παιδί με μία φυσιολογική ζωή. Πήγαινε σχολείο, είχε τις παρέες της, έκανε εξωσχολικές δραστηριότητες, έβγαινε τις βόλτες της. Η μόνη διαφορά, όπως μου εξηγεί, είναι ότι ζούσε σε ένα σπίτι με πάρα πολλά παιδιά. Για τη Ματούλα, αυτό ήταν η Μέλισσα, τίποτα το διαφορετικό.

«Πολλά κορίτσια που ήμασταν στην ίδια ηλικία, θεωρούσαν τη Μέλισσα άσχημο μέρος. Αν πεις στον φίλο σου ότι είναι χάλια, ότι δεν περνάω καλά, θα σχηματίσει κι ο ίδιος μία κακή εικόνα. Ενώ οι δικοί μου φίλοι είχαν ξεχάσει ότι έμενα στη Μέλισσα. Ήμουν τόσο “φυσιολογικό” παιδί. Πήγαινα σε όλες τις εκδρομές, εξωτερικά φροντιστήρια, αγγλικά, ιδιαίτερα, τα πάντα. Γι’ αυτό η πορεία μου στη Μέλισσα ήταν καλή. Δεν δημιούργησα ποτέ πρόβλημα. Δεν έφυγα ποτέ, δεν το έσκασα, δεν είχα την ανάγκη. Είχα συνέχεια επικοινωνίαμε τον μπαμπά μου. Όποτε μου το επέτρεπαν πηγαίναμε στη γιαγιά και μπορούσαμε να κάνουμε ταξίδι στην Καστοριά. Δεν έχω να σου πω κάτι αρνητικό για τα χρόνια μου στη Μέλισσα».

Η αλήθεια είναι περίπλοκη. Ένας άνθρωπος που δεν έχει ζήσει ποτέ σε ίδρυμα, που δεν έχει απομακρυνθεί ποτέ από τη βιολογική του οικογένεια, δεν μπορεί να κατανοήσει πλήρως τη λογική και τις εμπειρίες των κοριτσιών που ζουν στη Μέλισσα, είτε αυτές είναι θετικές είτε αρνητικές. Η ιστορία της κάθε κοπέλας που ζει ή έζησε στη Μέλισσα είναι διαφορετική και μοναδική. Αυτή είναι η Μέλισσα μέσα από τα μάτια της Ματούλας:

«Γενικά, υπήρχε πάντα ένταση μέσα στο σπίτι. Πάντα. Πάντα φωνές, πάντα τσακωμοί. Ασυνεννοησία. Υπήρχαν καυγάδες, ειδικά μεταξύ των κοριτσιών, γινόταν χαμός. Μάλωναν με το παραμικρό. Ας πούμε, επειδή η άλλη δεν σκούπισε, γινόταν ο Γ’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Οι καημένοι οι παιδαγωγοί προσπαθούσαν να τα φέρουν σε ισορροπία. Δεν τα κατάφερναν πάντα, μπορώ να σου πω, γιατί όταν έχεις έναν παιδαγωγό σε μία βάρδια 8 ωρών, πώς γίνεται να προσέξει 30 παιδιά και αυτά τα 30 παιδιά να είναι ικανοποιημένα και φροντισμένα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο;

Πολλές φορές μπορεί να είχες ένα πρόβλημα, αλλά να μην ήταν τόσο σημαντικό όσο το πρόβλημα που είχε ένα άλλο παιδί. Και για αυτό δεν θα είχες την ίδια προσοχή. Μπορεί να μην την είχες και καθόλου. Μπορεί να έλεγες ότι “ξέρεις, κυρία, έχω αυτό το πρόβλημα” και να σου έλεγε, “Ναι, θα το συζητήσουμε σε λίγο”. Το “σε λίγο” μπορεί να μην ήταν καν την ίδια ημέρα. Αυτό ήταν λίγο δύσκολο, γιατί έλεγες ότι, εντάξει, μπορεί κι οι άλλες κοπέλες να έχουν προβλήματα, αλλά έχω κι εγώ. Τα δικά μου προβλήματα πότε θα λυθούν; Πρέπει κι εγώ να κάνω φασαρία, να φωνάζω, να σπάω πράγματα, να φεύγω και να δημιουργώ ένταση για να με προσέξουν;

Γινόταν πάρα πολύ αυτό. Έφευγαν πάρα πολλά παιδιά. Το έσκαγαν. Υπήρχε πάντα μία ένταση, γιατί όταν σου φεύγει ένα ανήλικο παιδί, πάντα ανησυχείς. Δεν ξέρεις. Φοβάσαι. Μπαίναμε κι εμείς σε ανησυχία, γιατί μπορεί να έφευγε η φίλη σου ας πούμε, και να μην το ήξερες… Να σου πω την αλήθεια, πότε δεν κατάλαβα γιατί έφευγαν.

