Homo Science

Ομοφυλόφιλος γεννιέσαι ή γίνεσαι; Υπάρχει γκέι γονίδιο, και τι ρόλο παίζουν οι ορμόνες της μητέρας κατά την εγκυμοσύνη; Έχει διαφορά ο εγκέφαλος του ομοφυλόφιλου από αυτόν του ετεροφυλόφιλου; Αυτά και πολλά άλλα ερευνά η επιστήμη, που κάνει ό,τι μπορεί για να ανακαλύψει την πηγή της ερωτικής και σεξουαλικής ταυτότητας στον άνθρωπο.
Χρόνος ανάγνωσης: 
14
'
[JEWEL SAMAD / AFP]

Μέχρι πριν λίγες δεκαετίες η επιστημονική έρευνα για την κατανόηση της βιολογικής βάσης της ομοφυλοφιλίας αποτελούσε μια παρεξηγημένη προσέγγιση, η οποία γινόταν με κύριο άξονα την καταπολέμηση, τη θεραπεία και την πρόληψή της.

«Σίγουρα σαν επιστημονική κοινότητα θα πρέπει να ντρεπόμαστε για τις επιθετικές βιολογικές μεθόδους του περασμένου αιώνα, όπως τον ευνουχισμό των ομοφυλοφίλων και τις ορμονικές θεραπείες· όμως ακόμα και οι φαινομενικά αβλαβείς θεραπείες, όπως η φροϋδική ψυχανάλυση –που ειδικά στις ΗΠΑ του 1960 αποτελούσε την πιο καθιερωμένη θεραπευτική προσέγγιση– προκάλεσαν εξίσου μεγάλο κακό», λέει στο inside story ο γκέι νευροεπιστήμονας Σάιμον Λεβέυ, o οποίος με την έρευνά του στις αρχές της δεκαετίας του 1990 πρόσφερε μία από τις πρώτες ενδείξεις για την βιολογική βάση της ομοφυλοφιλίας. Η ψυχανάλυση στα μέσα του 20ου αιώνα θεωρούσε την ομοφυλοφιλία ψυχική ασθένεια κι έψαχνε να βρει τι πήγε στραβά στη ζωή των γκέι γυναικών και ανδρών. «Οι άνθρωποι που κατέφευγαν στην ψυχανάλυση μπορεί πράγματι να μην ήθελαν να είναι γκέι, οπότε το γεγονός ότι δεν πετύχαιναν τον σκοπό τους, τους άφηνε με εξαιρετικά άσχημα συναισθήματα», προσθέτει ο Λεβέυ. Την ίδια στιγμή οι γονείς των γκέι έμεναν με την αντίληψη ότι αυτοί προκάλεσαν στα παιδιά τους την ομοφυλοφιλία κι έτσι αυτοκατηγορούνταν και τους κυρίευαν οι ενοχές.

Οι πρώτες ενδείξεις για τη βιολογική βάση της ομοφυλοφιλίας άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους τα τελευταία χρόνια του 20ου αιώνα. Έρευνες σε ποντίκια είχαν δείξει ότι οι ορμόνες που δρουν νωρίς κατά τη διάρκεια της οντογένεσης αλλάζουν τη σεξουαλική συμπεριφορά των ζώων. Συγκεκριμένα, σε αυτά τα πειράματα διαπιστώθηκε ότι το στρες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μπλόκαρε την έκκριση τεστοστερόνης και την μετατροπή της σε ορμόνες που ολοκληρώνουν την αρρενοποίηση του εμβρύου. Ο Γερμανός νευροενδοκρινολόγος Γκύντερ Ντέρνερ βασισμένος σε τέτοιες έρευνες πρότεινε ότι πιθανώς το ίδιο ισχύει και στους ανθρώπους. Στις αρχές του 1980, για να διερευνήσει την υπόθεσή του, μελέτησε αναδρομικά την εμφάνιση ομοφυλοφιλίας σε άνδρες που γεννήθηκαν στο Βερολίνο μεταξύ 1942 και 1946, και διαπίστωσε ότι εκείνοι που γεννήθηκαν από μητέρες που έζησαν στρεσογόνα γεγονότα κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου (όπως αεροπορικοί βομβαρδισμοί, θάνατος του πατέρα ή ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη), είχαν μεγαλύτερες πιθανότητες να είναι γκέι.

