Οι τελευταίοι φύλακες του δάσους που κάηκε στην Εύβοια

Ποιο ήταν το χέρι που έκαψε το δάσος της μονής Μακρυμάλλη και της Άτταλης στην Εύβοια; Οι ύποπτοι για εμπρησμό που κλήθηκαν για ανάκριση, η χρόνια πάσχουσα δασοπροστασία, η ερήμωση του δάσους από παραγωγικές δραστηριότητες, η κλιματική αλλαγή ή όλα αυτά μαζί;
Χρόνος ανάγνωσης: 
9
'
Το δάσος της Μακρυμάλλης και στην απέναντι πλευρά το δάσος της Άτταλης.

Τα τελευταία χρόνια όσο κουρασμένος κι αν αισθάνεται, αργά το βράδυ ανεβαίνει στην ταράτσα του σπιτιού του και κοιτάζει ανήσυχος προς τα βουνά. Από τότε που έχει το δικό του κοπάδι, έχει έναν μόνιμο φόβο. Τον τελευταίο καιρό ωστόσο ένιωθε ότι είχε βάλει πια τη ζωή του σε τάξη. Τα είχε όλα σχεδιάσει. Μόλις ξεχρέωνε το δάνειο του σπιτιού του, θα αφοσιωνόταν εξ ολοκλήρου σε αυτό που του άρεσε καλύτερα, την κτηνοτροφία. Από μικρός εξάλλου, όταν τελείωνε το σχολείο, εκείνος μαζί με τον αδερφό του έφευγαν από το χωριό και ζούσαν πάνω στο βουνό περπατώντας το σπιθαμή προς σπιθαμή και βόσκοντας τα ζώα τους. Επέστρεφαν το φθινόπωρο αγνώριστοι και η μάνα τους έφερνε κομμώτρια από την Αθήνα για να τους κουρέψει. Εδώ και λίγο καιρό είχε φτιάξει καινούριους στάβλους για τα περίπου 310 γίδια που είχε μαζί με τον αδερφό του, είχε αγοράσει στηρίγματα και μπάλες τριφυλλιού. Όλα πήγαιναν σύμφωνα με το σχέδιο.

Ήταν περίπου ένα τέταρτο μετά τις 03.00 τα ξημερώματα της Τρίτης 13 Αυγούστου, όταν τον ξύπνησαν οι σειρήνες της πυροσβεστικής. Για ακόμα μια φορά ανέβηκε στην ταράτσα του σπιτιού του, αυτή τη φορά όμως αντίκρισε αυτό που πάντα φοβόταν. Χωρίς να χάσει χρόνο φόρεσε την ολόσωμη φόρμα του, γάντια και τα καινούρια του άρβυλα και ξεκίνησε προς τα εκεί που διέκρινε την κόκκινη λάμψη, προς την Ιερά Μονή Μακρυμάλλης.

Το μοναστήρι της Μακρυμάλλης Παναγίας Θεοτόκου βρίσκεται 7 χλμ από τα Ψαχνά Ευβοίας και έδωσε το όνομά του στο συμπαγές πευκοδάσος που το κυκλώνει, αλλά και στο καταπράσινο χωριό των περίπου 200 κατοίκων που βρίσκεται μόλις 1,7 χλμ μακριά. Στις 23 Ιανουαρίου του 1944 οι Γερμανοί, ύστερα από μερικές αψιμαχίες που είχαν με τους αντάρτες, θεώρησαν ότι η μονή αλλά και το χωριό Μακρυμάλλη βοηθούσαν τους αντάρτες και τα έκαψαν ολοσχερώς.

Όταν ο Κωστής Παπακυριακού έφτασε στην περιοχή μεταξύ της Αγίας Μαρίνας, της Ανάληψης και της Κόκκινης Λάκκας, όπου ξεκίνησε η φωτιά, οι φλόγες υψώνονταν ήδη στα 70 μέτρα. «Τριγύρω όλες οι πλαγιές φλέγονταν. Άκουγα συνεχώς εκρήξεις, πιθανότατα από τις γεωτρήσεις που έχουν γίνει στην περιοχή. Το χωράφι μου λίγο πιο εκεί είχε ήδη γίνει στάχτη. Κοίταζα γύρω μου κι έβλεπα τις φλόγες στις κορυφές των πεύκων. Τότε είπα ότι τελείωσε, το χάσαμε το παιχνίδι. Εκείνο το σημείο είναι τόσο απότομο, δύσβατο και πυκνοδασωμένο που δεν πετάει ούτε πουλί. Οι ντόπιοι ρίχναμε νερό μαζί με τους πυροσβέστες για να μην περάσει η φωτιά προς το μοναστήρι. Ήμασταν μέσα στο ρέμα και μέσα στο σκοτάδι παλεύαμε».