Πρόσφατα έφυγε μία κοπέλα και ρώτησα την καινούργια παιδαγωγό “πώς διαχειρίζεστε ότι έρχονται και φεύγουν; Κάνουν, δηλαδή, ένα μπάνιο, παίρνουν μία αλλαξιά και φεύγουν, λες και είναι ξενοδοχείο;” Μου λέει “με συζήτηση και με προσπάθεια”. Να σου πω κάτι, όταν λες και ξαναλές το ίδιο πράγμα κι ο άλλος δεν καταλαβαίνει, είναι δύσκολο. Για μένα όταν ένα παιδί έρχεται σε μικρή ηλικία, είναι δηλαδή στο δημοτικό, μπορείς να του βάλεις βάσεις. Όταν όμως ένα παιδί έρχεται στην εφηβεία, 16-17 χρονών, τι να του πεις; Μείνε εδώ και κάνε αυτό που θα σου πω; Όχι, δεν θα το κάνει ποτέ. Δεν υπάρχει λόγος να το κάνει, γιατί σου λέει σε ένα, δύο χρόνια εγώ φεύγω από δω μέσα κι αυτά τα χρόνια θα προσπαθήσω να τα περάσω όσο καλύτερα γίνεται, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι θα σου κάνω τη ζωή δύσκολη. Ακόμη και αν αυτό σημαίνει να κοιμάμαι έξω στον δρόμο, στη βροχή. Αρκεί να μην είμαι εδώ.

«Καλώς ή κακώς, η Μέλισσα θα ξανάρθει στη ζωή σου. Όσο πίσω και να την κάνεις, αυτά έζησες, μεγάλωσες με αυτούς τους ανθρώπους και σε αυτόν το χώρο. Αυτή είσαι».

Μερικά παιδιά θεωρούν ότι είναι κάτι προσωρινό. Για εμένα δεν είναι προσωρινό. Είναι ένα σημείο, ένας χώρος, είναι οι άνθρωποι, είναι η ζωή σου. Καλώς ή κακώς, η Μέλισσα θα ξανάρθει στη ζωή σου. Όσο πίσω και να την κάνεις, αυτά έζησες, μεγάλωσες με αυτούς τους ανθρώπους και σε αυτόν τον χώρο. Αυτή είσαι. Δεν μπορείς να αλλάξεις αυτό που είσαι. Δεν μπορείς να πεις ότι δεν μεγάλωσες ποτέ εδώ μέσα. Εδώ μέσα μεγάλωσες, με τα καλά και τα κακά.

Μην προσπαθείς να σπάσεις τα νεύρα των ανθρώπων της Μέλισσας, οι οποίοι προσπαθούν, αφήνουν τα σπίτια τους, τις οικογένειές τους. Ξέρεις πόσες φορές οι άνθρωποι έχουν φύγει δύο και τρεις ώρες αργότερα; Η Βασιλεία, η σημερινή διευθύντρια της Μέλισσας, έρχεται το πρωί και φεύγει στις 10-11 το βράδυ. Κι αυτή έχει σπίτι. Όλοι οι άνθρωποι εδώ μέσα έχουν σπίτια, παιδιά, υποχρεώσεις. Θα τα παραμελήσεις; Κι όμως, τα παραμελούν, γιατί θεωρούν ότι τα παιδιά της Μέλισσας έχουν περισσότερη ανάγκη από αγάπη, φροντίδα, μία κουβέντα παραπάνω. 

