Λευκορωσία: Μια ιστορία για το τέλος του φόβου

Οι γυναίκες αναδείχτηκαν σε πρωταγωνίστριες της τελευταίας, μεγάλης, ειρηνικής ευρωπαϊκής επανάστασης. Έντεκα από αυτές περιγράφουν στο inside story όσα διαδραματίζονται στη Λευκορωσία.
Χρόνος ανάγνωσης: 
33
'
Η Μάσα Στρότσεβα (3Δ), που μίλησε στην Κατερίνα Οικονομάκου, με άλλες κοπέλες σε διαδήλωση ενάντια στον Λουκασένκο. Η κοπέλα που κοιτάζει την αστυνομικό βρίσκεται πλέον στη φυλακή.

«Φαντάσου τη Λευκορωσία σαν μια οικογένεια που υποφέρει από έναν βάναυσο, κακοποιητικό πατέρα. Σε αυτή τη χώρα είμαστε όλοι θύματα ενδοοικογενειακής βίας. Κάθε λίγα χρόνια κάναμε μια απόπειρα να γλιτώσουμε, ζητούσαμε βοήθεια, αλλά δεν βρίσκαμε υποστήριξη πουθενά. Είναι η πρώτη φορά που ακουγόμαστε, που τα ξένα μέσα ζητούν να ακούσουν τις φωνές μας», λέει η Μαρίγια Μαρτίσεβιτς, μιλώντας μου από το διαμέρισμά της στο Μινσκ. «Τα προβλήματά μας δεν ήταν σε καμιά διεθνή ατζέντα. Γιατί; Ίσως δεν κυλούσε αρκετό αίμα, ίσως οι διαμαρτυρίες δεν ήταν αρκετά επίμονες κι εκτεταμένες. Κι έπειτα ήταν πάντα κι ο Πούτιν, που δεν ήθελε να διαταραχτούν οι ισορροπίες. Η πατρίδα μου είναι όπως μια γυναίκα που τρώει συστηματικά ξύλο από τον άντρα της, οι γείτονες το γνωρίζουν, αλλά δεν θέλουν να ανακατευτούν. Ας τα βγάλει πέρα μόνη της, σκέφτονται. Δεν μπορούσαμε, όμως, νιώθαμε αδύναμοι. Πιστεύω ότι τώρα κάτι έχει αλλάξει».

Με δύο λόγια

Όλα ξεκίνησαν τη νύχτα της 9ης Αυγούστου, όταν ο Αλεξάντρ Λουκασένκο ανακοίνωσε πως είχε κερδίσει τις προεδρικές εκλογές με ποσοστό 80%, έναντι ενός ισχνού 10% που, σύμφωνα πάντα με τα επίσημα αποτελέσματα, είχε αποσπάσει η υποψήφια της ενωμένης αντιπολίτευσης Σβετλάνα Τιχανόφσκαγια. Αρχικά εκατοντάδες και αργότερα χιλιάδες άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους, σε διάφορες πόλεις της χώρας, για να καταγγείλουν αυτό που αναγνώριζαν ως αποτέλεσμα εκτεταμένης νοθείας.
Οι ειδικές δυνάμεις και οι άντρες της αντιτρομοκρατικής απάντησαν με πρωτοφανή αγριότητα. Αυτό επρόκειτο να συνεχιστεί τις επόμενες εβδομάδες. Μέχρι σήμερα, έχουν προσαχθεί 14.000 άνθρωποι, χιλιάδες έχουν ξυλοκοπηθεί άγρια, τα νοσοκομεία είναι γεμάτα τραυματίες, δεκάδες αγνοούνται, ενώ τουλάχιστον τέσσερις άντρες έχουν χάσει τη ζωή τους. Αλλά οι Λευκορώσοι συνεχίζουν να βγαίνουν στους δρόμους, απαιτώντας την αποχώρηση του Λουκασένκο, την απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων και νέες εκλογές.
Οι έντεκα γυναίκες που μίλησαν στο inside story έζησαν τα γεγονότα του Αυγούστου από κοντά, είδαν τους δικούς τους ανθρώπους να κακοποιούνται, είδαν τους φίλους τους να συλλαμβάνονται, κάποιες βρέθηκαν οι ίδιες σε ένα κελί. Η νεότερη είναι μόλις 21 και η μεγαλύτερη 59 ετών. Μέσα από τις ιστορίες τους προκύπτει μια πολυφωνική αφήγηση αυτής της ευρωπαϊκής επανάστασης, η έκβαση της οποίας κρίνεται από μέρα σε μέρα.

Είναι Κυριακή πρωί και η Μαρίγια μου μιλάει από το διαμέρισμά της στο Μινσκ. Σε λίγες ώρες θα ενωθεί με τους δεκάδες χιλιάδες συμπολίτες της που κάθε Κυριακή διαδηλώνουν στους δρόμους ολόκληρης της χώρας, απαιτώντας την παραίτηση του Αλεξάντρ Λουκασένκο, που κυβερνάει τη χώρα επί 26 χρόνια κι επαίρεται ότι χάρη σε αυτόν η Λευκορωσία κρατάει ζωντανή τη σοβιετική κληρονομιά. «Αυτές οι κυριακάτικες διαδηλώσεις είναι σαν τελετουργία, είναι σαν να πηγαίνουμε στην εκκλησία», λέει η Μαρίγια, που περιγράφει πώς οι άνθρωποι προετοιμάζονται, φτιάχνοντας πλακάτ με συνθήματα, ζωγραφίζοντας την απαγορευμένη σημαία με το λευκό και το κόκκινο χρώμα που έχει γίνει το σύμβολο της επανάστασης ή φορώντας λευκά περικάρπια για να δηλώσουν την υποστήριξή τους στην αντιπολίτευση.

Σε αυτήν τη χώρα των περίπου 9,5 εκατομμυρίων κατοίκων βρίσκεται σε εξέλιξη μια επανάσταση, η έκβαση της οποίας κρίνεται από μέρα σε μέρα. Κι αυτή τη φορά, τα διεθνή μέσα ενημέρωσης παρακολουθούν τις εξελίξεις με προσήλωση. Ο ένας λόγος έχει να κάνει με το σοκ που προκάλεσε το τσουνάμι πρωτοφανούς βίας που εξαπέλυσε ο Λουκασένκο ενάντια σε χιλιάδες απολύτως ειρηνικούς διαδηλωτές. Κι ο άλλος, με τον πρωταγωνιστικό ρόλο που έχουν σε αυτήν την επανάσταση οι γυναίκες – οι τρεις γυναίκες που ηγούνται του κινήματος για τη δημοκρατική μετάβαση, και οι πολλές χιλιάδες Λευκορωσίδες όλων των ηλικιών, που πλημμυρίζουν τους δρόμους με λουλούδια στα χέρια.

Αλλά τι ήταν αυτό που έκανε τους Λευκορώσους να ξεσηκωθούν με πρωτοφανή μαζικότητα και επιμονή ενάντια σε αυτόν που όλα τα ξένα μέσα ενημέρωσης αποκαλούν τον τελευταίο δικτάτορα της Ευρώπης; Είναι σίγουρα η συσσωρευμένη οργή τόσων χρόνων, η φτώχεια, η καταπίεση, η απουσία προοπτικής, η εκτεταμένη και πανίσχυρη διαφθορά. Φαίνεται όμως ότι έπαιξε ρόλο και η συγκυρία της πανδημίας: Η στάση του Λουκασένκο, ο οποίος όχι μόνον αρνιόταν την ύπαρξη του ιού, αλλά και χλεύαζε τους ασθενείς και τους νεκρούς, είχε σαν αποτέλεσμα να πάρουν οι πολίτες την κατάσταση στα χέρια τους, φτιάχνοντας δίκτυα αλληλεγγύης και συνεργασίας, στα οποία συνέβαλε ο καθένας με τις δυνατότητές του. Και φαίνεται ότι ήταν καθοριστική η συμβολή της μεγάλης κοινότητας των προγραμματιστών, οι οποίοι δημιούργησαν τις πλατφόρμες για να μοιράζονται στοιχεία, να επικοινωνούν και να συνεργάζονται οι συμπολίτες τους.

Η επανάσταση στη Λευκορωσία: Μια σύνοψη

Οι διαμαρτυρίες ξεκίνησαν τη νύχτα της 9ης Αυγούστου, όταν ο Αλεξάντρ Λουκασένκο ανακοίνωσε πως είχε κερδίσει τις προεδρικές εκλογές με ποσοστό 80%, έναντι ενός ισχνού 10% που, σύμφωνα πάντα με τα επίσημα αποτελέσματα, είχε αποσπάσει η υποψήφια της ενωμένης αντιπολίτευσης Σβετλάνα Τιχανόφσκαγια.

Αρχικά εκατοντάδες και αργότερα χιλιάδες άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους σε διάφορες πόλεις της χώρας, για να καταγγείλουν αυτό που αναγνώριζαν ως αποτέλεσμα εκτεταμένης νοθείας. Όπως μαρτυρούν όλα τα οπτικά ντοκουμέντα από εκείνη τη νύχτα, οι διαδηλωτές ήταν απολύτως ειρηνικοί. Δεν έχει καταγραφεί –ούτε επρόκειτο να καταγραφεί τις επόμενες εβδομάδες– έστω και μία περίπτωση βανδαλισμού εκ μέρους των πολιτών.

Στην ειρηνική διαμαρτυρία των άοπλων συμπατριωτών τους, οι ειδικές δυνάμεις και οι άντρες της αντιτρομοκρατικής απάντησαν με πρωτοφανή αγριότητα. Αυτό επρόκειτο να συνεχιστεί τις επόμενες εβδομάδες, συγκλονίζοντας την κοινωνία της Λευκορωσίας. Μέχρι σήμερα, έχουν προσαχθεί 14.000 άνθρωποι, χιλιάδες έχουν ξυλοκοπηθεί άγρια, τα νοσοκομεία είναι γεμάτα τραυματίες, δεκάδες αγνοούνται, ενώ τουλάχιστον τέσσερις άντρες έχουν χάσει τη ζωή τους.

Η Σβετλάνα Τιχανόφσκαγια βρέθηκε στην ηγεσία του κινήματος κατά του Λουκασένκο, μετά τη σύλληψη του άντρα της, ο οποίος κατηγορείται για κατασκοπεία. Ο 41χρονος βίντεο-μπλόγκερ Σεργκέι Τιχανόφσκι, γνωστός για τις αποκαλύψεις περιπτώσεων κυβερνητικής διαφθοράς, είχε σκοπό να θέσει υποψηφιότητα για τις εκλογές του Αυγούστου. Η 37χρονη σύζυγός του ανακοίνωσε την πρόθεσή της να βάλει εκείνη υποψηφιότητα στη θέση του. Ο Λουκασένκο δεν την πήρε σοβαρά – «το Σύνταγμά μας δεν είναι φτιαγμένο για γυναίκες και η κοινωνία μας δεν είναι έτοιμη να δεχτεί γυναίκα στην προεδρία» διαβεβαίωνε, όσο συνέχιζε να εξουδετερώνει όποιους θεωρούσε επικίνδυνους πολιτικούς αντιπάλους, μεταξύ των οποίων και ο πρώην τραπεζίτης Βίκτορ Μπαμπαρίκα.