Το πρώτο φως της ημέρας βρήκε τον Κωστή μαζί με τον ξάδερφό του Θοδωρή Παπακυριακού και άλλους ντόπιους να προσπαθούν να βοηθήσουν τους πυροσβέστες στην κατάσβεση της φωτιάς. «Μόλις ξημέρωσε, είχαμε την ελπίδα ότι τα αεροπλάνα θα έσβηναν τη φωτιά. Αλλά εξαιτίας του πυκνού καπνού δεν μπορούσαν να κάνουν ρίψεις. Από εκεί και πέρα η φωτιά ήταν ανεξέλεγκτη, γιατί οι ισχυροί άνεμοι άλλαζαν συνεχώς κατεύθυνση. Τα κουκουνάρια εκτοξεύονταν σε μεγάλη απόσταση, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται συνεχώς νέες εστίες φωτιάς. Κάτι τέτοιο έγινε και με την δική μου περιουσία. Εγώ προσπαθούσα να περιορίσω τη φωτιά στο δάσος του μοναστηριού, ενώ ταυτόχρονα καίγονταν τα μαντριά μου. Μόλις το αντιληφθήκαμε, μπήκαμε στο τζιπ μαζί με τον Θοδωρή και κατηφορίσαμε προς την Μακρυμάλλη. Εκείνος άνοιξε την πόρτα για να φύγουν τα δικά του ζώα κι εγώ οδήγησα τα δικά μου προς το χωριό. Δεν μπορούσα να τα εγκαταλείψω. Καλύτερα να καιγόμουν μαζί τους».

Ο Κωστής βλέποντας την περιουσία του να γίνεται στάχτες, κάθισε σοκαρισμένος στο πεζούλι του σπιτιού του και ανήμπορος κοίταζε τη φωτιά να κυκλώνει το χωριό και από τις δυο πλευρές και να κατευθύνεται προς τα Ψαχνά.

Την ίδια ώρα, οχτώ χιλιόμετρα πιο μακριά ο Σταύρος Ράζος, ρητινοκαλλιεργητής από το χωριό της Άτταλης, έδινε τη δική του μάχη στην πρώτη γραμμή της φωτιάς. Με μηχανήματα προσπαθούσε να καθαρίσει δρόμους και να ανοίξει αντιπυρικές ζώνες για να περάσουν τα πυροσβεστικά οχήματα και να προλάβουν τη φωτιά που είχε ήδη αρχίσει να καίει το δάσος της Άτταλης. «Η Άτταλη είχε το μεγαλύτερο δάσος στην Εύβοια, το οποίο είναι ιδιόκτητο. Οι προπαππούδες μας γύριζαν ξυπόλητοι για να μαζέψουν τα χρήματα και να αγοράσουν τις εκτάσεις από τους Οθωμανούς».

Τα ιδιωτικά δάση της Εύβοιας

Πράγματι, η αναγνώριση των ιδιόκτητων δασών του Δήμου Διρφύων-Μεσσαπίων έγινε με συμβόλαια και συμφωνητικά με τους Οθωμανούς κατά την περίοδο 1836-1840.

Αρχικά οι περιοχές αυτές ήταν δάση ανάμεικτα με χωράφια και διάφορες καλλιέργειες. Με τα χρόνια κάποιοι ντόπιοι εγκατέλειψαν την καλλιέργεια, με αποτέλεσμα οι εκτάσεις αυτές να μετατραπούν σε συμπαγές δάσος. Σήμερα, η βασική δραστηριότητα στο δάσος αυτό μαζί με μικρής έντασης κτηνοτροφία και μελισσοκομία, είναι η ρητινοκαλλιέργεια. Παλαιότερα ο κλάδος αυτός ήταν πολυπληθής κυρίως στη Βόρεια Εύβοια και η παραγωγή αρκετά μεγάλη. Κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες αποδεκάτισαν τους καλλιεργητές και μείωσαν αισθητά την παραγωγή. Την τελευταία πενταετία, ωστόσο, παρατηρείται μια επιστροφή των νέων ανθρώπων στην παραγωγή ρητίνης είτε ως αποκλειστική δραστηριότητα είτε για να συμπληρώσουν το χαμηλό εισόδημά τους από τα εργοστάσια της γύρω περιοχής.