Δεν θα σου πω ότι δεν μίλησα ποτέ άσχημα σε παιδαγωγό, ότι δεν μαλώσαμε ποτέ. Αλλά, πάντα είναι μες στην καρδιά μου. Μαλώναμε, και μετά από μία ώρα σου περνούν τα νεύρα, ζητάς συγγνώμη κι είστε μία χαρά. Αλλά υπήρχαν κορίτσια με τα οποία υπήρχαν συνεχώς εντάσεις.

«Λες κάτσε, ρε φίλε, δέκα χρόνια πέρασαν, ακόμη να βάλεις στο μυαλό σου ότι δεν μπορείς να αλλάξεις κάτι; Σε παράτησαν! Πόσο πιο ξεκάθαρο να είναι στο μυαλό σου ότι σε παράτησαν;»

Θυμάμαι κάποιες κοπέλες που είχαν έρθει από το δημοτικό στη Μέλισσα, ήμασταν πάνω κάτω στην ίδια ηλικία, και μέχρι να φύγουν από ‘δω μέσα γινόταν χαμός. Ήταν πολύ δύσκολο. Λες κάτσε, ρε φίλε, δέκα χρόνια πέρασαν, ακόμη να βάλεις στο μυαλό σου ότι αυτές είναι οι συνθήκες με τις οποίες ζεις; Ότι δεν μπορείς να αλλάξεις κάτι; Σε παράτησαν! Πόσο πιο ξεκάθαρο να είναι στο μυαλό σου ότι σε παράτησαν;

Δεν θα μιλήσω για παιδιά που πέθαναν οι γονείς τους. Αυτό δεν το ξέρω. Ούτε κι εγώ θεωρώ ότι θα μπορούσα να διαχειριστώ κάτι τέτοιο. Εγώ μόνο με τη σκέψη ότι κάποια στιγμή ο μπαμπάς μου θα πεθάνει, παθαίνω κρίση. Όταν έχεις έναν άνθρωπο, γιατί εγώ έχω μία οικογένεια και είναι αυτός, και σκέφτεσαι ότι κάποια στιγμή δεν θα είναι εκεί, δεν θα σε παίρνει 155 φορές μέσα στην ημέρα απλά για να σε ρωτήσει, “Τι κάνεις, καλά;”, τελειώνει ο κόσμος σου».

Οι άνθρωποι της Μέλισσας

Η Βασιλεία Μαύρου, διευθύντρια του ιδρύματος Η Μέλισσα, είναι από τα άτομα που έχουν παίξει καθοριστικό ρόλο στη ζωή της Ματούλας. Η σχέση τους δεν είναι αυτή διευθύντριας και τροφίμου. Αντιθέτως, είναι καθαρά μια σχέση αγάπης, με όλες τις διαφωνίες, τα προβλήματα και τις αγκαλιές που περιλαμβάνει.

«Τη Βασιλεία δεν την είδα ποτέ ούτε σαν παιδαγωγό, ούτε σαν διευθύντρια, ούτε σαν ένα στέλεχος της Μέλισσας. Στην αρχή, εννοείται, έτσι την έβλεπα, επειδή δεν την ήξερα, αλλά όλα τα χρόνια αποκτήσαμε μία ιδιαίτερη σχέση,  ήταν σαν μάνα μου, ας πούμε. Κάθε μέρα θα ερχόμουν από το σχολείο, θα πήγαινα σε εκείνη, θα κάναμε μία αγκαλιά και μετά θα έφευγα. Για εμένα προσωπικά η αγκαλιά της Βασιλείας ήταν αδιανόητο να μην γίνει. Είναι πολύ σημαντικό να έχεις μία αγκαλιά στη Μέλισσα.

Εκτός από τη Βασιλεία, σημαντικοί άνθρωποι για εμένα είναι η κυρία Κατερίνα, την οποία έχω ως θεία μου. Ήταν αυτή που, μέσα σε όλα όσα είχε να κάνει, με ξυπνούσε κάθε πρωί για να με ετοιμάσει για το σχολείο, όπως κι η κυρία Ελένη. Η κ. Ελένη πάντα έκλεβε λίγο χρόνο να μου τραγουδήσει ένα νανούρισμα, ακόμα και στο λύκειο. Ο κάθε άνθρωπος μου προσέφερε και κάτι διαφορετικό. Όλοι μου έδωσαν πολλή αγάπη».