Σύντομα μετά την εξαγωγή των συμπερασμάτων του, ο Ντέρνερ, ο οποίος είχε στενή συνεργασία με την εξουσία της τότε Ανατολικής Γερμανίας, πρότεινε την χορήγηση ενέσιμης τεστοστερόνης στις έγκυες για να αποτραπούν οι πιθανές γεννήσεις ομοφυλόφιλων ανδρών. «Παρά την αμφιλεγόμενη αυτή προσέγγιση, η επιστήμη του ήταν σωστή και άνοιξε τον δρόμο για την διερεύνηση της επίδρασης των ορμονών που δρουν κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης στον σεξουαλικό προσανατολισμό», λέει στο inside story ο Βέλγος νευροενδοκρινολόγος Ζακ Μπαλταζάρ, ο οποίος με πολυετή πειράματα σε ζώα πρόσφερε αποδείξεις στην υπόθεση ότι ο σεξουαλικός προσανατολισμός διαμορφώνεται κατά την εμβρυική ζωή. Στο βιβλίο του Η βιολογία της ομοφυλοφιλίας, που κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, ο Μπαλταζάρ επιχειρεί μια ανασκόπηση της επιστήμης της ομοφυλοφιλίας, στην οποία ανατρέχει έως και τα μέσα του 19ου αιώνα. Πριν από 50 περίπου χρόνια, ο Μπαλταζάρ ξεκίνησε την καριέρα του μελετώντας τη συμπεριφορά των ζώων. «Σύντομα άρχισα να αναρωτιέμαι ποια είναι τα πιο ανόμοια χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς των ανθρώπων, και κατέληξα ότι αυτά είναι ο σεξουαλικός προσανατολισμός και η σεξουαλική ταυτότητα», διηγείται.

Οι ορμόνες

«Στην έρευνά μου ψάχνω το κρίσιμο εκείνο στάδιο στην ανάπτυξη του εγκεφάλου που η πλαστικότητα είναι τόσο μεγάλη, ώστε η επιβίωση των νευρώνων να εξαρτάται από τις ορμόνες», λέει ο Μπαλταζάρ. Είναι γνωστό ότι οι ορμόνες μπορούν να συντηρήσουν, να δημιουργήσουν ή να εξαφανίσουν κάποιους νευρώνες, με αποτέλεσμα να αλλάζει η μορφολογία του εγκεφάλου.

«Οι γονάδες ξεκινούν να παράγουν τεστοστερόνη ήδη από το πρώτο τρίμηνο της κύησης, και οδηγούν στον σχηματισμό των γενετικών οργάνων», λέει ο Μπαλταζάρ. Όμως σε αυτό το στάδιο της ανάπτυξης, ο εγκέφαλος είναι ακόμα πολύ ανώριμος, με αποτέλεσμα μετέπειτα ορμονικές επιδράσεις, ίσως στο τελευταίο τρίμηνο της κύησης ή ακόμα και στην πρώτη βρεφική ζωή, να μπορούν να καθοδηγήσουν την ανάπτυξη του εμβρύου προς μια πιο τυπικά-αρσενική ή πιο τυπικά-θηλυκή κατεύθυνση. «Παραδοσιακά, ο εγκέφαλος θεωρείται φυλετικά ουδέτερος. Στην πορεία της ανάπτυξής του έρχεται η τεστοστερόνη και τον αλλάζει προς μια τυπικά-αρσενική κατεύθυνση. Στην αντίθετη περίπτωση παραμένει τυπικά-θηλυκός», εξηγεί ο Λεβέυ. Και συνεχίζει, «Ίσως αυτό το πεδίο να αποτελεί και το πιο ελκυστικό μοντέλο στην μελέτη των ορμονών: ότι δηλαδή οι ορμόνες του φύλου που κυκλοφορούν στο έμβρυο βοηθούν στην καθοδήγηση της ανάπτυξης του εγκεφάλου».

Αυτήν την κρίσιμη περίοδο που οι ορμόνες αλλάζουν τον εγκέφαλο προσπαθεί να εντοπίσει με τις έρευνές του ο Μπαλταζάρ, ο οποίος στα πειράματά του τροποποιεί τα ορμονικά επίπεδα εμβρύων πτηνών και παρατηρεί τη μετέπειτα σεξουαλική τους συμπεριφορά. Δεν είναι βέβαια εύκολο να εξαγάγει κανείς συμπεράσματα για τα θηλαστικά, και πολύ περισσότερο για τους ανθρώπους, από πειράματα σε πουλιά. Εκτός από τις μυριάδες μορφολογικές και λειτουργικές διαφορές, ο άνθρωπος είναι ένα από τα λίγα ζώα που σχηματίζει σταθερές ομοφυλοφιλικές σχέσεις. Παρόλα αυτά δεν είναι ηθικό να πραγματοποιηθούν παρόμοια πειράματα σε ανθρώπινα έμβρυα.

