Έλενα Φερράντε: Μέρες εγκατάλειψης
Ένα απομεσήμερο του Απρίλη, αμέσως μετά το φαγητό, ο άντρας μου μου ανακοίνωσε ότι ήθελε να με παρατήσει. Αυτό το έκανε ενώ μαζεύαμε το τραπέζι, τα παιδιά τσακώνονταν ως συνήθως στο διπλανό δωμάτιο και το σκυλί ονειρευόταν γρυλίζοντας πλάι στο καλοριφέρ. Μου είπε ότι ήταν μπερδεμένος, ότι περνούσε δύσκολες στιγμές, ότι ένιωθε κουρασμένος, ανικανοποίητος, ως και τιποτένιος ακόμα. Μίλησε κάμποση ώρα για τα δεκαπέντε χρόνια του γάμου μας, για τα παιδιά μας, και παραδέχτηκε πως δεν είχε κανένα παράπονο ούτε από εκείνα ούτε από μένα. Η στάση του ήταν συγκρατημένη όπως πάντα, αν εξαιρέσουμε μια υπερβολική κίνηση που έκανε με το δεξί του χέρι, καθώς μου εξηγούσε μ’ έναν παιδιάστικο μορφασμό για κάποιες σιγανές φωνές, ένα είδος ψιθύρου, που τον έσπρωχναν αλλού. Έπειτα, αφού επωμίστηκε την ευθύνη για όλα όσα συνέβαιναν, έκλεισε διακριτικά την εξώπορτα πίσω του, αφήνοντάς με αποσβολωμένη δίπλα στον νεροχύτη.
Όλη τη νύχτα, ξαπλωμένη στο μεγάλο συζυγικό κρεβάτι, σκεφτόμουν γεμάτη απόγνωση. Όσο κι αν ξανάφερνα στον νου μου τις τελευταίες φάσεις της σχέσης μας, δεν κατάφερνα να εντοπίσω ίχνη πραγματικής κρίσης. Τον γνώριζα καλά, ήξερα ότι ήταν ένας άνθρωπος με ήπια αισθήματα, ότι το σπίτι και