Η επανεμφάνιση της μητέρας

Η μητέρα της Ματούλας εμφανίζεται ξανά, όταν πλέον η κόρη της είναι 16 ετών. Έχει ζήσει ήδη εφτά χρόνια στη στέγη της Μέλισσας κι έχει σταθερή επαφή με τους ανθρώπους που θεωρεί πραγματικά οικογένεια, τον μπαμπά και τη γιαγιά της.

«Όταν πρωτοήρθα στη Μέλισσα, τους είπα ότι θέλω να βρουν τη μαμά μου. Έψαξαν πάρα πολύ. Τελικά η μάνα μου εμφανίστηκε στα 16 μου. Δεν ξέρω τι συνέβη. Αλλά είχαν περάσει πλέον εφτά χρόνια, οπότε για εμένα δεν ήταν σημαντικό να τη γνωρίσω. Όταν είμαι πλέον 16 χρονών, δεν την έχω καμία απολύτως ανάγκη.

Ήρθε απλώς μια μέρα. Η ψυχολόγος και η κυρία Γεωργία, ήρθαν και μου είπαν “είναι η μαμά σου επάνω”. Τους είπα, “Ωραία. Δείτε την, ρωτήστε την ό,τι θέλετε. Εγώ δεν θέλω να της πω τίποτα”.

Εν πάση περιπτώσει, μετά από πιέσεις, ανέβηκα. Για την ίδια, ήταν σαν να μην πέρασε μία μέρα. Με αγκάλιασε και άρχισε τα “παιδί μου”. Λέω, τι κάνει; Τι θέλει; Θεωρεί ότι θα της πω “α, μανούλα μου, μού έλειψες;”. Όχι. Εννοείται πώς όχι. Την ρώτησα γιατί με παράτησε. Έριξε την ευθύνη στον μπαμπά μου. Ο μπαμπάς μου δεν έχει ρίξει ποτέ την ευθύνη επάνω της, αν και κάποια πράγματα τον ενοχλούσαν, όπως ότι με παράτησε.

«Αυτό είναι το κακό με όσα παιδιά έρχονται στη Μέλισσα. Πάντα την πληρώνουν τα παιδιά. Πάντα έχουν κάνει λάθη οι γονείς και πάντα την πληρώνουν τα παιδιά».

Δεν αναιρεί κάτι. Αυτό έκανε, ναι. Με παράτησε. Δεν μπορείς να τη συγχωρέσεις. Ειδικά όταν είσαι μωρό και δεν έχεις κάνει κάτι. Δηλαδή δεν θα την πληρώσω εγώ, αν με το σύντροφό σου ή με τον άντρα σου έχεις προβλήματα. Αυτό είναι το κακό με όσα παιδιά έρχονται στη Μέλισσα. Πάντα την πληρώνουν τα παιδιά. Πάντα έχουν κάνει λάθη οι γονείς και πάντα την πληρώνουν τα παιδιά. Αυτό για εμένα είναι το μεγαλύτερο λάθος κι είναι να κάτι που δεν θέλω ποτέ να κάνω στο δικό μου παιδί».

Η ενηλικίωση

Τα κορίτσια που ενηλικιώνονται στη Μέλισσα έχουν δύο επιλογές. Η πρώτη είναι να γυρίσουν πίσω στις οικογένειές τους και να βρουν κάποια δουλειά, ώστε να συντηρούν τους εαυτούς τους. Η δεύτερη είναι να μετακομίσουν στα διαμερίσματα «ημιαυτόνομης διαβίωσης», μέρη στα οποία μπορούν να ζήσουν για τα επόμενα τρία χρόνια, με απαραίτητη προϋπόθεση να σπουδάζουν παράλληλα.

Η Ματούλα αποφασίζει να μετακομίσει σε ένα τέτοιο διαμέρισμα μαζί με την καλύτερή της φίλη, τη Γεωργία. Με τη βοήθεια μίας εθελόντριας διακοσμούν το σπίτι και ζουν εκεί για έναν χρόνο. Όπως εξηγεί η Ματούλα, οι κανόνες τους οποίους έπρεπε να ακολουθούν όσο ζούσαν στο διαμέρισμα ήταν υπερβολικοί για ένα παιδί που μόλις απέκτησε επίσημα την ελευθερία του.

