Θύματα του κορονοϊού τα χρηματιστήρια και η οικονομία

Οι φόβοι για την εξάπλωση της επιδημίας του κορονοϊού επηρεάζουν την παγκοσμιοποιημένη οικονομία και φτάνουν μέχρι και το Χρηματιστήριο Αθηνών.
Χρόνος ανάγνωσης: 
8
'
To Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης έκανε εχθές βουτιά για τρίτη συνεχόμενη μέρα. [SCOTT HEINS / GETTY IMAGES NORTH AMERICA / AFP]

Οι δυσοίωνες ειδήσεις των τελευταίων ημερών για την εξάπλωση του κορονοϊού σε όλον τον κόσμο συνδυάστηκαν με σημαντικές πτώσεις σε χρηματιστηριακούς δείκτες στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Συγκεκριμένα, τη Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου ο γερμανικός δείκτης DAX σημείωσε απώλειες 4,91%, ο γαλλικός CAC 3,93% και ο ιταλικός δείκτης υψηλής κεφαλαιοποίησης FTSE MIB 5,96%, την ώρα που ο βρετανικός FTSE 100 «έπεσε» κατά 3,43%, ο ισπανικός IBEX 35 κατά 3,83% και ο πορτογαλικός PSI 20 κατά 3,21%. Μεγάλες πτώσεις σημειώθηκαν και στις χρηματιστηριακές αγορές των ΗΠΑ, της Ιαπωνίας και της Νότιας Κορέας.

 

Αυτές τις μέρες που υπάρχει ανάγκη για ξεκάθαρη ενημέρωση κι ανάλυση, το inside story προσφέρει όλα τα άρθρα γύρω από τον Covid-19 ελεύθερα ώστε όλοι οι αναγνώστες να έχουν πρόσβαση στις έρευνες μας για τον κορονοϊό.

#ΜένουμεΣπίτι: Ανακαλύψτε πάνω από 2.500 ρεπορτάζ και ιστορίες του inside story. Γραφτείτε για έναν μήνα δωρεάν EΔΩ

Την ίδια μέρα σημειώθηκε σημαντική πτώση και στο Χρηματιστήριο Αθηνών, όταν ο Γενικός Δείκτης σημείωσε πτώση 8,36% και χάθηκαν 3,8 δισ. ευρώ από τη συνολική κεφαλαιοποίηση της ελληνικής αγοράς, η οποία διαμορφώθηκε στα 56,8 δισ. ευρώ. Η πτώση του 8,36% ήταν η μεγαλύτερη που έχει σημειωθεί στο ελληνικό χρηματιστήριο από τον Ιούνιο του 2016, όταν εξαιτίας του Brexit ο δείκτης είχε απώλειες της τάξης του 15%.

Οι πτωτικές τάσεις παγκοσμίως συνεχίστηκαν και την Τρίτη. Πρώτα ήρθε το Τόκιο, όπου ο δείκτης Nikkei έκλεισε με πτώση 3,3%, ενώ η πτώση συνεχίστηκε στην Ευρώπη, με τον δείκτη DAX στη Φρανκφούρτη να πέφτει κατά 1,9%, τον CAC στο Παρίσι κατά 1,9%, τον FTSE MIB στο Μιλάνο κατά 1,4% και τον FTSE 100 στο Λονδίνο κατά 1,9%. Εξαίρεση ήταν το Χρηματιστήριο της Αθήνας, το οποίο ανέκαμψε μερικώς μετά από την κατάρρευση της Δευτέρας και έκλεισε με κέρδη 1,9%. Παρόλα αυτά, στη Νέα Υόρκη οι απώλειες ήταν πολύ μεγάλες για δεύτερη συνεχόμενη ημέρα, με τον βασικό δείκτη Dow Jones να σημειώνει το χειρότερο διήμερο στην ιστορία του με απώλειες 1.910 μονάδων μέσα σε δύο ημέρες.