Στις 16 Ιουλίου τρεις ομάδες της αντιπολίτευσης ενώνουν τις δυνάμεις τους: Η Τιχανόφσκαγια, η επικεφαλής της προεκλογικής καμπάνιας του Μπαμπαρίκα Μαρία Κολεσνίκοβα και η Βερόνικα Τσεπκάλο, σύζυγος του πρώην διπλωμάτη Βάλερι Τσεπκάλο. Στην πρώτη κοινή τους φωτογραφία, η καθεμιά κάνει μια συμβολική χειρονομία, που κοσμεί και την αφίσα της καμπάνιας τους: Το σήμα της νίκης, η γροθιά και μια καρδιά. Κοινή υποψήφια για την προεδρία απέναντι στον Λουκασένκο θα είναι η Τιχανόφσκαγια.

Το διάστημα που θα μεσολαβήσει έως τις εκλογές, θα γίνει φανερό ότι οι τρεις γυναίκες που εντελώς ξαφνικά πήραν πάνω τους τον αγώνα κατά της δικτατορίας, έχουν την εμπιστοσύνη μεγάλης μερίδας του πληθυσμού. Πρώτη φορά γίνονται τόσο ογκώδεις κι ενθουσιώδεις προεκλογικές συγκεντρώσεις. Αλλά κάτι έχει αλλάξει γενικότερα – υπάρχει συνολικά μια πρωτοφανής κοινωνική κινητοποίηση κατά του καθεστώτος. Γι αυτό και στις 9 Αυγούστου θα είναι τόσο αυθόρμητες κι ασυγκράτητες οι διαμαρτυρίες. Και θα γίνουν ακόμη μεγαλύτερες, για να φτάσουν να συμπεριλαμβάνουν όλο και ευρύτερες κοινωνικές ομάδες, υπό το κράτος του σοκ που προκάλεσαν οι εικόνες των άγρια κακοποιημένων πολιτών.

Ως αντίδραση σε αυτήν την επίδειξη βαναυσότητας οργανώθηκε σχεδόν αυθόρμητα η πρώτη διαδήλωση γυναικών, που στις 13 Αυγούστου βγήκαν στους δρόμους και σχημάτισαν ανθρώπινες αλυσίδες, κρατώντας στα χέρια τους λουλούδια, πολλές ντυμένες στα λευκά. Και μετά από αυτό, στις 16 Αυγούστου, πραγματοποιήθηκε η πρώτη κυριακάτικη «εθνική πορεία για την ελευθερία», με κάλεσμα της ενωμένης αντιπολίτευσης.

Η Τιχανόφσκαγια, η οποία εκτιμά ότι έλαβε 60-70% των ψήφων, έχει ανακοινώσει πως είναι έτοιμη να ηγηθεί μιας μεταβατικής κυβέρνησης που θα οδηγήσει τη χώρα σε νέες, ελεύθερες, δίκαιες εκλογές. Στο πλευρό της έχει ένα Συντονιστικό Συμβούλιο, στο οποίο συμμετέχουν δεκάδες πολίτες. Στο επταμελές προεδρείο βρίσκεται και η νομπελίστρια συγγραφέας και δημοσιογράφος Σβετλάνα Αλεξίεβιτς, η οποία έχει κάνει έκκληση στη διεθνή κοινότητα να βοηθήσει την πατρίδα της. Η ΕΕ, που ζητάει επανάληψη των εκλογών, έχει επιβάλει κυρώσεις εναντίον 40 αξιωματούχων που συνδέονται με την εκλογική νοθεία, ενώ πριν από μερικές ημέρες στη λίστα συμπεριέλαβε και τον Λουκασένκο.

Την περασμένη Κυριακή έληξε το τελεσίγραφο που είχε δώσει η αντιπολίτευση στον Λουκασένκο. Η Τιχανόφσκαγια τον είχε καλέσει να αποχωρήσει από την εξουσία, να ελευθερώσει όλους τους πολιτικούς κρατουμένους και να δώσει εντολή να πάψει η βία κατά των πολιτών. Χθες, μια ημέρα μετά τη λήξη του τελεσιγράφου, η αυτοεξόριστη ηγέτης της αντιπολίτευσης κάλεσε τον λαό της Λευκορωσίας να προχωρήσει σε γενική απεργία.

Οι πρωταγωνίστριες

Οι έντεκα γυναίκες που μίλησαν στο inside story έζησαν τα γεγονότα του Αυγούστου από κοντά, είδαν τους δικούς τους ανθρώπους να κακοποιούνται, τους φίλους τους να συλλαμβάνονται, κάποιες βρέθηκαν οι ίδιες σε ένα κελί. Η νεότερη είναι μόλις 21 και η μεγαλύτερη 59 ετών. Για ορισμένες ανάμεσά τους, το περσινό καλοκαίρι ήταν μια εποχή πολιτικής αφύπνισης. Άλλες προετοιμάζονταν χρόνια τώρα. Μέσα από τις ιστορίες τους προκύπτει μια πολυφωνική αφήγηση αυτής της ευρωπαϊκής επανάστασης, από έναν λαό που στην πραγματικότητα δεν έχει βιώσει ποτέ τη δημοκρατία. Κι όμως, κρίνοντας από τον τρόπο με τον οποίον τη διεκδικούν εδώ και 13 εβδομάδες, θα έλεγε κανείς ότι τη γνωρίζουν πολύ καλά.

Μαρίγια Μαρτίσεβιτς, 38, ποιήτρια, μεταφράστρια, εκδότρια

«Ο Λουκασένκο χλεύαζε τους νεκρούς»

«Νομίζω ότι αυτό που έχει αλλάξει σε σχέση με τις σποραδικές διαμαρτυρίες του παρελθόντος, είμαστε εμείς. Ξαφνικά τους τελευταίους μήνες νιώσαμε πιο δυνατοί. Σαν να έσπασε μια αλυσίδα σιωπής. Άρχισαν κάποιοι να μιλούν για την κακοποίησή τους, να υψώνουν τη φωνή τους κι έτσι πήραν κι άλλοι κουράγιο, είδαν ότι δεν είναι μόνοι, ότι είμαστε πολλοί, είμαστε η πλειοψηφία. Και μαζί είμαστε πιο δυνατοί. Aυτό συνέβη φέτος, πριν μερικούς μήνες και το προκάλεσε ο Λουκασένκο, γιατί εξόργισε τον κόσμο με τον τρόπο που χειρίστηκε την πανδημία» λέει η Μαρτίσεβιτς, η οποία είναι γνωστή στην πατρίδα της για ένα βραβευμένο βιβλίο ποίησης, που με έναν τρόπο προέβλεπε τη σημερινή κατάσταση.

«Ο Λουκασένκο χλεύαζε τα θύματα του κορονοϊού. Περιγελούσε τους νεκρούς. Για τον έναν έλεγε ότι ήταν πολύ γέρος, για τον άλλον ότι ήταν υπερβολικά χοντρός, για τον τρίτο ότι ήταν βλάκας. Και στο μεταξύ αρνιόταν την ύπαρξη του ιού κι έκρυβε τα στοιχεία για τους ασθενείς. Ο πρώτος γνωστός άνθρωπος που μάθαμε ότι έχασε τη ζωή του από Covid-19 ήταν ένας πολύ διάσημος ηθοποιός από το Βιτέμπσκ, ο οποίος ήταν 72 ετών. Ο άνθρωπος ήταν υποχρεωμένος να συνεχίσει να πηγαίνει στις πρόβες, διότι επισήμως ο ιός δεν υπήρχε. Κι έτσι κόλλησε και τους συναδέλφους του. Και ο Λουκασένκο τον προσέβαλε δημοσίως μετά τον τον θάνατό του». Σύμφωνα με τη Μαρίγια, αυτή η στάση του Λουκασένκο έκανε τους πολίτες να συνειδητοποιήσουν ότι έπρεπε να αναζητήσουν εναλλακτική. Και όταν είδαν ότι η εναλλακτική υπήρχε, αποφάσισαν μαζικά να πάνε στις κάλπες, αν και ήξεραν ότι θα γινόταν νοθεία.

«Στη Λευκορωσία όλες οι εκλογές είναι μια απάτη, αλλά αυτή τη φορά το παράκανε. Όλοι λένε ότι αν είχε πει πως πήρε το 54% των ψήφων, κατά πάσα πιθανότητα θα ήταν ο αδιαφιλονίκητος πρόεδρος. Αν έλεγε, ας πούμε, ότι η Τιχανόφσκαγια πήρε το 40% και πάλι θα παρέμενε στην εξουσία», λέει η Μαρίγια. «Αλλά 80% πάει πολύ! Όλοι λένε ότι θα μπορούσαν να του συγχωρήσουν ένα ψεύτικο 20%, αλλά όχι κι έτσι. Για να καταλάβεις το μέγεθος της ανεκτικότητας που χαρακτηρίζει τους Λευκορώσους. Πώς αλλιώς θα άντεχε τόσα χρόνια ο Λουκασένκο;

Νομίζω ότι έχω μία εξήγηση. Πριν από περίπου 90 χρόνια, περίπου 1.000 Λευκορώσοι διανοούμενοι δολοφονήθηκαν την περίοδο του σταλινικού τρόμου. Όταν αφανίζεται ένα μεγάλο μέρος της διανόησης, το έθνος μένει ακέφαλο. Ήμασταν, λοιπόν, ένα ακέφαλο έθνος και χρειαζόμασταν χρόνο για να δημιουργηθεί μια νέα ελίτ, να αποκατασταθεί μια τάξη. Αυτό ήταν απαραίτητο, διότι η σοβιετική νοοτροπία θέλει τους ανθρώπους υποταγμένους στο σύστημα, έτσι είχαν μάθει λοιπόν. Σήμερα όμως, οι νέοι ζουν σε έναν κόσμο παγκοσμιοποιημένο, έχουν πρόσβαση σε πληροφορία, έχουν το παράδειγμα των άλλων χωρών, βλέπουν πώς διαχειρίζονται άλλα κράτη τα προβλήματά τους. Επίσης, παλαιότερα ακούγαμε για ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά δεν κατανοούσαμε το πλαίσιο. Όπως όταν διαβάζεις ένα εγχειρίδιο, αλλά δεν ξέρεις πώς να το αξιοποιήσεις».

