Κωνσταντινούπολη, η Πόλη της δικής μου απουσίας

Η ιστορία της εγκατάστασης και της φυγής του Αλέξανδρου Μασσαβέτα από την Πόλη είναι ίσως ξεχωριστή στις ατομικές της περιστάσεις, είναι όμως πολύ παρόμοια στα γενικά σημεία με εκείνες χιλιάδων άλλοτε παροίκων της που την εγκατέλειψαν. Είναι η ιστορία του πώς μεταλλάχθηκε η Πόλη μπροστά στα μάτια μας.
Χρόνος ανάγνωσης: 
26
'
Οργανωμένοι φίλαθλοι διαφορετικών ομάδων μπροστά στο κτίριο της όπερας Ατατούρκ στην πλατεία Τάξιμ, κατά τα γεγονότα του Γκεζί.

«Καλά, εσύ έφυγες την κατάλληλη στιγμή». Το έχω ακούσει τόσες φορές, που δεν σαστίζω πια. Ούτε όταν συνοδεύεται από την ερώτηση «πώς ήξερες τι ερχόταν;». Η υπόθεση, πάντα ερήμην μου, είναι πως έδωσα τέλος στα 12 χρόνια ζωής μου στην Πόλη και επέστρεψα στην Αθήνα εξαιτίας των επιθέσεων που έχουν συνταράξει την Τουρκία.

Όμως –όπως έχω ξαναγράψει– δεν άφησα το σπίτι μου και τη ζωή μου για χάρη των τρομοκρατών, όσο φρικτά κι αν ήταν τα κτυπήματά τους. Τυφλές επιθέσεις παραφρόνων, συχνά πολύνεκρες, συμβαίνουν πια δυστυχώς σε πολλές ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις. Στην τουρκική επικράτεια μπορεί να είναι κάπως συχνότερες, αλλά δεν αποτελούν –τουλάχιστον όχι ακόμη– κομμάτι της καθημερινότητας.

Και είναι αυτή ακριβώς η καθημερινότητα που έδιωξε από την Κωνσταντινούπολη εμένα και εκατοντάδες από τους άλλοτε παροίκους της. Συνεπαρμένοι με την Πόλη, ζήσαμε πολλά ευτυχισμένα χρόνια εκεί. Παραμόνευε όμως η στιγμή που, στον δικό του χρόνο ο καθένας, θα ζούσε τη δική του πικρή αποκάλυψη: ούτε η Πόλη είναι πια η ίδια όπως τότε που μας είχε μαγέψει, ούτε η ζωή πια θυμίζει όσα ζούσαμε κάποια χρόνια πριν. Και φύγαμε. Φύγαμε γιατί άλλαξε ο μικρόκοσμός μας, το περιτύλιγμα της ατομικής ευτυχίας μας, και μαζί του, ενδεχομένως, αλλάξαμε κι εμείς. Και η Πόλη δεν μας σηκώνει πια.

Το παρελθόν, μια άλλη χώρα

Το 2001 βρέθηκα, ως αποτέλεσμα σειράς συμπτώσεων, στην Κωνσταντινούπολη. Βρήκα μια χώρα στη χειρότερη συγκυρία της οικονομικής ιστορίας της. Κόσμος ζητιάνευε στους δρόμους του Πέρα. Συχνά σε πλησίαζαν –εκεί που καθόσουν σε κάποιο καφέ– να σου ζητήσουν «μια βοήθεια». Αστυνομικοί, πωλητές, φύλακες εκκλησιών, γκαρσόνια και φοιτητές με ρωτούσαν αν έχω «μέσον» για να τους βγάλω βίζα για την Ευρώπη.

Παρά την κρίση, η Κωνσταντινούπολη του 2001 ήταν ένα μέρος μαγευτικό. Για το φυσικό της κάλλος δεν χρειάζεται να πω τίποτε. Όταν το πλοίο που με έφερε από το Αιγαίο πλησίασε στο σημείο όπου συναντώνται οι τρεις θάλασσες –η Προποντίδα, ο Κεράτιος και ο Βόσπορος– έμεινα σαν στήλη άλατος στο πάνω κατάστρωμα. Δεύτερη μεγάλη αποκάλυψη, το ίδιο βράδυ, η Μεγάλη Οδός του Πέρα, ο σημερινός πεζόδρομος Ιστικλάλ, με τις προσόψεις της κεντροευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής, τις μουσικές, τα βιβλιοπωλεία και τα ποτάμια του νεαρόκοσμου.

Μέχρι τότε είχα ταξιδέψει κυρίως στην Ευρώπη και –για λίγο– στη Μέση Ανατολή. Για πρώτη φορά βρισκόμουν σε ένα μέρος με τόσο εκρηκτικό συνδυασμό φυσικού και αρχιτεκτονικού κάλλους. Ποτέ άλλοτε δεν είχα ξαναδεί μια πόλη με τόσο έντονο το αποτύπωμα τόσων διαφορετικών λαών. Ερχόμενος από την Ελλάδα, γνώριζα ήδη πολλά για τον Ελληνισμό της Πόλης, ελάχιστα όμως για τις άλλες κοινότητες. Έβρισκα τα χνάρια τους, σπανίως όμως μέλη τους να ζουν εκεί.

Βρισκόμουν, κατάλαβα, σε μια πόλη απόντων, αλλά ταυτόχρονα μια πόλη γοητευτική και γεμάτη ζωή. Η απουσία όσων έφυγαν βαραίνει πάνω της, σφραγίζει την ατμόσφαιρά της, σε ίσο μέτρο με τη δυναμικότητα που τότε τη χαρακτήριζε. Βρήκα μια Πόλη μελαγχολική, που σε υποβάλλει σε αναπόληση ευτυχέστερων ίσως εποχών, αλλά και μια πόλη γεμάτη ζωή. Θυμάμαι τα βιβλιοπωλεία του Πέρα, γεμάτα με βιβλία για την Πόλη, την ιστορία και τις μειονότητές της. Τότε διαμορφωνόταν, για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, στους κατοίκους της το συναίσθημα του ανήκειν και μια υπερηφάνεια για την πόλη τους και την ιστορία της.

Για δύο χρόνια, η Πόλη ήταν η εμμονή μου. Δεν σκεφτόμουν παρά το πώς θα μετοικούσα εκεί, «για κάποιο διάστημα». Όλα τα άλλα –θητεία, άσκηση επαγγέλματος– ήταν εκκρεμότητες προς τακτοποίηση. Και τότε η Ελλάδα με έπνιγε. Ήταν η Ελλάδα του νεοπλουτισμού, της αποθέωσης του «να περνάμε καλά», της χυδαιότητας του νέου και άφθονου χρήματος, των πακτωλών που έρχονταν από την Ευρωπαϊκή Ένωση για να γίνουν βίλες και σκάφη, του «δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ, Αλβανέ», του trash των lifestyle περιοδικών και των σοφτ-πορνό δελτίων ειδήσεων.

Η Ελλάδα των κεκτημένων, που έπρεπε να διατηρηθούν πάση θυσία, και της γεροντοκρατίας. Των καθηγητών που δεν εμφανίζονταν ποτέ στις παραδόσεις τους και την έπεφταν στις φοιτήτριες, των γλοιωδών δικηγόρων και διευθυντών εφημερίδων που κυνηγούσαν τις ασκούμενες ή τις νεαρές συναδέλφους τους γύρω από το γραφείο, των αγενών δημοσίων υπαλλήλων, των ταξιτζήδων που δεν απαντούσαν στην καλησπέρα σου και που κάπνιζαν μες στο ταξί.

Η Ελλάδα του συντηρητισμού στα κοινωνικά δικαιώματα και της υπέρμετρης ανεκτικότητας προς τη διαφθορά, την παρανομία, τη χυδαία αισθητική και την έλλειψη ήθους. Έφυγα με απέραντη ανακούφιση. Όταν ετοίμαζα μια βαρύτατη βαλίτσα, που με δυσκολία μπορούσα να σύρω, αισθανόμουν πως καμία μέχρι τότε απόφαση στην ζωή μου δεν είχε υπάρξει σωστότερη.