«Υπήρχε περιορισμός στις ώρες που θα έβγαινες. Υπήρχαν κανονισμοί για το ποια άτομα θα έρχονταν σπίτι σου, για τις διανυκτερεύσεις που θα έκανες, με ποιους θα διανυκτέρευες, για ποιο λόγο. Ενημέρωση ό,τι ώρα και να γυρνούσες. Δηλαδή, μπορεί να έλεγες ότι θα γυρνούσες τέσσερις η ώρα το πρωί και να σου έλεγαν, “τέσσερις η ώρα το πρωί θα με πάρεις τηλέφωνο”.

Αλλά δεν μπορώ να σου πω ότι τα τηρήσαμε. Είχαμε φτάσει σε ένα σημείο που δεν κάναμε τίποτα από αυτά που έλεγαν, γιατί όταν είσαι πια 18, θες τόσο πολύ να τη ζήσεις τη ζωή σου. Φύγαμε. Η Γεωργία πήγε στο Λονδίνο. Εγώ πήγα κάποια στιγμή για δουλειά. Άλλαξε τόσο πολύ μετά η ζωή μας όταν φύγαμε από τη Μέλισσα, που για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα δεν είχαμε επαφές, δεν είχαμε καθόλου επικοινωνία».

«Τη μαμά μου νομίζω ότι πλέον τη μισώ»

Φεύγοντας από το διαμέρισμα της Μέλισσας, η Ματούλα βρίσκει δουλειά στον τόπο κατοικίας της μητέρας της. Και το 2016 πηγαίνει να ζήσει μαζί της στη Λάρισα. Αυτή η εμπειρία συγκατοίκησης θεμελιώνει τα συναισθήματα της Ματούλας. Πλέον, δηλώνει ανενδοίαστα ότι τη μητέρα της απλώς τη μισεί.

«Συναντηθήκαμε το 2016, όταν πήγα στη Λάρισα για δουλειά κι έμεινα ένα μήνα μαζί της. Ήταν το μεγαλύτερο λάθος που έχω κάνει. Ήταν κάτι που στεναχώρησε τον μπαμπά μου, αλλά ταυτόχρονα κάτι που μου έλυσε την περιέργεια για το πώς είναι αυτή η γυναίκα. Ευτυχώς που δεν μεγάλωσα μαζί της. Ευτυχώς που με παράτησε. Ήταν πολύ χειριστική, πολύ εκμεταλλεύτρια. Για εμένα, όταν δεν ζητάς συγγνώμη μετά από τόσα χρόνια, δεν αξίζεις καν. Πες τη συγγνώμη κι ας μην την εννοείς, απλώς να την ακούσω. Κανείς δεν έχει ζητήσει συγγνώμη, να σου πω την αλήθεια».

«Όσο ξέρεις ότι ζει και δεν νοιάζεται, ακόμη και τώρα, θες να πας να την χτυπήσεις. Νομίζω ότι αν την ξαναδώ στη ζωή μου, θα τη χτυπήσω»

«Από την μητέρα μου ήθελα να μου πει συγγνώμη. Ο μπαμπάς μου δεν νομίζω ότι μου οφείλει κάποια συγγνώμη. Δηλαδή, έχει καλύψει όλη τη ζωή μου. Αλλά τη μαμά μου νομίζω ότι πλέον τη μισώ. Δεν είχα ποτέ συναισθήματα, ούτε αγάπης, ούτε μίσους, αλλά πλέον νιώθω ότι τη μισώ και καλύτερα να μην υπήρχε καν στη ζωή μου. Όσο ξέρεις ότι ζει και δεν νοιάζεται, ακόμη και τώρα, θες να πας να την χτυπήσεις. Νομίζω ότι αν την ξαναδώ, θα τη χτυπήσω την επόμενη φορά.

Αλλά είναι αυτό που σου είπα πριν, ότι η ζωή πάντα σε γυρνάει στη Μέλισσα. Εγώ μέχρι πριν δυο-τρεις μήνες δεν ερχόμουν καθόλου στη στέγη. Είχα να έρθω τρία, τέσσερα χρόνια. Πλέον είμαι μέρα παρά μέρα εδώ. Αν δεν ήταν αυτοί οι άνθρωποι, δεν θα μεγαλώναμε έτσι, και μερικά κορίτσια έχουμε μεγαλώσει πολύ καλά. Αυτό δεν το οφείλουμε σε δικές μας προσπάθειες, το οφείλουμε καθαρά σε αυτούς τους ανθρώπους».

