Πώς ερωτεύονταν οι αρχαίοι;

Ημέρα αφιερωμένη στον Έρωτα η σημερινή και μια αφορμή για να μάθουμε πώς εξέφραζαν την ερωτική τους επιθυμία οι αρχαίοι Έλληνες.
Χρόνος ανάγνωσης: 
13
'
Αττικός ερυθρόμορφος κύλικας με σκηνή κώμου (διονυσιακής πομπής), 490/480 π.Χ., του ζωγράφου Μάκρωνος.

«Ευμελίς ήκε ως τάχος Αρκέσιμος». Ανυπόμονος ο ερωτευμένος Αρκέσιμος στέλνει μήνυμα στην καλή του να τον συναντήσει το γρηγορότερο. Τι κι αν αυτό το μήνυμα εστάλη πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια; Πόση διαφορά έχει από τα εκατομμύρια σημερινά μηνύματα, που θα σταλούν με το κινητό, ειδικά αυτές τις μέρες του Αγίου Βαλεντίνου, ενός αγίου τόσο μικρού και λίγου μπροστά στον αρχαίο ελληνικό Έρωτα, γιο της θεάς Αφροδίτης; 

Κάλλιστος, λυσιμελής, ανίκατος, αβρός, τακερός, αλγεσίδωρος, σχέτλιος. Έρως νυκτέλιος. Έρως σπένδων. Έρως αλιεύων. Έρως δεσμώτης. Ζωώδης Έρως. Φιλοσοφικός Έρως. Έρως και Αντέρως. Αυτά είναι μερικά μόνον από τα επίθετα που χρησιμοποίησαν οι αρχαίοι Έλληνες για τον Έρωτα. Μερικές μόνον από τις μορφές του στη ζωή των θεών και των ανθρώπων. Γιατί, άλλος ο έρωτας για τους θεούς και άλλος για τους θνητούς. Άλλος ο συζυγικός έρωτας, άλλος ο αγοραίος κι άλλος ο έρωτας των ομοίων. Ιδιότητες που δεν σταματούν εδώ, αφού τότε και τώρα πρόκειται για τον θεό με τον οποίον ασχολείται η ανθρωπότητα από την αυγή του πολιτισμού, η πιο ισχυρή και πολύπλοκη ανθρώπινη επιθυμία, που διασχίζει τον χρόνο με ακατάβλητη δυναμική, αλλάζοντας μόνο στα σημεία. Πρόκειται για ομοιότητες που συχνά γοητεύουν, άλλο τόσο όμως παγιδεύουν τον σύγχρονο άνθρωπο, όταν προσπαθεί να ερμηνεύσει φαινόμενα του 5ου π.Χ. αιώνα με ηθικά και κοινωνικά κριτήρια του 21ου. Ειδικά για έναν πολιτισμό όπως ο δικός μας, που έχει το προνόμιο ιστορίας χιλιετιών, συχνά οι αναφορές στην αρχαιότητα, καθώς γίνονται με την άνεση του συγγενή, που μιλάει απλώς για τους προγόνους του, τείνουν να παραβλέπουν τις τεράστιες αλλαγές που έχουν μεσολαβήσει. Ό,τι για μας σήμερα είναι ακατανόητο, στην αρχαιότητα μπορεί να ήταν συνήθης πρακτική. Ό,τι για μας μπορεί να θεωρείται βδελυρό, στην αρχαιότητα μπορεί και να ήταν ανεκτό.

Για τους αρχαίους Έλληνες, ο Έρως ήταν μία ευρεία έννοια, που εμπεριείχε τόσο τη συναισθηματική όσο και τη σεξουαλική επιθυμία. Και παρότι είναι βέβαιο, πως όταν ο Σοφοκλής έγραφε στην Αντιγόνη «Έρως ανίκατε μάχαν, / έρως, ος εν κτήμασι πίπτεις, / ος εν μαλακαίς παρειαίς / νεάνιδος εννυχεύεις…» μιλούσε για έναν αγνό, ιδεαλιστικό, πνευματικό έρωτα, στην πραγματικότητα αυτός ήταν υπαρκτός μόνο στην ποίηση.