Έφτασα στην Πόλη δίχως συγκεκριμένο σχέδιο. Είχα μαζέψει γύρω στις 3.000 ευρώ, δουλεύοντας εδώ κι εκεί, και ήλπιζα ότι θα μου έφθαναν για κάποιους μήνες. Δεν γνώριζα σχεδόν κανέναν εκεί, δεν μιλούσα ακόμη τη γλώσσα. Οι περισσότεροι Τούρκοι που συναντούσα παραξενεύονταν όταν τους διαβεβαίωνα πως δεν είχα καταγωγή από την Πόλη, πως δεν «επέστρεφα». Για δεκαετίες, οι Έλληνες μονάχα έφευγαν. Πολλοί με ρωτούσαν κατάπληκτοι: «Καλά, αφήσατε μια ευρωπαϊκή χώρα για να μείνετε εδώ; Δεν βλέπετε τα χάλια μας;».

Ούτε που με ένοιαζε. Είχα για πρώτη φορά στη ζωή μου μιαν αποστολή: την καταγραφή της μνήμης. Θα έγραφα –το είχα αποφασίσει– ένα βιβλίο για τη μνήμη των μειονοτικών της Πόλης, που ταυτόχρονα θα μετέδιδε τη σαγήνη μου με την Πόλη του σήμερα (δηλαδή του τότε). Δεν είχε σημασία που δεν γνώριζα ούτε έναν εκδότη στην Ελλάδα, και δεν είχα γράψει παρά μόνο άρθρα μέχρι τότε.

Σημασία είχε ότι ήξερα τι ήθελα. Μεγάλη πρόοδος για κάποιον που σπούδασε νομικά μόνο και μόνο επειδή δεν τολμούσε να διαλέξει κάτι λιγότερο “ασφαλές”. Εγκαταστάθηκα σε ένα ξενοδοχείο κομμάτι τριτοκοσμικό, πάνω στο Μπουλβάρ του Ταρλάμπασι. Πολύ με διασκέδαζε η πελατεία του, που ήταν μικρέμποροι από την επαρχία, Αφρικανοί businessmen και κάτι φάτσες ντεμί-κακουργηματικές.

Το βράδυ άκουγα τις βαριές ανατολίτικες θρηνωδίες από τα «παβιόν» (μπαρ με κονσοματρίς) στα γύρω στενά. Τότε δεν είχαν ακόμη περάσει οι μπουλντόζες από το πάνω Ταρλάμπασι και τα ρωμαίικα σπίτια και καταστήματα της Μπελ Επόκ στέκονταν τα περισσότερα, ταλαιπωρημένα αλλά συνήθως ακέραια. Είχα συχνά πέσει πάνω σε ολόκληρα κοπάδια πρόβατα, που κατέβαιναν τις απότομες κατηφόρες της συνοικίας. Τούφες μαλλιά προβάτων και πιπεριές λιάζονταν στις σιδεριές των παραθύρων, κοτέτσια στεγάζονταν στα παλιά αντρέ των πολυκατοικιών, Κούρδισσες έπλεναν τα χαλιά τους στη μέση του δρόμου.

Όσο για τα χρήματα, τότε είχαμε ακόμη τα εκατομμύρια, κληρονομία μιας δεκαετίας ολέθριων πολιτικών και κακοδιοίκησης. Το μικρότερο χαρτονόμισμα ήταν το 1.000.000 λίρες. Και μπροστά από το ξενοδοχείο, κάθε βράδυ, έκαναν πιάτσα τραβεστί και τρανσέξουαλ. Με είχαν και τις είχα μάθει, και χαιρετιόμασταν – πάντοτε στον πληθυντικό, με πολλή τυπικότητα και συμπάθεια. «Καλησπέρα, πώς είστε; Καλή δουλειά… Ευχαριστώ, καλό σας βράδυ. Να προσέχετε. Κι εσείς».

Τι δεν θα 'κανα για να μείνω εδώ!

Κατά το αρχικό σχέδιο, θα έμενα κάποιους μήνες να συλλέξω το υλικό για το βιβλίο που σχεδίαζα. Κάθε μέρα που περνούσε, η Πόλη με ρουφούσε ολοένα και περισσότερο. Δεν άργησα να γνωρίσω το Ασμαλί Μεστζίτ, που οι περισσότεροι αποκαλούν καταχρηστικά «τούνελ». Τα σοκάκια της γειτονιάς, πίσω από την πλατεία Τούνελ και την αρχή της Ιστικλάλ, ήταν από τα πιο γοητευτικά μέρη που είχα δει ως τότε.

Διακλαδίζονταν ανάμεσα σε ψηλά κτίρια της Μπελ Επόκ και τα σκέπαζαν κληματαριές. Στη σκιά τους δύο-τρία καφέ είχαν απλώσει τα τραπεζάκια τους, μαζί και το μοναδικό τότε μπαρ της περιοχής, το Μπαντεχανέ. Ένα δυο βιβλιοπωλεία με παλιά βιβλία. Θυμάμαι –πώς να την ξεχάσω!– και τη μεγάλη μπανιέρα, βαμμένη μπλε, που είχαν τοποθετήσει σε μια γωνία. Μπροστά της μαζευόταν μια παρέα αναρχικοί, έστρωναν μια κουρελού χάμω και έτρωγαν μαγειρευτά φαγητά που τους έδινε το γειτονικό αυτοδιαχειριζόμενο καφέ. Μετά, έπιαναν και έπαιζαν μουσική…

Τότε στο Ασμαλί Μεστζήτ είχε προσκλητήριο, κάθε βράδυ, το πιο ετερόκλητο πλήθος θαμώνων. Ούτε θυμάμαι πόσους γνώρισα στα στενά δρομάκια κάτω από τις κληματαριές. Ήταν η L., Γερμανοτουρκάλα δασκάλα αγγλικών, εκ πεποιθήσεως εργένισσα και μανιακή ταξιδιώτης (έχει γυρίσει την υφήλιο μοναχή) με την οποίαν ακόμη διατηρούμε επαφή. Η G., παραγωγός ταινιών, ο πιο αλλήθωρος άνθρωπος που έχω γνωρίσει και ταυτόχρονα από τους πιο σουρεάλ.

Η Μ., χαριτωμένη και τετραπέρατη, προσπαθούσε κι εκείνη να βρει τον δρόμο της –αργότερα παντρεύτηκε Έλληνα και εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα. Η Κ., συνταξιούχος δασκάλα και ανοιχτομάτα επιχειρηματίας, είχε αγοράσει ένα ολόκληρο κτίριο για ψίχουλα και νοίκιαζε τα διαμερίσματα σε ξένους, «περαστικούς». Η B., ιδιοκτήτρια του μπαρ, παροιμιωδώς τσιγγούνα και τεκνατζού. Ο Ε., ζωγράφος που ζούσε σε δωμάτια φθηνών ξενοδοχείων, είχε χάσει τα περισσότερα δόντια του και πωλούσε τα έργα του στον δρόμο.

Σε όλο αυτό το συναπάντημα προστέθηκα κι εγώ. Για δύο ολόκληρους μήνες ήμουν εκεί κάθε βράδυ. Και πρέπει, μεταξύ μας, να ήμουν από τις πιο cult φιγούρες, καθώς περιφερόμουν με ένα λεξικό ανά χείρας. Τα τουρκικά ήταν η όγδοη γλώσσα που μάθαινα, αλλά δεν είχαν σχέση με τις άλλες σε βαθμό δυσκολίας. Τα έμαθα κυριολεκτικά στο δρόμο, πιάνοντας συζητήσεις με τους πάντες και διαβάζοντας καθημερινά τη Ραντικάλ. Η Ραντικάλ, πριν τη διαλύσει το καθεστώς Έρντογαν, ήταν μία εφημερίδα που συναγωνιζόταν ποιοτικά τις καλύτερες ευρωπαϊκές.

Την ιστορία της εγκατάστασής μου θα την άκουγα, μέσες άκρες, να επαναλαμβάνεται από πολλούς νέους που έφτασαν από όλην την Ευρώπη, και συχνά από πολύ μακρύτερα, με το ίδιο όνειρο, να ριζώσουν στην Πόλη. Σύντομα, γοητευμένος με την καθημερινότητα και με όλα όσα μου φαίνονταν νέα και ακατανόητα, άρχισα να αναζητώ εργασία. Απορώ ακόμα με το θράσος που είχα να πάρω τηλέφωνο στο ιδιωτικό νηπιαγωγείο που είχε βάλει αγγελία στην Turkish Daily News. Ζητούσαν διδάσκαλο αγγλικής για τα παιδάκια. Ανενδοίαστα ισχυρίσθηκα στον νηπιαγωγό –που ήλθε στο Τάξιμ να με συναντήσει– πως είχα μεγάλη πείρα. «Ξέρετε, Aϊσάν Μπέη μου, στη Βαρκελώνη αυτήν ακριβώς τη δουλειά έκανα…».