Πολλά ελληνικά μίντια ανέφεραν ως είδηση ότι η πτώση του Γενικού Δείκτη τη Δευτέρα ήταν αποτέλεσμα του φόβου των επενδυτών για τις αρνητικές συνέπειες του κορονοϊού στην παγκόσμια οικονομία. Ωστόσο, δεν γινόταν φανερό το πώς το ένα φαινόμενο οδήγησε στο άλλο. Καθώς οι γνώσεις μου σε θέματα χρηματιστηρίου και αγορών είναι πολύ περιορισμένες, μου γεννήθηκε η απορία για το πώς λειτούργησε η αλυσίδα των αιτίων και γι’ αυτό αποφάσισα να ψάξω πώς και κατά πόσον ο κορονοϊός «έριξε» το χρηματιστήριο μίας χώρας, στην οποία δεν είχε ακόμα παρουσιαστεί κρούσμα του ιού.

Το βασικό συμπέρασμα από αυτήν την αναζήτηση είναι ότι πράγματι ο φόβος των επενδυτών για τον κορονοϊό αποτέλεσε έναν από τους παράγοντες που «έριξαν» το χρηματιστήριο, ωστόσο αυτό το νέο δεδομένο ήρθε να προστεθεί σε μία σειρά από άλλα χαρακτηριστικά και προβλήματα, με πιο σημαντικά τη ρηχότητα της ελληνικής αγοράς και την εξάρτηση μεγάλου μέρους των χαρτοφυλακίων από ξένους επενδυτές.

Ποιοι παράγοντες επηρεάζουν τις εισηγμένες εταιρείες

Καταρχάς, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι οι επενδυτές έχουν στα χέρια τους τις μετοχές των εταιρειών που καλούνται να διαχειριστούν τις πολύ αρνητικές συνθήκες της παγκόσμιας αγοράς εξαιτίας του κορονοϊού. Διαχειρίζονται, δηλαδή, μετοχές εταιρειών που έχουν ήδη συναντήσει προβλήματα στην παραγωγή τους και μάλλον αναθεωρήσει την ανάπτυξή τους προς τα κάτω.

Σχετικά με τη σύνδεση της πραγματικής οικονομίας με τη συμπεριφορά των επενδυτών στις χρηματαγορές, ο Ανδρέας Κούτρας, αναλυτής ζητημάτων του χρηματοπιστωτικού τομέα, είπε στο inside story: «Οι επενδυτές ακολουθούν ένα συγκεκριμένο σκεπτικό που εν πολλοίς οδήγησε, μαζί με άλλους παράγοντες, σε πτώση του χρηματιστηρίου τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό. Το πρώτο δεδομένο είναι ότι ο κορονοϊός φέρνει μία σημαντική επιβράδυνση στην ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας, κάτι που περιορίζει τη ζήτηση σε ενέργεια –όπως είναι το πετρέλαιο– και άλλα προϊόντα που χρειάζεται η βιομηχανία. Αυτό το δεδομένο οδηγεί αμέσως στη διαπίστωση ότι θα περιοριστεί η κερδοφορία των εταιρειών που είναι εισηγμένες στο χρηματιστήριο, κάτι που με τη σειρά του επηρεάζει την αποτίμησή τους στις αγορές. Η παραπάνω αλληλουχία δεδομένων κάνει τους επενδυτές να προχωρούν σε ένα sell-off, δηλαδή να πωλούν ταχύτατα μεγάλο αριθμό μετοχών –οι οποίες ως προϊόν ενέχουν ήδη “εκ φύσεως” υψηλό ρίσκο– και να στρέφονται σε προϊόντα που παρουσιάζουν μικρότερο ρίσκο, όπως είναι τα ομόλογα και ο χρυσός, τα οποία αντιμετωπίζονται ως επενδυτικά καταφύγια σε τέτοιου είδους περιπτώσεις. Αυτή η διαδικασία λέγεται στις χρηματιστηριακές αγορές risk-off, αλλιώς de-risking, και αποτελεί μία πάγια τακτική για περιορισμό των κινδύνων των επενδυτών και επιστροφή στην ασφάλεια, όταν υπάρχει αβεβαιότητα στην οικονομία. Αυτός είναι και ο μηχανισμός που εν πολλοίς οδήγησε σε πτώση τις χρηματιστηριακές αγορές την περασμένη Δευτέρα, με ταυτόχρονη ενίσχυση του χρυσού και των ομολόγων ισχυρών κρατών».