Για την Μαρτίσεβιτς, η πολύ έντονη παρουσία των γυναικών συνδέεται ακριβώς με το γεγονός ότι πρόκειται για μια πολύ πατριαρχική κοινωνία, όπου οι άντρες έχουν τον πρώτο λόγο και την εξουσία. «Οι γυναίκες εξεγείρονται εναντίον ενός αυταρχικού καθεστώτος και ταυτόχρονα εναντίον της πατριαρχίας». Άντρες ήταν όλοι οι υποψήφιοι αρχικά. Αλλά όταν συνελήφθησαν, βγήκαν οι γυναίκες μπροστά – και παρέμειναν μπροστά. Και τι συνέβη στις 13 Αυγούστου; Γιατί βγήκαν τότε οι γυναίκες στους δρόμους; «Γιατί έως τότε τα θύματα της φοβερής βίας του καθεστώτος ήταν κυρίως άντρες. Οι γυναίκες βγήκαν τότε έξω γιατί ήξεραν ότι θα ήταν πιο δύσκολο για τις αστυνομικούς να τις χτυπήσουν, δεν συνηθίζεται». Δεν τους είχε ξανατύχει να στέκονται απέναντί τους γυναίκες. «Αυτό άλλαξε γρήγορα, βέβαια, τώρα δέρνουν αδιακρίτως. Έδειραν μια γνωστή μου που δεν ήταν καν σε διαδήλωση, πήγαινε απλώς σε ένα κατάστημα. Της έσπασαν το πόδι. Άκουσα ότι η κοπέλα θέλει να φύγει από τη χώρα για πάντα. Υπάρχουν πολλές τέτοιες ιστορίες».

Οκσάνα Σαβτσούκ, 22, διευθύντρια καταστήματος

«Ο Λουκασένκο άθελά του προσέφερε πολλά στο φεμινιστικό κίνημα»

«Ήξερα ότι ζω σε μια δικτατορία, χωρίς πολιτικές ελευθερίες. Ο Λουκασένκο έλεγε πάντα πως είμαστε ελεύθεροι να εκφράζουμε τη γνώμη μας στην κουζίνα του σπιτιού μας. Αλλά μέχρι τον περασμένο Ιούνιο δεν με απασχολούσε η πολιτική. Είχα την άποψη ότι όλα εξαρτώνται από εμένα, ότι εγώ πρέπει να αποκτήσω καλή μόρφωση, να βρω μια καλή δουλειά, να προοδεύσω, να βγάλω χρήματα. Κι ο πρόεδρος είναι απλώς ο πρόεδρος, δεν με αφορά», λέει η Σαβτσούκ, η οποία έχει σπουδάσει Γερμανική Φιλολογία. Μέχρι που το περασμένο καλοκαίρι, με την παρότρυνση των φίλων της, άρχισε να παρακολουθεί την Τιχανόφσκαγια.

«Μένω στο Μινσκ, αλλά στις 9 Αυγούστου έπρεπε να πάω στο Μπρεστ, όπου έχω γεννηθεί, γιατί εκεί ψηφίζω. Εκείνη την ημέρα μας είχαν κόψει την πρόσβαση στο Διαδίκτυο κι έτσι δεν έμαθα τι συνέβη τη νύχτα, αφού ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα. Την επομένη επέστρεψα στο Μινσκ και πήρα τηλέφωνο μια φίλη μου, η οποία μου τα αφηγήθηκε. Εκείνη ήταν ανάμεσα σε αυτούς που είχαν βγει στο δρόμο και μου έλεγε ότι τους πυροβολούσαν οι άντρες της αντιτρομοκρατικής. Κι έδειραν πολύ κόσμο. Κυρίως άντρες. Εκείνο το βράδυ έτσι κι αλλιώς είχαν βγει περισσότεροι άντρες στον δρόμο.

Είχα σοκαριστεί με αυτά που έμαθα. Αποφάσισα να βγω το ίδιο βράδυ με τη φίλη μου κι εγώ στο δρόμο, σε ένδειξη συμπαράστασης στους ανθρώπους που είχαν κακοποιηθεί. Θέλαμε να διαμαρτυρηθούμε για τη βία. Ήμασταν απλώς οι δυο μας, δεν κάναμε τίποτε, αλλά μας σταμάτησε μια ομάδα από τις ειδικές δυνάμεις κι ένας αστυνομικός άρπαξε το χέρι μου και τράβηξε με βία τη λευκή κορδέλα που είχα περάσει στον καρπό μου. Την επόμενη μέρα ήμουν πάλι στον δρόμο. Και κάθε μέρα έκτοτε», διηγείται η Οκσάνα, η οποία κάποτε βρέθηκε ανάμεσα στους συλληφθέντες με την κατηγορία της συμμετοχής σε παράνομη συγκέντρωση. Είχε μαζί της ένα σακίδιο – «όλοι παίρνουμε μαζί μας ένα σακίδιο όταν πάμε σε διαδήλωση, για την περίπτωση που θα μας πιάσουν».

«Έμεινα στο κελί δυο ημέρες. Δεν με χτύπησαν, είμαι τυχερή. Αλλά δεν μου επέτρεπαν να χρησιμοποιήσω νερό και σαπούνι ή να πλύνω τα δόντια μου. Και μετά με οδήγησαν στο δικαστήριο όπου μέσα σε λίγα λεπτά με καταδίκασαν και μου επέβαλαν πρόστιμο». Σε ευρώ, το ποσό που καλείται να πληρώσει η Οκσάνα είναι 80 ευρώ. Ο μισθός της, μου λέει, είναι 250 ευρώ. «Άλλοι πήραν υψηλότερα πρόστιμα. Όμως αύριο θα πάμε με τον δικηγόρο μου να ασκήσουμε έφεση. Όλοι αυτό κάνουμε ώστε να στερήσουμε έσοδα από το κράτος. Τα ταμεία είναι άδεια και μας δίνουν πρόστιμα για να μαζέψουν χρήματα».

Η Οκσάνα λέει ότι οι συμπατριώτισσές της θύμωσαν πάρα πολύ με τον Λουκασένκο γιατί τις προσέβαλε διαρκώς, λέγοντας ότι οι γυναίκες είναι ικανές μόνο για να γεννάνε παιδιά και να φτιάχνουν μπορστ. «Κι η Τιχανόφσκαγια, πάντως, έχει παραδεχτεί ότι δεν το περίμενε ότι τόσος κόσμος θα ψήφιζε μια γυναίκα. Βλέπεις, όπως είπε μια γνωστή μου, ο Λουκασένκο άθελά του προσέφερε πολλά στο φεμινιστικό κίνημα», προσθέτει γελώντας. «Είμαι αισιόδοξη, ναι. Μέχρι πριν από μερικούς σκεφτόμουν να μεταναστεύσω στην Πολωνία. Αλλά όχι πια. Εάν φύγουμε όλοι, τι θα γίνει; Τώρα υπάρχει μια ελπίδα για τη Λευκορωσία».

Νατάλια, 36, δημόσια υπάλληλος

«Δεν υπήρχε κανείς να μας υπερασπιστεί»

«Το καθεστώς είχε επί χρόνια δημιουργήσει ένα τεράστιο δίκτυο εξάρτησης, γι αυτό και άντεχε. Όταν άρχισε να αυξάνεται εκείνη η μερίδα του πληθυσμού που δεν εξαρτά τον βιοπορισμό της από την κρατική οικονομία, τότε δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις γι αυτό που βλέπουμε σήμερα», λέει η Νατάλια, η οποία εργάζεται σε μια υπηρεσία του δημοσίου, σε πόστο που έχει κάποια προβολή. Γι αυτό και είναι αμφίθυμη ως προς τη δημοσίευση των στοιχείων της, οπότε συμφωνούμε να δημοσιεύσουμε μόνο το μικρό της όνομα.

«Η κατάσταση εδώ είναι τρομακτική. Γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι υπάρχουν τέσσερις νεκροί· τους δυο τους πυροβόλησαν οι αστυνομικοί, ο τρίτος βρέθηκε κρεμασμένος σε ένα πάρκο του Μινσκ και ο τέταρτος πέθανε μετά από άγριο ξυλοδαρμό στη φυλακή. Πάνω από χίλιοι άνθρωποι έχουν τραυματιστεί σοβαρά. Στη συντριπτική πλειοψηφία τους είναι άντρες. Και τα στοιχεία που έχουμε για τους τραυματισμούς από πλαστικές σφαίρες, δείχνουν ότι αστυνομικοί σκοπεύουν στο κεφάλι, το στέρνο και το στομάχι», περιγράφει η Νατάλια.

«Την πρώτη εβδομάδα μετά τις εκλογές είχαν οδηγήσει στις φυλακές 7.500 ανθρώπους, άντρες και γυναίκες. Τους στερούσαν το φαγητό και το νερό επί ώρες, ενώ δεν τους άφηναν να πάνε στην τουαλέτα επί δύο και τρεις ημέρες. Όσο για τις δίκες των συλληφθέντων, αυτές είναι στο στυλ της NKVD, την περίοδο 1937-38 στην ΕΣΣΔ. Οι δικαστές διαθέτουν περίπου 10’ σε κάθε υπόθεση και οι μάρτυρες είναι αποκλειστικά άντρες των ειδικών δυνάμεων. Μάλιστα η τελευταία μόδα είναι να καταθέτουν με κουκούλες και ψεύτικο όνομα».

Το βράδυ των εκλογών η Νατάλια και ο άντρας της θέλησαν να βγουν για να δουν τι κατάσταση επικρατούσε στην πόλη. «Είχαμε απομακρυνθεί λίγο από το σπίτι όταν ακούσαμε πυροβολισμούς, εκρήξεις και κραυγές. Έπειτα είδαμε ανθρώπους να τρέχουν να ξεφύγουν από αστυνομικούς που τους κυνηγούσαν. Φοβηθήκαμε και γυρίσαμε τρέχοντας στο σπίτι. Την επόμενη μέρα, με κομμένο ακόμη το ίντερνετ, προσπαθούσαμε να χρησιμοποιήσουμε κάποιο VPN για να μάθουμε τι είχε συμβεί. Ήταν τόσο τρομακτικό, τόσοι άνθρωποι είχαν χτυπηθεί... Ήθελα να βγω στον δρόμο αλλά ο άντρας μου είπε ότι θα ερχόταν μαζί μου, δεν με άφηνε να πάω μόνη μου. Κι αυτό με σταμάτησε. Γιατί σκέφτηκα ότι θα τον έπιαναν εξαιτίας μου. Δεν τρέχω γρήγορα εγώ».