Καθώς μεγάλωσα δίγλωσσος, η έντονα αγγλική προφορά μου τον ενθουσίασε. «Φαίνεται, Άλεξ Μπέη, ότι έχετε μεγάλη εμπειρία…». Ναι, πώς. Θυμάμαι τον τρόμο μου όταν, λίγες μέρες μετά, ο Αϊσάν με οδήγησε σε μία αίθουσα γεμάτη παιδιά, με δύο διδασκάλισσες και την παιδοψυχολόγο παρούσες. Ήθελα να με καταπιεί η γη, να διακτινιστώ, να μείνω στον τόπο. Αλλά μάλλον έπαιξα καλά τον ρόλο μου. Πριν περάσει μισή ώρα τα παιδάκια με τραβούσαν από τα δάχτυλα για να κερδίσουν την προσοχή μου.

Το 2003 η κρίση είχε αρχίσει να υποχωρεί. Η παλιά, κεμαλική πολιτική τάξη είχε πρόσφατα παραμερισθεί από το ανερχόμενο Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) του Ρετζέπ Ταγίπ Έρντογαν. Ισλαμιστικών καταβολών, κατά τη διάρκεια της πρώτης εκείνης θητείας του (2002-2007) το μετέπειτα μισητό ΑΚΡ έκανε τα πάντα σωστά. Ανοίχθηκε προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, πλησίασε τις εθνικές και θρησκευτικές μειονότητες, υιοθέτησε την διαλεκτική των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εκσυγχρόνισε ταχύτατα τη διοίκηση, προσκάλεσε ξένους επενδυτές, ιδιωτικοποίησε τις για δεκαετίες ζημιογόνες κρατικές επιχειρήσεις. Προς ενθουσιασμό πολλών, άρχισε –σιγά, αλλά σταθερά και συστηματικά– να αποψιλώνει την κηδεμονία των ενόπλων δυνάμεων στον δημόσιο βίο.

Το καλοκαίρι του 2003 η Πόλη χόρευε στον ρυθμό δύο σουξέ. Το πρώτο ήταν το Dudu του Τάρκαν (ο οποίος σιγά σιγά εξαφανίσθηκε από το τουρκικό ποπ στερέωμα).

Το άλλο διεκδικούσε και πολιτικές αναφορές. Τω καιρώ εκείνω, η ΕΕ είχε απαγορεύσει, για λόγους υγείας, την κατανάλωση συγκεκριμένων εντοσθίων, θέτοντας το κοκορέτσι στην παρανομία. Τόσο ένθερμοι της ένταξης στην ΕΕ ήταν τότε οι περισσότεροι Τούρκοι (αποβλέποντας σε οικονομικά οφέλη) και τόσο βέβαιοι πως αυτή θα συνέβαινε σύντομα, ώστε η είδηση περί διωγμού του κοκορετσίου δημιούργησε εθνικό πανικό!

Και ο πανικός γέννησε το αλήστου μνήμης Kokoreç, sensiz olmaz! (Kοκορέτσι, χωρίς εσένα δε γίνεται!) του Μιρκελάμ, έναν ύμνο στο κοκορέτσι.

«Πω πω, τι πάθατε!» μου έλεγαν άγνωστοι, μεθυσμένοι, όταν πήγαινα μεταμεσονύκτιες ώρες στο Τσιτσέκ Πασάζι να φάω μύδια γεμιστά. «Θα έρχεστε σε μας να τρώτε κοκορέτσι, μέχρι να ενταχθούμε και να το απαγορεύσουν κι εδώ». (Η μυρωδιά και μόνο του εδέσματος μου φέρνει λιποθυμία). «Είναι λίγο νωρίς να ανησυχείτε, δεν νομίζετε;».

Δύο πράγματα δεν πίστεψα ποτέ: ότι η Τουρκία θα ενταχθεί πλήρως στην ΕΕ, και ότι τα τότε ανοίγματα του Έρντογαν ήταν ειλικρινή και όχι τακτικά. Τώρα που θυμάμαι τον ενθουσιασμό, τότε, για την ΕΕ και την ευχή «γρήγορα να μπούμε κι εμείς», είναι σαν εικόνες από μιαν άλλη χώρα…

Από προσωρινοί, γίναμε μόνιμοι

Όταν έφτασα στην Πόλη, άλλοι Ελλαδίτες δεν υπήρχαν εγκατεστημένοι, πλην των υπαλλήλων του Προξενείου, των μετακλητών δασκάλων και κάποιων ιερέων του Πατριαρχείου. Η μάλλον υπήρχε ένας, ο Μ., μουσικός και ψάλτης στο Πατριαρχείο. Είχε έλθει στην Πόλη για να διδαχθεί οθωμανική μουσική, έναν χρόνο πριν από μένα. Ήταν από τους πρώτους που γνώρισα στην Πόλη, παρότι δεθήκαμε πολύ στενότερα χρόνια μετά.

Ο Μ. μου γνώρισε τη Σ., επίσης μουσικό, που εμφανίσθηκε στην Πόλη τον Σεπτέμβριο του 2003 για να λάβει ιδιαίτερα μαθήματα οθωμανικής μουσικής. Ο Γ. μας προξένεψε για συγκατοίκους, και σύντομα βρεθήκαμε σε ένα ισόγειο-ημιυπόγειο διαμέρισμα στο Τζιχάγκιρ. Η πρώτη πικρή αλήθεια της καθημερινότητας της Πόλης: τα ενοίκια ήταν (ήδη από τότε) πολύ ακριβότερα από της Αθήνας.

Η Σ. ήταν αποφασισμένη να παραμείνει για χρόνια· σιγά σιγά η ιδέα της παραμονής ωρίμαζε και μέσα σε μένα. Από τη συγκατοίκησή μας θυμάμαι τη μοναδική ικανότητα των χεριών της Σ., εξασκημένων από το πολύωρο παίξιμο, να σπάνε οτιδήποτε μπορούσε να βρεθεί σε ένα νοικοκυριό. Θυμάμαι τους ήχους από το κανονάκι να παίζει τα πρωινά και τα απογεύματα. Αλλά θυμάμαι και ένα άλλο Τζιχάγκιρ. Η γειτονιά είχε μόλις εκκαθαριστεί από τους οίκους ανοχής των τραβεστί και τη φήμη του περιθωριακού, που είχε αποκτήσει μετά την έξοδο των Ρωμιών κατοίκων της. Την εποίκιζε μία μεσαία τάξη –τουρκική μεσαία τάξη αυτή τη φορά.

Διατηρούσε όμως τον αέρα της γειτονιάς, με την μαντάμ Κ., από τις τελευταίες Ρωμιές, να ταΐζει τις γάτες στο πάρκο καθημερινά και τους μικροπωλητές να διαλαλούν την πραμάτεια τους –μπουγάτσες, κουλούρια και λαχανικά το πρωί, μπόζα (ένα ποτό από σιτάρι) αργά το απόγευμα. Θυμάμαι τον δριμύτατο χειμώνα εκείνης της χρονιάς. Tα σοκάκια του Τζιχάγκιρ μέσα στο χιόνι, εμένα με τη Σ. να κοιμόμαστε πανικόβλητοι κάτω από βουνά κουβέρτες, με τον φόβο ότι θα παγώσουμε: το σπίτι έμπαζε από παντού και το ρεύμα κοβόταν.

Θυμάμαι και τα γέλια που κάναμε με τη Σ. με τους πειραματισμούς μου να βρω “σταθερό” εισόδημα. Η δουλειά στο νηπιαγωγείο συνέχιζε, δύο μέρες την εβδομάδα. Άρχισα να διδάσκω ισπανικά την S., μια συμπαθητική αλλά κακομαθημένη τριαντάρα από μία μεγαλοαστική αλλά ξεπεσμένη οικογένεια. Η S. δεν μελετούσε ποτέ, και περνούσαμε το μάθημα συνήθως μιλώντας (ενίοτε στα ισπανικά) για τον αποτυχημένο γάμο της, αλλά και για την πεποίθησή της ότι οι συγγενείς της προσπαθούσαν να της φάνε την κληρονομιά.