Στα ιδιωτικά δάση ισχύει ένα πολύπλοκο καθεστώς εκτέλεσης δασικών εργασιών. Ο ιδιώτης σε συνεργασία με τον συνεταιρισμό στον οποίον ανήκει, οφείλει να πληρώσει ιδιώτες μηχανικούς δασών για την διάνοιξη δρόμων ή ζωνών εντός της ιδιοκτησίας του, ενώ η δασική υπηρεσία ελέγχει επιστημονικά εάν τα έργα που προτείνει ο ιδιώτης –δια του δασολόγου ιδιώτη– συνάδουν με τη νομοθεσία. Για το λόγο αυτό, οι καλλιεργητές ρητίνης δικαιούνται μια επιδότηση που ανέρχεται στα 38 λεπτά ανά κιλό.

«Όταν είμαστε όλη μέρα μέσα στο δάσος και το καλλιεργούμε, ζούμε από αυτό και το προσέχουμε σαν τα μάτια μας. Παλιά που υπήρχε κτηνοτροφία, τα ζώα έτρωγαν τα χόρτα και άνοιγαν δρόμους. Σε αυτή την περιοχή υπήρχαν χιλιάδες ζώα. Κάθε εκατό μέτρα υπήρχε στρούγκα, κονάκι. Αλλά ούτε το δάσος είχε καεί ούτε είχε καταστραφεί. Τώρα είναι ζούγκλα, δεν μπορείς να περάσεις. Τα λάθη είναι πολλά και υπεύθυνο είναι το δασαρχείο. Δεν με αφήνει να κόψω ένα ξερό ή σπασμένο δέντρο. Αν το έκοβα όμως και το δάσος θα καθάριζε και θα είχα να ζεσταθώ το χειμώνα. Αν πάρω τον φορτωτή μου και με δικά μου μέσα ανοίξω ένα μικρό δρόμο μόνο για να περνάω, θα μου κάνουν μήνυση και θα μου κατασχέσουν τα μηχανήματα. Πρέπει να φέρω μηχανικό, να κάνει μελέτη και να ξοδέψω ένα σωρό λεφτά. Πού να τα βρω τόσα χρήματα;», λέει ο Σταύρος Ράζος.

Σύμφωνα με τον Γιώργο Μήλιο, Τμηματάρχη Διαχείρισης στο Δασαρχείο Χαλκίδας και Αναπληρωτή Δασάρχη, «ο νόμος προβλέπει, ότι εάν οι ιδιώτες δεν κάνουν τα έργα που πρέπει να κάνουν, τότε τα εκτελεί το δασαρχείο και κοστολογούνται στους ιδιοκτήτες μέσω της ΔΟΥ. Αλλά επειδή είναι φτωχοί άνθρωποι, αυτό τις περισσότερες φορές δεν γίνεται. Οι συνεταιρισμοί συνήθως βρίσκουν τη ΛΑΡΚΟ ή κάποιους χορηγούς και κάνουν τους καθαρισμούς και τις συντηρήσεις των δασικών οδών. Ειδικά από 2011 και μετά υπάρχει επιείκεια. Καλό θα ήταν να δοθεί κάποια επιδότηση από το ΕΣΠΑ ή την ΕΕ προς τους ντόπιους ιδιοκτήτες που δεν έχουν τα χρήματα να πληρώσουν τους μηχανικούς δασών για να προχωρήσουν στα έργα αυτά».

«Πρέπει να προσλαμβάνονται άνθρωποι που ζουν στην περιοχή»

Την τρίτη μέρα της φωτιάς και όταν το κύριο μέτωπο έχει περιοριστεί σε μια χαράδρα, ο Σταύρος Ράζος μαζί με τον πατέρα και τον θείο του προσπαθούσαν να μαζέψει όσες σακούλες με ρητίνη διασώθηκαν. «Είχαμε 10.000 σακούλες και τώρα έμειναν μόνο 1.000 από 11.000 πεύκα. Τα περισσότερα κάηκαν και τα υπόλοιπα τα ξερίζωσαν προσπαθώντας τελευταία στιγμή να ανοίξουν αντιπυρικές ζώνες. Αυτά έπρεπε να έχουν ήδη γίνει, αλλά δεν υπήρχε καμία πρόληψη ή φύλαξη του βουνού. Οι ζώνες ανοίγουν μόνο όταν πιάνει φωτιά. Η ζημιά που πάθαμε είναι τεράστια γιατί για τα επόμενα 50 χρόνια δεν θα μπορέσουμε να καλλιεργήσουμε το δάσος. Από την περυσινή φωτιά που έκαψε τμήμα του δάσους δεν δόθηκε καμία αποζημίωση στους παραγωγούς. Αλλά και πάλι αυτό θα λύσει το πρόβλημά μας μόνο προσωρινά. Μετά τι γίνεται; Και για όλη αυτή την καταστροφή τι έκανε το δασαρχείο;».