Η Νατάλια περιγράφει τις πρώτες ημέρες μετά τις εκλογές, όταν άκουγε διαρκώς για φίλους που είχαν συλληφθεί και κακοποιηθεί. Στις 13 Αυγούστου πήγε στη δουλειά της, έγραψε ένα σημείωμα ότι θα χρειαζόταν να λείψει και βγήκε έξω στον δρόμο. «Αναζητούσα τις γυναίκες με τα λουλούδια. Είδα κάποιες και πήγα και στάθηκα μαζί τους». Τι ώθησε τις γυναίκες να σχηματίσουν αυτές τις ανθρώπινες αλυσίδες με τα λουλούδια εκείνη την ημέρα; «Ξέρεις, νομίζω ότι ήταν κάτι σαν το έσχατο επιχείρημα απέναντι στη βία. Ήμασταν άοπλες. Δεν υπήρχε κανείς να μας υπερασπιστεί. Αλλά δεν μπορούσαμε να μένουμε άπραγες όταν κακοποιούσαν, βασάνιζαν και δολοφονούσαν τους αδελφούς μας, τους φίλους μας, τους άντρες μας». Οι πρώτες εκείνες αλυσίδες αλληλεγγύης, όπως και όλες οι διαδηλώσεις, οργανώθηκαν μέσα από το Telegram. Κάθε μέρα γίνονταν διαδηλώσεις από μια διαφορετική ομάδα. Μετά τις γυναίκες, άρχισαν να σχηματίζουν αλυσίδες αλληλεγγύης οι γιατροί, μετά οι εργάτες, μετά οι προγραμματιστές, μετά οι αθλητές, μετά οι μουσικοί, μετά οι συνταξιούχοι.

«Σκέφτομαι τι ήταν αυτό που άλλαξε και πυροδότησε τις εξελίξεις το περασμένο καλοκαίρι. Και νομίζω ότι ήταν ένα κύμα τεράστιας αλληλεγγύης που εκδηλώθηκε στην κοινωνία μας με το ξέσπασμα της πανδημίας. Διότι είδαμε πόσο ανίκανη είναι η κυβέρνηση να μας προστατεύσει έστω και στοιχειωδώς και οργανωθήκαμε, αρχίσαμε να συνεργαζόμαστε, να βοηθάμε ο ένας τον άλλον. Κι αυτό συνεχίστηκε μετά τις εκλογές. Όταν η Αστυνομία έκλεισε ένα κατάστημα επειδή πουλούσε τη σημαία που έχει γίνει σύμβολο της επανάστασης, για παράδειγμα, μαζευτήκαμε εκατό άτομα εκεί για να δείξουμε τη συμπαράστασή μας. Φοβόμασταν, αλλά πήγαμε. Αυτοί οι δυόμισι μήνες είναι μια ιστορία υπέρβασης του φόβου. Είναι μια ιστορία για το τέλος του φόβου, του προσωπικού και του συλλογικού».

Η Νατάλια υπερβαίνει τον φόβο της κάθε Κυριακή, όταν ετοιμάζεται για τη διαδήλωση. «Αλλά είμαι αισιόδοξη, οφείλω να είμαι αισιόδοξη. Και δεν είμαι μόνη μου. Την περασμένη Κυριακή έτρεχα να ξεφύγω από την Αστυνομία και ένας ευγενικός κύριος με άφησε να κρυφτώ στο σπίτι του». Ήταν εκεί άλλες δυο γυναίκες, κοντά στα 60, αφηγείται. Της είπαν «εμείς φταίμε για όσα συμβαίνουν αυτές τις μέρες, φταίμε που τόσα χρόνια σιωπούσαμε. Τώρα θα επιμείνουμε μέχρι το τέλος».

«Ελπίζω οι αναγνώστες σας να καταλάβουν τι συμβαίνει εδώ. Είμαστε όμηροι αυτού του φοβερού καθεστώτος. Δεν ξέρω αν την επόμενη Κυριακή θα γυρίσω στο σπίτι. Κάθε φορά παίρνω μαζί μου ένα σακίδιο για την περίπτωση να με συλλάβουν».

Βερόνικα Φομίνα, 44, καλλιτέχνις

«Για να μας σκοτώσει όλους πρέπει να ρίξει βόμβα»

Η Βερόνικα ήταν 18 ετών όταν ο Λουκασένκο έγινε για πρώτη φορά πρόεδρος. Θυμάται πολύ καλά εκείνα τα χρόνια, όπως θυμάται γενικώς τη δεκαετία του 1990 ως μια περίοδο πολύ σκληρή, με μεγάλη φτώχεια. «Οι περισσότεροι νέοι θέλαμε να φύγουμε από τη χώρα και πάρα πολλοί το έκαναν. Πολλοί φίλοι μου πήγαν στη Σουηδία, τη Γερμανία, την Αμερική... Αυτό ήταν το μεγάλο μας όνειρο – να φύγουμε. Δεν θέλαμε να μείνουμε εδώ και να φτιάξουμε μια δημοκρατική χώρα. Γιατί το θεωρούσαμε εντελώς αδύνατο. Πιστεύαμε ότι δεν μπορούμε να αλλάξουμε τίποτε», θυμάται. «Εγώ δεν σκεφτόμουν καθόλου τον Λουκασένκο. Με ενδιέφερε να προχωρήσω στη ζωή μου, να σπουδάσω, να κάνω οικογένεια κι αν είναι δυνατόν να φύγω». Η Βερόνικα σπούδασε Οικονομικά, παντρεύτηκε κι έκανε δυο γιους. Μετά από ένα διάστημα λίγων χρόνων στη Μόσχα, ζει πάλι στο Μινσκ, όπου ο σύζυγός της έχει μια επιχείρηση.

«Πάντα ξέραμε ότι ο Λουκασένκο είναι τύραννος, ότι άνθρωποι εξαφανίζονται, ότι είναι παρανοϊκός. Αλλά ήμασταν τόσο σίγουροι ότι εμείς δεν μπορούσαμε να κάνουμε κάτι. Εγώ, χρόνια τώρα, είχα επιλέξει να ζω σε έναν μικρόκοσμο, να κρατάω αποστάσεις από την πραγματικότητα. Όπως και οι περισσότεροι φίλοι μου, δεν ήθελα να ανακατευτώ με την πολιτική, φοβόμουν, σιωπούσα. Τι να πω, περιμέναμε κάποιον Σούπερμαν... Όλα άλλαξαν την περασμένη άνοιξη, όταν εμφανίστηκαν ο Μπαμπαρίκα, ο Τσεπκάλο κι ο Τιχανόφσκι. Ανησυχούσα τόσο πολύ γι αυτούς... Και οι φόβοι μου δικαιώθηκαν».

Η μεγάλη έκπληξη για τη Βερόνικα ήταν όταν ανέλαβε την ηγεσία της αντιπολίτευσης η Τιχανόφσκαγια. «Την στηρίξαμε από την πρώτη στιγμή, φυσικά. Στο μεταξύ, όμως, είχε συμβεί κάτι που με έκανε να καταλάβω ότι σε καμιά φούσκα δεν είσαι ποτέ ασφαλής. Μετά τη σύλληψη του Μπαμπαρίκα τον Ιούνιο, πολύς κόσμος είχε βγει στον δρόμο για να διαμαρτυρηθεί, απολύτως ειρηνικά. Ήταν εκεί κι η αδελφή μου με τον γιο της, ο οποίος είναι 18 ετών. Στέκονταν στην άκρη του δρόμου, ήθελαν απλώς να δουν τι συμβαίνει. Κι εμφανίζονται άντρες των ειδικών δυνάμεων, οι οποίοι συλλαμβάνουν τον ανιψιό μου. Χωρίς κανένα λόγο. Τον έβαλαν στο βαν της αστυνομίας κι εξαφανίστηκαν. Επί ώρες ολόκληρες πηγαίναμε από τμήμα σε τμήμα ζητώντας να μάθουμε τι συνέβη. Κανείς δεν μας έλεγε τίποτε. Τον άφησαν αργά τη νύχτα, ήταν σώος αλλά σοκαρισμένος, όπως κι εμείς».

Λίγες ώρες αφότου έκλεισαν οι κάλπες της 9ης Αυγούστου, η Βερόνικα μαζί με φίλους και γείτονες βρισκόταν έξω από ένα εκλογικό κέντρο, περιμένοντας τα αποτελέσματα. «Ξέρεις, ομάδες από προγραμματιστές είχαν φτιάξει εφαρμογές για να υπολογίσουν τα ποσοστά και θέλαμε να μάθουμε τι γίνεται. Ήμασταν όλοι πολύ χαρούμενοι διότι ακούγαμε ότι η Τιχανόφσκαγια είχε πάει πολύ καλά. Και ξαφνικά βλέπουμε να εμφανίζεται ένα λεωφορείο, ένα κανονικό αστικό λεωφορείο, μέσα στο οποίο βρίσκονταν άντρες των ειδικών δυνάμεων με πλήρη εξάρτυση. Φορούσαν μπαλακλάβες. Ήμασταν περίπου 30 άνθρωποι. Τέσσερις-πέντε από τους αστυνομικούς ήρθαν καταπάνω μας. Αρχίσαμε να υποχωρούμε και να φωνάζουμε “δεν κάνουμε τίποτε, δεν είμαστε εγκληματίες, περιμένουμε τα αποτελέσματα”. Αλλά εκείνοι άρχισαν να χτυπούν στα τυφλά κι έπειτα όρμηξαν σε έναν νεαρό, τον έριξαν κάτω και τον χτυπούσαν στο κεφάλι. Είχα παγώσει, δεν μπορούσα να κουνηθώ. Οι άνθρωποι γύρω μου ούρλιαζαν “γιατί τον χτυπάτε, σταματήστε”, ενώ ο νεαρός κείτονταν αιμόφυρτος. Κάποια στιγμή σταμάτησαν και στέκονταν σιωπηλοί ανάμεσά μας, μέχρι που ήρθε ένα ασθενοφόρο. Κάποιος από εμάς είχε καλέσει ασθενοφόρο».

Η Βερόνικα πηγαίνει κάθε Κυριακή στη διαδήλωση. «Αν φοβάμαι; Ω, ναι, φοβάμαι, φοβάμαι πολύ. Αλλά την τελευταία φορά σκεφτόμουν ότι είμαστε τόσοι πολλοί... Για να μας σκοτώσει όλους πρέπει να μας ρίξει βόμβα. Και δεν είναι μόνο οι μεγάλες διαδηλώσεις της Κυριακής. Είναι οι εκδηλώσεις, οι συγκεντρώσεις και οι συναντήσεις που γίνονται κάθε μέρα, σε ολόκληρη την πόλη, από διάφορες ομάδες ανθρώπων. Από διαλέξεις, μέχρι αλυσίδες αλληλεγγύης, παραστάσεις... Μαζεύονται από πέντε μέχρι και διακόσιοι άνθρωποι. Οι εργαζόμενοι χρησιμοποιούν το μεσημεριανό τους διάλειμμα για να πάνε σε κάποια αλυσίδα αλληλεγγύης. Αυτό που ζούμε είναι ένα θαύμα. Κι ελπίζουμε. Ελπίζουμε ότι θα τα καταφέρουμε να κάνουμε ελεύθερες δημοκρατικές εκλογές».