Τα μαθήματα αγγλικών σε ενηλίκους δεν τα αγάπησα ποτέ. Αλλά και εκείνο το αλησμόνητο stage στο γραφείο του Π., ενός τσαρλατάνου καλογέρου που είχε ιδρύσει ένα εργαστήριο συντήρησης έργων τέχνης. Γρήγορα κατάλαβα πως ο Π., που δεν μας πλήρωνε τακτικά και είχε φεσώσει όλη την καλή κοινωνία της Πόλης, συντηρούσε εικόνες κλεμμένες από τα κατεχόμενα της Κύπρου. Οι νεαροί συνεργάτες του, για μήνες απλήρωτοι, μου εξομολογήθηκαν πως αφαιρούσε εικόνες από εκκλησίες και παρακρατούσε όσες του εμπιστεύονταν γηραιοί Ρωμιοί, παραδίδοντάς τους ευτελή αντίγραφα που είχαν φιλοτεχνηθεί στο εργαστήριο. Κατασκεύαζε εικόνες και τις διοχέτευε προς πώληση στη Σκεπαστή Αγορά ως δήθεν βυζαντινές. Παραιτήθηκα εγκαίρως, πολύ πριν το Πατριαρχείο καταλάβει τι κουμάσι ήταν ο Π. και τον ξαποστείλει κακήν κακώς.

Ωσότου δεχθώ μία πρόταση από μία βρετανική ιστοσελίδα οικονομικών ειδήσεων, ήμουν οικονομικά μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Κατάσταση οικεία στους περισσότερους από τους Ελλαδίτες μετοίκους, που άρχισαν να καταφθάνουν από το 2005. Όμως η ζωή ήταν γενικά εύκολη –ο κόσμος σκιζόταν να μας κάνει να αισθανθούμε άνετα, ενώ η γραφειοκρατία δεν μας παρενοχλούσε. Τότε ακόμη μπορούσαμε να μπαινοβγαίνουμε με τουριστική βίζα, που έπρεπε να ανανεώνουμε κάθε τρίμηνο, επ’ αόριστον. Όσο για την άδεια εργασίας, όλοι απασχολούμασταν εδώ κι εκεί άτυπα, και όλοι έκαναν τα στραβά μάτια. Και ζούσαμε σε μια ονειρεμένη πόλη.

Νεο-Πολίτες: μετέωροι μεταξύ δύο κοινωνιών

Εκτός από τη Σ., τα πρώτα δύο χρόνια της παραμονής μου στην Πόλη δεν έκανα παρέα με Έλληνες. Όσον αφορά την ομογένεια, η υποδοχή που επιφύλαξε στους Ελλαδίτες παροίκους ήταν –στην καλύτερη περίπτωση– ψυχρή, συχνά δε ευθέως εχθρική. Όπως οι περισσότεροι Ελλαδίτες, επέλεξα την απόσταση, ξεχωρίζοντας κάποιους λίγους (κυρίως νέους) Ρωμιούς με τους οποίους συνδέθηκα. Οι παρέες μας όμως ήταν μικτές, και μιλούσαμε συνήθως τουρκικά (που είναι και η πρώτη γλώσσα, πια, των Ρωμιών). Ελλαδίτες πάροικοι δεν είχαν ακόμη καταφθάσει.

Εξάλλου δεν επεδίωκα τον συγχρωτισμό με Έλληνες –έπρεπε να μάθω τη γλώσσα και να γνωρίσω την τοπική κοινωνία. Απέκτησα γρήγορα Τούρκους φίλους, νέους ανθρώπους, οι ιδέες και οι αξίες, τα γούστα και ο τρόπος ζωής των οποίων ταίριαζαν απολύτως με τα δικά μου. Ήταν όλοι μορφωμένοι, άσχετοι με τον εθνικισμό και την ισλαμική θρησκεία, δυτικότροποι και κοινωνικά φιλελεύθεροι.

Αυτό που με χώριζε πολλές φορές από τους Τούρκους φίλους μου δεν έχει καμία σχέση με όσα μπορεί να φαντάζονται στην Ελλάδα. Είναι το ταμπεραμέντο. Οι Τούρκοι, συνειδητοποίησα νωρίς και προς μεγάλη μου φρίκη, είναι αθεράπευτα μελαγχολικοί. Και ρομαντικοί μέχρι αηδίας και υπερευαίσθητοι. Πώς τους αρέσει να δραματοποιούν τα πάντα! Παρεξηγούνται και πληγώνονται με το παραμικρό. Όσο για το χιούμορ, δεν ευδοκιμεί σε μεγάλες δόσεις. Και είναι αφάνταστα κτητικοί, και ως σύντροφοι και ως φίλοι. Κάποιες φορές όλη αυτή η υπερβολή στα συναισθήματα με έπνιγε.

Το 2005 γνώρισα τον Χ., πανεπιστημιακό που δίδασκε στην Πόλη και τη Σ., δικηγόρο που είχε εγκατασταθεί εκεί. Θεσσαλονικείς και οι δύο, μεγαλύτεροί μου. Ο Χ. ήταν ο πιο διασκεδαστικός άνθρωπος που είχα γνωρίσει ποτέ. Μιλούσαμε κάθε βράδυ τουλάχιστον μιάμισι ώρα στο τηλέφωνο, και κάθε βράδυ κλαίγαμε από τα γέλια, σαν παιδιά του δημοτικού. «Λυπάμαι ειλικρινά αυτούς που θα μας παρακολουθούν τα τηλέφωνα», έλεγε ο Χ. Γνωρίζαμε πως τα παρακολουθούσαν και φανταζόμασταν σειρές αυτοκτονιών στις μυστικές υπηρεσίες υπαλλήλων, που θα “σήκωναν τα χέρια ψηλά” με τις χαζομάρες που άκουγαν. Με την Σ., πάλι, βγαίναμε συχνά για βόλτες στην παλιά Πόλη, στα χάνια και τις αγορές της, στα βυζαντινά ερείπια. Προσπαθούσαμε να φανταστούμε πώς ζούσαν οι λαϊκές τάξεις, θρήσκες και άσχετες με όσα ξέραμε.

Το 2007 γνώρισα την Ο. και τον Ρ. Σχεδόν συνομήλικοι, Αθηναίοι, είχαμε αποφοιτήσει από το ίδιο σχολείο αλλά έπρεπε να βρεθούμε στην Πόλη για να γνωριστούμε! Δεθήκαμε. Έτσι, χωρίς να το πολυκαταλάβω, βρέθηκα με μια παρέα Ελλήνων παροίκων. Μέναμε κοντά ο ένας στον άλλον και το Πέραν έγινε το “χωριό” μας. Καθένας είχε τη ζωή του. Ξαφνικά όμως οι έξοδοι σε εστιατόρια, με παρέες πολυπληθείς, άρχισαν να ελαττώνονται, καθώς μαζευόμασταν σε σπίτια. Αναπτύχθηκε σε όλους το συναίσθημα πως γνωριζόμασταν από χρόνια, για να μην πω από παιδιά.

Η εισροή των Ελλαδιτών έγινε μαζική μετά το 2006. Γέμισαν τα πανεπιστήμια Έλληνες φοιτητές, αλλά και διδάσκοντες. Παράγοντες της oμογένειας βάφτισαν όσους από μας μετρούσαν χρόνια παραμονής «νέο-Πολίτες». Ήμασταν Πολίτες κατ’ επιλογή, και πολλοί είχαμε παλέψει με νύχια και με δόντια να κρατηθούμε στον τόπο. Η Ο. ζωγράφιζε, ακολουθώντας το χάρισμα στο οποίο είναι ταγμένη, αλλά ταυτόχρονα έκανε μεταφράσεις, σχεδίαζε για πελάτες, δούλευε στο διαδίκτυο. Ο Ρ. δίδασκε στο πανεπιστήμιο, παρέδιδε ιδιαίτερα μαθήματα, έπαιζε μουσική σε νυχτερινά κέντρα. Ο Μ. έψελλε σε εκκλησίες και έπαιζε κι εκείνος σε κέντρα.