Η αρπαγή

Όταν ο Πάρις και η Ωραία Ελένη κλέφτηκαν από τα παλάτια του Μενελάου δεν έκαναν κάτι πρωτότυπο. Γιατί ο γάμος «δι΄ αρπαγής» διόλου ασυνήθιστος ήταν στην αρχαιότητα. Την αρπαγή άλλωστε την είχε διδάξει πολλαπλώς η μυθολογία: Δίας και Ευρώπη, Βορρέας και Ωρείθυια, Άδης και Περσεφόνη, Πέλοπας και Ιπποδάμεια, για να αναφερθούν μερικοί μόνο από τους μύθους. Συνήθης ήταν και ο γάμος «δι΄ αγοράς», κατά τον οποίο δίνονταν τα «έεδνα» δηλαδή η προίκα, που ήταν το αντίτιμο της αξίας της νύφης. Τέλος υπήρχε και ο γάμος «δι’ εγγύης», εγγύησης δηλαδή, που ισοδυναμούσε με τον σημερινό αρραβώνα και ήταν η πλέον αγνή μορφή, αφού δεν είχε κάποια ωφελιμιστικά στοιχεία. Και ο έρωτας; Ας μη μιλάμε για έρωτα μέσα στον γάμο στην κλασική Ελλάδα, αφού σπάνια ήταν αποτέλεσμα ερωτικής έλξης, άλλωστε οι μελλόνυμφοι βλέπονταν για πρώτη φορά συνήθως κατά τη διάρκεια των τελετών.

Ο γάμος στην αρχαία Ελλάδα ήταν ένας θεσμός της πολιτείας με αυστηρούς νόμους, που όριζαν την εύρυθμη λειτουργία του οίκου και την δημιουργία γνήσιων και νόμιμων απογόνων. Χαρακτηριστική η άποψη του Πλάτωνα, που δεν νοεί βαθύ έρωτα ανάμεσα σε έναν άνδρα και μία γυναίκα, παρά μόνον εκτός γάμου! (Συμπόσιο). Αντίθετα ο Αριστοτέλης λέει πως: «Ανάμεσα στον άνδρα και τη γυναίκα, η αμοιβαία στοργή φαίνεται πως είναι έργο της φύσης. Ο άνθρωπος από τη φύση την ίδια προτιμά να ζει ζευγαρωμένος, παρά μέσα στην πολιτική κοινωνία, γιατί η οικογένεια είναι παλαιότερη από την πολιτεία και πιο αναγκαία από αυτήν και γιατί η αναπαραγωγή είναι κοινή σε όλα τα ζωντανά πλάσματα» (Ηθικά Νικομάχεια). Να σημειωθεί πάντως, ότι ο Αριστοτέλης καθρεφτίζει την εξέλιξη των ηθών στην εποχή του, κατά την οποία η γυναίκα αρχίζει να αποκτά μία υπόσταση, βγαίνοντας από το ηθικό γκέτο στο οποίο ήταν φυλακισμένη κατά τον 6ο και 5ο π.Χ. αιώνα.

Η υποδεέστερη θέση της γυναίκας στην αρχαιότητα αντικατοπτριζόταν εξάλλου και μέσα στον γάμο. Έπρεπε να είναι παρθένα –αναφέρονται σκληρές τιμωρίες σε αντίθετη περίπτωση, όπως αυτή ενός πατέρα που έδεσε την κόρη του σε σταύλο με άλογα, τα οποία με τα λακτίσματά τους τη σκότωσαν (Αθήναιος)– κι έπρεπε να είναι ενάρετη, καθώς η μοιχεία καταδικαζόταν έως και με θάνατο – υποτίθεται και για τα δύο φύλα, αλλά για τους άνδρες εφαρμογή του νόμου δεν καταγράφεται. Κι όσο για το διαζύγιο, ήταν εύκολο, αλλά μόνον για τους άνδρες.

Η παλλακεία εξάλλου, ευρύτατα διαδεδομένη, ίσχυε παράλληλα με τον γάμο. Θα μπορούσε μάλιστα να πει κανείς, ότι η θέση της παλλακίδας ήταν ανάμεσα στη σύζυγο και την εταίρα. Φρόντιζε για την περιποίηση του άνδρα, ενώ η σύζυγος ήταν επιφορτισμένη κυρίως με την ανατροφή των παιδιών και την καλή λειτουργία του οίκου. Φυσικά ούτε εδώ μιλάμε για έρωτα.