Στα μέσα του 20ου αιώνα κάποια κλινικά στοιχεία που προέκυψαν τυχαία πρόσφεραν τις πρώτες ενδείξεις για μια τέτοια λειτουργία στους ανθρώπους. Μεταξύ 1939 και 1960 περίπου δύο εκατομμύρια εγκυμονούσες σε Ευρώπη και ΗΠΑ δέχτηκαν μια θεραπεία με συνθετικά στεροειδή, όπως διαιθυλοστιλβεστρόλη (DES) ή οξική μεδροξυπρογεστερόνη για την αποτροπή αποβολής. «Μεταγενέστερα διαπιστώθηκε ότι τα κορίτσια που γεννήθηκαν είχαν περισσότερες πιθανότητες να είναι ομοφυλόφιλα, αφού η θεραπεία φάνηκε να συνδέεται με την αρρενοποίηση της αναπαραγωγικής λειτουργίας και συμπεριφοράς», λέει ο Μπαλταζάρ.

Η έκθεση ενός θηλυκού εμβρύου σε υψηλά επίπεδα τεστοστερόνης έχει διαπιστωθεί ότι οδηγεί μέχρι και σε ανατομικές διαφορές. Ενδεικτικά, ενδιαφέρον παρουσιάζει η παρατήρηση διαφορών στο μήκος των δακτύλων. Στις περισσότερες γυναίκες ο δείκτης και ο παράμεσος έχουν σχεδόν το ίδιο μήκος. Αντίθετα στους περισσότερους άνδρες ο δείκτης είναι ελαφρώς κοντύτερος από τον παράμεσο. «Είναι γνωστό ότι η ανάπτυξη των μακρών οστών στο ανθρώπινο έμβρυο, όπως και σε άλλα σπονδυλωτά, ρυθμίζεται από την τεστοστερόνη», γράφει ο Μπαλταζάρ στο βιβλίο του. Είναι πολλές οι έρευνες που έχουν δείξει ότι στις ομοφυλόφιλες γυναίκες (που αυτοπροσδιορίζονται ως αρρενωπές ή «μπουτς») το μήκος των δακτύλων είναι παρόμοιο με εκείνο που εμφανίζεται στους άνδρες και όχι στις γυναίκες.

Ο ακριβής όμως μηχανισμός μέσω του οποίου οι ορμόνες δρουν στον εγκέφαλο δεν είναι ξεκάθαρος για τους επιστήμονες και κάθε μέρα έρχονται στο φως νέα στοιχεία. «Λόγου χάρη, το στρες, οι ενδοκρινείς διαταράκτες, κάποια φάρμακα, η νικοτίνη και το αλκοόλ, αλλάζουν την ταχύτητα που το συκώτι μεταβολίζει ουσίες, όμως δεν ξέρουμε πώς μπορεί να επηρεάζουν την ομοφυλοφιλία», λέει ο Μπαλταζάρ.

Οι διαφορές στον εγκέφαλο

Στις αρχές της δεκαετίας τους ’90 ο Λεβέυ ήταν ερευνητής στο Ινστιτούτο Βιολογικών Σπουδών Salk στην Καλιφόρνια, όπου μελετούσε την ανάπτυξη του οπτικού συστήματος. Εκείνη την περίοδο, μια ομάδα από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο Λος Άντζελες (UCLA), πραγματοποιώντας πειράματα σε ζώα, έδειξε ότι ένα συγκεκριμένο τμήμα του υποθαλάμου του εγκεφάλου διέφερε μεταξύ αρσενικών και θηλυκών ζώων. «Αμέσως αναρωτήθηκα μήπως το ίδιο ισχύει και για τους ανθρώπους,» λέει ο Λεβέυ. «Περισσότερο σαν χόμπι, ξεκίνησα να μελετώ τον ανθρώπινο υποθάλαμο ανδρών και γυναικών», προσθέτει. Στην έρευνά του χρησιμοποίησε εγκεφάλους ανθρώπων που είχαν πεθάνει και τα σώματά τους είχαν δοθεί για αυτοψία. Οι μισοί από τους άνδρες του δείγματος ήταν γκέι. Η απαρχαιωμένη (όπως την χαρακτήρισε ο ίδιος ο Λεβέυ) τεχνική που χρησιμοποίησε περιλάμβανε το τεμάχισμα των εγκεφάλων σε φέτες και την εξέτασή τους κάτω από το μικροσκόπιο.