Σβέτια Κ., 58, μελισσοκόμος

«Όλοι οι διαδηλωτές είναι εναντίον της βίας, όλοι»

«Χρόνια τώρα ζούμε μέσα στον φόβο. Μόνο ο Λουκασένκο και οι άνθρωποι του περιβάλλοντός του ζούνε καλά. Οι υπόλοιποι ήμασταν πάντα στο έλεός τους. Οι νόμοι ποτέ δεν προστάτευαν τον λαό, ήταν πάντα εργαλεία για την καταπίεσή μας», λέει η Σβέτια στα ρωσικά και ο γιος της μεταφράζει. «Οι εργαζόμενοι ήταν στο έλεος του κράτους, απολύτως εξαρτημένοι από αυτό. Και τώρα με φόβο σου μιλάω. Αλλά θέλω να μιλήσω. Αυτό που ζούμε σήμερα μπορεί να συγκριθεί μόνο με την εποχή της Σοβιετικής Ένωσης. Κάθε μέρα η Αστυνομία συλλαμβάνει ανθρώπους και τους ρίχνει στη φυλακή. Γιατί το κάνουν αυτό; Επειδή βγαίνουν απολύτως ειρηνικά στον δρόμο. Είναι όλοι εναντίον της βίας, όλοι. Κανείς από τους διαδηλωτές δεν έχει ποτέ χρησιμοποιήσει βία.

Πριν από λίγες ημέρες οι αστυνομικοί ξυλοκόπησαν έναν άντρα έως θανάτου. Και πριν δυο ημέρες συνέλαβαν και κακοποίησαν έναν άλλον άντρα, επειδή χάρισε λουλούδια στις γυναίκες που διαδήλωναν. Ήταν ο ιδιοκτήτης ενός ανθοπωλείου. Μετά από δυο ώρες ήρθε το ασθενοφόρο να τον παραλάβει. Ο άνθρωπος είχε παραμορφωθεί από το ξύλο. Κι ήταν σε κατάσταση σοκ», περιγράφει η Σβέτια, που πηγαίνει κάθε Κυριακή στη διαδήλωση. Έχει γίνει επανειλημμένα μάρτυρας της βαναυσότητας των ειδικών δυνάμεων. «Χτυπάνε και γυναίκες, βεβαίως. Όλους τους χτυπάνε. Τις Δευτέρες πηγαίνω στην αλυσίδα αλληλεγγύης των συνταξιούχων. Την τελευταία φορά ήταν απέναντί μας οι νοσηλευτές, με τη δική τους αλυσίδα αλληλεγγύης. Οι αστυνομικοί πήγαν να τους επιτεθούν αλλά μπήκαμε εμείς μπροστά για να τους προστατεύσουμε. Και τότε άρχισαν να πυροβολούν στον αέρα. Δεν υποχωρήσαμε και δεν κατάφεραν να συλλάβουν κανέναν. Αλλά στην αλυσίδα αλληλεγγύης των ανθρώπων με αναπηρία κατάφεραν να κάνουν συλλήψεις – πήραν έναν δικηγόρο, ο οποίος είναι σε καροτσάκι κι ήταν ένας από τους διοργανωτές.

Έχω σοκαριστεί από την στάση των αστυνομικών. Πώς είναι δυνατόν να στρέφονται εναντίον των συμπατριωτών τους; Να χτυπάνε και να δολοφονούν δικούς τους ανθρώπους, άοπλους ανθρώπους; Υπάρχουν ανάμεσά τους κάποιοι που αρνήθηκαν να υπακούσουν στις εντολές. Αυτοί αναγκάστηκαν να διαφύγουν στο εξωτερικό. Όσοι όμως εκτελούν τις διαταγές του καθεστώτος έχουν πια χύσει πολύ αίμα. Και ξέρουν ότι θα οδηγηθούν στη Δικαιοσύνη για τα εγκλήματά τους. Όταν εκείνοι χτυπάνε τον κόσμο, άλλοι τους φωτογραφίζουν. Γι αυτό τώρα πια δεν υπερασπίζονται απλώς το καθεστώς, αλλά και τους εαυτούς τους. Γιατί η παραμονή του Λουκασένκο στην εξουσία είναι η ελπίδα τους να μην πληρώσουν για το κακό που κάνουν».

Η Σβέτια πιστεύει ότι ο Λουκασένκο θα συνεχίσει να έχει την στήριξη του Πούτιν. «Χωρίς τον Πούτιν δεν θα είχε αντέξει. Αντιστεκόμαστε σε δυο δικτάτορες – τον Λουκασένκο και τον Πούτιν. Ήμασταν πάντα καταπιεσμένοι αλλά τώρα ξαφνικά είμαστε ενωμένοι, δείχνουμε γενναιότητα και απέχουμε πάντα από τη βία. Όλες οι διαδηλώσεις είναι ειρηνικές και έτσι πρέπει να συνεχίσουν να είναι». Πριν με αποχαιρετήσει, ο γιος της Σβέτια μου λέει «η μητέρα μου σας παρακαλεί να γράψετε ότι θέλουμε μια ανεξάρτητη χώρα που θα έχει καλές σχέσεις με όλα τα κράτη».

Μάσα Στρότσεβα, 21, φοιτήτρια

«Είναι όλοι έτοιμοι να αλληλοπροστατευθούν»

«Ήμουν από μικρή πολιτικά δραστήρια εξαιτίας των γονιών μου, οι οποίοι ήταν πάντα απέναντι στο καθεστώς, με λόγια και έργα. Πάντα ήξερα για τους αντιφρονούντες και τους πολιτικούς που έχουν εξαφανιστεί», λέει η Μάσα Στρότσεβα. Ο πατέρας της, Ντρίμτρι Στρότσεφ, γνωστός διανοούμενος στη Λευκορωσία, απήχθη προ ημερών από τις ειδικές δυνάμεις. Η ίδια μου μιλάει από τη Σκωτία όπου σπουδάζει Νευρολογία. Έχει λίγο καιρό που επέστρεψε από το Μινσκ, όπου βρισκόταν από τον Μάρτιο έως και το τέλος του καλοκαιριού.

«Στη Λευκορωσία είναι αδιανόητο το επίπεδο της διαφθοράς και η εκπαίδευση ελέγχεται από το καθεστώς. Όσοι νέοι μπορούν, φεύγουν από τη χώρα για να σπουδάσουν στο εξωτερικό. Ξέρω πως αν μείνω στη Λευκορωσία δεν θα μπορέσω να λάβω τη μόρφωση που είναι απαραίτητη για να είμαι χρήσιμη πολίτης στον σύγχρονο κόσμο. Οι συνομήλικοί μου στα πανεπιστήμια της Λευκορωσίας υποφέρουν από τη λογοκρισία και τη βία – αυτόν τον καιρό, τους συλλαμβάνουν επειδή μαζεύονται μέσα στον χώρο του πανεπιστημίου και τραγουδάνε.

Η Μάσα, λόγω ηλικίας, ψήφιζε φέτος για πρώτη φορά. Αλλά όπως λέει, ήταν κι η πρώτη φορά που είχε νόημα να ψηφίσει κανείς. «Γιατί κανονικά δεν πήγαινε ο κόσμος να ψηφίσει εφόσον ήταν πάντα δεδομένη η νοθεία. Φυσικά όλοι το ξέραμε ότι τα ίδια θα γίνονταν κι αυτή τη φορά. Με τη διαφορά, όμως, ότι τώρα ήμασταν οργανωμένοι. Είχαμε συνεννοηθεί να φωτογραφίζουμε το ψηφοδέλτιο και να το ανεβάζουμε σε μια εφαρμογή, να το δημοσιοποιούμε. Και φορούσαμε όλοι λευκές κορδέλες στον καρπό, για να δείξουμε ότι καταψηφίζουμε τον Λουκασένκο.

Στο παρελθόν, κάθε φορά που υπήρχε κάποιος υπολογίσιμος υποψήφιος στην αντιπολίτευση, είτε θα κατέληγε στη φυλακή, είτε θα εξαφανιζόταν μυστηριωδώς από προσώπου γης. Και αυτή τη φορά ο Λουκασένκο έριξε στη φυλακή αυτούς που θεωρούσε σοβαρούς αντιπάλους του. Τότε, τον Ιούνιο, ξεκίνησαν και οι διαμαρτυρίες. Σε σχέση με το παρελθόν, όμως, τα πράγματα εξελίχτηκαν διαφορετικά γιατί η αντιπολίτευση είχε μεγάλη υποστήριξη».

Η Μάσα μου λέει ότι την τρίτη μέρα των διαδηλώσεων ο φίλος της, Αλεξέι Κουράτσου, έπεσε θύμα άγριου ξυλοδαρμού από άντρες της αντιτρομοκρατικής. «Τον έδειραν τόσο άσχημα, που χρειάστηκε να μείνει τρεις ημέρες στο νοσοκομείο. Αυτό με έκανε να θυμώσω ακόμη περισσότερο. Έκτοτε δεν έχασα καμία συγκέντρωση διαμαρτυρίας», λέει.

«Έχω πολλούς φίλους που έφαγαν ξύλο ή βρέθηκαν σε φυλακή κατά τις πρώτες πέντε ημέρες μετά τις εκλογές, όταν η βία έφτασε στο αποκορύφωμα. Και εννοείται ότι από ένα σημείο κι έπειτα, άρχισαν να δέρνουν και γυναίκες. Μια φίλη μου έμεινε οκτώ ημέρες στη φυλακή. Μια άλλη, έμεινε επί τέσσερις ημέρες σε ένα κελί 15 τ.μ. μαζί με 40 άλλους κρατούμενους. Έχει λευχαιμία κι εκείνες τις ημέρες δεν είχε τη δυνατότητα να συνεχίσει τη θεραπεία της. Είχαμε τρελαθεί από ανησυχία, διότι της είχαν πάρει το κινητό και δεν ήξερε κανείς μας πού βρισκόταν».

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Это видео сделало мой день))

Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη МАРАТ МИНСКИЙ (@marat.minski) στις

Ρωτάω τη Μάσα πού αποδίδει το μένος των δυνάμεων ασφαλείας εναντίον των πολιτών. «Είναι κάτι που μας έχει απασχολήσει πολύ, το συζητάμε με τους φίλους μας. Δεν είναι όλοι οι αστυνομικοί βίαιοι. Εδώ μιλάμε για ειδικές δυνάμεις και κυρίως για τους άντρες της αντιτρομοκρατικής. Μιλούσα για αυτό με τον Αλεξέι, τον ρώταγα τι άνθρωποι είναι αυτοί, πώς του φάνηκαν. Διότι τον είχαν σε ένα βαν και τον χτυπούσαν δέκα άτομα επί μια ώρα. Πρέπει να είσαι ένας συγκεκριμένος τύπος ανθρώπου για να το κάνεις αυτό σε κάποιον που είναι μπροστά σου εντελώς ανυπεράσπιστος. Κοίτα, έχω μια εξήγηση, αλλά είναι βεβαίως η προσωπική μου γνώμη, δεν έχω στοιχεία. Πιστεύω ότι είναι νέοι που προέρχονται από χωριά, από πολύ φτωχές οικογένειες και έχουν υποστεί πλύση εγκεφάλου. Πολλοί μάλλον είναι και φορτωμένοι αμφεταμίνες, υπάρχουν σχετικές πληροφορίες. Στο μεταξύ, τώρα πια, έχουν κάνει τόσο κακό, υπάρχουν τόσα αποδεικτικά στοιχεία εναντίον τους, που φοβούνται ότι θα δικαστούν. Έτσι έχουν φτάσει στο σημείο που κακοποιώντας τους πολίτες, πιστεύουν ότι αποτρέπουν αυτήν την εξέλιξη».

