Η μεγάλη δοκιμασία για τη χώρα: Τα τεστ για τον κορονοϊό

Ο έλεγχος της πανδημίας περνάει αναμφίβολα και από το εργαστήριο. Όσο αυστηρά κι αν είναι τα περιοριστικά μέτρα και όσο συνεπείς κι αν αποδειχθούν οι πολίτες στην τήρησή τους, οι διαγνωστικοί έλεγχοι είναι μέτρο καίριας σημασίας προκειμένου να συνεχίσει να λειτουργεί η κοινωνία και η οικονομία. Πόσο έτοιμη είναι η χώρα μας σε αυτόν τον τομέα;
Χρόνος ανάγνωσης: 
26
'
[Valerie Macon/AFP]

Την Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου μια νεαρή γυναίκα παρουσίασε επιπλοκές κατά τη διάρκεια ενός τοκετού με καισαρική τομή στο Έλενα Βενιζέλου. Διασωληνώθηκε άμεσα, αλλά λόγω έλλειψης ΜΕΘ στη συγκεκριμένη κλινική, έπρεπε να μεταβεί εσπευσμένα στο Τζάνειο. Το ΕΚΑΒ που κλήθηκε για τη διακομιδή, βάσει πρωτοκόλλου, ζήτησε αρνητικό τεστ για Covid-19. Είχαν όμως εξαντληθεί τα διαθέσιμα barcodes (που χρησιμοποιούνται για τη διενέργεια διαγνωστικού ελέγχου σε συνεργαζόμενα κέντρα αναφοράς), με αποτέλεσμα να μην μπορεί να γίνει το τεστ. Το πρόβλημα λύθηκε μόνο όταν ο σύζυγός της μετέβη στο Σωτηρία για να παραλάβει ο ίδιος ένα rapid test, το οποίο και έγινε επί τόπου, προκειμένου η γυναίκα να διακομιστεί στο άλλο νοσοκομείο. Ο λόγος όλης αυτής της, παρ’ ολίγον μοιραίας, ταλαιπωρίας δεν ήταν απλώς γραφειοκρατικός. Η έξαρση των κρουσμάτων το τελευταίο διάστημα έχει επιφέρει αλυσιδωτά προβλήματα στους διαγνωστικούς ελέγχους στη χώρα μας.

-«Επικοινωνήστε με τον οικογενειακό γιατρό σας»
- «Δεν έχουμε οικογενειακό γιατρό»

Την προπερασμένη Κυριακή, ο Διονύσης Τ. και η Ματίνα Γ. (τα πλήρη στοιχεία τους βρίσκονται στη διάθεσή του inside story) επέστρεψαν στην Αθήνα από τις διακοπές τους σε νησί των Κυκλάδων. Τρεις ημέρες μετά την επιστροφή τους, ο Διονύσης είχε έναν ελαφρύ πονόλαιμο και ένιωθε κόπωση. Όπως είπε στο inside story μέσω Skype, δεν ανησύχησε, αλλά «για καλό και για κακό» περιόρισε τις μετακινήσεις του, καθώς ούτως ή άλλως εργάζεται από το σπίτι. Δύο ημέρες αργότερα, η σύντροφός του ανέβασε δέκατα. «Σε διαφορετική περίσταση δεν θα το αξιολογούσα καν, αλλά με τόσα που ακούμε μπήκα σε σκέψεις» μας είπε. Ο πυρετός της όμως ανέβηκε την επόμενη μέρα σε 37,5 και παρότι δεν είχε άλλα συμπτώματα, αποφάσισε να μείνει στο σπίτι. «Εργάζομαι σε εμπορικό κατάστημα και έρχομαι σε επαφή με κόσμο, οπότε θεώρησα προτιμότερο να μην πάω καν για δουλειά», λέει. Όταν ενημέρωσε τον εργοδότη της, εκείνος της ζήτησε να υποβληθεί σε τεστ προτού επιστρέψει.

Η Μαρίνα και ο Διονύσης τηλεφώνησαν στην ειδική γραμμή του ΕΟΔΥ, ζητώντας πληροφορίες. Τους είπαν να επικοινωνήσουν με τον οικογενειακό γιατρό τους. «Δεν έχουμε οικογενειακό γιατρό», απάντησαν με μια φωνή. Τελικά ο τηλεφωνητής τούς παρέπεμψε στα εφημερεύοντα νοσοκομεία, αρκεί να επικοινωνούσαν πρώτα. Από τα τέσσερα νοσοκομεία που εφημέρευαν στην Αττική εκείνη την ημέρα, επέλεξαν το Αλεξάνδρα, λόγω της εγγύτητας στην κατοικία τους. Μετά από αρκετή αναμονή, από το τηλεφωνικό κέντρο απάντησαν στον Διονύση ότι για να υποβληθεί σε τεστ θα πρέπει να έχει βαριά συμπτώματα. «Πόσο βαριά;» απόρησε ο Διονύσης και αμφιταλαντεύτηκε αν θα υπερβάλλει για να διεκδικήσει το δικαίωμά του στο τεστ. Εν τω μεταξύ, η τηλεφωνήτρια είχε κλείσει το τηλέφωνο. Η Ματίνα τηλεφώνησε εκ νέου. Πιο πιεστική αυτή τη φορά, εξήγησε ότι είχε ταξιδέψει σε νησί των Κυκλάδων και ότι έπειτα από επικοινωνία με τον ΕΟΔΥ της συστάθηκε να απευθυνθεί σε εφημερεύον νοσοκομείο. «Εφημερεύουμε, αλλά έχουμε μεγάλο φόρτο», είπε η υπάλληλος και ενημέρωσε τη Μαρίνα ότι ακόμη κι αν κατάφερνε να κάνει εκεί το τεστ, το αποτέλεσμα θα έβγαινε μετά από δύο ή τρεις ημέρες. Περίπου τα ίδια τους απάντησε και η τηλεφωνήτρια στο έτερο εφημερεύον νοσοκομείο Ελπίς.

Στο Google ανακάλυψαν μια δημόσια δομή όπου μπορείς να υποβληθείς σε τεστ, το Κέντρο Υγείας Αλεξάνδρας. Το τηλέφωνο όμως είτε ήταν απασχολημένο, είτε δεν απαντούσε. Είχε ήδη βραδιάσει και ο πυρετός της Μαρίνας ανέβαινε. Ο Διονύσης συνέχισε τις προσπάθειες καλώντας το ΚΑΤ, το τρίτο εφημερεύον της Αττικής. Στο τηλεφωνικό κέντρο τού είπαν ότι δεν γνώριζαν πού και πώς μπορούσε να κάνει το τεστ, αλλά αφού εκείνος επέμεινε, του είπαν να απευθυνθεί στην «Πύλη». Εκεί, αφού ενημέρωσε για τα συμπτώματα και το ταξίδι, πήρε την πρώτη καταφατική απάντηση. «Μπορείτε να το κάνετε εδώ, αρκεί να έρθετε έως τις δέκα το βράδυ που τελειώνει η εφημερία». Το ρολόι έδειχνε 21:40 και αμφότεροι αποκαμωμένοι διέκοψαν τις προσπάθειες. Την επόμενη ημέρα συνέχισαν να τηλεφωνούν στα εφημερεύοντα. Μάταια. Όταν μετά από αρκετές προσπάθειες έπιασαν γραμμή στο Κέντρο Υγείας Αλεξάνδρας, τους ενημέρωσαν ότι πράγματι μπορούσαν να κάνουν το τεστ δωρεάν, αρκεί βέβαια να είχαν συμπτώματα. Κι εκεί όμως τα αποτελέσματα δεν θα έβγαιναν νωρίτερα από δύο ή τρία 24ωρα. Ρωτώντας αν γίνεται να βγουν νωρίτερα, τους είπαν να απευθυνθούν σε ιδιωτικό διαγνωστικό κέντρο. Ο εργοδότης της Μαρίνας επέμενε ότι για να επιστρέψει στη δουλειά θα έπρεπε να προσκομίσει αρνητικό τεστ, το κόστος του οποίου όμως δεν ήταν διατεθειμένος να καλύψει. Η Μαρίνα απευθύνθηκε σε ιδιωτικό κέντρο όπου και έκανε το τεστ, πληρώνοντας €80.