«Επέστησα την προσοχή μου σε ένα τμήμα του μπροστινού μέρους του υποθαλάμου που είναι γνωστό ότι εμπλέκεται στη ρύθμιση των σεξουαλικών συμπεριφορών, και οι οποίες είναι τυπικές στα αρσενικά», εξηγεί ο Λεβέυ. Εκεί βρίσκεται κι ένα σύνολο νευρικών κυττάρων, μεγέθους κόκκου ρυζιού, γνωστό ως ΙΝΑΗ3 (διάμεσος πυρήνας του πρόσθιου υποθαλάμου), που είναι συνήθως μεγαλύτερο στους άνδρες απ’ ότι στις γυναίκες. Εκτός από την επιβεβαίωση αυτής της υπόθεσης, ο Λεβέυ διαπίστωσε ότι ο όγκος του INAH3 ήταν κατά μέσο όρο σημαντικά μικρότερος στους ομοφυλόφιλους άνδρες απ’ ότι στους ετεροφυλόφιλους. Συγκεκριμένα, στο δείγμα του δεν υπήρχε καμία διαφορά στο μέγεθος του INAH3 των γκέι ανδρών και των γυναικών. «Ήμουν πολύ χαρούμενος που είδα αυτήν τη διαφορά, τόσο ως επιστήμονας αλλά και ως γκέι άνδρας», λέει ο Λεβέυ.

«Το να είσαι γκέι δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο χαρακτηριστικό, γι’ αυτό και συχνά είναι δύσκολο κανείς να αναφερθεί στην ομοφυλοφιλία χωρίς να πέσει σε στερεότυπα», λέει ο Λεβέυ. Θα μπορούσε κάποιος να χαρακτηρίσει απλά τους γκέι άνδρες θηλυπρεπείς ή τις λεσβίες ανδροπρεπείς, όμως τέτοιοι χαρακτηρισμοί δεν περιγράφουν όλην την πραγματικότητα. Έχει αποδειχτεί επιστημονικά ότι οι γκέι άνδρες υπερτερούν των ετεροφυλόφιλων σε γνωσιακές δεξιότητες, οι οποίες είναι τυπικές του θηλυκού φύλου, όπως η ευφράδεια λόγου. Από την άλλη, οι λεσβίες, σε σύγκριση με τις ετεροφυλόφιλες γυναίκες, φαίνεται πειραματικά να έχουν πιο αναπτυγμένες χωρικές δεξιότητες, όπως ο προσανατολισμός. «Κάτι τέτοιο δείχνει ότι αυτές οι προγεννητικές ορμόνες δεν επηρεάζουν μόνο τη συγκεκριμένη περιοχή του υποθαλάμου του εγκεφάλου, αλλά πολύ περισσότερες περιοχές που είναι υπεύθυνες για διαφορετικές πλευρές του μυαλού μας», λέει ο Λεβέυ.

Με έκπληξη οι επιστήμονες έχουν διαπιστώσει ότι οι διαφορές στην ανατομία του εγκεφάλου μεταξύ ομοφυλόφιλων και ετεροφυλόφιλων αρσενικών δεν αποτελούν αποκλειστικό προνόμιο του ανθρώπινου είδους. Ενώ στα ζώα οι ομοφυλοφιλικές συμπεριφορές δεν σπανίζουν, είναι εξαιρετικά ασυνήθιστο αυτά να δείχνουν κάποια αποκλειστική προτίμηση σε άτομα του ίδιου φύλου. Στα μοναδικά ζώα που έχει παρατηρηθεί η συμπεριφορά της αποκλειστικής ομοφυλοφιλίας είναι στα κριάρια από τα Βραχώδη Όρη των ΗΠΑ. Το γεγονός ότι το 8% περίπου των αρσενικών προβάτων έδειχναν αποκλειστική προτίμηση σε άτομα του ίδιου φύλου, προβλημάτισε τους κτηνοτρόφους της πολιτείας της Μοντάνα, οι οποίοι και αναζήτησαν τα αίτια μιας τέτοιας κοστοβόρας συμπεριφοράς.

Ανατομικές μελέτες του Τσαρλς Ροζέλι, ερευνητή από το Πανεπιστήμιο Υγείας και Επιστήμης του Όρεγκον, οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι ο φυλετικά δίμορφος πυρήνας στην προοπτική περιοχή του εγκεφάλου των προβάτων είναι τριπλάσιος σε μέγεθος στα «ετεροφυλόφιλα» αρσενικά, δηλαδή σε εκείνα που είναι σεξουαλικά προσανατολισμένα προς τα θηλυκά, από ότι στα θηλυκά άτομα. Όπως και στην περίπτωση των πειραμάτων σε ανθρώπους, οι εγκέφαλοι των «ομοφυλόφιλων» αρσενικών προβάτων, εκείνων δηλαδή που είναι προσανατολισμένα προς άλλα αρσενικά, έχουν παρόμοια δομή με εκείνη των θηλυκών προβάτων.