Η προεδρία του Λουκασένκο ξεκίνησε πριν ακόμη γεννηθεί η Μάσα. Πώς εξηγεί μια νεαρή γυναίκα την ανθεκτικότητα του καθεστώτος; «Η Λευκορωσία είναι ένα μετασοβιετικό κράτος, που ουδέποτε αναγνώρισε τη βία που ήταν διάχυτη επί ΕΣΣΔ. Αντιθέτως, την κληρονόμησε – κι είναι μια πολύ βαριά κληρονομιά», απαντάει. Η Μάσα είναι αισιόδοξη διότι είναι βέβαιη ότι κανείς δεν υποστηρίζει πια τον Λουκασένκο. «Σοβαρά, δεν βλέπω πώς είναι εφικτό να συνεχίσει να κυβερνάει όταν δεν τον θέλει κανείς. Δεν είναι μόνο οι νέοι που βγήκαν στους δρόμους, είναι όλοι, πρόκειται για κάτι πρωτόγνωρο. Ακόμη και εκείνοι που εξακολουθούσαν να τον υποστηρίζουν, συγκλονίστηκαν από τη βία που ξέσπασε τον Αύγουστο».

Ο άλλος λόγος έχει να κάνει με την πανδημία, εξηγεί η Μάσα. «Ο Λουκασένκο έλεγε ότι ο ιός δεν υπάρχει και την ίδια στιγμή έκανε άθλια αστεία σε βάρος ανθρώπων που πέθαιναν. Και ο κορονοϊός είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος για τους ηλικιωμένους, στους οποίους ανήκουν και όσοι υποστηρικτές του είχαν απομείνει. Η πανδημία, λοιπόν, ήταν ο καταλύτης που έκανε τους ανθρώπους να πάρουν τον έλεγχο της κατάστασης για να προστατευθούν. Από την άνοιξη άρχισαν όλοι να συνεργάζονται, να στήνουν δίκτυα υποστήριξης των ασθενών και των γιατρών, να μαζεύουν χρήματα για τα νοσοκομεία μας, να πηγαίνουν να βοηθούν εθελοντικά. Και αυτήν την εμπειρία, μαζί με το know-how που είχε πια κατακτηθεί, τη μετέφεραν στις διαμαρτυρίες.

Βλέπεις πόσο έτοιμοι είναι όλοι να εκφράσουν την αλληλεγγύη τους και να αλληλοπροστατευθούν. Το πιο απλό παράδειγμα; Ακούγεται ότι ένα κατάστημα έκρυψε διαδηλωτές που κινδύνευαν και πάνε όλοι και ψωνίζουν από εκεί για να το στηρίξουν. Το ενδιαφέρον είναι ότι δεν υπάρχει κάποιο κέντρο που τα συντονίζει – ο καθένας κάνει το μερίδιο που του αναλογεί».

Γιούλια Τσεμπούνινα, 54, CEO εταιρείας πληροφορικής

«Ντυμένοι με τισέρτ, σορτς, σανδάλια, ήταν τόσο ανυπεράσπιστοι»

«Και οι δυο γιοι μου πήραν μέρος στις διαμαρτυρίες τις πρώτες νύχτες αμέσως μετά τις εκλογές. Ο μεγάλος είναι 35 ετών και ο μικρός 26. Και οι γυναίκες τους πήραν κι αυτές μέρος στις διαμαρτυρίες. Και το ίδιο έκαναν κι όλοι οι συνάδελφοί μου – έχουμε 20 υπαλλήλους, είναι μεταξύ 20 και 35 ετών. Νιώθω, λοιπόν, πως όταν βγαίνουν όλοι αυτοί έξω, δεν μπορώ εγώ να μείνω μέσα», λέει η Γιούλια, η οποία προσθέτει ότι είναι η πρώτη φορά στη ζωή της που ανακατεύεται με την πολιτική.

«Όλα ξεκίνησαν στις αρχές του καλοκαιριού. Το πρώτο σοκ το έζησα όταν συνέλαβαν τον 20χρονο γιο της αδελφής μου, όταν γίνονταν οι διαμαρτυρίες για τη σύλληψη του Μπαμπαρίκα. Μετά, το δεύτερο ισχυρό σοκ, ήταν όταν συνέλαβαν έναν παλιό συμμαθητή μου, στις 7 Αυγούστου. Είχε δηλωθεί ως ανεξάρτητος παρατηρητής των εκλογών, είναι κάτι που το αποφάσιζαν οι πολίτες ανά εκλογικό κέντρο, σε επίπεδο γειτονιάς. Και τον συνέλαβαν! Για ποιό λόγο; Πολύ θα ήθελα κι εγώ να μάθω! Ήταν τόσο ταπεινωτικό...Όλοι οι παλιοί του συμμαθητές έκτοτε δεν χάσαμε διαδήλωση», αφηγείται.

Τη νύχτα των εκλογών η Γιούλια μπήκε στο αυτοκίνητό της και κατευθύνθηκε προς το κέντρο του Μινσκ. «Είδα τους οπλισμένους άντρες των ειδικών δυνάμεων, είδα τα κανόνια νερού. Κατάλαβα. Δεν είχαμε ίντερνετ, το είχαν κόψει κι έτσι άρχισα επί τόπου να παίρνω τηλέφωνο τους γιους μου και τους υπαλλήλους μου. Γιατί ήμουν σίγουρη ότι είχαν όλοι τους σκοπό να βγουν έξω και ήθελα να τους σταματήσω, είχα τρομοκρατηθεί. Όλοι μου έλεγαν, ναι, μείνε ήσυχη. Αλλά ήξερα ότι έλεγαν ψέμματα...»

Την επόμενη μέρα, μαζί με την οικογένειά της και τους συνεργάτες της έπρεπε να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της πρόσβασης στο Διαδίκτυο. «Έπρεπε να εργαστούμε, παρέχουμε 24ωρη τεχνική υποστήριξη. Είμαστε όλοι προγραμματιστές. Φτιάξαμε ένα VPN, μετά ένα δεύτερο, μετά ένα τρίτο... Και το βράδυ βγήκα πάλι έξω». Η Γιούλια ήθελε να ξέρει τι γίνεται, αγωνιούσε. «Τους είδα να βαδίζουν προς το κέντρο. Χωρίς λεωφορεία, χωρίς μετρό, με τα πόδια, εκατοντάδες άνθρωποι. Και βάδιζαν χωρίς να κρατούν τίποτε στα χέρια τους. Ντυμένοι με τισέρτ, σορτς, σανδάλια, ήταν τόσο... ανυπεράσπιστοι, τόσο αβοήθητοι». Η φωνή της Γιούλια σπάει. «Ήταν μια ειρηνική διαμαρτυρία. Έβλεπες ανθρώπους να αφήνουν τα αυτοκίνητα, να βγαίνουν έξω και να ενώνονται με το πλήθος». Λίγη ώρα αργότερα, παίρνει ένα sms από τον γιο της: «Μας πυροβολούν και πετάνε χειροβομβίδες κρότου-λάμψης. Υποχωρούμε, πάμε πίσω στο σπίτι».

Η Γιούλια Τσεμπούνινα μιλά στο BBC στη διάρκεια συγκέντρωσης της 23ης Αυγούστου.

Στις 13 Αυγούστου, η Γιούλια μαζί με μια φίλη της πήγαν στη συγκέντρωση των γυναικών. «Είχαμε το μεσημεριανό μας διάλειμμα και πήραμε λουλούδια και ψάξαμε να βρούμε μια αλυσίδα αλληλεγγύης με άλλες γυναίκες. Ήταν Πέμπτη. Την επόμενη μέρα, είχαμε την πρώτη αλυσίδα αλληλεγγύης των προγραμματιστών. Πήγα με τον άντρα μου, τους γιους μου, τις γυναίκες τους, τους υπαλλήλους μου, ήμασταν όλοι εκεί. Ήταν μια μεγάλη συγκέντρωση, μαζευτήκαμε 5.000-6.000 άνθρωποι». Η Γιούλια μου περιγράφει τις πλατφόρμες που ανέπτυξαν οι Λευκορώσοι προγραμματιστές για να καταγράψουν τις ψήφους, αλλά και να δώσουν τη δυνατότητα στους πολίτες να συνεργαστούν ως ανεξάρτητοι παρατηρητές. «Είναι πολύ σημαντικές πλατφόρμες για την Κοινωνία των Πολιτών. Η μια λέγεται Voice και έχει αποστολή τη δίκαιη καταμέτρηση των ψήφων και η άλλη λέγεται Honest People κι αφορά την ανάπτυξη ιδεών, τη συνεργασία, τη διαδικασία λήψης αποφάσεων και την παρακολούθηση της υλοποίησής τους».

Η Γιούλια επισημαίνει και αυτή τον ρόλο που έπαιξε η διαχείριση της πανδημίας. «Ο Λουκασένκο είναι αρνητής του ιού. «Βλέπετε τον ιό;» αναρωτιόταν. Την ώρα που οι άνθρωποι πέθαιναν. Κι αυτός τους έβριζε. Ακόμη δεν ξέρουμε πόσοι άνθρωποι έχουν πεθάνει από Covid-19. Πάντως, κοίταξα τα στοιχεία των Ηνωμένων Εθνών για τους θανάτους κι είδα ότι φέτος είχαμε 5.000 περισσότερους από πέρσι, την ίδια περίοδο. Ο πατέρας μου πέθανε από τον κορονοϊό...», λέει η Γιούλια και προσθέτει ότι πριν από τρεις εβδομάδες διαγνώστηκε και η ίδια θετική στον ιό. «Τώρα νιώθω καλύτερα, έχει υποχωρήσει ο πυρετός».

Τη ρωτάω αν είναι αισιόδοξη. «Δεν ξέρω, προσπαθώ να είμαι. Η ΕΕ στηρίζει την Τιχανόφσκαγια, αυτό είναι σημαντικό. Σκέφτομαι ότι πρέπει να του τελειώσουν τα χρήματα. Μπορεί να συμβεί. Κατά τη γνώμη μου, δεν συμφέρει οικονομικά τον Πούτιν να συνεχίζει να στηρίζει τον Λουκασένκο. Του κοστίζει πολύ ακριβά».