Αν αυτός είναι ένας απλός μηχανισμός που επηρέασε τις χρηματαγορές αυτή την εβδομάδα, η μεγάλη πτώση που σημείωσε το Χρηματιστήριο Αθηνών συνδέεται και με κάποιες ιδιαιτερότητες της ελληνικής πραγματικότητας, που απλώς ενισχύθηκαν από το κακό κλίμα στα μεγάλα χρηματιστήρια. Η Ελευθερία Κούρταλη, δημοσιογράφος της Καθημερινής με εξειδίκευση σε θέματα χρηματαγορών, είπε σχετικά στο inside story: «Το Χρηματιστήριο Αθηνών έχει κεφαλαιοποίηση της τάξης των 56 δισ. ευρώ. Συνεπώς μιλάμε για μικρή, ρηχή αγορά που μπορεί να “χειραγωγηθεί” ή να επηρεαστεί εύκολα από τις διεθνείς εξελίξεις λόγω της μεγάλης ευαλωτότητάς της σε εξωτερικά σοκ. Αυτό έχει φανεί και σε άλλα γεγονότα που τάραξαν τον κόσμο. Για παράδειγμα, το Χρηματιστήριο Αθηνών “έπεσε” και τον Μάιο του 2018, εξαιτίας της πολιτικής κρίσης στην Ιταλία, και μετά το δημοψήφισμα για το Brexit τον Ιούνιο του 2016. Αυτό συνέβη και την περασμένη Δευτέρα, μάλιστα η πτώση ήταν πολύ μεγαλύτερη και από εκείνη στην Ιταλία, όπου υπάρχουν εκατοντάδες κρούσματα και αρκετοί νεκροί από τον κορονοϊό. Αυτή η εικόνα δείχνει ότι αν και αναδυόμενο, το ελληνικό χρηματιστήριο παραμένει ανοχύρωτο στα σοκ από τις μαζικές αποχωρήσεις επενδυτών».

Σημαντικός παράγοντας που ενίσχυσε την πτωτική τάση είναι και ότι «το Χρηματιστήριο Αθηνών σε μεγάλο βαθμό ελέγχεται από ξένα χαρτοφυλάκια και παρατηρείται έλλειψη των εγχώριων επενδυτών», συμπλήρωσε η κ. Κούρταλη, για να προσθέσει: «Το γεγονός ότι πολλά χαρτοφυλάκια ανήκουν σε ξένους επενδυτές έχει μία σειρά από συνέπειες: πρώτον, όταν οι επενδυτές αποφασίζουν να προχωρήσουν σε πώληση μετοχών σε ευρωπαϊκό ή διεθνές επίπεδο –όπως συνέβη με τον κορονοϊό– αυτό δεν αφήνει ανεπηρέαστη την Ελλάδα, αφού η στρατηγική των επενδυτών εμφανίζεται σχετικά κοινή σε όσες χώρες δραστηριοποιούνται. Ακόμη, πέρυσι το ελληνικό χρηματιστήριο έκανε ένα μεγάλο ράλι και αυτό έφερε σημαντικά κέρδη στους ξένους επενδυτές, με αποτέλεσμα να είναι ευκολότερο γι’ αυτούς σήμερα να αποχωρήσουν από την αγορά, μέχρι να επανέλθει η σταθερότητα στην οικονομία. Σε αυτό ώθησαν και οι απότομες απώλειες της Δευτέρας, αφού πολλοί επενδυτές προχώρησαν σε κλείσιμο των θέσεών τους, είτε γιατί ήθελαν να περιορίσουν τις πιθανές μελλοντικές απώλειες, είτε γιατί η πτώση που σημειώθηκε έφτασε τα όρια των απωλειών που είχαν θέσει στις στρατηγικές τους και ήθελαν να προχωρήσουν στο λεγόμενο stop loss».