Τα γονίδια

Την ίδια περίπου περίοδο που ο Λεβέυ διαπίστωνε τις διαφορές στον εγκέφαλο ομοφυλόφιλων και ετεροφυλόφιλων ανδρών, στην ανατολική ακτή των ΗΠΑ ερευνητές από το Πανεπιστήμιο Τζον Χόπκινς ανακάλυπταν τις πρώτες ενδείξεις για τη γενετική μεταβίβαση της ομοφυλοφιλίας. Ήταν ο Nτιν Χέιμερ, ο Τζέρεμυ Νέιθανς και οι συνεργάτες τους που, στις αρχές του 1990, διαπίστωσαν ότι ο σεξουαλικός προσανατολισμός των ανδρών μεταβιβάζεται από τη μητρική πλευρά. Χρησιμοποιώντας τα γενεαλογικά δέντρα 114 οικογενειών με ομοφυλόφιλους γιους παρατήρησαν ότι είναι πιθανότερο ένας ομοφυλόφιλος άνδρας να έχει γκέι προγόνους από την πλευρά της μητέρας του, απ’ ότι από την πλευρά του πατέρα του.

Η διαπίστωση αυτή δεν άργησε να τους οδηγήσει στο να επικεντρώσουν τις έρευνές τους στο χρωμόσωμα Χ, εκείνο που σε έναν γιο μεταφέρεται αποκλειστικά από τη μητέρα. Πράγματι, στις 40 οικογένειες που μελέτησαν, ο Χέιμερ και οι συνεργάτες του διαπίστωσαν ότι μια περιοχή στην άκρη του χρωμοσώματος Χ, η Χq28, ενδεχομένως να συνδέεται με τον καθορισμό του σεξουαλικού προσανατολισμού. Με άλλα λόγια, ένα ή περισσότερα γονίδια που εντοπίζονται σε αυτήν την περιοχή του Χ χρωμοσώματος πιθανώς να προδιαθέτουν κάποιον στο να είναι ομοφυλόφιλος. Όπως εξηγεί ο Λεβέυ, παρότι η στατιστική δύναμη αυτών και μεταγενέστερων ευρημάτων ήταν χαμηλή, τέτοια αποτελέσματα είναι καλό να λαμβάνονται υπόψη περισσότερο ως χρήσιμοι δείκτες για μελλοντική έρευνα, παρά ως πραγματική εξακρίβωση των περιοχών που περιέχουν “γκέι γονίδια”. «Απέχουμε πολύ από το να εντοπίσουμε τα υπεύθυνα γονίδια», συμφωνεί ο Μπαλταζάρ.

Εάν όμως υπάρχει κάποια γενετική βάση στην ανδρική ομοφυλοφιλία, πώς είναι δυνατόν αυτή να έχει διατηρηθεί μέσα από τη διαδικασία της φυσικής επιλογής, δεδομένου ότι οι γκέι άνδρες αποκτούν συνήθως λιγότερους απογόνους; Οι επιστήμονες φαίνεται να κλίνουν προς δύο πιθανές απαντήσεις: «Όπως η μεσογειακή αναιμία προστατεύει τους ανθρώπους από την ελονοσία, ίσως και η ομοφυλοφιλία να προσφέρει κάποιο πλεονέκτημα στην επιβίωση, που δεν το γνωρίζουμε ακόμα», λέει ο Μπαλταζάρ.

Από την άλλη, θα μπορούσε κανείς να δει την ανδρική ομοφυλοφιλία ως μια υπερβολική έλξη προς το αρσενικό. «Εάν γι’ αυτήν την έλξη είναι υπεύθυνο κάποιο γονίδιο, τότε αυτό μπορεί να το φέρουν και οι γυναίκες. Έτσι αυτές οι γυναίκες θα νιώθουν μεγαλύτερη έλξη για τους άνδρες, οπότε θα αποκτούν μαζί τους και περισσότερα παιδιά», λέει ο Μπαλταζάρ. Μια τέτοια υπόθεση, που ίσως σε κάποιους να φαντάζει παρατραβηγμένη, διερευνήθηκε επιστημονικά και διαπιστώθηκε ότι αληθεύει. Ιταλοί ερευνητές έδειξαν ότι οι γυναίκες που έχουν συγγενική σχέση με ομοφυλόφιλους αποκτούν περισσότερα παιδιά. «Άλλη ερευνητική ομάδα διερεύνησε το ίδιο φαινόμενο από μια διαφορετική σκοπιά. Η υπόθεση αυτή τη φορά ήταν ότι οι γυναίκες που έχουν συγγένεια με ομοφυλόφιλους είναι πιο ελκυστικές. Και αυτή η υπόθεση επιβεβαιώθηκε», προσθέτει ο Μπαλταζάρ.