Οι εταίρες

Οι πόρνες για την ηδονή, οι παλλακίδες για τις καθημερινές φροντίδες και οι σύζυγοι για τους γνήσιους απογόνους και την πιστή φύλαξη του σπιτικού. Αυτή ήταν η αρχή που διείπε την ερωτική ζωή των αρχαίων Αθηναίων και τη σχέση τους με τις γυναίκες. Ο πληρωμένος έρωτας κάνει από νωρίς την εμφάνισή του στην αρχαία Ελλάδα, οι μαρτυρίες μάλιστα για την πορνεία στην Αθήνα έρχονται από τον 7ο π.Χ. αιώνα ενώ η μεγάλη εξάπλωση σημειώνεται από τον 3ο π.Χ. Κατά την παράδοση, ο Σόλωνας ήταν αυτός που «τακτοποίησε» το θέμα της πορνείας αγοράζοντας σκλάβες, που τις τοποθέτησε σε διάφορα σπίτια προκειμένου να προστατέψει την αγνότητα των ελεύθερων γυναικών και να εξασφαλίσει την καθαρότητα των απογόνων των πολιτών. Ο ίδιος εξάλλου θεωρείται ότι με τα κέρδη –το «πορνικό τέλος» όπως λεγόταν– από την εμπορία αυτών των γυναικών έκτισε ναό στην Πάνδημη Αφροδίτη, την «κοινή σε όλους» προστάτιδα του αγοραίου έρωτα. Όπως γράφει η Κάθριν Σέιλς, «αυτός ο κρατικός έλεγχος στους οίκους ανοχής είναι ένα από τα χαρακτηριστικά της αθηναϊκής ζωής. Η καθιέρωση των σπιτιών, που αρχικά συνδέεται με την αριστοκρατική μέριμνα για την προστασία της φυλής, καταλήγει να προσδιορίζει μια φιλοσοφία της ζωής και της απόλαυσης χωρίς κίνδυνο, εύκολα και φθηνά» (Η άλλη όψη της αρχαιότητας, Υπόκοσμος).

Κατά πρώτον υπήρχαν οι λεγόμενες ιερές εταίρες ή ιερόδουλες, αφιερωμένες στην Αφροδίτη, που ανήκαν μάλιστα κατά κάποιον τρόπο στο προσωπικό του ιερού. Επρόκειτο για ένα είδος θρησκευτικού θεσμού εξομοίωσης με τη θεά, καθώς πίστευαν ότι ευνοούσε τη γονιμότητα όλων των γυναικών αλλά και τη γονιμότητα της γης (εξού και κατά τις γιορτές του Διονύσου περιέφεραν εν πομπή έναν φαλλό ως όργανο αναδημιουργίας). Πάντως οι ιερόδουλες δεν ήταν κατ΄ ανάγκη πόρνες στους ναούς της Αφροδίτης. Όπως σημειώνει ο Ανδρέας Λεντάκης (Ο έρως στην αρχαία Ελλάδα), υπήρχαν δύο είδη πορνείας: Στην πρώτη οι γυναίκες μιας πόλης μπορούσαν να συνευρεθούν με έναν ξένο στον ναό για μία φορά ή για περιορισμένο χρονικό διάστημα και αυτό δεν θεωρείτο στίγμα, ενώ στη δεύτερη, γυναίκες κατά κανόνα δούλες ή αιχμάλωτες ήταν αφιερωμένες στη θεά και ασκούσαν πορνεία για όλη τους τη ζωή.

Ου παντός πλειν

Οι ιερές εταίρες ήταν πολυάριθμες, ειδικά μάλιστα στην Κόρινθο, όπου το ιερό, όπως λέει ο Στράβων «ήταν τόσο πλούσιο που κατείχε πάνω από χίλιες ιερόδουλες, πολλές από τις οποίες είχαν προσφερθεί στη θεότητα από ιδιώτες, άνδρες και γυναίκες». Άλλωστε η Κόρινθος πρωτοστατούσε τόσο σε αριθμό πορνείων όσο και στα ποσά που ζητούσαν οι ιερόδουλες και οι άλλες πόρνες. Πράγμα που αντικατοπτρίζεται και στη φράση «ου παντός πλειν ες Κόρινθον», η οποία υποτίθεται, ότι αναφέρεται ειδικά στη διάσημη εταίρα Λαΐδα και στο υψηλό αντίτιμο που ζητούσε για την προσφορά των υπηρεσιών της. Στην Αθήνα τα περισσότερα πορνεία ήταν στον Κεραμεικό, όπου πωλούνταν μυρωδικά και άλλα συναφή του επαγγέλματος, ενώ πάρα πολλά υπήρχαν και στον Πειραιά.