Έπρεπε να κρατηθούμε σε μια Πόλη όπου όλα ακρίβαιναν. Και είχαμε παραδεχθεί αυτό που έλεγε, μια κάποια πικρία, η Ο., πως τα πράγματα δεν θα μας έλθουν τόσο εύκολα όσο ήλθαν στη γενιά των γονιών μας. Πως αν θέλουμε να ζήσουμε τη ζωή που θέλαμε, η οικονομική άνεση θα ήταν όνειρο άπιαστο. Αλλά ζούσαμε στην Πόλη. Και είχαμε ο ένας τον άλλον.

Στο μεταξύ στην Ελλάδα κάποια πράγματα άλλαζαν. Ήταν μικρές, θετικές αλλαγές, που μου φαίνονταν όμως πολύ σημαντικές. Την πρώτη φορά που αυτοκίνητο σταμάτησε για να περάσω τον δρόμο, χωρίς να έχω καν πατήσει στην άσφαλτο, σάστισα! Αν είχαν κατέβει ρινόκεροι να παρελάσουν στο κέντρο της Αθήνας λιγότερο θα εντυπωσιαζόμουν. Σιγά σιγά η συμπεριφορά αυτή καθιερώθηκε. Στις δημόσιες υπηρεσίες νεαροί υπάλληλοι είχαν –ω του θαύματος!– τρόπους. Φίλοι και γνωστοί άρχισαν να ρωτούν, «σε πειράζει να καπνίσω;» στο τραπέζι, πράγματα άλλοτε αδιανόητα. Νεαροί Έλληνες άρχισαν να ταξιδεύουν για μήνες, σε μέρη όπως η Νότια Αμερική και η Ινδία. Είχα, ομολογώ, εντυπωσιαστεί.

Ήταν τα συχνότερα πια ταξίδια μου στην Ελλάδα ή η κουβέντα με τους Ελλαδίτες φίλους στην Πόλη, που με έκαναν να ενοχλούμαι περισσότερο με ορισμένες πτυχές της εκεί ζωής; Δεν μπορώ να πω. Η αλήθεια είναι πως ευθύς εξαρχής κάποια πράγματα με ξένιζαν. Ποτέ δεν είχα δει μια κοινωνία τόσο επιθετική ως προς την κοινωνική της διαστρωμάτωση. Ο τρόπος με τον οποίο γνωστοί μου συμπεριφέρονταν στο υπηρετικό τους προσωπικό ή οι πελάτες στα γκαρσόνια με σόκαρε.

Είχα μάθει να διαφοροποιώ τη συμπεριφορά μου ανάλογα με το αν είχα απέναντί μου ένα πρόσωπο οικείο ή έναν άγνωστο, όχι με βάση την κοινωνική θέση του άλλου. Στην Τουρκία, όμως, η τυπική φιλικότητα προς αγνώστους, ιδίως αν αυτοί δεν ανήκαν στη μορφωμένη και δυτικότροπη αστική τάξη της Πόλης, οδηγούσε πάντοτε σε παρεξηγήσεις. Γρήγορα κατάλαβα την πρωταρχική σημασία που ο πληθυντικός και η αντίληψη περί «πρέποντος» είχαν στις κοινωνικές επαφές. Οι Τούρκοι φίλοι μου υπαγόρευσαν σειρά απαγορεύσεων. «Ποτέ μην δείχνεις οικειότητα σε κάποιον που σε εξυπηρετεί. Ποτέ μην κάθεσαι στο μπροστά κάθισμα σε ταξί, ποτέ μην επιτρέπεις σε έναν διανομέα ή έναν σερβιτόρο να σου μιλά στον ενικό. Με τους αστυνομικούς και τους υπαλλήλους να είσαι πάντοτε μπλαζέ, και να τους μιλάς σχεδόν υποτιμητικά…».

Όλα αυτά μου φαίνονταν και ξένα και δυσάρεστα. Γρήγορα όμως κατάλαβα πως έπρεπε να τα υιοθετήσω, αν ήθελα να μην με παρενοχλούν συνεχώς με αδιάκριτες ερωτήσεις, βλακώδεις κουβέντες και καταπάτηση του προσωπικού μου χώρου. Με ορισμένα πράγματα, πάντως, δεν συμβιβάσθηκα ποτέ. Όπως με την αναμενόμενη συμπεριφορά προς το άλλο φύλο, κανόνες που απηχούν την ισλαμική οπτική. Μου έτυχε σε πορθμείο αλλά και σε λεωφορείο να μου ζητήσει μια γυναίκα (με μαντίλα) να αλλάξω θέση, για να μην καθίσει δίπλα σε έναν άγνωστο άνδρα. Πάντοτε αρνήθηκα.Κάθε φορά που επέστρεφα στην Ελλάδα, όταν μία άγνωστη σερβιτόρα με χαιρετούσε χαμογελώντας, παραξενευόμουν. Είχα ξεχάσει την άνεση. Οι τουρκικοί κανόνες συμπεριφοράς ακυρώνουν κάθε αθωότητα, δίνοντας την εικόνα μιας κοινωνίας σεξομανούς –εικόνα που όντως αντιπροσωπεύει, θα διαπίστωνα, σημαντικό τμήμα της.

Το νιώθεις και συ ή είναι ιδέα μου;

Πότε εμφανίσθηκαν τα πρώτα σύννεφα στον παράδεισό μας; Δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα. Σοβαρές ανησυχίες μας προκάλεσε η πόλωση στην τουρκική κοινωνία και η νευρικότητα που βλέπαμε στους Τούρκους φίλους μας. Μετά το 2007 και την εκλογή –για πρώτη φορά– ισλαμιστή (του Αμπντουλάχ Γκιουλ) στην προεδρία, η κυβέρνηση διέκοψε, στην πράξη, τις διαπραγματεύσεις με την ΕΕ. «Ποτέ δεν πίστεψα πως η Τουρκία θα έμπαινε», έλεγε με παράπονο ο C. «Αλλά ήταν ένα καλό δόλωμα, ώστε να γίνουν οι απαραίτητες μεταρρυθμίσεις για τον εκδημοκρατισμό της χώρας. Τώρα, η Τουρκία άλλαξε άξονα».

Μετά τη σαρωτική επιτυχία στις βουλευτικές του 2007, το ΑΚΡ άρχισε να προωθεί μία πολύ πιο συντηρητική ατζέντα στο εσωτερικό μέτωπο. Από τα πρώτα πράγματα που μου έκαναν εντύπωση ήταν η εκκωφαντική πια ένταση της μεταδιδόμενης από τους μιναρέδες προσευχής. «Το νιώθεις και συ πως ανέβηκαν τα ντεσιμπέλ ή είναι ιδέα μου;», είχα ρωτήσει τον Χ. Στη συνέχεια, παρατηρήσαμε τις αλλαγές στα μπαρ και τα εστιατόρια. Πολλά σταμάτησαν να σερβίρουν αλκοόλ. «Δεν μας ανανεώνουν την άδεια», μας είπαν πολλοί ιδιοκτήτες. Δεν πίνω παρά ελάχιστα, αλλά μια τέτοια επέμβαση στον τρόπο ζωής μας –που στόχευε φυσικά τους μη-θρήσκους Τούρκους– με προσέβαλλε βαθύτατα.

Μετά ήρθαν τα επεισόδια στο Ραμαζάνι. Κάθε χρόνο διαβάζαμε στον τύπο για ξυλοδαρμούς και επιθέσεις εις βάρος ατόμων που αθετούσαν την πολύωρη νηστεία, καπνίζοντας ή τρώγοντας δημόσια. Μετά αυτή η μανία με το σελάμ’ν αλέικουμ, αραβικό χαιρετισμό που στην Τουρκία φέρει καθαρά ισλαμιστικές αναφορές. Ξαφνικά τον υιοθέτησαν πολλοί αντί για τους καθιερωμένους τύπους, και μάλιστα προσβάλλονταν αν δεν τον ανταπέδιδες, επαναλαμβάνοντάς τον επιθετικά. Ακολούθησαν οι επιθέσεις ενός οπλισμένου με λοστούς και δοκάρια όχλου κατά των ιδιοκτητών και των θαμώνων κάποιων γκαλερί, στην ίδια μου τη γειτονιά. Η νευρικότητα των Τούρκων φίλων μας αύξανε με κάθε είδηση.