Το ανοσοποιητικό σύστημα

Η μεταβλητή που φαίνεται μέχρι στιγμής να συνδέεται ισχυρότερα με την ανδρική ομοφυλοφιλία, είναι εκείνη που έχει προκαλέσει και την μεγαλύτερη έκπληξη στους επιστήμονες. Σύμφωνα με το «φαινόμενο των πρεσβύτερων αδερφών», όσο περισσότερους μεγαλύτερους αδερφούς έχει κάποιος από την ίδια μητέρα, τόσο πιο πιθανό είναι να είναι ομοφυλόφιλος. Συγκεκριμένα, Καναδοί επιστήμονες έχουν υπολογίσει ότι για κάθε μεγαλύτερο αδερφό από την ίδια μητέρα που έχει ένας άνδρας, αυξάνει κατά 33% η πιθανότητα να είναι ομοφυλόφιλος. Αυτό βέβαια δεν μεταφράζεται στο ότι μετά από τρεις μεγαλύτερους αδερφούς γεννιέται σίγουρα ένα γκέι αγόρι. Όπως εξηγεί στο βιβλίο του ο Μπαλταζάρ, εάν θεωρήσουμε ότι το βασικό ποσοστό των ομοφυλόφιλων είναι 10%, ο δεύτερος αδερφός θα έχει πιθανότητα 13,3% (δηλαδή 10 + 33%), ο τρίτος 17,6% (13,3 + 33%), ο τέταρτος 23,4% (17,6 + 33%) κ.ο.κ. «Συνεπώς η πιθανότητα το τέταρτο αγόρι μιας οικογένειας να είναι γκέι είναι δύο φορές μεγαλύτερη απ’ ότι αυτήν που έχει το πρωτότοκο», λέει ο Μπαλταζάρ.

Μια τέτοια διαπίστωση ίσως να μπορούσε να βρει κάποια λογική εξήγηση μέσα από το πρίσμα ψυχολογικών ή κοινωνικών επιρροών. Παρόλα αυτά, κάθε άλλο παρά ψυχολογικά ή κοινωνικά είναι τα αίτια μιας τέτοιας συσχέτισης. Φερ’ ειπείν, το φαινόμενο δεν εξαρτάται από τον αριθμό των αρσενικών παιδιών που ζουν μέσα σε μια οικογένεια, αλλά καθαρά από το πόσα διαδοχικά αγόρια έχει γεννήσει μια συγκεκριμένη μητέρα. Αποκλείοντας πειραματικά κάθε άλλη εξήγηση ή κοινωνική επιρροή, οι επιστήμονες κλίνουν προς μια καθαρά βιολογική λύση του αινίγματος.

«Η ιδέα που φαίνεται να έχει καθιερωθεί είναι ότι τα αγόρια παράγουν αντισώματα στο σώμα της μητέρας», λέει ο Μπαλταζάρ. Είναι γνωστό ότι ο οργανισμός μιας εγκύου “ρίχνει” το ανοσοποιητικό του σύστημα για να φιλοξενήσει το έμβρυο που μεγαλώνει μέσα στο σώμα της, μιας και τα μισά γονίδια του εμβρύου είναι ξένα. Επίσης είναι γνωστό στους επιστήμονες ότι, σε κάποιες περιπτώσεις, αντισώματα μπορούν να συσσωρευτούν μετά από διαδοχικές εγκυμοσύνες. Η εξήγηση λοιπόν που έχει προταθεί είναι ότι οι μητέρες που έχουν ήδη γεννήσει αγόρια, δημιουργούν αντισώματα ενάντια σε κάποιες άγνωστες πρωτεΐνες που παράγουν τα αρσενικά έμβρυα. Μετά από διαδοχικές εγκυμοσύνες τα αντισώματα αυτά συσσωρεύονται στη μητέρα και επιδρούν στην ανάπτυξη του εγκεφάλου του εμβρύου, με αποτέλεσμα να επηρεάζουν τελικά τον σεξουαλικό του προσανατολισμό. «Η επίδραση αυτή είναι επιγενετική! Γιατί το αρσενικό έμβρυο αλλάζει το ανοσοποιητικό σύστημα της μητέρας με έναν μόνιμο τρόπο», λέει ο Μπαλταζάρ.