Δούλες, αιχμάλωτες πολέμου ή πολύ φτωχά κορίτσια που πωλούνταν ή είχαν αφεθεί στους δρόμους από μικρά ήταν οι πόρνες. «Ένα αγόρι, ο οποιοσδήποτε το μεγαλώνει, και φτωχός νά ΄ναι. Ένα κορίτσι το βγάζει στο δρόμο και πλούσιος νά ‘ναι», διαβάζουμε στον Ποσείδιππο εκ Κασσάνδρας (Ερμαφρόδιτος). Όσο για την τιμή αγοράς μιας μικρής σκλάβας, μπορούσε να είναι 50 δραχμές.

Δεικτηριάδες (δηλαδή δακτυλοδεικτούμενες), λεωφόροι (γυναίκες του δρόμου), σποδισιλάβρες (αυτές που σύχναζαν στα σοκάκια), χαμαιτύπαι (όσες συνευρίσκονταν κατάχαμα στο έδαφος), επίσης οι πόρνες των καπηλειών, των λουτρών κ.ά. Αυτές ήταν οι βασικές κατηγορίες των γυναικών που εκδίδονταν, με ανώτερες ανάμεσά τους τις αυλητρίδες και τις χορεύτριες. Η απόσταση όμως από αυτές τις πόρνες (η λέξη από το ρήμα πέρνυμι = αγοράζω) ως τις εταίρες των συμποσίων ήταν μεγάλη. Η Λαΐδα, η Φρύνη, η Ασπασία δεν ήταν μόνον γυναίκες όμορφες. Διέθεταν εξυπνάδα, μόρφωση, δύναμη, βρίσκονταν δίπλα σε σημαντικές προσωπικότητες της εποχής τους και πέρασαν στην Ιστορία. Εταίρες σαν αυτές, που φημίζονταν για τα ταλέντα τους, είχαν σταθερή πελατεία και ήταν πάμπλουτες. (Η Φρύνη έφθασε να παραγγείλει στον Πραξιτέλη μπρούτζινο επιχρυσωμένο άγαλμα για να το αναθέσει στους Δελφούς). Αντίθετα οι στεγασμένες στα δημόσια σπίτια είχαν πελάτες τα φτωχότερα στρώματα του πληθυσμού, που δεν διέθεταν παρά μερικούς οβολούς. Τέλος οι υπόλοιπες έπρεπε να αναζητήσουν πελατεία οπουδήποτε. Στα λιμάνια, όπου έστελναν απεσταλμένους για να προσελκύσουν άνδρες που έφθαναν με τα καράβια, ή απλώς στον δρόμο, προσκαλώντας τους διαβάτες, ακόμη και με το χνάρι που άφηναν τα υποδήματά τους στο χώμα με τη φράση «Ακολούθει μοι».

Η τιμή της απόλαυσης

«Οι γυναίκες στις γωνιές των δρόμων θα πλευρίζουν όσους βγαίνουν από τα δείπνα και θα τους λένε: Έλα στο σπίτι μας που σού ΄χουμε μια ομορφούλα! Κι άλλη θα φωνάζει από το μπαλκόνι: Έλα στο δικό μου, η ομορφότερη κι η πιο αφράτη εδώ είναι!...», λέει ο Αριστοφάνης στις Εκκλησιάζουσες.

Και η τιμή της απόλαυσης; Στους 2 οβολούς η χαμηλότερη, αλλά μπορεί και από μία έως πέντε δραχμές. Για να νοικιάσει εξάλλου κανείς μία αυλητρίδα στην Αθήνα κόστιζε 2 δραχμές. Μια κατάσταση που άλλαξε άρδην με την επιδρομή των Μακεδόνων και τα νέα ήθη: «Έκανε την Ακρόπολη χαμαιτυπείο κι έβαλε πόρνες στον ναό της Παρθένου», γράφει ο ποιητής Φιλιππίδης για τον Δημήτριο τον Πολιορκητή, που προκαλώντας ανθρώπινους και θεϊκούς νόμους είχε εγκαταστήσει το 307 π.Χ., μετά την κατάληψη της Αθήνας, τις ευνοούμενές του στον Παρθενώνα, επιδιδόμενος μαζί τους σε σκανδαλώδη όργια, ύψιστη βλασφημία για την θεά Αθηνά. Είχε φθάσει μάλιστα να επιβάλει «συμβολή 250 ταλάντων στους Αθηναίους –ποσό κατά 500 φορές μεγαλύτερο από τη τιμή ενός σκλάβου πολυτελείας– προκειμένου να το δώσει στην εταίρα Λάμια που είχε μαζί του και στις άλλες πόρνες για να αγοράσουν καλλυντικές κρέμες».