Αντίστοιχο περιστατικό μας μετέφερε υπάλληλος ιδιωτικής εταιρείας, συνάδελφος του οποίου νόσησε με Covid-19, παρότι το υποχρεωτικό τεστ στο οποίο είχε υποβληθεί επιστρέφοντας από τις διακοπές ήταν αρνητικό. Όταν τηλεφώνησε στον ΕΟΔΥ, του είπαν ότι δεν προβλέπεται τεστ σε δημόσια δομή εφόσον δεν έχει συμπτώματα και ότι από τις επαφές του επιβεβαιωμένου κρούσματος (όσους δηλαδή εργάζονταν μαζί του στον ίδιο κλειστό χώρο) ενδέχεται να ελεγχθούν ορισμένες «δειγματοληπτικά». Αποφάσισε να μεταβεί στον Ευαγγελισμό που εφημέρευε όπου βρέθηκε ενώπιον ενός πρωτοφανούς, ακόμη και για προ Covid εποχές, συνωστισμού. «Ακόμη κι αν κάποιοι από αυτούς που περίμεναν για να κάνουν το τεστ ήταν υγιείς, δεν αποκλείεται να κόλλησαν εκεί» μας είπε. Παρόμοια ιστορία μας αφηγήθηκε εκπαιδευτικός σχολείου του Πειραιά, όπου εντοπίστηκε θετικό κρούσμα σε συνάδελφό του, πριν ακόμη ανοίξουν τα σχολεία.

Όλοι έχουμε ακούσει μια αντίστοιχη ιστορία καθώς πολλοί ανησυχούν μήπως έχουν κολλήσει τον νέο κορονοϊό λόγω ταξιδιού, στενής ή όχι επαφής με επιβεβαιωμένο κρούσμα κ.λπ. Το ζήτημα είναι αν μπορούν να ελεγχθούν, όχι μόνο για να γνωρίζουν οι ίδιοι αν τελικά νόσησαν, αλλά για να έχει και η χώρα μια πιο ολοκληρωμένη επιδημιολογική εικόνα.

Σύμφωνα με τις οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας και του Eυρωπαϊκού Κέντρου Ελέγχου και Πρόληψης Νόσων, ο χρόνος αυτοπεριορισμού ακόμη και για όσους έχουν ήπια συμπτωματολογία πρέπει να φτάνει τις 10 ημέρες μετά την έναρξη των συμπτωμάτων. Όσοι παρουσιάζουν βαρύτερα συμπτώματα ή/και είναι ανοσοκατεσταλμένοι ενδέχεται να παραμένουν μεταδοτικοί ακόμη και 20 ημέρες μετά την εμφάνιση του πρώτου συμπτώματος.
Ας μείνουν σπίτι τους

Ο αντίλογος είναι εύλογος. Αν όλοι οι προαναφερθέντες είχαν σοβαρά συμπτώματα και έχρηζαν νοσηλείας, θα μπορούσαν να υποβληθούν σε τεστ. Αφού η συμπτωματολογία τους δεν είναι ανησυχητική, δεν είναι αναγκαίο να υποβληθούν σε μοριακό έλεγχο και αρκεί να αυτοπεριοριστούν για λίγες ημέρες, έως ότου αποθεραπευτούν.

Σε αδρές γραμμές, αυτή ήταν η τακτική που ακολούθησε η χώρα στην πρώτη φάση, όταν τα κρούσματα ήταν ελάχιστα συγκριτικά με τον πληθυσμό, ενώ και τα μέτρα σαφώς αυστηρότερα λόγω του lockdown. Μπορεί όμως η τακτική των «στοχευμένων ελέγχων», όπως την περιγράφει ο ΕΟΔΥ, να αποδειχθεί αποτελεσματική στον έλεγχο του νέου κύματος; Όπως αποδεικνύει η διεθνής εμπειρία, ο επιλεκτικός έλεγχος (μόνο) όσων έχουν σοβαρά συμπτώματα ή κλειστών «πληθυσμών» δεν αρκεί. Πλέον, δεδομένης της σταδιακής αύξησης των κρουσμάτων, κρίνεται αναγκαία η επέκταση των διαγνωστικών ελέγχων σε ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού.

Τεστ και στους ασυμπτωματικούς

Όπως έλεγε στο inside story πανεπιστημιακός που θέλει να διατηρήσει την ανωνυμία του, «είναι πρακτικά αδύνατο να ελέγξεις μια επιδημία αν υποβάλεις σε τεστ μόνο όσους έχουν βαριά συμπτώματα». Μας εξήγησε ότι ένα περιστατικό που φτάνει στο νοσοκομείο και ελέγχεται εκεί, πρακτικά παύει να είναι μεταδοτικό, σε αντίθεση με φορείς που έχουν ήπια ή καθόλου συμπτώματα και συνεχίζουν να εργάζονται και να κινούνται κανονικά, καθώς δεν υπάρχει δυνατότητα ή ευκολία να ελεγχθούν. «Αν δεν τεστάρουμε και αν στη συνέχεια δεν απομονώσουμε αυστηρά τους φορείς, ο έλεγχος μπορεί εύκολα να χαθεί» είπε, τονίζοντας ότι στο οπλοστάσιο πρέπει να μπουν άμεσα και οι τυχαίοι διαγνωστικοί έλεγχοι, λόγω των υψηλών ποσοστών ασυμπτωματικών. «Λόγω ελλιπών ελέγχων δεν έχουμε εικόνα του ποσοστού των ασυμπτωματικών, αλλά είναι ενδεικτικό ότι περίπου ένα στα τρία κρούσματα θεωρείται αγνώστου προελεύσεως» σημείωσε. Μόνο έτσι μπορούν αυτοί που λαμβάνουν τις αποφάσεις και προτείνουν τα μέτρα να έχουν σαφή επιδημιολογική εικόνα και αυτή είναι μια άποψη που έχουν εκφράσει κατ’ επανάληψη και μέλη της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων.

Διόλου τυχαία, ειδικοί επιστήμονες καλούν για διαφορετική πολιτική στα διαγνωστικά τεστ, με έμφαση στους εκτεταμένους ελέγχους στον γενικό πληθυσμό, δεδομένου του ανοίγματος των σχολείων και των πανεπιστημίων, και της πιθανολογούμενης έξαρσης της πανδημίας τον χειμώνα.

Τι συστήνουν ΠΟΥ και ECDC

Οι περισσότερες επιστημονικές μελέτες αναδεικνύουν τους εκτεταμένους ελέγχους, σε συνδυασμό με την αποτελεσματική ιχνηλάτηση και απομόνωση των θετικών, ως βασικούς πυλώνες για την ανάσχεση της πανδημίας.