Η ζωή τώρα ξεκινά

Αν υπάρχει κάτι που είναι ξεκάθαρο, είναι ότι η Ματούλα λατρεύει τον μπαμπά της. Ένας άνθρωπος που δεν την εγκατέλειψε, ούτε στα όμορφα, ούτε στα άσχημα. Μπορεί για μερικούς να φαντάζει αυτονόητο, αλλά μία επίσκεψη σε έναν φορέα παιδικής προστασίας αποδεικνύει πόσο συχνό φαινόμενο είναι αυτό της κακοποίησης, της παραμέλησης και της πλήρους εγκατάλειψης.

«Ο μπαμπάς μου, αφότου έγινα 18 και μετά, νομίζω ότι ηρέμησε κι ο ίδιος από την άποψη ότι μπορεί να με δει ανά πάσα ώρα και στιγμή. Χωρίς να χρειάζεται να είναι κάποιος μαζί μας, χωρίς να είναι με πρόγραμμα, χωρίς τίποτα. Ήρθαμε πιο κοντά μετά τα 18».

Η Ματούλα στα 23 χρόνια ζωής έχει ζήσει εμπειρίες αδιανόητες και άλλες μοναδικές. Έχει γνωρίσει άτομα ανάξια κι άτομα συγκλονιστικά. Όλα αυτά, την έχουν κάνει έναν άνθρωπο δυνατότερο και πιο συγκροτημένο. Γι’ αυτό, άλλωστε, δεν θα άλλαζε τίποτα.

«Θεωρώ ότι τα πράγματα που έγιναν, αν δεν γινόντουσαν, δεν θα ήμουν αυτή που είμαι τώρα. Θεωρώ ότι, αν τα πράγματα είχαν πάει τελείως διαφορετικά, αν παρέμενα στο σπίτι μου, αν δεν θα ερχόμουν ποτέ στη Μέλισσα, δεν θα έκανα όλα αυτά τα πράγματα που έχω κάνει. Δεν θα είχα ζήσει αυτά που έχω ζήσει, δεν θα είχα γνωρίσει τους ανθρώπους που έχω γνωρίσει. Δεν είχα τους φίλους που έχω τώρα, δεν θα είχα τη σχέση που έχω τώρα.

Ούτως ή άλλως εγώ πάντα πίστευα όλα για κάποιον λόγο γίνονται. Είναι όλα έτσι προγραμματισμένα ώστε να έρχονται στη ζωή μας, κι είναι τόσα όσα αντέχουμε. Θεωρώ ότι όσες δυσκολίες κι αν περνάμε, μπορούμε να τις διαχειριστούμε. Διαφορετικά δεν θα ερχόντουσαν στη ζωή μας. Και πιστεύω πάρα πολύ στον Θεό, οπότε θεωρώ ότι δεν θα έφερνε ποτέ στη ζωή μου κάτι που θα ήταν λάθος για εμένα».

 

Η ιστορία της Ματούλας είναι μίας από τις χιλιάδες ιστορίες παιδιών που έχουν ζήσει στη Μέλισσα. Το ίδρυμα το 2021 κλείνει εκατό χρόνια από την επίσημη ίδρυσή του. Τους επόμενους μήνες θα υπάρξει μία σειρά δράσεων με σκοπό να βγει προς τα έξω η ιστορία του, όπως αυτή διαμορφώθηκε από τα παιδιά και τους εργαζόμενούς του. Μπορείτε να παρακολουθείτε τη Μέλισσα στο Facebook και το Instagram για φωτογραφίες και στιγμιότυπα του παρελθόντος και του παρόντος, καθώς και τις επερχόμενες δράσεις.

Εικόνα kalliopikalimniou
Γεννήθηκε το 1998 στη Θεσσαλονίκη. Σπουδάζει στο τμήμα Δημοσιογραφίας & ΜΜΕ του AΠΘ και κείμενα της έχουν δημοσιευτεί σε Athens Voice, Parallaxi, LiFO κ.ά. Από το 2020 έχει αναλάβει την καμπάνια «100 Χρόνια Μέλισσα».

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous
1

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.