Ψάχνοντας «την αιτία»

«Ως γκέι άνδρας, πάντα αναρωτιόμουν από πού μπορεί να προέρχεται αυτή η διαφορά. Παρόλα αυτά το ερώτημα δε θα το χαρακτήριζα βασανιστικό, μιας και από παιδί γνώριζα τον σεξουαλικό μου προσανατολισμό», λέει ο 44χρονος Αλεξάντρ, υπάλληλος διεθνούς οργανισμού. «Οι περισσότεροι γκέι άνδρες νιώθουμε ότι έχουμε γεννηθεί με τον συγκεκριμένο προσανατολισμό, κι ότι σίγουρα αυτός ούτε αποτελεί επιλογή, ούτε είναι αποτέλεσμα περιβαλλοντικών επιρροών, αλλά ούτε και συνέπεια του είδους της πρώτης σεξουαλικής επαφής», λέει ο Λεβέυ.

«Ο σεξουαλικός προσανατολισμός, ανεξάρτητα από την αιτιότητα, αποτελεί ένα σημαντικό κομμάτι του ποιοι είμαστε· παρόλα αυτά δεν έχει μελετηθεί όσο στενά θα έπρεπε», λέει ο Λεβέυ. Σήμερα οι επιστήμονες συμφωνούν ότι γνωρίζουμε μόνο τη μύτη του παγόβουνου σχετικά με την βιολογική βάση της ομοφυλοφιλίας, κι ότι τα παραπάνω επιστημονικά ευρήματα μόνο συνδυαστικά θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε κάποια ουσιαστικότερα συμπεράσματα.

Το μεγαλύτερο κενό στην επιστημονική έρευνα αφορά σίγουρα στη γυναικεία ομοφυλοφιλία. Ιστορικά, σύμφωνα με τον Λεβέυ, η γυναικεία ομοφυλοφιλία έτεινε να αγνοείται, ενώ η ανδρική αποτελούσε πρόβλημα, εώς και έγκλημα σε κάποιες κοινωνίες. Ακόμα όμως και όταν η γυναικεία ομοφυλοφιλία έπαψε να περνάει στα ψιλά γράμματα, οι επιστήμονες που προσπάθησαν να τη μελετήσουν βρέθηκαν αντιμέτωποι με πολλές δυσκολίες και συχνά αδυνατούσαν να εξαγάγουν ασφαλή και ξεκάθαρα συμπεράσματα. «Οι άνδρες είναι περισσότερο 100% ετεροφυλόφιλοι ή 100% ομοφυλόφιλοι, ενώ στις γυναίκες υπάρχει μεγαλύτερη ευελιξία και αστάθεια», λέει ο Μπαλταζάρ. «Μοιάζει σαν η γυναικεία σεξουαλικότητα να είναι πιο συνδεδεμένη με σχέσεις, αισθήματα και κοινωνικές πτυχές, απ’ ότι η ανδρική», λέει ο Λεβέυ.

Στην αναζήτηση της «μίας επιστημονικής αλήθειας» οι άνθρωποι συχνά καταφεύγουν στη διχοτόμηση, μεταξύ γονιδίων και περιβάλλοντος (ή ανατροφής). «Είναι όμως πολλά εκείνα τα χαρακτηριστικά που δεν εμπίπτουν αυστηρά ούτε στη μια ούτε στην άλλη κατηγορία», λέει ο Λεβέυ. «Όταν βάζω στο τραπέζι όλες αυτές τις διαφορετικές εξηγήσεις, δυσκολεύομαι να πω με σιγουριά ότι ναι, ισχύει η μια και όχι η άλλη. Ενδεχομένως, ο σεξουαλικός προσανατολισμός να σχετίζεται με ποικίλους παράγοντες, και ίσως αυτό να μπορεί να εξηγήσει το γιατί κάποιοι άνθρωποι “ανακαλύπτουν” την ομοφυλοφιλία τους σε προχωρημένη ηλικία», συμπεραίνει ο Αλεξάντρ.

Σύμφωνα με τους Λεβέυ και Μπαλταζάρ, δεν υπάρχουν μέχρι στιγμής δεδομένα που να υποστηρίζουν τη φροϋδική προσέγγιση –ότι δηλαδή ένα αγόρι που μεγαλώνει με έναν απόντα πατέρα έχει αυξημένες πιθανότητες να γίνει γκέι

«Όμως, στην επιστήμη, η έλλειψη δεδομένων δεν αποτελεί απόδειξη της μη ύπαρξής τους. Μπορεί να υπάρχουν κάποιες μεταγεννητικές επιρροές που δεν έχουμε καταφέρει ακόμα να εντοπίσουμε», λέει ο Μπαλταζάρ. «Μπορεί να υπάρχουν αιτιότητες που δεν είναι βιολογικές, αλλά βρίσκονται τόσο βαθιά θαμμένες στην πρώτη ανάπτυξη ώστε να έχει χαθεί η μνήμη τους», λέει ο Λεβέυ. «Λόγου χάρη, εγώ νιώθω ότι έχω γεννηθεί μιλώντας αγγλικά, όμως αυτό δεν αληθεύει. Υπάρχει σίγουρα μια γκρίζα περιοχή που δεν έχει ακόμα εξερευνηθεί».