Στελέχη του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας έχουν κατ’ επανάληψη τοποθετηθεί στο ζήτημα, καλώντας όλα τα κράτη να ελέγχουν όσο περισσότερους και όσο συχνότερα μπορούν. Η τοποθέτηση του Γενικού Διευθυντή του ΠΟΥ περί «τεστ, τεστ, τεστ» έχει επαναληφθεί (και παρερμηνευθεί) αναρίθμητες φορές, καθώς ο Τέντρος Αντανόμ Γκεμπρεγέσους επιμένει ότι τα κράτη οφείλουν να εφαρμόζουν τους εκτεταμένους διαγνωστικούς ελέγχους συνδυαστικά με τις υπόλοιπες τακτικές (αυστηρή απομόνωσή φορέων, άμεση και εκτεταμένη ιχνηλάτηση, και βέβαια τήρηση όλων των μέτρων ατομικής προστασίας και υγιεινής). Ειδικά για τους ασυμπτωματικούς, η επιδημιολόγος του ΠΟΥ Μαρία βαν Κέρχοφ έχει κατ’ επανάληψη ενθαρρύνει τον έλεγχο όλων των επαφών των κρουσμάτων, ανεξαρτήτως αν έχουν συμπτώματα.

Σύμφωνα με το Eυρωπαϊκό Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Ασθενειών (ECDC), όλοι οι ασθενείς που παρουσιάζουν συμπτώματα συμβατά με την COVID-19 θα πρέπει να ελέγχονται για τον ιό SARS-CoV-2. Όπως επίσης τονίζεται στην οδηγία προς όλα τα μέλη, «εκτός από τον έλεγχο των συμπτωματικών ατόμων και των επαφών τους, ο έλεγχος των ασυμπτωματικών επαφών μπορεί να εξεταστεί ανάλογα με τη διαθεσιμότητα πόρων, ειδικά σε χώρους υγειονομικής περίθαλψης και εγκαταστάσεις μακροχρόνιας περίθαλψης, για τον εντοπισμό πιθανών πηγών μόλυνσης και την προστασία ευάλωτων ατόμων». Επισημαίνεται βέβαια ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να προσαρμόσουν αυτές τις συστάσεις με βάση την εθνική και τοπική επιδημιολογική κατάσταση αλλά και τους πόρους τους, διασφαλίζοντας ότι οι έλεγχοι καλύπτουν επίσης τις ανάγκες επιτήρησης.

Όπως τονίζεται σε νεότερη ανακοίνωση του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πρόληψης, η ορθή και βιώσιμη στρατηγική διαγνωστικών ελέγχων είναι απαραίτητη όχι μόνο για τον έλεγχο της πανδημίας και τον μετριασμό του αντικτύπου της σε ευάλωτους πληθυσμούς και συστήματα υγειονομικής περίθαλψης, αλλά και για τη συνέχιση λειτουργίας της οικονομίας και της κοινωνίας. Όπως συστήνει το ECDC, οι στρατηγικές ελέγχων πρέπει να είναι ευέλικτες και να προσαρμόζονται γρήγορα στις αλλαγές, ανάλογα με την τοπική επιδημιολογία, τη μετάδοση, τη δυναμική του πληθυσμού και βέβαια τους διαθέσιμους πόρους. «Ιδανικά, όλα τα άτομα με συμπτώματα COVID-19 πρέπει να ελέγχονται το συντομότερο δυνατό μετά την έναρξη των συμπτωμάτων. Αυτό απαιτεί εύκολη πρόσβαση σε δοκιμές για όλους, συμπεριλαμβανομένων των μη κατοίκων». Ο χρόνος εξαγωγής αποτελεσμάτων θα πρέπει να ελαχιστοποιηθεί, ώστε οι φορείς του ιού να απομονώνονται και να ιχνηλατούνται οι επαφές τους, ώστε να υποβάλλονται σε τετ ανεξαρτήτως συμπτωμάτων.

Όσον αφορά τους νοσηλευόμενους με συμπτώματα του αναπνευστικού, θα πρέπει να ελέγχονται τόσο για SARS-CoV-2 όσο και για την εποχική γρίπη.

Εκτεταμένοι έλεγχοι απαιτούνται σε δομές υγειονομικής και κοινωνικής περίθαλψης, ενώ συνιστάται περιοδικός και ολοκληρωμένος έλεγχος όλου του προσωπικού και των ασθενών για την πρόληψη της νοσοκομειακής μετάδοσης. Πολιτικές εκτεταμένων και ταχέων ελέγχων πρέπει να εφαρμόζονται σε χώρους εργασίας, εκπαιδευτικές εγκαταστάσεις, φυλακές και κέντρα φιλοξενίας μεταναστών.

Τέλος, σε τοπικές κοινότητες όπου καταγράφεται υψηλή μεταδοτικότητα του SARS-CoV-2 θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο δοκιμής ολόκληρου του πληθυσμού της πληγείσας περιοχής. Αυτό θα επέτρεπε τον εντοπισμό αδιάγνωστων κρουσμάτων της νόσου COVID-19 και την άμεση απομόνωσή τους, ώστε να διακοπούν οι αλυσίδες μετάδοσης. Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνεται, ανάλογα με την επιδημιολογική κατάσταση, το μέγεθος και την πυκνότητα του πληθυσμού της πληγείσας περιοχής, μια τέτοια προσέγγιση θα μπορούσε να είναι λιγότερο ενοχλητική για την κοινωνία από το να πρέπει να εισαγάγει και να διασφαλίζει τη συμμόρφωση με αυστηρότερα μέτρα για τη δημόσια υγεία.

Το ιδανικό λοιπόν είναι να ελέγχουμε όσο περισσότερους μπορούμε, όσο συχνότερα γίνεται. Ιδανικό και συνάμα αδύνατο, δεδομένων των συνθηκών και της παγκόσμιας ζήτησης για αντιδραστήρια και λοιπά αναλώσιμα. Ακόμη και όσοι διατυπώνουν μαξιμαλιστικά αιτήματα (του τύπου «να εξεταστούν όλοι οι μαθητές και οι εκπαιδευτικοί» πριν την έναρξη των μαθημάτων), αντιλαμβάνονται ότι θα ήταν πολύ δύσκολο. Έστω ότι η χώρα μας είχε τις υλικές δυνατότητες (αντιδραστήρια, μηχανήματα ελέγχου, προσωπικό) και απεριόριστο προϋπολογισμό –που δεν έχει όπως και καμία άλλη χώρα ανά τον κόσμο– και αποφάσιζε να τα διαθέσει σε αυτή τη φάση, είναι μάλλον βέβαιο ότι η κίνηση θα αποδεικνυόταν μάταιη, αφού ο διαγνωστικός έλεγχος παρέχει μια στιγμιαία εικόνα. Όπως χαρακτηριστικά ειπώθηκε από τον καθηγητή Σωτήρη Τσιόδρα, ακόμη κι αν ελεγχθεί όλος ο πληθυσμός σήμερα για τον ιό, ουδείς μπορεί να εγγυηθεί ότι δεν θα τον κολλήσουν αύριο.