Μάρτα Σαρμπακόβα, 21, φοιτήτρια

«Οι δάσκαλοι πρωτοστατούν στην καταπίεση και την προπαγάνδα»

«Αυτό που είναι ανυπόφορο στη Λευκορωσία είναι ότι το καθεστώς δεν σου επιτρέπει να επιλέξεις τη ζωή σου. Κι αυτό ξεκινάει από τα πρώτα σχολικά χρόνια. Η εκπαίδευση είναι στη ρίζα του προβλήματος. Οι δάσκαλοι πρωτοστατούν στην καταπίεση και την προπαγάνδα. Ήμουν επτά ετών, δεν είχα ιδέα προφανώς για την πολιτική, αλλά θυμάμαι να με τιμωρούν διαρκώς για κάτι που είπα.

Αργότερα, έκαναν κάτι φοβερό: Μας έβαζαν σε λεωφορεία και μας πήγαιναν σε αθλητικά γεγονότα, για να δείξουν πως υπήρχαν θεατές. Διότι κανείς δεν αγόραζε εισιτήρια να πάει. Και μας εκβίαζαν ότι αν δεν πάμε, θα πάρουμε χαμηλούς βαθμούς, θα μας κόψουν. Η πίεση που δεχόμασταν, από τα παιδικά μας κιόλας χρόνια, ήταν τρομακτική», λέει η Μάρτα, η οποία σπουδάζει κινηματογράφο, ζωγραφική και πολιτικές επιστήμες στις ΗΠΑ.

«Νιώθω πολύ ανασφαλής στην πατρίδα μου αυτόν τον καιρό. Τον πατέρα μου τον αναζητούσε η KGB, έπαιρναν τηλέφωνο στο δικό μου κινητό κι εγώ δεν το σήκωνα. Όλοι κινδυνεύουν. Συλλαμβάνουν ακόμη και μουσικούς επειδή παίζουν τραγούδια που έχουν γίνει ύμνοι της αντιπολίτευσης». Η ίδια η Μάρτα συνελήφθη στη διάρκεια μιας διαμαρτυρίας μετά τη σύλληψη της Μαρίας Καλεσνίκοβα κι έμεινε οκτώ ημέρες στη φυλακή. «Δεν με κακοποίησαν, όμως. Γιατί αυτό συνέβη πριν από τις 9 Αυγούστου. Μετά άλλαξαν τα πράγματα.

Ο Λουκασένκο είναι τρομερός φαλλοκράτης. Υποτιμάει τις γυναίκες, γι αυτό και κατάφερε η Τιχανόφσκαγια να θέσει υποψηφιότητα. Τη θεωρούσε ασήμαντη και δεν φανταζόταν ότι θα μπορούσαν ποτέ οι Λευκορώσοι να δώσουν την ψήφο τους σε μια γυναίκα. Κι όταν ενώθηκαν οι τρεις γυναίκες της αντιπολίτευσης, πάλι δεν το περίμενε».

Ρωτάω τη Μάρτα αν γνωρίζει κανέναν υποστηρικτή του Λουκασένκο. «Όχι, κανέναν. Αλλά να σου αφηγηθώ ένα περιστατικό, στο λεωφορείο. Μια ηλικιωμένη γυναίκα με άκουσε που συζητούσα με τη μητέρα μου, κάτι λέγαμε εναντίον του Λουκασένκο και γυρίζει και μου λέει “θα έπρεπε να είσαι ευγνώμων. Αν ήσουν εδώ τη δεκαετία του ’90, θα καταλάβαινες τι εννοώ”. Μπορεί κατά τη δεκαετία του ’90 να υπήρχαν άνθρωποι που νοσταλγούσαν εκείνο το είδος του σοσιαλισμού, αλλά αυτά δεν με αφορούν. Εγώ δεν γεννήθηκα στην Σοβιετική Ένωση. Όλες οι άλλες πρώην σοβιετικές δημοκρατίες έχουν ξεπεράσει το μετασοβιετικό σύνδρομο, εκτός από εμάς».

Η Μάρτα είναι απολύτως σίγουρη ότι ο Λουκασένκο θα αναγκαστεί να παραιτηθεί. «Το καθεστώς θα καταρρεύσει και θα μπορέσω να ζήσω όπως ονειρεύομαι στην πατρίδα μου. Είμαι έτοιμη να ζήσω με χαμηλό μισθό και να συμβάλω για να ξαναφτιάξουμε τη χώρα, αρκεί να γίνονται σεβαστά τα δικαιώματα και η αξιοπρέπειά μου και να είμαι ελεύθερη να κάνω αυτό που επιθυμώ».

Μαρίνα Μπατσιούκοβα, 59, φωτογράφος

«Οι άνθρωποι μαζεύονται για να προετοιμαστούν για την πορεία της Κυριακής»

«Η καθημερινότητά μας είναι βουτηγμένη στην απάτη και το ψέμα. Όλα γίνονται, υποτίθεται, για το καλό του λαού. Αλλά στην πραγματικότητα οι μισθοί είναι πολύ χαμηλοί, οι ηλικιωμένοι δεν είναι σε θέση να αγοράσουν τα φάρμακά τους και οι νέοι δεν έχουν καμιά απολύτως προοπτική σε αυτόν τον τόπο», λέει η Μαρίνα, η οποία ζει στο Μινσκ με τον σύζυγο και τα δύο παιδιά τους.

Η Μαρίνα, η οποία είναι δραστήρια στην καλλιτεχνική κοινότητα της Λευκορωσίας, μου μιλάει για ένα από τα καλύτερα θέατρα της της χώρας, το οποίο έκλεισε πρόσφατα με εντολή του καθεστώτος. «Και τους απέλυσαν όλους, ηθοποιούς, σκηνοθέτες, τον διευθυντή, τους πάντες. Διότι όπως και σύσσωμη η πνευματική και καλλιτεχνική κοινότητα της χώρας είχαν εκφράσει την υποστήριξή τους στην Σβετλάνα Τιχανόφσκαγια».

Τους τελευταίους μήνες, μου εξηγεί, οι δρόμοι σε κάθε γειτονιά είναι γεμάτοι κόσμο. «Οι άνθρωποι μαζεύονται για να συζητήσουν, να τραγουδήσουν, να φτιάξουν σημαίες, να προετοιμαστούν για την πορεία της Κυριακής και τις αλυσίδες αλληλεγγύης, να επικοινωνήσουν. Για πάνω από δυο μήνες, κάθε βδομάδα, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι διαδηλώνουν παρόλο που οι δυνάμεις ασφαλείας του καθεστώτος τούς κακοποιούν και τους φυλακίζουν. Και παρόλο που πολλοί απολύονται από τις δουλειές τους εξαιτίας της συμμετοχής τους στις πορείες. Κι όμως, επιμένουν να σηκώνουν αυτήν τη σημαία με το λευκό και το κόκκινο».

Η Μαρία αναφέρεται στην παλιά σημαία της Λευκορωσίας που είχε απαγορευτεί από τον Λουκασένκο. Έχει σημασία, πάντως, ότι η χρήση της σημαίας αυτούς τους μήνες δεν έχει καμία σχέση με εθνικισμό. Όπως έχει πει και η Λευκορωσίδα φιλόσοφος Όλγκα Σπάραγκα, η οποία μετέχει στο Συντονιστικό Συμβούλιο και αυτές τις μέρες έχει για δεύτερη φορά οδηγηθεί στη φυλακή, κανείς δεν ασχολείται με το παρελθόν, δεν υπάρχει εκ μέρους της αντιπολίτευσης και των πολιτών καμία αναφορά στην Ιστορία, σε εθνικούς μύθους, σε ήρωες άλλων εποχών. «Πρόκειται για μια μετα-εθνική επανάσταση, όπου οι έννοιες-κλειδιά είναι το Σύνταγμα και ο νόμος, όχι το έθνος».

Άννα Νεμένοβα, 32, καθηγήτρια αγγλικών

«Ο Λουκασένκο έκανε το τεράστιο λάθος να υποτιμήσει τις γυναίκες»

«Αν θέλει κανείς να φανταστεί τη ζωή στη Λευκορωσία πρέπει να ταξιδέψει πίσω στον χρόνο, στην εποχή της ΕΣΣΔ. Άδειοι και πεντακάθαροι δρόμοι. Ελάχιστη κίνηση. Χαμηλοί μισθοί. Υψηλές τιμές και τεράστια δυσκολία να βρεις μια θέση με ικανοποιητικές αποδοχές. Γι αυτό και πάρα πολλοί νέοι εγκαταλείπουν τη χώρα», λέει η Άννα, η οποία ζει στο Μινσκ με τον σύντροφό της. «Η αληθινή τραγωδία, όμως, αφορά την εκπαίδευση και την υγεία. Έχουν καταρρεύσει ολοκληρωτικά». Η ίδια εργαζόταν μέχρι πριν από τέσσερα χρόνια σε δημόσιο σχολείο, με μισθό 250 ευρώ. «Κι αυτό στο Μινσκ. Στην επαρχία είναι χειρότερα. Οι γονείς μου κατοικούν στο Βιτέμπσκ, όπου τα 300 ευρώ θεωρούνται υψηλός μισθός. Η μητέρα μου αναγκάστηκε να μεταναστεύσει για να εργαστεί στην Πολωνία».

Η Άννα μου λέει ότι τους τελευταίους μήνες είναι τεράστια η αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπων. «Πρόσφατα απέλυσαν όλους τους ηθοποιούς ενός σπουδαίου θεάτρου, εξαιτίας των πολιτικών τους απόψεων. Κάποιοι από αυτούς κατοικούσαν σε εστίες του θεάτρου και τους πέταξαν έξω, έμειναν άστεγοι. Ξέρω, όμως, ότι το πρόβλημα λύθηκε μέσα σε μια ημέρα χάρη στη βοήθεια που τους πρόσφεραν». Μου λέει ότι είναι έτσι κι αλλιώς τρομερή η ψυχολογική πίεση και η συναισθηματική φόρτιση των τελευταίων τριών μηνών. «Πώς μπορείς να συνεχίζεις τη ζωή σου κανονικά όταν ξέρεις, όταν το βλέπεις, ότι κακοποιούνται και να φυλακίζονται τόσοι άνθρωποι; Όταν ξέρεις ότι κάθε στιγμή κάποιος χάνει τη δουλειά του, ταπεινώνεται, κακοποιείται ή και δολοφονείται;

Ο Λουκασένκο έκανε το τεράστιο λάθος να υποτιμήσει τις γυναίκες. Πάντα μας υποτιμούσε και τώρα το πληρώνει. Οι γυναίκες πράγματι εξελίχθηκαν σε πρωταγωνίστριες, αλλά είμαστε όλοι ενωμένοι, άντρες, γυναίκες, νέοι και μεγαλύτεροι, εργάτες, ηθοποιοί, γιατροί, φοιτητές, συνταξιούχοι... Αυτό δεν έχει ξαναγίνει. Και κανείς δεν το βάζει κάτω. Παρόλο που δεν θα βρεις στο Μινσκ άνθρωπο που να μην γνωρίζει κάποιον που συνελήφθη, έφαγε ξύλο ή πήγε στη φυλακή αυτό το διάστημα. Έχω τέσσερις φίλους που συνελήφθησαν. Δυο από αυτούς έμειναν μέσα δέκα μέρες και άλλοι δύο εβδομάδες. Ο ένας έφαγε τόσο ξύλο, που αναγκάστηκαν να τον μεταφέρουν στο νοσοκομείο. Κανείς τους, όμως, δεν πρόκειται να τα παρατήσει».