Θα πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι η ευαλωτότητα του Χρηματιστηρίου Αθηνών συνδέεται και με παράγοντες εντελώς άσχετους με τον κορονοϊό και απόλυτα σχετικούς με τα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι οι μετοχές των τραπεζών, οι οποίες την περασμένη Δευτέρα υποχώρησαν κατά 11%.

Αυτή η πτώση, πάνω από τον μέσο όρο του Γενικού Δείκτη, θα ήταν λάθος να αποδοθεί στον κορονοϊό και θα πρέπει να αναζητηθεί στα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο τραπεζικός κλάδος με τη διαχείριση των κόκκινων δανείων. «Μετά και την υποχώρηση της περασμένης Δευτέρας, ο τραπεζικός δείκτης έχει σημειώσει απώλειες της τάξης του 25,4% από τα πρόσφατα υψηλά του Νοεμβρίου του 2019, ενώ οι τραπεζικές μετοχές καταγράφουν πτώση της τάξεως του 20%-33% από τα πρόσφατα υψηλά τους», είπε η κ. Κούρταλη. «Αυτό δείχνει ότι το τελευταίο διάστημα οι τραπεζικές μετοχές δέχονται έντονες πιέσεις και η πτώση εξαιτίας του κορονοϊού ήταν η απλώς “χαριστική βολή” που έβαλε τον τραπεζικό κλάδο και επίσημα σε bear market, δηλαδή σε καθεστώς πτώσης μεγαλύτερης του 20% από τα πρόσφατα υψηλά λόγω απαισιοδοξίας και κακού κλίματος στις αγορές. Το πρόβλημα πρέπει να αναζητηθεί αλλού, καθώς ήδη πριν την εμφάνιση του κορονοϊού, οι μετοχές των ελληνικών τραπεζών αντιμετώπιζαν την επιφυλακτικότητα των επενδυτών λόγω της ανασφάλειας γύρω από την αποτελεσματικότητα και την εφαρμογή του σχεδίου “Ηρακλής” για την αντιμετώπιση του ζητήματος των κόκκινων δανείων, το οποίο ακόμα εκκρεμεί».

Δίχτυ αλληλεξάρτησης

Κανείς πάντως δεν γνωρίζει με σιγουριά πότε και πώς θα αντιμετωπιστεί με αποτελεσματικότητα ο κορονοϊός, κάτι που σημαίνει ότι κανείς δεν ξέρει το πόσο βαριές θα είναι οι συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία. Το τελευταίο διάστημα έχουν εμφανιστεί στον διεθνή Τύπο πολλά δημοσιεύματα που μιλούν για το σοβαρό οικονομικό πλήγμα που θα προκαλέσει ο κορονοϊός στις μεγάλες βιομηχανίες και κατ’ επέκταση στο παγκόσμιο ΑΕΠ, ειδικά μετά τα πρόσφατα κρούσματα σε μία σειρά από ευρωπαϊκές χώρες, με κυριότερη την Ιταλία.

Για να δώσουμε μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα, πριν από λίγες ημέρες η εταιρεία αναλύσεων Oxford Economics προειδοποίησε ότι η διάδοση του κορονοϊού σε περιοχές έξω από την Ασία θα μπορούσε να επιβραδύνει κατά 1,3% την ανάπτυξη του παγκόσμιου ΑΕΠ εντός του 2020, κάτι που σε απόλυτους αριθμούς ισοδυναμεί με απώλεια εισοδημάτων μεγαλύτερων του ενός τρισεκατομμυρίου ευρώ. Ακόμη, η Apple ενημέρωσε τον επενδυτικό κόσμο ότι δεν θα καταφέρει να πιάσει τον στόχο των εσόδων της για το τρέχον τρίμηνο, εξαιτίας της δραματικής μείωσης αγορών iPhone από την Κίνα κατά τη διάρκεια εξάπλωσης του κορονοϊού.