Και ανδρική πορνεία υπήρχε ωστόσο, παρότι απολύτως κατακριτέα από ανθρώπους και νόμους, οι οποίοι ήταν ιδιαιτέρως αυστηροί επισείοντας βαρύτατες ποινές στους παραβάτες. «Τα αγόρια που δέχονται με τη θέλησή τους να γίνουν όργανα μιας τέτοιας ακολασίας και κραιπάλης τοποθετούνται στην κατηγορία των εξευτελισμένων πλασμάτων», γράφει ο Πλούταρχος (Ερωτικός) αποδίδοντας τη γενική αντίληψη της κοινωνίας. Άλλοι από αυτούς ήταν «περιπατητικοί», αναζητώντας στους δρόμους τους πελάτες, τους οποίους για να προσελκύσουν χρησιμοποιούσαν διάφορα τεχνάσματα, κυρίως με την εμφάνιση και τα ενδύματά τους. Κι άλλοι –κυρίως οι νέοι και ωραίοι δούλοι– βρίσκονταν σε σπίτια, όπου τους είχαν τοποθετήσει οι κύριοί τους.

Όμοιος έρωτας

Ο ελληνικός έρωτας όπως εμφανίζεται στα αρχαία κείμενα είναι ο έρωτας των παίδων, άλλως παιδεραστία, όχι όμως με την σημερινή ερμηνεία της λέξης. Γιατί για τους αρχαίους σήμαινε τον αγνό και αφιλοκερδή έρωτα και όχι τις ομοφυλοφιλικές σχέσεις όπως νοούνται σήμερα. Επρόκειτο για την ψυχοπνευματική σχέση ενός ενήλικα, έμπειρου άνδρα, του εραστή με έναν νεαρό, τον ερώμενο, στο πλαίσιο μιας παιδαγωγικής διαδικασίας μεταξύ δασκάλου και μαθητή, όπου ο πρώτος στόχευε στη διαμόρφωση του ήθους και στην καλλιέργεια της ψυχής του νέου. Γι΄ αυτό και έχαιρε απόλυτης εκτίμησης από την πολιτεία. Τόσο κοινωνικά όσο και νομικά. Ήταν μάλιστα διαδεδομένη κυρίως στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα. Άλλωστε στην πρώτη μορφή του αυτός ο παιδαγωγικός έρωτας (που σύμφωνα με κάποιους περιλάμβανε και τη μύηση στη σαρκική επαφή με το ξύπνημα των αισθήσεων) είχε εφαρμοστεί στην αγωγή και μόρφωση των νέων πολεμιστών. Να τονισθεί ιδιαίτερα ότι σε αυτήν τη σχέση δεν υπήρχε πρωκτικός έρωτας. Μάλιστα στην αρχαία Αθήνα υπήρχε ολόκληρη νομοθεσία για την αντιμετώπιση και την καταδίκη του, αρχίζοντας πιθανότατα πρώτα από τον Σόλωνα, που με τους νόμους του προσπαθούσε να περιορίσει αυτού του είδους την έκφραση, απομακρύνοντας όσο το δυνατόν περισσότερο τους εραστές από τα σχολεία και τις παλαίστρες.

Χώροι που ευνοούσαν τη ερωτική προσέγγιση υποψήφιων εραστών και ερωμένων ήταν οι παλαίστρες, καθώς εκεί συγκεντρώνονταν καθημερινά οι νέοι για να γυμνασθούν και να μορφωθούν και οι μεγαλύτεροι για να ασκηθούν αλλά και για να θαυμάσουν και να σχολιάσουν τα ωραία σώματα. Οι αρχαίοι άλλωστε ήταν εξοικειωμένοι με το γυμνό ανδρικό σώμα, γοητεύονταν από αυτό και το εκθείαζαν, όπως προκύπτει από πλήθος αρχαίων πηγών.