«Διαχρονικά γίνεται μία προσπάθεια να είναι το κατά δύναμιν έτοιμη η δασική υπηρεσία. Όταν η Ελλάδα έχει αυτές τις οικονομικές δυσκολίες, ο καθένας προσπαθεί να δουλέψει με ό,τι έχει πρόσφορο. Το δασαρχείο αυτή τη στιγμή μαζί με το διοικητικό προσωπικό έχει 23 υπαλλήλους. Είναι λίγοι για τα προβλήματα του συγκεκριμένου δάσους. Χρειάζονται προσθήκες σε δασικό προσωπικό. Στις 31 Ιουλίου 2018 προσελήφθησαν 50 άτομα ως δασεργάτες, τέσσερις δασολόγοι-δασοπόνοι και άλλοι τέσσερις για την διοικητική υποστήριξη μέσω προγράμματος του ΟΑΕΔ. Σαν σκέψη ήταν καλή, αλλά πρέπει να προσλαμβάνονται άνθρωποι που ζουν στην περιοχή. Με το πρόγραμμα αυτό προσελήφθησαν άτομα που δεν γνωρίζουν το δάσος και δεν μπορούν να δουλέψουν σε αυτό», λέει ο κ. Μήλιος.

«Το βασικό πρόβλημα είναι ότι το μοντέλο δασοπυρόσβεσης από την πυροσβεστική δεν λειτουργεί αποτελεσματικά. Το σχέδιο που εκπονήθηκε το 91-93, το οποίο ήταν υπερκομματικό και προέβλεπε την επανίδρυση της δασικής υπηρεσίας σε νέες βάσεις, δεν εφαρμόστηκε ποτέ. Θα πρέπει η δασοπυρόσβεση να γίνεται από ειδικό δασικό σώμα, να υπάρχουν άνθρωποι που να βρίσκονται συνεχώς μέσα στο δάσος και να επεμβαίνουν με ειδικά οχήματα πυρόσβεσης περισσότερο ευέλικτα. Και εννοείται να κάνουν έλεγχο πριν τη φωτιά. Αλλά αυτό εξαρτάται από τον προϋπολογισμό στα καύσιμα, από το προσωπικό και άλλους παράγοντες. Εμείς αυτή την στιγμή έχουμε αρμοδιότητα να κάνουμε περιπολίες, αλλά δεν είναι μόνο αυτός ο σκοπός των δασαρχείων. Οπότε πρέπει να βρούμε μια χρυσή τομή. Μέχρι πρότινος δεν είχαμε καύσιμα για περιπολίες. Σαφέστατα οι ντόπιοι μπορούν να συνεισφέρουν στο δάσος, γιατί το πονάνε και δουλεύουν σε αυτό. Αλλά αυτό πρέπει να είναι αποτέλεσμα μιας πολιτικής που θα πηγάζει κεντρικά από το υπουργείο και φυσικά η διάρθρωση της δασικής υπηρεσίας πρέπει να είναι ενιαία για όλη την Ελλάδα. Έχει καθυστερήσει κι έχει παραγκωνιστεί το έργο και της δασικής υπηρεσίας, η οποία πρέπει να αναδιαρθρωθεί και να γίνει κάθετη η οργάνωση της», συνεχίζει ο κ. Μήλιος.

Η εγκατάλειψη έβαλε λάδι στη φωτιά

Σύμφωνα με μαρτυρίες κατοίκων στο inside story, τόσο το δάσος της Άτταλης όσο και το δάσος που ανήκει στο μοναστήρι παρουσίαζαν εικόνες εγκατάλειψης με αποτέλεσμα να έχουν συγκεντρωθεί στοίβες καύσιμης ύλης. Δεν υπήρχαν αντιπυρικές ζώνες, ενώ οι περισσότεροι δρόμοι στο δάσος της Άτταλης είχαν να καθαριστούν από τη φωτιά του 95. Στην ίδια περιοχή υπάρχουν και τρεις δεξαμενές νερού, αλλά μόνο η μία ήταν γεμάτη νερό, γιατί στις άλλες δυο είχε κοπεί το λάστιχο ύδρευσης. Πρώην πυροφύλακας ισχυρίζεται ότι το πυροφυλάκιο της Πλατάνας σταμάτησε να λειτουργεί από όταν εγκαταστάθηκε εκεί κεραία κινητής τηλεφωνίας. Κανένας πυροφύλακας δεν δεχόταν να εργάζεται πια εκεί.