Εκείνοι μας έκαναν να θορυβηθούμε. Καταλάβαινα απόλυτα τον φόβο τους έναντι της συντηρητικής και θρήσκας πλειοψηφίας. Στην Ελλάδα η θρησκεία δεν επιδρά σχεδόν καθόλου στην καθημερινότητά σου, αν θελήσεις να την αγνοήσεις. Στις μουσουλμανικές χώρες επιδιώκει να επηρεάσει τα πάντα, από το τι θα φας μέχρι το πώς θα ντυθείς και ποιες συναναστροφές σου επιτρέπονται. Και είναι τρομερά επιθετική. Οι πιστοί απαιτούν «σεβασμό» –δηλαδή, στην πράξη, υποταγή και συμμόρφωση!– στους δικούς τους κανόνες, τους οποίους επιδιώκουν να επιβάλουν σε όλους, χωρίς να σέβονται τα ήθη ή τις προτιμήσεις όσων δεν θρησκεύονται ή ανήκουν σε άλλον θρησκευτικό-πολιτιστικό κύκλο.

Μειοψηφία, οι μη θρήσκοι Τούρκοι έβλεπαν τη χώρα στην οποίαν είχαν μεγαλώσει να μεταλλάσσεται σε κάτι που τους ήταν ξένο και δυσάρεστο. Σιγά σιγά, οι δημόσιες υπηρεσίες γέμισαν γυναίκες με μαντίλες. Η δικαιοσύνη, τα πανεπιστήμια, το διπλωματικό σώμα, η αστυνομία γέμισαν άνδρες με το μουστάκι-βούρτσα του Έρντογαν, που καθιέρωσαν οι ισλαμιστές. Ένας αργός πόλεμος για τον έλεγχο του κράτους μαινόταν γύρω μας.

Κάποια στιγμή επέβαλαν τη λήψη αδειών παραμονής σε όλους τους αλλοδαπούς, διαδικασία χρονοβόρα και δαπανηρή. Πηγαίνοντας να ανανεώσω την άδεια, ρώτησα τον αστυνομικό πότε θα ήταν έτοιμη. «Να περάσεις την Παρασκευή, μετά την προσευχή». Ενοχλήθηκα ιδιαιτέρως με τον ενικό από το 25χρονο, πολύ περισσότερο με την αναφορά, από κάποιον δημόσιο υπάλληλο, στην προσευχή, και μάλιστα προς κάποιον μη μουσουλμάνο. «Και τι ώρα είναι αυτή;» είπα, φαντάζομαι φανερά ενοχλημένα. «Τόσα χρόνια στην Τουρκία ακόμη δεν την έμαθες;». «Όχι, γιατί δεν με απασχόλησε να τη μάθω». «Πέρνα κατά τη μία», μου είπε με ένα βλέμμα οργής.

Στον Σ. συνέβη κάτι πιο ακραίο ακόμα. «Δεν είσαι μουσουλμάνος;», τον ρώτησε ο αστυνομικός που κατέγραφε τα στοιχεία του. «Σου ακούγεται το όνομά μου για μουσουλμανικό;». «Και γιατί δεν γίνεσαι, να γίνει ευκολότερη η ζωή όλων μας;», του είπε ο αστυνομικός με θράσος. «Και γιατί εσύ δεν αλλάζεις φύλο, που θα σου πήγαινε και περισσότερο με τόσο ωραίες γάμπες που έχεις;». Την άδεια, πάντως, την πήρε. Όσο για τη Ρ., Φιλανδή, όταν πήγε να υποβάλει αίτηση για τουρκική ταυτότητα (ήταν ήδη παντρεμένη με Τούρκο), επέμεναν πως έπρεπε να διαλέξει ένα τουρκο-μουσουλμανικό όνομα. Απειλές, καυγάδες και (φυσικά) «μέσον», της χάρισαν την ταυτότητα με το χριστιανικό όνομά της. «Γνωρίζω όμως αρκετούς Ευρωπαίους και Ευρωπαίες που το άλλαξαν», μου είχε πει.

Όσο για μένα, δεν σκέφτηκα ποτέ να ζητήσω την τουρκική ταυτότητα –μάλλον γιατί η Τουρκία ως κράτος με φόβιζε. Είχα δει πολλούς γνωστούς μου, δημοσιογράφους και συγγραφείς, να σέρνονται στα δικαστήρια για κάτι που έγραψαν και δεν “άρεσε” στις αρχές, ή σε εθνικιστικούς κύκλους. Καθώς ο Έρντογαν ενέτεινε το κυνήγι της “αντίθετης γνώμης”, το ξένο μας διαβατήριο έγινε το όπλο πίσω από το οποίο αισθανόμασταν πως ήμασταν οχυρωμένοι.

Ο βιασμός της Πόλης

Πέραν της πολιτικής, άλλαζε ραγδαία και η ίδια η Πόλη. Μεταμορφωνόταν ταχύτατα σε μια πόλη για νεόπλουτους και Άραβες τουρίστες, που τους προσείλκυαν οι τουρκικές σειρές αλλά και η δημοτικότητα του Έρντογαν στη Μέση Ανατολή. Η τελευταία οφείλεται στις επανειλημμένες φραστικές επιθέσεις του εναντίον του Ισραήλ και στην αδιάκοπη χρήση πανισλαμικών αναφορών.

Η Πόλη των εναλλακτικών και των μποέμ που είχα βρει το 2003 έτεινε να χαθεί. Το Τούνελ γέμισε μπαρ, καφέ, εστιατόρια με υπέρογκες τιμές και βλαχομπαρόκ διακόσμηση, ώσπου κατήντησε να μοιάζει με duty free μεγάλου αεροδρομίου. Οι βιτρίνες της Ιστικλάλ γέμισαν με τα επίχρυσα μπιμπελό και το κιτσαριό που τόσο αρέσει στους Άραβες. Στο βιβλιοπωλείο της δημαρχίας τα βιβλία για τις χριστιανικές και εβραϊκές μειονότητες, για το βυζαντινό παρελθόν και την Πόλη του 1930 αντικαταστάθηκαν με άλλα, για την ισλαμική καλλιγραφία, τα μουσουλμανικά προσκυνήματα, τον Μεβλανά και τον Σουφισμό.

Μετά άρχισαν οι κατεδαφίσεις. Το βιβλίο μου «Η Πόλη των Απόντων» κυκλοφόρησε το 2011. Πολλές από τις γωνιές που περιέγραφα είχαν αλλάξει ριζικά μέχρι να ολοκληρωθεί η εκτύπωσή του, και μνημεία ή σημεία αναφοράς είχαν κατεδαφισθεί η παραμορφωθεί. «Ξέρετε, δεν υπάρχει πια...», ήταν η πάγια απάντηση σε αναγνώστες που μάταια τα έψαχναν. Είχαμε πια όλοι εξοικειωθεί με την έκφραση «αστική ανάπλαση» (kentsel dönüşüm), που μεταφράζεται ως ευκαιρία γρήγορης κερδοφορίας για τους επιχειρηματίες της αυλής του Έρντογαν.

Λίγο μετά την έκδοση του βιβλίου μου, άρχισαν οι κατεδαφίσεις στο Ταρλάμπασι. Αξιόλογα κτίρια της Μπελ Επόκ, ταλαιπωρημένα αλλά τα περισσότερα χωρίς στατικά προβλήματα, σωριάστηκαν για να αντικατασταθούν με πολυκατοικίες πολυτελών διαμερισμάτων. Όλως τυχαίως, τον διαγωνισμό για την “ανάπλαση” της περιοχής κέρδισε ο όμιλος Çalık, γενικός διευθυντής του οποίου ήταν τότε ο γαμπρός του Ταγίπ Έρντογαν, Μπεράτ Άλμπαϊρακ!

Ένα άλλο, πιο μεγαλεπήβολο σχέδιο “ανάπλασης” είχε προηγουμένως ματαιωθεί από το Συμβούλιο Επικρατείας. Φιλοδοξούσε να μετατρέψει την παραλία του Γαλατά σε πολυτελές λιμάνι για τεράστια κρουαζιερόπλοια, γεμάτο υπεραγορές και μοντέρνα κτίρια από γυαλί και σίδερο. Όλα τα βιομηχανικά κτίρια του 19ου και του 20ου αιώνα θα κατεδαφίζονταν –ανάμεσά τους και η άλλοτε αποθήκη που στεγάζει το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Το σχέδιο, με όνομα Galataport και αισθητική εμιράτων, είχε χαρακτηρισθεί ως «σιδηρούν παραπέτασμα καταμεσής στην ιστορία της Πόλης». Η κυβέρνηση το επαναφέρει τώρα στην επικαιρότητα, και μάλιστα διευρυμένο: η “ανάπλαση” θα επεκταθεί σε όλη την ακτογραμμή του Κερατίου, ως τον μυχό του!