Η σεξουαλική πράξη μεταξύ εραστή και ερώμενου γινόταν με την τριβή του οργάνου του πρώτου μεταξύ των μηρών του νέου. Λεγόταν «διαμηρίζειν» και προϋπέθετε την κατ΄ ενώπιον στάση των δύο συμμετεχόντων, έπρεπε δηλαδή να κοιτούν κατά πρόσωπο ο ένας τον άλλον, δεδομένου ότι η πράξη γινόταν μεταξύ ίσων. Δηλαδή μεταξύ ελεύθερων ανδρών. Γενικότερα άλλωστε η ερωτική έλξη –σαρκική και πνευματική– μπορούσε να αναπτυχθεί μόνον μεταξύ ατόμων που ήταν ίσοι μεταξύ τους. Αντίθετα υποτιμητική και ταπεινωτική ήταν η πρωκτική συνουσία, το «πυγίζειν». Κάτι που δεν ίσχυε όμως κατά την ερωτική επαφή των ανδρών με τις γυναίκες, αφού λογίζονταν υποδεέστερες ως άτομα, τόσο σε κοινωνικό όσο και σε διανοητικό επίπεδο. Οι παραστάσεις σε αρχαία αγγεία το αποδεικνύουν. Το ίδιο ίσχυε και για τους δούλους.

Ενδιαφέρον πάντως έχει το γεγονός, ότι μετά την περίοδο της μαθητείας, που γινόταν μεταξύ 12 και 17 ετών, οι νέοι άνδρες επ΄ ουδενί θεωρούνταν θηλυπρεπείς. Ο ρόλος τους πλέον ήταν καθαρά ανδρικός, με τη σειρά τους έτσι θα αναλάμβαναν αργότερα τον ρόλο του εραστή σε νεότερα άτομα. Εκτός και αν συνέχιζαν την παθητική στάση στην ερωτική πράξη, οπότε γίνονταν δακτυλοδεικτούμενοι και τιμωρούνταν από την πολιτεία με αυστηρό τρόπο, όπως τη στέρηση των πολιτικών τους δικαιωμάτων.

Η εκπαίδευση

Τον εκπαιδευτικό χαρακτήρα της αρχαίας παιδεραστίας ως σχέσης ανδρείας και θάρρους ενισχύουν εξάλλου οι αναφορές για την πολεμική συντροφικότητα: «Στη Θήβα όταν ο ερώμενος έφθανε στη στρατεύσιμη ηλικία, ο εραστής τού έκανε δώρο μία πλήρη πανοπλία», γράφει ο Πλούταρχος (Ερωτικός). Κι ο μεγάλος στρατιωτικός αυτής της πόλης, ο Παμμένης, τοποθετούσε μέσα στις στρατιωτικές ομάδες δίπλα-δίπλα τον εραστή και τον ερώμενο, θεωρώντας ότι έτσι κανείς δεν μπορούσε να τους νικήσει. Άλλωστε και ο περίφημος Ιερός Λόχος των Θηβών σχηματιζόταν από εραστές και ερώμενους και μάλιστα γι΄ αυτό ακριβώς κατά τον Πλούταρχο (Βίος Πελοπίδα), τον αποκαλούσαν «ιερό». Βεβαιώνουν μάλιστα οι ιστορικοί, πως αυτός ο λόχος δεν νικήθηκε ποτέ ως τη μάχη της Χαιρώνειας.

«Στους πολυάριθμους πανηγυρικούς της παιδεραστίας που μας άφησε η ελληνική αρχαιότητα, υποτίθεται πως πάντα πρόκειται για μία ένωση των ψυχών και όχι των σωμάτων, για έναν έρωτα αγνό και όχι σαρκικό και όπως λέμε ακόμα σήμερα, πλατωνικό», γράφει ο κλασικός φιλόλογος Ρομπέρ Φλασελιέρ στο έργο του «Ο έρωτας στην αρχαία Ελλάδα». Από την άλλη ο Πλούταρχος λέει πως «Αν η συντροφιά με τ΄ αγόρια δεν έχει τίποτε το αφροδισιακό, πώς θα πρόκειται για έρωτα αν απουσιάζει η Αφροδίτη; Αν υπάρχει λοιπόν Έρως χωρίς Αφροδίτη, αυτό μοιάζει με μεθύσι χωρίς κρασί…» (Ερωτικός). Και ο Αισχίνης στον λόγο του «Κατά Τιμάρχου» δηλώνει: «Μήτε σήμερα μήτε ποτέ άλλοτε περιφρόνησα τις ερωτικές ηδονές, το αναγνωρίζω. Να αγαπάς καλοφτιαγμένους και με ευπρεπή ήθη νέους, να το κύριο γνώρισμα μιας ευαίσθητης και γενναιόδωρης ψυχής».