Σύμφωνα με την Υπηρεσία Copernicus Emergency Management Service/Mapping της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία ενεργοποιήθηκε κατόπιν αιτήματος του Γενικού Γραμματέα Πολιτικής Προστασίας Νίκου Χαρδαλιά, στην περιοχή έχει καεί συνολική έκταση 23.565 στρεμμάτων. Ο Κωνσταντίνος Λιαρίκος, Επικεφαλής Περιβαλλοντικού Προγράμματος της WWF Ελλάς, είναι κατηγορηματικός. «Για αρκετά χρόνια θα υπάρξει μια υποβάθμιση στο τοπικό περιβάλλον τόσο αισθητική όσο και σε επίπεδο ποιότητας της ατμόσφαιρας και σε πλημμυρικά φαινόμενα. Υπάρχουν πολλά ελλείμματα στον κρατικό σχεδιασμό. Το βασικότερο είναι ότι δεν γίνεται καμία επένδυση στην πρόληψη και τη διαχείριση των δασών. Πρόληψη σημαίνει μεταξύ άλλων και ενίσχυση της δασικής υπηρεσίας, η οποία αυτή την στιγμή δεν διαθέτει τα απαραίτητα μέσα. Όταν στα δάση υπάρχει συσσωρευμένη βιομάζα, γιατί δεν καθαρίζονται και δεν υλοτομούνται, οι φωτιές είναι μεγαλύτερης έντασης, θερμοκρασίας και ταχύτητας. Επίσης, ο κατασταλτικός μηχανισμός βρίσκεται στα όριά του και από άποψη εξοπλισμού αλλά και ανθρώπινου δυναμικού. Εάν οι δραστηριότητες μέσα στα δάση, όπως η υλοτομία, η μελισσοκομία, η ρητινοκαλλιέργεια, η βόσκηση, γίνονταν σε μεγαλύτερη ένταση, το πρόβλημα των πυρκαγιών θα ήταν σαφώς μικρότερο. Τα δάση έχουν εγκαταλειφθεί και αυτό δεν είναι μόνο ελληνικό πρόβλημα, αλλά μεσογειακό. Πρέπει να βρούμε τρόπους να ξαναφέρουμε τις παραγωγικές δραστηριότητες μέσα στο δάσος. Τέλος, δεν θα μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά το θέμα των πυρκαγιών, εάν δεν αντιμετωπίσουμε το ζήτημα της χωροταξίας με τους διάσπαρτους οικισμούς μέσα στα δάση. Πρέπει να αποκτήσουμε παιδεία και να συνειδητοποιήσουμε ότι κάθε χρόνο υποφέρουμε από κάτι που προκαλούμε οι ίδιοι, καθώς περίπου το 90% των πυρκαγιών ξεκινάνε από ανθρωπογενή αίτια».

Πίσω στην Μακρυμάλλη, τέσσερις μέρες αφότου ξέσπασε η φωτιά, ο Κωστής στέκεται ακόμα στο καμένο μαντρί του προσπαθώντας να μετρήσει τις πληγές του. «Όταν υπάρχει πλήρης αδιαφορία και σε καίνε ζωντανό, δεν έχεις καμία δύναμη να ξεκινήσεις από την αρχή. Αυτή την στιγμή δεν έχω ούτε τροφή να ταΐσω τα ζώα. Το δάσος πέθανε και μαζί του πεθάναμε κι εμείς. Οι τελευταίοι φύλακες του δάσους».

Εικόνες της πυρκαγιάς στην Εύβοια

Μετά τις σπουδές της στο Πάντειο Πανεπιστήμιο εργάστηκε στον Ταχυδρόμο, ΤΑ ΝΕΑ, τη Liberation, το RT, το VICE Greece, το VICE News ενώ ρεπορτάζ και ντοκιμαντέρ της έχουν δημοσιευτεί στα Global Post, VICE on HBO, Mediapart, Internazionale, Handelsblatt & Le Monde Diplomatique.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous
1

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.