Πόσα τεστ κάνουμε;

Στην πρώτη φάση της επιδημίας, αφενός λόγω ελλείψεων σε αντιδραστήρια, και αφετέρου λόγω χαμηλής παρουσίας του ιού στην κοινότητα, οι έλεγχοι ήταν λίγοι συγκριτικά με άλλες χώρες. Έκτοτε βέβαια, και ειδικά το τελευταίο δίμηνο, ο αριθμός των τεστ έχει αυξηθεί αισθητά. Τον Μάρτιο γίνονταν κατά μέσο όρο 680 τεστ ανά ημέρα, τον Απρίλιο περίπου 2.000 (1.948 για την ακρίβεια), τον Μάιο αρκετά πάνω από 3.000 (3.387), τον Ιούνιο 4.535, τον Ιούλιο έφτασαν στα 7.000 (λόγω των ελέγχων στις πύλες εισόδου), ενώ τον Αύγουστο εκτοξεύτηκαν σε 13.533. Από την 1η έως τις 22 Σεπτεμβρίου, ο μέσος όρος έπεσε (αντί να ανεβαίνει όπως θα αναμενόταν λόγω της ταχείας αύξησης των μολύνσεων) σε 12.300.

Είναι αξιοσημείωτο ότι στα 260.000 τεστ που διενεργήθηκαν τον Σεπτέμβριο περιλαμβάνεται και ο μεγάλος αριθμός προληπτικών ελέγχων σε υγειονομικούς (υποχρεωτικός για όλους), σε εργαζόμενους σε ιδιωτικές και δημόσιες επιχειρήσεις, αλλά και σωρεία ελέγχων που έγιναν σε δομές φιλοξενίας μεταναστών, εργοστάσια και οίκους ευγηρίας, ενώ συνεχίζονται οι έλεγχοι τουριστών στις πύλες εισόδου. Είναι λοιπόν καταφανές ότι οι έλεγχοι στον γενικό πληθυσμό παραμένουν συγκριτικά ελάχιστοι. Να σημειώσουμε βέβαια ότι οι αριθμοί αυτοί, τόσο στη χώρα μας όσο και διεθνώς, δεν αφορούν αριθμό ατόμων που ελέγχθηκαν, αλλά αριθμό τεστ που διενεργήθηκαν, καθώς αρκετοί υποβάλλονται σε επαναληπτικούς ελέγχους.

Θα πρέπει επίσης να συνυπολογίσουμε ότι, σε αντίθεση με πολλές χώρες, οι έλεγχοι στην Ελλάδα τους τελευταίους τρεις μήνες σχετίζονται σε μεγάλο ποσοστό με τον εισερχόμενο τουρισμό. Όπως ανακοίνωσε ο κ. Χαρδαλιάς, στις πύλες εισόδου από 1/7 έως 30/8 διενεργήθηκαν 406.857 «στοχευμένοι έλεγχοι», ενώ για την ίδια περίοδο ο ΕΟΔΥ ανακοίνωσε συνολικά 628.107 ελέγχους. Συνεπώς, μόλις ένας στους τρεις ελέγχους γίνεται στην επικράτεια (221.250 συνολικά), αλλά και εξ αυτών οι περισσότεροι γίνονται σε κλειστές δομές. Αξιοσημείωτο είναι ότι για το ίδιο διάστημα γίνονταν 36,2 τεστ ανά θετικό στην επικράτεια και 477 τεστ ανά θετικό στις πύλες εισόδου. Από νεότερη ενημέρωση της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας προκύπτει ότι το διάστημα από 1η Ιουλίου έως 13 Σεπτεμβρίου διενεργήθηκαν 491.980 τεστ στις πύλες εισόδου (1.093 θετικά).

Aνακρίβειες και ανακολουθίες

Από την επεξεργασία των διαθέσιμων δεδομένων προκύπτουν αρκετές αποκλίσεις μεταξύ των διάφορων κυβερνητικών ανακοινώσεων, τόσο για τα κρούσματα όσο και για τους διαγνωστικούς ελέγχους. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι αριθμοί που δημοσιοποιεί ο ΕΟΔΥ απέχουν από άλλες κυβερνητικές ανακοινώσεις. Σύμφωνα με δήλωση του κ. Πέτσα στις 27/8, «μεσοσταθμικά, μέχρι σήμερα, τον Αύγουστο διενεργούνται 18.740 τεστ ανά ημέρα», αριθμός που απέχει αισθητά από τα ανακοινωθέντα από τον ΕΟΔΥ: από 1-27/8: 373.577 τεστ, ήτοι 13.836 ημέρα (μέχρι εκείνη την ημέρα, διαμορφώθηκε μεταγενέστερα σε 13.533).

Όπως υποστήριξε ο υφυπουργός Υγείας Βασίλης Κοντοζαμάνης, η χώρα μας διενεργεί πάνω από 100 τεστ ανά 1.000 άτομα, γεγονός που ισχύει. Αυτό που δεν ισχύει είναι ότι αυτή η επίδοση τη φέρνει στις πρώτες θέσεις της αντίστοιχης λίστας στην Ευρώπη («είμαστε η πέμπτη χώρα πανευρωπαϊκά σε ελέγχους» δήλωσε ο υφυπουργός). Αρκεί μια ματιά στον σχετικό πίνακα για να διαπιστώσει κανείς ότι όχι μόνο δεν βρισκόμαστε στις πρώτες θέσεις, αλλά φλερτάρουμε με τις τελευταίες.

Υπάρχει βέβαια και ο αντίλογος, που σχετίζεται με την αναλογία των τεστ προς κρούσματα, που βάσει της διεθνούς εμπειρίας αντί να επιβεβαιώνει τη λογική των επιλεκτικών ελέγχων, καταδεικνύει ότι όσο πιο πολλούς τεστάρεις, τόσο πιο πολλούς φορείς εντοπίζεις. Στην Πορτογαλία για παράδειγμα, σε περίπου αντίστοιχο πληθυσμό και στην ίδια φάση της έξαρσης, γίνονται περίπου 25.000 τεστ την ημέρα, 700 εκ των οποίων είναι θετικά. Στο Βέλγιο, όπου γίνεται τριπλάσιος αριθμός τεστ (άνω των 35.000), οι θετικές διαγνώσεις είναι κατά μέσο όρο 7.590 ημερησίως.

Ένα άλλο οργανωτικό ζήτημα που προκύπτει στη χώρα μας είναι πως, έξι μήνες μετά το πρώτο κρούσμα, συνεχίζουν να μην ανακοινώνονται γεωγραφικά δεδομένα για τους διαγνωστικούς ελέγχους. Εξάλλου, παρατηρούνται αρκετές περιπτώσεις λανθασμένων εγγραφών, διπλοεγγραφών κλπ, ενώ ακόμη δεν έχει διευκρινιστεί πότε και με ποιον τρόπο εντάσσονται στις ανακοινώσεις οι διαγνωστικοί έλεγχοι των ιδιωτικών κέντρων.

Διόλου τυχαία, τοπικοί παράγοντες και επιχειρηματίες διαμαρτύρονταν για τα περιοριστικά μέτρα που επιβλήθηκαν σε νησιά με μονοψήφιο αριθμό (επίσημα) καταγεγραμμένων κρουσμάτων. Εδώ η εξήγηση είναι (πιο) απλή: Ο ΕΟΔΥ εξαρχής ανακοίνωνε αποτελέσματα ελέγχων βάσει του τόπου μόνιμης κατοικίας (κατά βάση του ΑΜΚΑ). Έτσι, για παράδειγμα, αν ένας κάτοικος Θεσσαλονίκης πέρασε όλο το καλοκαίρι στη Χαλκιδική και νόσησε τον Αύγουστο, θα καταγραφεί ως κρούσμα στη Θεσσαλονίκη. Το ίδιο θα ισχύει για έναν μόνιμο κάτοικο Αττικής, παρότι νόσησε και ελέγχθηκε στην Κρήτη κοκ. Αποκλίσεις παρατηρούνται όχι μόνο μεταξύ των δημοσιευμένων στοιχείων και όσων ανακοινώνουν τα (τοπικά κυρίως) ΜΜΕ, αλλά ακόμη και οι τοπικές υπηρεσίες. Ενδεικτικά, στο πρόσφατο δελτίο Τύπου της Περιφέρειας Πελοποννήσου οι αριθμοί των θετικών διαγνώσεων για όλους τους νομούς της Πελοποννήσου διαφέρουν από τις αντίστοιχες ανακοινώσεις του ΕΟΔΥ (παρότι στην ανακοίνωση αναγράφεται ότι πηγή των στοιχείων είναι τα στοιχεία του ΕΟΔΥ).