Παρόλα αυτά η ιστορία είναι γεμάτη από φιλίες ανάμεσα σε έναν άνδρα και έναν έφηβο που έμειναν αγνές. Επίσης για άνδρες, που δεν παρασύρονταν σε αλλότριες απολαύσεις. Όπως ο Σωκράτης, που αντιστάθηκε σθεναρά στις τεράστιες προσπάθειες του Αλκιβιάδη να τον δελεάσει (Πλάτωνας, Συμπόσιο). Αλλά κι ο Αριστοφάνης, όπως φαίνεται από τα έργα του (Αχαρνής, Βάτραχοι, Νεφέλες), όπου χτυπάει με σκληρές εκφράσεις τους «παρεκτρεπόμενους» παιδεραστές όπως ο Κλεισθένης, ο Αγάθων, ο Κλεώνυμος και άλλοι, αντιτάσσοντας στη διαφθορά των συγχρόνων του τα ήθη της προηγούμενης γενιάς, των ανδρείων Μαραθωνομάχων, που γι΄ αυτόν ήταν πολύ πιο αγνά. Αλλά και ο Αριστοτέλης, όπως και ο Σωκράτης είναι πολύ αυστηρός με αυτού του είδους την παιδεραστία, τοποθετώντας την στα διεφθαρμένα γούστα για τα οποία, όπως λέει είναι «άλλοτε ενστικτώδη και άλλοτε αποτέλεσμα συνηθειών, που αποκτήθηκαν από την παιδική ηλικία», αποφεύγοντας ωστόσο να ασχοληθεί περισσότερο με το θέμα.

Αντιζηλίες

«Ο εραστής σκλαβωνόταν στα βήματα του ερώμενου, τον συνόδευε παντού όπου μπορούσε, περνούσε κάποτε τη νύχτα κάτω από την πόρτα του κάνοντας σερενάτες, έγραφε γι΄ αυτόν ποιήματα και τραγούδια, χάραζε το αγαπημένο όνομα στους τοίχους, στις πόρτες, στα δένδρα, κρεμούσε στεφάνια ή γιρλάντες από φυλλώματα και λουλούδια στην πόρτα του αγαπημένου σαν είδος προσφοράς, του έστελνε κάθε λογής δώρα: φρούτα, ένα σακί με αστραγάλους, έναν πετεινό, ένα λαγό ή έναν σκύλο κι επίσης αγγεία ζωγραφισμένα όπου έβαζε τον τεχνίτη να χαράξει το όνομα του αγοριού και δίπλα τη λέξη καλός, δηλαδή ωραίος», γράφει ο Φλασελιέρ.

Στις πολλές όψεις του Έρωτα αναφέρονται και οι ονομασίες που τον χαρακτηρίζουν: Σώφρων έρως, ένθεος, γνήσιος, αιδώς, αρρενωπία για την αγνή σχέση μεταξύ ανδρών. Αισχρουργία, βδελυρία, ακολασία, κυναιδία, λαγνεία, έκλυτος έρως, γύναινδρος, ευρύπρωκτος για τον σωματικό έρωτα.