Ο ίδιος ο Έρντογαν είχε δηλώσει επανειλημμένως πως θα κάνει την Πόλη «το Ντουμπάι του Βοσπόρου». Καθώς φαίνεται, θα το πετύχει. Το 2011 ορθώθηκε πάνω στη Μεγάλη Οδό του Πέρα ένα τερατούργημα, η υπεραγορά Demirören, με γύψινα σκαλίσματα και χρυσά φώτα. Την ίδια χρονιά, ο Έρντογαν «απεφάσισε και διέταξε» την απαγόρευση στα καφέ, μπαρ και εστιατόρια του Πέρα να διατηρούν τραπεζάκια στις άκρες του δρόμου. Η απαγόρευση εφαρμόσθηκε επιλεκτικά, κατά συγκεκριμένων επιχειρήσεων· εκείνες των “ημετέρων” συνέχισαν ανενόχλητες. Το 2013 κατεδαφίσθηκε το Emek, από τους τελευταίους ιστορικούς κινηματογράφους της Πόλης, για να δώσει την θέση του σε υπεραγορά.

Και εμείς μέναμε ανήμποροι θεατές της σφαγής του οικιστικού τοπίου. Εξοργισμένοι τόσο με τον Έρντογαν όσο και με τους Τούρκους, που δεν έπαιρναν ποτέ τους δρόμους να διαμαρτυρηθούν. «Μα είναι εντελώς πρόβατα», παραπονούνταν πολλοί Έλληνες, συγκρίνοντας την τουρκική απάθεια με την ελληνική υπερβολή όπου ο κάθε πονεμένος παίρνει τους δρόμους, παραλύοντας τη ζωή της πρωτεύουσας.

Προσπαθήσαμε, αλλά αποτύχαμε…

Όταν τελικά οι Τούρκοι αποφάσισαν να πάρουν τους δρόμους, έγινε πραγματική έκρηξη. Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι ήταν το σχέδιο του Έρντογαν να ανοικοδομηθεί ένας oθωμανικός στρατώνας πάνω στην πλατεία Τάξιμ, με τη θυσία τμήματος του πάρκου Γκεζί. Ο ανοικοδομημένος στρατώνας θα χρησιμοποιείτο ως... υπεραγορά! Οι πρώτες διαδηλώσεις κάποιων οικολόγων αντιμετώπισαν σφοδρότατη καταστολή, με υπέρμετρη χρήση βίας. Σύντομα εξεγέρθηκε η μισή Πόλη, και η φωτιά που ξεκίνησε στο Γκεζί απλώθηκε σε όλες σχεδόν τις μεγαλουπόλεις της χώρας.

Όλοι –μα όλοι!– οι ξένοι που γνώριζα στην Πόλη συμμετείχαμε ενεργά στον ξεσηκωμό του 2013. Ήταν η τελευταία ευκαιρία να σταματήσουμε τον παράφρονα, λέγαμε. Εξωφρενικές δηλώσεις του στυλ «όποιος πίνει αλκοόλ είναι αλκοολικός» προστέθηκαν σε παλαιότερες, με τις οποίες ο Έρντογαν καλούσε κάθε Τούρκισσα να κάνει «τουλάχιστον τρία παιδιά», δήλωνε πως «μουσουλμάνος αποκλείεται ποτέ να διαπράξει γενοκτονία», «η άμβλωση συνιστά φόνο» και «η θρησκεία μας καθόρισε τη θέση της γυναίκας: τη μητρότητα». Η εξέγερση σίγουρα δεν ήταν μονάχα για μια χούφτα δένδρα που απειλούσε το σχέδιο ανέγερσης του στρατώνα.

Επί βδομάδες, ήμασταν στον δρόμο κάθε βράδυ. Έκανα πράγματα που δεν φανταζόμουν ποτέ πως θα αναγκαζόμουν να κάνω, όπως το να βοηθήσω στο κτίσιμο οδοφραγμάτων ή στο δέσιμο επιδέσμων σε τραυματίες. Για μένα η ενεργός συμμετοχή ήταν ζήτημα χρέους, προς κάθε έναν και κάθε μία στην Τουρκία που με είχαν συνδράμει στο παρελθόν, κάνοντας τη διαμονή μου ευκολότερη και συμβάλλοντας στην ευτυχία μου στην Πόλη.

Εισέπνευσα τόσα δακρυγόνα που μετά από κάποιες μέρες είχα πάθει σχεδόν ανοσία. Τότε είχα ακόμη τον φόβο να μην με συλλάβουν και με απελάσουν. «Αν είναι να φύγω από την Πόλη, θα φύγω με τη θέλησή μου», έλεγα. Μια φορά, που μας κυνηγούσε η αστυνομία, κλειστήκαμε σε μία πολυκατοικία, που οι ένοικοί της μας είχαν ανοίξει την εξώπορτα –μία από τις τόσες μικρές πράξεις αλληλεγγύης εκείνων των ημερών. Μάταια προσπαθούσαν οι αστυνομικοί να σπάσουν την τεράστια σιδερένια πόρτα. Καλού κακού, οι Τούρκοι διαδηλωτές με έκρυψαν σε ένα μπαούλο κοντά στην είσοδο. «Εσένα δεν θα σε χτυπήσουν, αλλά σίγουρα θα σε απελάσουν –και δεν το θέλεις».

Κάθε απόγευμα μεταφέραμε παλιές κουβέρτες, πουλόβερ, παλτά, τρόφιμα, αναψυκτικά και άλλα χρειαζούμενα σε όσους κοιμούνταν σε σκηνές στο πάρκο Γκεζί. «Έχετε καταξοδευτεί πια γι’ αυτήν την κατάληψη», μου πέταξε ο Ν., ο ένας από τους μπακάληδες της γειτονιάς. «Μόνο μην με καταδώσετε στην ασφάλεια», του είπα ειρωνικά. Κάτι που μάλλον δεν πρόλαβε να κάνει. Ο 18χρονος γιος του –που δεν συμμεριζόταν τις ιδέες του αλλά δεν τον έλεγες και ακτιβιστή του Γκεζί– ξυλοκοπήθηκε άγρια από κάποια κτήνη μιας ισλαμιστικής νεολαίας καθώς αποχωρούσε από την “ελεύθερη” Ιστικλάλ και έμεινε μέρες στο νοσοκομείο.

Όλη η πόλωση και η αντιδικία γύρω από το γελοίο ελληνικό δημοψήφισμα-φιάσκο του 2015 μου φάνηκε αναξία λόγου σε σχέση με όσα είχα ζήσει στην Πόλη. Στην Αθήνα οι περισσότεροι φίλοι μου υποστήριζαν το «Όχι», και όσο ανόητη κι αν θεωρούσα τη θέση αυτή, με κανέναν δεν ψυχράνθηκα ουσιαστικά. Τσακωθήκαμε, ναι, αλλά πάντα κατέληγε μεταξύ σοβαρού και αστείου. Στην Πόλη είδα οικογένειες να διχάζονται και μέλη τους να μην ξαναμιλούν ποτέ. Κάποιοι κατέδωσαν συγγενείς και φίλους στις αρχές, με κατηγορίες ανόητες, που κατέστρεψαν όμως καριέρες. Κανείς φίλος μου δεν ήταν ερντογανικός. Κάποιοι συνάδελφοι όμως ήταν ΑΚΡ ως το κόκκαλο. Με αρκετούς αντάλλαξα κουβέντες βαριές, και δεν τους ξαναμίλησα. Ούτε και πρόκειται να τους ξαναμιλήσω.