Ανακολουθίες βλέπουμε και στις καταγραφές των κρουσμάτων σε τουρίστες, οι οποίοι βάσει του αρχικού σχεδιασμού θα καταχωρούνταν στον τόπο προσωρινής διαμονής τους (το ξενοδοχείο που δήλωναν ότι θα διέμεναν). Στην πράξη όμως αποδείχθηκε ότι σε αρκετές περιπτώσεις αυτό δεν γινόταν, είτε γιατί δεν θα έμεναν μόνο σε μια τοποθεσία, είτε γιατί συμπλήρωναν ψευδή στοιχεία στις φόρμες. Το γεγονός αυτός σε συνδυασμό με έλλειψη υποχρέωσης για αυτοπεριορισμό έως την έκδοση των αποτελεσμάτων, και την αργοπορία κοινοποίησης των αποτελεσμάτων των τεστ, δημιούργησε τις προϋποθέσεις για έκρηξη της διάδοσης σε περιοχές που στην επίσημη απεικόνιση εμφανίζονταν ως «καθαρές». Είναι δε πολυάριθμες οι περιπτώσεις φορέων που, παρότι επιλέχθηκαν μέσω αλγορίθμου για εξέταση κατά την είσοδό τους, ξεκίνησαν κανονικά τις διακοπές τους όντας θετικοί και ενημερώθηκαν αφού είχαν κινηθεί με μέσα μαζικής μεταφοράς, είχαν φάει, διασκεδάσει κ.λπ. Κι αυτό θα ήταν απλώς ένα ζήτημα στατιστικής, αν δεν αποδεικνυόταν καθοριστικό για τον έλεγχο των τοπικών επιδημιών.

Η εικόνα αυτή και η επικοινωνιακή στρατηγική του ΕΟΔΥ να μην δίνει μια διαυγή εικόνα για την πορεία της πανδημίας στην Ελλάδα, σύμφωνα με συνομιλητές μας, αδικεί κατάφωρα την προσπάθεια που γίνεται από στελέχη, γιατρούς και εργαζομένους του ίδιου του οργανισμού, οι οποίοι κυριολεκτικά βρίσκονται στην «πρώτη γραμμή» της μάχης με την πανδημία.

Ο δείκτης θετικότητας

Ένα στατιστικό στοιχείο που κοιτούν επισταμένως οι επιδημιολόγοι είναι ο δείκτης θετικότητας. Το ποσοστό δηλαδή των θετικών τεστ. Για παράδειγμα, την Τρίτη 15/09 που καταγράφηκαν 310 νέα κρούσματα σε 11.522 τεστ, ο δείκτης θετικότητας ήταν 2,69%. Σύμφωνα με τους ειδικούς, ο δείκτης αυτός πρέπει να διατηρείται κατά το δυνατόν χαμηλότερα, και σίγουρα κάτω του 2%. Μετά τον Μάρτιο και τον Απρίλιο, όταν τα ποσοστά των θετικών δειγμάτων ήταν διψήφια, τα ποσοστά κινούνται σε διαχειρίσιμα επίπεδα.

Ποσοστά θετικότητας άνω του 2% αλλά κάτω του 2,7% έχουμε καταγράψει αρκετές ημέρες τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο, με αρνητικό ρεκόρ τη 16η Αυγούστου, όταν το 5,7% των δειγμάτων που ελέγχθηκαν ήταν θετικά (όπως παρατηρεί κανείς, τα στοιχεία του ΕΟΔΥ στα οποία αναφερόμαστε παρουσιάζουν απόκλιση, πιθανότατα τεχνική, από αυτά του ECDC, με βάση τα οποία φτιάχτηκε ο παραπάνω πίνακας). Το αρνητικό ρεκόρ αυτό έσπασε στις 21 Σεπτεμβρίου όταν ανακοινώθηκαν 453 κρούσματα και ο δείκτης θετικών προς τεστ έφτασε στο 5,73% (συνυπολογίζονται και οι έλεγχοι που έγιναν σε στοχευμένο δείγμα στο ΚΥΤ Καρά Τεπέ).

Στην Αττική πάντως την περασμένη εβδομάδα ο δείκτης θετικότητας ξεπέρασε το 5%, όπως δήλωσε ο Καθηγητής Σωτήρης Τσιόδρας την Παρασκευή, σημαίνοντας καμπανάκι για τη λήψη νέων περιοριστικών μέτρων.

Η σύγκριση με το εξωτερικό

O δείκτης θετικότητας αυξάνεται και σε άλλες χώρες (π.χ. στην Ισπανία είναι 11,6% και στην Τσεχία έχει περάσει το 10%, ενώ στη Γερμανία κινείται κάτω το 1%). Η χώρα μας έχει αφήσει πίσω τις καλές επιδόσεις της άνοιξης και πλέον ανεβαίνει σταθερά στη σχετική λίστα. Σύμφωνα με τις οδηγίες των διεθνών οργανισμών, ιδανικά δεν πρέπει να ξεπερνάει το 2%, ενώ από το 3% σημαίνει καμπανάκι.

Αξιοσημείωτο στατιστικό επίσης είναι η ημερομηνία λήψης που για προφανείς λόγους διαφέρει από την ημερομηνία ανακοίνωσής. Π.χ. στις 8/9 ανακοινώθηκαν 169 κρούσματα, όταν τα δείγματα που ελήφθησαν την ίδια μέρα, και προφανώς αναλύθηκαν τις επόμενες, ξεπέρασαν κατά πολύ τα 300.

Γιατί σταμάτησε το Εθνικό Κέντρο Αιμοδοσίας να ελέγχει δείγματα;

Την πρώτη εβδομάδα του Σεπτεμβρίου, ένα από τα πλέον «μάχιμα» εργαστήρια δήλωσε (προσωρινή) αδυναμία να συνεχίσει τους διαγνωστικούς ελέγχους. Το Εθνικό Κέντρο Αιμοδοσίας (ΕΚΕΑ) ενημέρωσε τα νοσοκομεία να μην στέλνουν δείγματα προς ανάλυση, λόγω έλλειψης αντιδραστηρίων (τα απαραίτητα αναλώσιμα για τη διενέργεια διαγνωστικού ελέγχου για τον SARS-CoV-2). Το πρόβλημα αποκαταστάθηκε από τη δεύτερη εβδομάδα του Σεπτεμβρίου και, όπως τόνισε στο inside story ο πρόεδρος του ΕΚΕΑ Παναγιώτης Κατσίβελας, η κατάσταση εξελίσσεται πλέον ομαλά. Σχολιάζοντας την προσωρινή έλλειψη αντιδραστηρίων, η οποία οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην υποχρεωτική εξέταση όλων των υγειονομικών που επέστρεφαν από τις θερινές τους διακοπές, ο κ. Κατσίβελας μας εξήγησε ότι το ΕΚΕΑ είχε εξασφαλίσει την προμήθεια 30.000 αντιδραστηρίων τον μήνα από τη συμφωνία με τη Roche (της οποίας τα μηχανήματα ήδη χρησιμοποιούνται στο ΕΚΕΑ για άλλους διαγνωστικούς ελέγχους). «Δεν έχουμε τη δυνατότητα να αυξήσουμε τον αριθμό αυτόν» σημείωσε.