Σύμφωνα με τον Αλεξάντρ, η «επιστημονική» εξήγηση είναι ένα νόμισμα που έχει δύο πλευρές. Από τη μια μπορεί να ανοίξει συζητήσεις γύρω από την εξάλειψη κάποιου γκέι γονιδίου (όταν και εάν αυτό ανακαλυφθεί), ενώ από την άλλη αποτελεί ευκαιρία να απαντήσει κανείς σε εκείνους που θεωρούν την ομοφυλοφιλία επιλογή και πιστεύουν ότι κάποιος μπορεί να το επιλέξει γιατί είναι απλά “της μόδας”. «Προσωπικά, συγκρίνω συχνά το γεγονός ότι είμαι γκέι με το γεγονός ότι είμαι αριστερόχειρας. Πρώτον, δεν διάλεξα να είμαι αριστερόχειρας, δεύτερον το γεγονός ότι γεννήθηκα έτσι με τοποθέτησε σε μια μειονοτική θέση και τρίτον η κοινωνία –με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο– μου ζήτησε να το αλλάξω», λέει ο Αλεξάντρ.

«Η βιολογική απόδειξη, δηλαδή ότι κάτι σημαντικό συμβαίνει στην αρχή της ανάπτυξης του ατόμου, αμβλύνει την ιδέα κάποιων ότι να είσαι γκέι είναι επιλογή, και πιθανώς μετριάζει κάποια ομοφοβικά αισθήματα», λέει ο Λεβέυ.«Η γνώση ότι η ομοφυλοφιλία δεν είναι επιλογή βοηθά επίσης τις μητέρες να πετάξουν από πάνω τους τις ενοχές σχετικά με την λάθος ανατροφή των παιδιών τους. Βοηθά τους ίδιους τους ομοφυλόφιλους να αντιμετωπίσουν το πρόβλημά τους ― και λέω πρόβλημα, γιατί για τις περισσότερες κοινωνίες αποτελεί πρόβλημα. Και βοηθά και την ίδια την κοινωνία να είναι λιγότερο εχθρική και περισσότερο δεκτική στα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων», λέει ο Μπαλταζάρ.

«Δεν πιστεύω ότι είναι σκόπιμο κανείς να προωθεί με μεγάλο σθένος την επιστήμη στην εκστρατεία υπέρ των δικαιωμάτων των ομοφυλόφιλων», λέει ο Λεβέυ. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να σκιαγραφήσει μια εικόνα ότι κάτι “πάει στραβά” με τους γκέι και ίσως κάποιοι να προθυμοποιηθούν να το διορθώσουν. Πολλοί γκέι συμφωνούν με τον Αλεξάντρ ότι η εξονυχιστική επιστημονική διερεύνηση της ομοφυλοφιλίας μπορεί να δώσει τροφή στην ευγονική, επιτρέποντας στους μελλοντικούς γονείς να αποβάλουν ένα έμβρυο που φέρει το “γκέι γονίδιο”.

«Παρόλα αυτά, δεν πρέπει να σταματήσουμε την έρευνα ή τον έλεγχο των εμβρύων για ασθένειες, αντίθετα πρέπει να δημιουργήσουμε έναν κόσμο στον οποίο τα παραπάνω δεν θα συμβαίνουν», λέει ο Λεβέυ. Είτε είναι οι ορμόνες, ο εγκέφαλος, τα γονίδια ή τα αντισώματα, «στο κάτω-κάτω η επιλογή είναι και αυτή σημαντική. Σίγουρα, όχι όσον αφορά στις βιολογικές βάσεις της σεξουαλικής έλξης, αλλά όσον αφορά στο τι κάνει ο άνθρωπος με αυτήν», λέει ο Λεβέυ. «Ακόμα όμως και εάν ήταν επιλογή, που είναι το κακό σε αυτό;»

Σπούδασε περιβαλλοντολόγος στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου και έκανε μεταπτυχιακό στην Επιστημονική και Ιατρική Δημοσιογραφία στη Βοστώνη. Είναι δημοσιογράφος επιστήμης στην Καθημερινή, βασικό μέλος της SciCo και αρχισυντάκτρια του website του Athens Science Festival.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous
gplus
 

Γίναμε τριών!

Η δημοσιογραφία απαιτεί χρόνο, δουλειά και χρήματα.
Γίνε κι εσύ συνδρομητής και εξασφάλισε ότι θα συνεχίσουμε. Γράψου τώρα

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.