Τις ημέρες εκείνες ένιωσα, για πρώτη φορά, κάτι πρωτόγνωρο –ένα μίσος σχεδόν τυφλό, να με παραλύει. Έχοντας δει τις φωτογραφίες των αμέτρητων τραυματιών και των νεκρών των συμπλοκών, έβλεπα αστυνομικούς και αφηνίαζα. Τα ψέμματα που αναπαρήγαγαν συστηματικά τα κυβερνητικά μέσα («οι διαδηλωτές ξυλοκόπησαν και ούρησαν πάνω σε μια γυναίκα στο Καμπάτας, επειδή φορούσε μαντίλα!», «οι διαδηλωτές εισέβαλαν με τα παπούτσια στο τζαμί και ήπιαν μέσα αλκοόλ») χρειάσθηκαν χρόνια για να διαψευσθούν. Η διάψευσή τους δεν είχε καμία συνέπεια στον τρόπο με τον οποίον οι οπαδοί του Ένρτογαν ερμηνεύουν ακόμη και σήμερα τις τότε διαδηλώσεις.

Το βράδυ που η αστυνομία επέδραμε και άδειασε το Γκεζί καταφύγαμε, με πληγές από τα νερά με χημικά που εκτόξευαν, στο σπίτι μιας θείας του C. Από το μπαλκόνι του 4ου ορόφου είδαμε μια διμοιρία να μπαίνει στο δρόμο. Οι περίοικοι της πετούσαν γάλατα, αυγά, τομάτες, μέχρι και κατσαρολικά. Ξαφνικά (έτσι μου είπαν) γυάλισε το μάτι μου. Άρπαξα ένα τεράστιο κρυστάλλινο βάζο της θείας και ετοιμάστηκα να το εκσφενδονίσω. Οι άλλοι στρίγγλισαν «μη!». «Τι, λυπάστε το βάζο; Αφήστε να τους κομματιάσει!». Ο C. μου έπιασε το χέρι. «Νομίζω πως θα ήταν καλύτερα να έφευγες για λίγο καιρό, διακοπές».

Εμείς φεύγουμε, εσείς πότε;

Έφυγα κι έμεινα για πάνω από μήνα στο Λονδίνο, συμμετέχοντας στις αντικαθεστωτικές κινητοποιήσεις της εκεί τουρκικής διασποράς. Αλλά το ήξερα πια πως κάθε ελπίδα να σταματήσει ο κατήφορος της Τουρκίας στον αυταρχισμό και την ισλαμοποίηση είχε χαθεί. Όπως και κάθε ελπίδα να γεννηθεί από τους κόλπους της νεολαίας μια νέα πολιτική δύναμη, πέραν του διπόλου κεμαλιστών-ισλαμιστών, ή να σωθεί η Πόλη από τη μετατροπή της σε Ντουμπάι. Δεν πήγα να ανανεώσω την άδεια παραμονής μου μετά το 2014 –είχαν δυσκολέψει τη διαδικασία για να εκδικηθούν τους ξένους παροίκους, που είχαν με τόσο ενθουσιασμό συμμετάσχει στο Γκεζί.

Άρχισα να περνώ όλο και περισσότερο καιρό στην Αθήνα, και, περιέργως, η Πόλη δεν μου έλειπε. Κανόνισα την αναχώρησή μου χωρίς βία. Κάθε φορά που επέστρεφα, μάθαινα πως κάποιοι είχαν φύγει, ή ετοίμαζαν βαλίτσες –πάροικοι όπως εγώ, αλλά και πολλοί Τούρκοι φίλοι. Μαύρη πέτρα, έλεγαν οι τελευταίοι. Η κατάσταση μου θύμιζε τις αφηγήσεις Ρωμιών από τη δεκαετία του ’70. «Τα 'μαθες; Η Κίτσα και ο Στάθης εφύανε στην Αθήνα. Κι εμείς βαλίτζες κάμνουμε. Εσείς πότε θα φύετε;».

Για τις βόμβες με είχαν προειδοποιήσει από τα ξένα προξενεία –ήταν το αποτέλεσμα των πειραματισμών του Έρντογαν στη Συρία και της τυφλής στήριξης κάθε ισλαμιστικής εκεί οργάνωσης. Η κυβέρνηση επέτρεπε, χρόνια ολόκληρα, τη στρατολόγηση Τούρκων και Κούρδων τζιχαντιστών από τις ανατολικές επαρχίες. Κάποια στιγμή το μπούμερανγκ θα επέστρεφε στην Τουρκία. Της γύρισε, ομολογώ, πολύ αργότερα από ό,τι περίμενα.

Στον δικό μου κύκλο η τρομοκρατία ελάχιστα επηρέασε τη φυγή. Οι διώξεις και η κρατική τρομοκρατία παντός διαφωνούντος έκαναν τη δουλειά. Λίγο αφότου επέστρεψα στην Αθήνα, άρχισα να μετρώ τους Τούρκους φίλους που αποχωρούσαν. Η Α. έφυγε στην Λισαβόνα, η Μ. για το Μπουένος Άιρες, ο Α. και ο Σ. στην Αθήνα, η Β. στο Λονδίνο, ο Κ. και η G. στη Βιέννη και ο G. στο μακρινό Όρεγκον. Πολλοί Ελλαδίτες επέστρεψαν με βαριά καρδιά. Η Ο. έβαζε τις φωνές όταν τολμούσα να της προτείνω να γυρίσει. Μόνο αφού γέννησε άρχισε να το συζητά. Ο Ρ. άρχισε να μοιράζει τον χρόνο του μεταξύ Πόλης και Αθήνας.

Ενός κακού μύρια έπονται. Στις 15 Ιουλίου 2016 το πραξικόπημα-φιάσκο έδωσε τη χαριστική βολή στις ξένες παροικίες. «Μιλούν στην Ελλάδα για brain drain λόγω της κρίσης», μου είπε ο Ρ., πικραμένος. «Εδώ να δεις για τι brain drain μιλάμε. Οι καλύτεροι φεύγουν. Θα γίνει μια χώρα αγροίκων και κομματόσκυλων». Μέσα σε ένα μήνα, ως τα μέσα Αυγούστου, μέτρησα τριάντα γνωστούς μου που είχαν ξενιτευτεί. Οι περισσότεροι ήταν Τούρκοι· πολλοί προτίμησαν την Αθήνα. Καθόλου δεν μου φάνηκε περίεργο που βρίσκουν την Ελλάδα της κρίσης πραγματικό παράδεισο. Τα πάντα, βλέπεις, είναι σχετικά. «Εδώ μιλάμε και ζούμε ελεύθερα».

Στην Πόλη πέρασα χρόνια υπέροχα. Εκεί άρχισα, ουσιαστικά, να δημοσιογραφώ. Εκεί αναμετρήθηκα με φόβους, ανησυχίες, αμφιβολίες μου. Εκεί γνώρισα πολλούς από τους στενότερους φίλους μου και εκεί ξέφυγα από τον μικρόκοσμο των βεβαιοτήτων με τις οποίες είχα μεγαλώσει.

Αν μου λείπει η Πόλη, μου λείπει η Πόλη των πρώτων χρόνων. Στο σήμερα αισθάνομαι ξένος. Τις τελευταίες φορές που πήγα, πηγαίναμε από σπίτι σε σπίτι. Δεν είχα κέφι να τριγυρίσω έξω. Με στενοχωρούσαν τα πάντα και δεν άντεχα να γκρινιάζω. Μόνο για να δω τους φίλους μου που μένουν, εις πείσμα, πηγαίνω. «Κτίσαμε μια ολόκληρη ζωή εδώ», μου λένε η Ο. και ο Μ. «Εντάξει, θα γυρίσουμε κάποια στιγμή, αλλά σιγά σιγά. Έχουμε εκκρεμότητες να κανονίσουμε».

Ο C., πάλι, δεν θέλει να ξαναπατήσει στη χώρα που μεγάλωσε. «Λες να γίνουμε σαν τους Ιρανούς αντικαθεστωτικούς, να μαζευόμαστε και να αναπολούμε πόσο ωραία περνούσαμε τότε, χωρίς να τολμάμε να πάμε και να αντιμετωπίσουμε το σήμερα; Λες;». Το σίγουρο είναι πως έχουμε αγκαλιάσει τις μνήμες μας, ενώ αποφεύγουμε, όσο μπορούμε, την άμεση επαφή με το παρόν.

Σπούδασε νομικά σε Αθήνα και Cambridge. Έζησε νομαδικά με βάση του την Πόλη (2003-2015). Εκεί έγραψε δύο βιβλία για την Κωνσταντινούπολη και ένα για την Μικρά Ασία, ενώ συνεργάσθηκε με ελληνικά και ξένα έντυπα. Σήμερα συνεχίζει την νομαδική του ύπαρξη, με βάση την Αθήνα.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous
gplus
2

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.