Όπως μας είπε, το ΕΚΕΑ έχει υπερβεί τις δυνατότητές του όλο αυτό το διάστημα, αφού από τα 1.000 τεστ που είχαν συμφωνηθεί προγραμματικά, το τελευταίο διάστημα εξετάζει περίπου 2.500 δείγματα ημερησίως. «Όταν και όπου είχε ανάγκη το σύστημα, δίναμε δυνάμεις περισσότερες από αυτές που είχαμε» τονίζει ο κ. Κατσίβελας, επισημαίνοντας πως όταν άνοιξαν για παράδειγμα τα αεροδρόμια, το ΕΚΕΑ έφτασε να ελέγχει έως και 8.000 δείγματα ημερησίως. Η καλή και χρηστή χρήση των αντιδραστηρίων και των άλλων αναλωσίμων ήταν το κλειδί για να ανταποκριθεί το Κέντρο στην αυξημένη ζήτηση. Το ίδιο θα γίνει και στο εξής, καθώς το Κέντρο καλείται να διαχειριστεί τα συνολικά 240.000 αντιδραστήρια που θα έχει στη διάθεσή του.

Εκπρόσωπος της Roche Diagnostics επιβεβαίωσε στο inside story ότι τα 30.000 αντιδραστήρια που προμηθεύεται η χώρα μας μηνιαίως επί οκτώ μήνες είναι το ανώτερο δυνατό απόθεμα, λόγω της πρωτοφανούς παγκόσμιας ζήτησης – όχι μόνο για ελέγχους για τον νέο κορονοϊό, αλλά και για σειρά άλλων ιών και νοσημάτων. Διευκρινίζεται επίσης ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της συμφωνίας η εταιρεία παραδίδει εγκαίρως τα συμφωνηθέντα τεμάχια χωρίς αυξομειώσεις.

Ελλείψεις αντιδραστηρίων σε όλον τον κόσμο

Οι ελλείψεις αντιδραστηρίων είναι ένα παγκόσμιο πρόβλημα, το οποίο παρά την εντυπωσιακή αύξηση της παραγωγικής ικανότητας των κατασκευαστών, αναμένεται να ενταθεί εν όψει του χειμώνα. Το πρόβλημα μάλιστα δεν αφορά μόνο τα απαιτούμενα χημικά, αλλά και τους στυλεούς λήψης δειγμάτων, ακόμη και τα πλαστικά δοχεία που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά τους. Μετά το φιάσκο των ΗΠΑ όταν η επιδημία φούντωνε, σοβαρά προβλήματα και λάθη που σχετίζονται με τους διαγνωστικούς ελέγχους αντιμετωπίζουν δεκάδες χώρες, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, όπου ακόμη και στις εστίες της επιδημίας δεν γίνονται πλέον τεστ, αλλά και αρκετά κράτη-μέλη της ΕΕ. Χώρες που εφάρμοσαν πολιτική εκτεταμένων ελέγχων, όπως η Γερμανία, υποχρεώνονται εκ των συνθηκών σε πιο συγκρατημένες κινήσεις, καθώς από την 1η Οκτωβρίου διακόπτουν το πρόγραμμα των δωρεάν ελέγχων για όσους επιστρέφουν από ταξίδι στο εξωτερικό αλλά και για όσους το ζητήσουν.

Στη Γαλλία γίνονται πάνω από ένα εκατομμύριο τεστ την εβδομάδα, αλλά πλέον ο χρόνος αναμονής –για όσους δεν θέλουν να στηθούν σε ουρά– φτάνει τη μία εβδομάδα. Εδώ και λίγες ημέρες δόθηκε προτεραιότητα σε όσους έχουν συμπτώματα ή/και επαφή με φορείς του ιού, χωρίς το πρόβλημα να επιλύεται. Αντίστοιχες είναι οι αναμονές στην Ισπανία, όπου διεξάγονται άνω των 600.000 τεστ την εβδομάδα, και υπάρχει πολιτική δωρεάν ελέγχων για όσους το επιθυμούν, αλλά οι αναμονές συχνά ξεπερνούν τη μία εβδομάδα. Στη Μαδρίτη υπήρχαν φορείς του ιού που το έμαθαν 15 ημέρες μετά τη λήψη δείγματος.

Αντίστοιχος αριθμός τεστ γίνεται και στην Ιταλία –δωρεάν για συμπτωματικούς, ταξιδιώτες ή επαφές κρουσμάτων– με τις εγκαταστάσεις drive-through να έχουν αποσυμφορήσει τα εξωτερικά ιατρεία και τα διαγνωστικά κέντρα. Υποχρεωτικός είναι ο μοριακός έλεγχος για όσους φτάνουν στην Ιταλία από συγκεκριμένες χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, τουλάχιστον έως τις 7 Οκτωβρίου.

Στο Βέλγιο που έχει αντίστοιχο πληθυσμό με την Ελλάδα, την προηγούμενη εβδομάδα πραγματοποιήθηκαν περίπου 200.000 τεστ (ημερήσιος μέσος όρος 27.456), ενώ όλοι όσοι επιστρέφουν από τις διακοπές υποβάλλονται σε ένα rapid-test (το οποίο πληρώνουν οι ίδιοι για €135 και τα αποτελέσματα βγαίνουν μέσα σε δύο ώρες). Αποτέλεσμα της πολιτικής αυτής είναι να βρίσκονται σε καραντίνα περίπου 230.000 πολίτες.

Περίπου 30.000 τεστ ημερησίως γίνονται και στην Ολλανδία των 17 εκατομμυρίων, με τον έλεγχο να διενεργείται δωρεάν σε όσους έχουν συμπτώματα κρυολογήματος ή επέστρεψαν από ταξίδι. Κι εκεί πάντως το σύστημα δοκιμάζεται από καθυστερήσεις στην έκδοση αποτελεσμάτων.

Αφού τελειώνουν τα εμπορικά αντιδραστήρια, γιατί να μην χρησιμοποιήσουμε δικά μας;

Στο τέλος Απριλίου εξαγγέλθηκε από τον πρωθυπουργό η κοινή ερευνητική δράση τεσσάρων ελληνικών πανεπιστημίων και έξι ερευνητικών κέντρων, υπό την αιγίδα της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας, με αντικείμενο την «Επιδημιολογική μελέτη του SARS-CoV-2 στην Ελλάδα μέσω εκτεταμένων εξετάσεων ανίχνευσης ιού και αντισωμάτων, αλληλούχισης ιικών γονιδιωμάτων και γενετικής ανάλυσης ασθενών, για την αντιμετώπιση του ιού SARS-CoV-2». Η δράση έχει συνολικό προϋπολογισμό €2,475 εκατομμύρια.