Η αυτοκινητοβιομηχανία Jaguar αναφέρθηκε σε προβλήματα προμηθειών, που μπορούν να προκαλέσουν έλλειψη σε εξαρτήματα που εισάγονται στα βρετανικά εργοστάσια από την Κίνα. Προβλήματα όπως ή διακοπή της λειτουργίας εργοστασίων σημειώθηκαν σε πολλές άλλες αυτοκινητοβιομηχανίες και συγκεκριμένα τη Volkswagen, την Toyota, την Daimler, τη General Motors, τη Renault, τη Honda και τη Hyundai. Σύμφωνα με μελέτη της Dun & Bradstreet, τουλάχιστον πέντε εκατομμύρια επιχειρήσεις σε παγκόσμιο επίπεδο ενδέχεται να επηρεαστούν από την εξάπλωση του κορονοϊού και την επακόλουθη διακοπή λειτουργίας εργοστασίων στην Κίνα.

Ανάμεσα στους πληγέντες βρίσκεται και η ναυτιλία, ένας από τους πλέον διεθνοποιημένους κλάδους της οικονομίας και με μεγάλο ενδιαφέρον για τη χώρα μας. Το γεγονός ότι πολλά προϊόντα παράγονται σε εργοστάσια που βρίσκονται στην επικράτειά της καθιστά την Κίνα το ένα άκρο δύο μεγάλων εμπορικών δρόμων: Κίνας-Ευρώπης και Κίνας-Βόρειας Αμερικής. Χάρη στην υψηλή παραγωγικότητά της και τη ζήτηση (η Κίνα αντιπροσώπευε περίπου το 35% όλων των εισαγωγών χύδην ξηρού φορτίου κατά το 2019), μεγάλα φορτηγά πλοία μεταφέρουν χιλιάδες τόνους προϊόντων από και προς ευρωπαϊκές χώρες, τις ΗΠΑ, τον Καναδά.

Η παραπάνω ατμομηχανή ανάπτυξης και παραγωγής κερδών έχει σήμερα πληγεί, ενώ κανείς δεν ξέρει πότε θα επανέλθει σε κανονική λειτουργία, στερώντας από την αγορά την απαραίτητη ασφάλεια. Ο μηχανισμός είναι απλός: το κλείσιμο πολλών εργοστασίων σημαίνει λιγότερη παραγωγή, κάτι που σημαίνει λιγότερα προϊόντα προς μεταφορά, κάτι που σημαίνει μείωση της ζήτησης φορτηγών πλοίων, κάτι που σημαίνει μείωση των δραστηριοτήτων του κλάδου. Ένα ακόμη πρόβλημα που χειροτερεύει την κατάσταση είναι ότι ακόμα και αν παραχθούν, πολλά προϊόντα ίσως δεν φτάσουν ποτέ από την ενδοχώρα στα λιμάνια της Κίνας, καθώς ο κορονοϊός έχει πλήξει τη λειτουργία του δικτύου μεταφοράς μέσω φορτηγών, μιας που υπάρχουν αναφορές για μεγάλη έλλειψη οδηγών.

Αξίζει να προσθέσουμε ότι ακριβώς λόγω του παγκοσμιοποιημένου χαρακτήρα του ο χώρος της ναυτιλίας αντιμετωπίζει ένα ακόμη πρόβλημα, που συνδέεται με τη διακοπή λειτουργίας ναυπηγείων στην Κίνα, κάτι που έχει ως αποτέλεσμα φορτηγά πλοία να παραμένουν εκτός παραγωγικής διαδικασίας για διάστημα μεγαλύτερο από αυτό που είχε αρχικά προβλεφθεί. Κατά συνέπεια, οι ναυτιλιακές εταιρείες αναγκάζονται να ακυρώσουν μεταφορές που είχαν δρομολογήσει, με αποτέλεσμα τη μείωση των δραστηριοτήτων και των αναμενόμενων εσόδων τους.

Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Πήρε το δημοσιογραφικό βάπτισμα του πυρός στην Popaganda. Εργάστηκε στο γερμανικό κανάλι Offener Kanal και το Vice και συνεργάζεται ως fixer/producer με διεθνή ραδιοτηλεοπτικά ΜΜΕ. Έχει ασχοληθεί με το βίντεο και τη φωτογραφία.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.