Τατιάνα Σχιτσόβα, 50, καθηγήτρια πανεπιστημίου

«Η πανδημία ήταν ο καταλύτης για τις ριζικές αλλαγές στην κοινωνία των πολιτών»

«Δεν είναι η πρώτη φορά που η χώρα βιώνει μια εξέγερση· για παράδειγμα είχαμε και το 2010 διαδηλώσεις, ήμουν κι εγώ εκεί. Ωστόσο κάτι έχει αλλάξει ριζικά κι αυτό είναι η ποιότητα της Κοινωνίας των Πολιτών. Στις διαδηλώσεις του 2010, που είχαν γίνει στην Πλατεία της Ανεξαρτησίας, η συμμετοχή του κόσμου ήταν πολύ μικρότερη. Είχαμε και τότε αντιπολίτευση, αλλά τα μέλη της δεν είχαν τόσο ευρεία υποστήριξη. Ήταν τότε μια συγκεκριμένη μερίδα του πληθυσμού που είχε πάρει μέρος» λέει η Τατιάνα, η οποία διδάσκει στο European Humanities University του Βίλνιους, πρωτεύουσας της Λιθουανίας.

«Ένας αναλυτής είχε τότε μιλήσει για μια “αισθητική διαδήλωση”, μια διαδήλωση με το αίτημα για έναν άλλο τρόπο ζωής. Η αλήθεια είναι ότι το 2010 εκείνοι που συμμετείχαν στις διαδηλώσεις ήταν οι πιο μορφωμένοι, οι πιο κοσμοπολίτες, θα έλεγε κανείς ότι ήταν κυρίως εκείνη η μερίδα των πολιτών που είχε μια διαφορετική αντίληψη για το τι σημαίνει να είσαι πολίτης στον σύγχρονο κόσμο», εξηγεί, προσθέτοντας ότι τότε ακόμη ο Λουκασένκο είχε αρκετή υποστήριξη μεταξύ των Λευκορώσων. Γιατί; «Διότι σε σχέση με την περίοδο αμέσως μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, όταν η ζωή στη χώρα ήταν αφάνταστα σκληρή, υπήρχε μια σχετική οικονομική σταθερότητα. Κι έτσι για πολλά χρόνια ο λαός στήριζε το κοινωνικό συμβόλαιο που μια μεγάλη μερίδα του πληθυσμού είχε συνάψει με το καθεστώς. Ο Λουκασένκο έπαιρνε αυτό που ήθελε, δηλαδή παθητικούς πολίτες που δεν ανακατεύονταν στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, και ο λαός έπαιρνε μικρότερη ή μεγαλύτερη οικονομική σταθερότητα. Και αυτό λειτούργησε για αρκετά χρόνια. Αλλά την τελευταία τριετία είχε αρχίσει να καταρρέει. Ένα από τα πρώτα σημάδια της κοινωνικής δυσφορίας ήταν οι διαμαρτυρίες για εκείνον τον παρανοϊκό νόμο περί παρασιτισμού, σύμφωνα με τον οποίον όποιος ήταν άνεργος θα έπρεπε να πληρώνει πρόστιμο στο κράτος».

Το πανεπιστήμιο στο οποίο η Τατιάνα διδάσκει Φιλοσοφία ιδρύθηκε αρχικά στο Μινσκ. «Από την ίδρυσή του, το πρόγραμμα σπουδών είχε στο κέντρο του τις ευρωπαϊκές αξίες. Αυτό δεν άρεσε στον Λουκασένκο, ο οποίος το 2004 μας ανάγκασε να κλείσουμε. Έτσι έναν χρόνο αργότερα, το πανεπιστήμιο άνοιξε ξανά, αυτή τη φορά σε λιθουανικό έδαφος. Αλλά οι φοιτητές μας είναι σε ποσοστό 90% Λευκορώσοι», λέει η καθηγήτρια η οποία τα τελευταία χρόνια ζει ανάμεσα στο Βίλνιους και το Μινσκ, όπου ο άντρας της διατηρεί εκδοτικό οίκο. Αυτόν τον καιρό, εξαιτίας και της πανδημίας, βρίσκεται κυρίως στο Μινσκ.

«Η πανδημία ήταν ο καταλύτης για τις ριζικές αλλαγές που βλέπουμε στην κοινωνία των πολιτών. Η διαχείριση αυτής της κρίσης δημόσιας υγείας από τις αρχές ήταν εφιαλτική – μας έκρυψαν ζωτικής σημασίας πληροφορίες κι επέδειξαν απόλυτη ανικανότητα να αντιμετωπίσουν την κατάσταση. Σε αυτά πρέπει να προσθέσουμε και την άθλια συμπεριφορά του Λουκασένκο, ο οποίος προσέβαλε τα θύματα του ιού. Τι είδαμε τότε; Είδαμε να γεννιούνται πολλές πρωτοβουλίες πολιτών με στόχο να παρασχεθεί βοήθεια στους ασθενείς, σε συμπολίτες μας που είχαν ανάγκη από χρήματα, από τρόφιμα, από συμπαράσταση. Είδαμε συνεργασίες για να παραχθούν μάσκες, για να αγοραστεί εξοπλισμός για τους γιατρούς. Αυτά συνέβαιναν σε ολόκληρη τη χώρα, ήταν κάτι εκπληκτικό, ανεπανάληπτο. Ξαφνικά συνειδητοποιήσαμε ότι μπορούμε να εργαστούμε μαζί και να πετύχουμε. Κι αυτό βεβαίως μας έδωσε μεγάλη αυτοπεποίθηση».

Το αμέσως επόμενο στάδιο, λέει η Τατιάνα, ήταν η προεκλογική περίοδος. «Εκεί είδαμε πάλι να ξεφυτρώνουν πολιτικές πρωτοβουλίες και νέες μορφές συνεργασίας. Θα έλεγα ότι η 9η Αυγούστου ήταν το ξεκίνημα της ανοικοδόμησης της Κοινωνίας των Πολιτών και του ίδιου μας του έθνους». Και σε αυτό, συνεχίζει, συμμετέχουν όλες οι γενιές, «νέοι, μεσήλικες και ηλικιωμένοι, κάτοικοι των πόλεων και της επαρχίας, και άνθρωποι όλων των εισοδημάτων, από εργάτες έως εργαζόμενους στο χώρο της πληροφορικής».

Όσο προετοιμασμένη κι αν ήταν με έναν τρόπο για την αντίδραση του Λουκασένκο, καθώς θυμάται πολύ καλά τους αντιφρονούντες που έχουν κατά καιρούς μυστηριωδώς εξαφανιστεί, η Τατιάνα δεν περίμενε αυτό το μέγεθος της βίας. «Συγκλονίστηκα, δεν φανταζόμουν ότι θα έφτανε μέχρι εκεί. Όλοι συγκλονιστήκαμε. Και είμαι πεπεισμένη ότι αυτό το ηθικό τραύμα βρίσκεται στον πυρήνα των διαδηλώσεων που ξεκίνησαν τη νύχτα των εκλογών».

Η Τατιάνα ήταν παρούσα σε όλες τις διαμαρτυρίες των γυναικών, ήδη από την πρώτη, της 13ης Αυγούστου που, όπως μου λέει, «άρχισε σαν μια μικρή αλυσίδα αλληλεγγύης, πάνω σε μια πλατεία». Κι έπειτα η αλυσίδα μεγάλωσε, πολλαπλασιάστηκε, απλώθηκε με έναν τρόπο σε όλες τις γειτονιές του Μινσκ κι έπειτα σε ολόκληρη τη χώρα. Τη ρωτάω πώς εξηγεί το γεγονός ότι οι γυναίκες έγιναν ξαφνικά οι πρωταγωνίστριες αυτής της ειρηνικής επανάστασης. «Νομίζω ότι σε έναν βαθμό εξηγείται από την ίδια τη λογική των γεγονότων. Από τις 9 έως 12 Αυγούστου ήμασταν σε κατάσταση σοκ από όσα ακούγαμε και βλέπαμε, από τις πληροφορίες για τα αμέτρητα θύματα.

Η κοινωνία μας είχε την ανάγκη κάπως να αντιδράσει σε αυτήν τη βία. Αλλά πώς αντιδρά κάνεις σε τέτοια τρομακτική βία; Γιατί κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα μπορούσε να απαντήσει επίσης με βία. Γιατί το μέγεθος της βαναυσότητας ήταν ήδη τόσο τεράστιο. Ήμασταν σε μια κατάσταση απόλυτης σιωπής. Τι λόγο θα μπορούσαμε να αρθρώσουμε; Η μοναδική απάντηση θα μπορούσε να είναι ασύμμετρη. Και η ασύμμετρη απάντηση ήταν η μη βία. Και όχι μόνο η μη βία, αλλά μια εικόνα που συμβολίζει το απολύτως ανέφικτο της έκφρασης βίας, μια πολιτική χειρονομία κατά της βίας. Και τι ήταν αυτό; Γυναίκες με λευκά ρούχα και λουλούδια στα χέρια, που στέκονται σε μια πλατεία».

Τη ρωτάω αν είναι αισιόδοξη. «Είμαι, ναι. Πιστεύω ότι έχουμε ακόμη ελπίδες να νικήσουμε. Και αυτήν την αισιοδοξία την αντλώ βλέποντας πώς έχει διαμορφωθεί η Κοινωνία των Πολιτών. Σε κάθε περίπτωση, θα είναι απολύτως αδύνατο να κυβερνηθεί αυτή η χώρα με τον τρόπο που έχει κυβερνηθεί μέχρι σήμερα. Αυτό είναι ήδη εντελώς αδύνατο».

Εικόνα oikonomakou
Έχει εργαστεί στον Ταχυδρόμο, τον Ελεύθερο Τύπο, την Ελευθεροτυπία και το Marie Claire. Ήταν European Journalism Fellow στο Βερολίνο. Το βιβλίο της «Ο τραγουδιστής του Αουσβιτς. Εστρόγκο Ναχάμα, Θεσσαλονίκη 1918-Βερολίνο 2000» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καπόν.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous
1

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.