Στο ρεπορτάζ του inside story είχαν περιγράφει αναλυτικά οι στόχοι της δράσης, από τους επικεφαλής των τριών βασικών ερευνητικών πυλώνων του εγχειρήματος: Ιατρική Σχολή του ΕΚΠΑ, Ίδρυμα Ιατροβιολογικών Ερευνών της Ακαδημίας Αθηνών, και το Ινστιτούτο Εφαρμοσμένων Βιοεπιστημών, ΕΚΕΤΑ (ΙΝΕΒ | ΕΚΕΤΑ). Ένας από τους τρεις βασικούς άξονες του εγχειρήματος είναι η διενέργεια μοριακών διαγνωστικών ελέγχων (RT-PCR), με στόχο την ενίσχυση της προσπάθειας των κέντρων αναφοράς. Παρά τη δήλωση και την πιστοποίηση της ετοιμότητας των εργαστηρίων, απαιτήθηκαν τέσσερις μήνες για την ενεργοποίησή τους. Η σύμβαση με τον ΕΟΔΥ μάλιστα υπεγράφη στα τέλη Αυγούστου, παρά τα εγνωσμένα προβλήματα με τους διαγνωστικούς ελέγχους πανελλαδικά. Παρά τις επανειλημμένες ερωτήσεις του inside story τόσο προς το υπουργείο Υγείας όσο και προς τον ΕΟΔΥ, δεν λάβαμε επίσημες απαντήσεις επί του θέματος.

H Δρ Αναστασία Χατζηδημητρίου, ερευνήτρια Β’ και επικεφαλής του εργαστηρίου στο ΙΝΕΒ | ΕΚΕΤΑ της Θεσσαλονίκης, επιβεβαιώνει στο inside story ότι το εργαστήριο έχει συνάψει σύμβαση με τον ΕΟΔΥ από τα τέλη Αυγούστου και αναλύει κατά μέσο όρο 1.250 δείγματα την ημέρα. «Πιθανότατα και κρίνοντας από τις ανάγκες ενδέχεται τα δείγματα αυτά να φτάσουν τις 2.500» σημειώνει. Συνολικά εκτιμάται ότι τα εργαστήρια της Εμβληματικής Δράσης μπορούν να εξετάζουν μοριακά πάνω από 5.000 δείγματα ημερησίως.

Είναι αξιοσημείωτο ότι η μοριακή εξέταση (RT-PCR) πραγματοποιείται με πρωτόκολλο που έχει αναπτυχθεί εσωτερικά στο πλαίσιο της ερευνητικής δράσης, χωρίς να απαιτείται καν η αγορά έτοιμων διαγνωστικών κιτ από το εμπόριο. «Αξιοποιώντας την τεχνογνωσία των εργαστηρίων και την εμπειρία του προσωπικού, και για να αποφύγουμε το ενδεχόμενο έλλειψης εμπορικών κιτ, επιλέξαμε από την αρχή να στήσουμε ένα δικό μας πρωτόκολλο, το οποίο βασίζεται στις μεθοδολογίες του γαλλικού ινστιτούτου Pasteur και του γερμανικού Charité, και έχει επαληθευτεί μέσω ring-trial από τα ελληνικά εργαστήρια που μετέχουν στη δράση» σημειώνει η Αναστασία Χατζηδημητρίου. Το in-house πρωτόκολλο χαρακτηρίζεται από πολύ μεγάλη ευαισθησία και ειδικότητα και μάλιστα θα μπορούσε να αξιοποιηθεί και από άλλα εργαστήρια, αντί για τα εμπορικά κιτ που κοστίζουν περισσότερο και εξαντλούνται λόγω της παγκόσμιας ζήτησης χωρίς να υπερέχουν σε διαγνωστική ακρίβεια.

Ποια άλλα εργαστήρια αναλαμβάνουν τους ελέγχους

Σύμφωνα με την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Υγείας, στην «παραγωγική δυνατότητα της χώρας» εντάσσονται αθροιστικά τόσο τα δημόσια εργαστήρια όσο και τα ιδιωτικά. Σε αυτά συγκαταλέγονται τα πανεπιστημιακά εργαστήρια, το Κέντρο Αιμοδοσίας, πλέον τα κέντρα που συμμετέχουν στην παραπάνω «Εμβληματική Δράση», αλλά και τα ιδιωτικά.

Εκτός από το Εθνικό Κέντρο Αιμοδοσίας, μεγάλο φόρτο σηκώνει το Εργαστήριο Μικροβιολογίας του ΕΚΠΑ, το οποίο αναλύει καθημερινά 3.500-4.000 δείγματα, και σύμφωνα με πληροφορίες του inside story ήταν αυτό που κράτησε το σύστημα όταν παρουσιάστηκαν προβλήματα με άλλα εργαστήρια κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού. Οι όποιες δυσλειτουργίες παρατηρήθηκαν εκεί, σχετίζονται με την απότομη αύξηση της ζήτησης για διαγνωστικούς ελέγχους τις πρώτες ημέρες του Σεπτεμβρίου, η οποία αποδίδεται στην πρόσκαιρη αδυναμία του ΕΚΕΑ να εξετάσει δείγματα.

Αντίστοιχο ζήτημα προέκυψε προ ημερών και στη Θεσσαλονίκη, όπου σύμφωνα με την ΠΟΕΔΗΝ, το Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ ειδοποίησε τα συνεργαζόμενα νοσοκομεία να διακόψουν προσωρινά την αποστολή νέων δειγμάτων λόγω έλλειψης αντιδραστηρίων.

Φημολογία για αντίστοιχη αδυναμία του Ινστιτούτου Παστέρ διαψεύστηκε με επίσημη ανακοίνωση, στην οποίαν αναφέρεται ότι στο Παστέρ εξετάζονται περί τα 1.000 δείγματα καθημερινά, με τα περισσότερα να προέρχονται από δημόσιες δομές και νοσοκομεία. Ακόμη και στις ημέρες με μεγάλο φόρτο, το Παστέρ φροντίζει να ανακοινώνει αυθημερόν τα αποτελέσματα των δειγμάτων που έχουν φτάσει πριν το μεσημέρι.

Τελικά, οι αυξημένες ανάγκες ελέγχων τόσο στην Αθήνα όσο και στη Θεσσαλονίκη καλύφθηκαν από ιδιωτικά διαγνωστικά εργαστήρια, τα οποία όπως είναι πρόδηλο θα συνεισφέρουν και τους επόμενους μήνες. Ούτε γι’ αυτά τα ζητήματα λάβαμε απαντήσεις από τον ΕΟΔΥ.

O ρόλος των ΚΟΜΥ

Στις αρχές Απριλίου ανακοινώθηκε η λειτουργία των Κινητών Ομάδων Υγείας και καθορίστηκαν οι λεπτομέρειες μίσθωσης 500 οχημάτων και πρόσληψης 1.000 μελών ΚΟΜΥ. Στόχος, σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση, ήταν η κατ’ οίκον λήψη δειγμάτων βιολογικού υλικού αλλά και η νοσηλευτική βοήθεια προς πιθανά ή ύποπτα κρούσματα COVID-19. Από αποσπασματικές ανακοινώσεις του ΕΟΔΥ και της Γεν. Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων συμπεραίνουμε ότι ουδέποτε λειτούργησαν και οι 500 ΚΟΜΥ. Στις 4 Ιουνίου π.χ. πληροφορηθήκαμε ότι κατά τον πρώτο μήνα λειτουργίας των ΚΟΜΥ πραγματοποιήθηκαν «περισσότερες από 1.000 αποστολές σε 30 περιφερειακές ενότητες και ελήφθησαν 25.000 δείγματα».