Φυσικά δεν έλειπαν οι αντιζηλίες, όταν δύο ή περισσότεροι εραστές –αντεραστές εν προκειμένω– επιδίωκαν τον έρωτα του ίδιου ατόμου. Για παράδειγμα, όπως αναφέρει ο Πλούταρχος (Θεμιστοκλής) το μίσος που χώριζε επί χρόνια δύο διάσημους άνδρες της αθηναϊκής πολιτείας, τον Θεμιστοκλή και τον Αριστείδη, προερχόταν από το κοινό ενδιαφέρον τους προς τον ωραίο Στησίλαο από την Κέα. Αν και η πλέον εντυπωσιακή ιστορία είναι αυτή των αθηναίων τυραννοκτόνων Αρμόδιου και Αριστογείτονα, που το 514 π.Χ. σκότωσαν τον Ίππαρχο, γιό του τύραννου Πεισιστράτου και αδελφό του Ιππία, που είχε διαδεχθεί τον πατέρα του, με αποτέλεσμα να ανατραπεί η τυραννία. Γιατί; «δι’ ερωτικήν ξυντυχίαν», απαντά ο Θουκυδίδης. Όπως λέει, ο Ίππαρχος προσπαθούσε να αποπλανήσει τον Αρμόδιο με κάθε τρόπο κι ο Αριστογείτων φοβούμενος ότι μπορεί να χρησιμοποιούσε τη δύναμή του για να το επιτύχει, συνεννοήθηκε με τον εραστή του και σκότωσαν τους Πεισιστρατίδες. Στο σχολείο βέβαια διδαχθήκαμε την ιστορία τους κάπως διαφορετικά…

Και οι γυναίκες; «Ο Έρωτας με συντάραξε όπως ο άνεμος που πέφτει πάνω στις βελανιδιές στο βουνό», λέει η Σαπφώ. Σύμφωνα όμως με τον Φλασελιέρ και πάλι, οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν από την αρχαιότητα εναντίον της ποιήτριας για «σαπφισμό» και για «λεσβιακούς έρωτες», κατά την κρίση πολυάριθμων ελληνιστών και ιστορικών είναι καθαρές συκοφαντίες. «Η αφοσίωση της Σαπφούς σε πολλές από τις μαθήτριές της μπόρεσε να μείνει πλατωνική σαν εκείνη του Σωκράτη για τους μαθητές του», σημειώνει ο ίδιος, παρότι παραδέχεται πως η ποιήτρια μπορεί να είχε αισθανθεί παθιασμένη αγάπη και στοργή για πολλά νέα και ευγενή κορίτσια, που λάμβαναν μόρφωση στο οικοτροφείο της – μιλάμε βεβαίως για τη Λέσβο, χώρα αιολική με ήθη πολύ διαφορετικά από αυτά της Αθήνας, όπου γυναικεία μόρφωση απλώς δεν υπήρχε.

Η ομοφυλοφυλία μεταξύ γυναικών όπως φαίνεται δεν ήταν σπάνια. Όπως αναφέρει μάλιστα ο Πλούταρχος, συνηθιζόταν ιδιαίτερα στη Σπάρτη αλλά και σε άλλες πόλεις. Αναφέρονται και κάποια όργανα ερωτικής ικανοποίησης, που κατασκευάζονταν στην Μίλητο, οι «όλισβοι» ή «βαυβώνες» και χρησιμοποιούνταν από μία ή δύο μαζί γυναίκες. Οι πληροφορίες αυτές όμως αφορούν κυρίως τις εταίρες και όχι τη «φυλακισμένη» αιωνίως στον γυναικωνίτη σύζυγο.

«Κάψε, λαμπάδιασε την ψυχή της Αλλούς, το γυναικείο κορμί της, τα μέλη της μέχρι να αφήσει το σπιτικό του Απολλώνιου. Να κείτεται κάτω με θέρμη, αδιάκοπη αρρώστια, ακατανόητη αρρώστια». Κι όταν τα λόγια και τα δώρα δεν έπιαναν, υπήρχαν και τα μάγια! Εραστές κάθε φύλου κατέφευγαν στη μαγεία, πανταχού παρούσα στην αρχαιότητα. Γραμμένα σε κατάδεσμους (μικρές, λεπτές, μολύβδινες πινακίδες) θα έφερναν κοντά το αγαπημένο πρόσωπο ή θα το τιμωρούσαν. Έρως εναγώνιος – Έρως τιμωρός.

Έχει εργασθεί στις μεγαλύτερες ελληνικές εφημερίδες (Καθημερινή, Νέα, Το Βήμα), στο Ραδιόφωνο (Δεύτερο και Τρίτο Πρόγραμμα της ΕΡΤ), σε περιοδικά και ιστοσελίδες. Η πολιτιστική κληρονομιά και η πολιτική διαχείριση του πολιτισμού είναι στα ενδιαφέροντά της.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.