Στις 9 Ιουλίου ο πρόεδρος του ΕΟΔΥ Παναγιώτης Αρκουμανέας δήλωσε ότι πρόκειται για το «πιο σημαντικό πρόγραμμα που έχει συντελεστεί κατά την περίοδο αντιμετώπισης του κορωνοϊού σε πανευρωπαϊκό επίπεδο», ενώ έκανε λόγο για περισσότερες από 3.900 αποστολές και περισσότερα από 75.000 τεστ σε δομές πρόνοιας.

Αξιοσημείωτη είναι η αναφορά του κ. Αρκουμανέα στην προοπτική να ξεπεράσει η δύναμη των Κινητών Ομάδων Υγείας τον αριθμό των 500 οχημάτων. Και λέμε αξιοσημείωτη, καθώς σε πρόσφατη ανακοίνωση της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας αναφέρεται ότι δραστηριοποιούνται 103 ΚΟΜΥ, χωρίς να δίδονται στοιχεία για τους ελέγχους που έχουν πραγματοποιήσει έως σήμερα, ούτε βέβαια για το πόσους εξ αυτών έχουν διενεργήσει κατ’ οίκον.

Πόσο κοστίζει το τεστ στο Δημόσιο;

Σύμφωνα με πληροφορίες του inside story, το κόστος δεν είναι ενιαίο, όπως διατείνονται υπηρεσιακοί παράγοντες του υπουργείου. Σαφώς όμως το δημόσιο πληρώνει μικρότερο κόστος συγκριτικά με την πρώτη φάση της επιδημίας στη χώρα μας. Το Παστέρ για παράδειγμα χρεώνει €50 ανά έλεγχο, το ΕΚΠΑ €35, ενώ το Κέντρο Αιμοδοσίας δεν χρεώνει, καθώς καλύπτει το κόστος από δωρεές ιδιωτών. «Εμείς διενεργήσαμε έναν διαγωνισμό για την προμήθεια αντιδραστηρίων, για τον οποίο μας βοήθησε το υπουργείο Υγείας» μας λέει ο πρόεδρος του ΕΚΕΑ. Όπως εξηγεί, τα χρήματα για τα αντιδραστήρια και τα δύο μηχανήματα κορυφαίας τεχνολογίας προέρχονται από μια μεγάλη δωρεά του Ιδρύματος Νιάρχος, ενώ προηγούμενες ανάγκες του κέντρου είχαν καλυφθεί από τη γενναιόδωρη δωρεά ενός εφοπλιστή, που ζήτησε να μην αποκαλυφθεί το όνομά του!

Η τιμή που εξασφάλισε το ΕΚΕΑ ανέρχεται στα €13 προ ΦΠΑ. Όσον αφορά το πρόσθετο κόστος για την ανάλυση, ο Παναγιώτης Κατσίβελας τόνισε ότι ποτέ μια υπηρεσία του Δημοσίου δεν (πρέπει να) κοστολογεί υπηρεσίες, ούτε το προσωπικό που ούτως ή άλλως αμείβεται από το δημόσιο ταμείο. Η τιμολόγηση των αντιδραστηρίων επιβεβαιώθηκε και από εκπρόσωπο της Roche Diagnostics που μίλησε στο inside story.

Το πώς εκτινάσσεται αυτό το αρχικό κόστος (πενταπλάσιο σε δημόσια εργαστήρια και ενίοτε δεκαπλάσιο σε ιδιωτικά), είναι ένα από τα πολλά ερωτήματά μας που παραμένουν αναπάντητα, παρότι το απευθύναμε κατ’ επανάληψη στους αρμοδίους.

Σύμφωνα με πληροφορίες πάντως, στόχος του υπουργείου είναι να φτάσει το κόστος ανά τεστ τα €50 και για τα συμβεβλημένα ιδιωτικά εργαστήρια. Αναπάντητο παραμένει το ερώτημα γιατί το κόστος ανά δείγμα δεν πέφτει, παρότι εφαρμόζεται η πολιτική της δεξαμενοποίησης (γνωστή και ως pooling), η οποία όπως εξηγούμε παρακάτω επιτρέπει την ταυτόχρονη εξέταση πέντε ή δέκα δειγμάτων με το ίδιο αντιδραστήριο. Βάσει των τρεχουσών τιμών, ένας έλεγχος πέντε δειγμάτων με τη διαδικασία του pool, εφόσον όλα είναι αρνητικά, θα πέφτει στα περίπου €2,5 ανά δείγμα. Η πιθανότητα επίταξης ιδιωτικών εργαστηρίων που προβλέπεται στη σχετική ΠΝΠ δεν έχει ενεργοποιηθεί, καθώς σύμφωνα με τον κ. Κοντοζαμάνη ακόμη και σε αυτήν την περίπτωση τα εργαστήρια θα πρέπει να αποζημιώνονται κανονικά από το δημόσιο ταμείο.

Τι είναι το Pooling και πώς μπορεί να βοηθήσει με την έλλειψη αντιδραστηρίων;

Η μεθοδολογία της δεξαμενοποίησης περισσότερων δειγμάτων είναι σύμφωνα με τους ειδικούς ενδεδειγμένη για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της έλλειψης αντιδραστηρίων και αναλωσίμων, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να αποδειχθεί κλειδί στον έλεγχο ασυμπτωματικών φορεών.

Στην Ελλάδα η τακτική αυτή εφαρμόζεται ήδη στα περισσότερα εργαστήρια αναφοράς, και πλέον προκρίνεται ως η πλέον ενδεδειγμένη για τη διαχείριση των αποθεμάτων. Το ΕΚΕΑ, για παράδειγμα, όπως μας αποκάλυψε ο πρόεδρός του, έχει προμηθευτεί υπερσύγχρονο εξοπλισμό για τη δεξαμενοποίηση των δειγμάτων, προκειμένου να διευκολύνει το έργο του και να συνδράμει τα μέγιστα στην αντιμετώπιση της πανδημίας στη χώρα μας. Το προσεχές διάστημα θα δοκιμαστεί ενδελεχώς η διαδικασία και ο εξοπλισμός, ώστε να προσδιοριστεί η αξιοπιστία της μεθόδου με τις διεθνείς προδιαγραφές και να συνταχθεί μια έκθεση που θα διαβιβαστεί στο υπουργείο Υγείας. «Αισιοδοξώ ότι θα τα καταφέρουμε, και θα είναι μια καλή λύση, ειδικά για ορισμένες κατηγορίες δειγμάτων, ώστε να πολλαπλασιάσουμε ουσιαστικά τα υπολειπόμενα αντιδραστήρια και να φτάσουμε τη δυνατότητα ελέγχων από το ΕΚΕΑ στο ένα εκατομμύριο» αποκάλυψε στο inside story ο κ. Κατσίβελας.

Όπως βέβαια τονίζουν ειδικοί, το pooling δεν είναι πανάκεια, κυρίως γιατί ένα θετικό δείγμα αλλά με μικρό ή αποδυναμωμένο ιικό φορτίο ενδέχεται να «χαθεί» μέσα σε πολλά αρνητικά. Ο κ. Κατσίβελας αναγνωρίζει ότι πράγματι υφίσταται ο κίνδυνος, γι’ αυτό και πρέπει να επιλέγονται προσεκτικά τα δείγματα που θα ελέγχονται με αυτήν τη μέθοδο. «Το pool επιλέγεται κυρίως για επιδημιολογικό έλεγχο» μας είπε ο πρόεδρος του ΕΚΕΑ, «και όχι σε περιπτώσεις ασθενών που περιμένεις αμφιμονοσήμαντο αποτέλεσμα (έχει ή δεν έχει προσβληθεί από τον ιό)». «Το pool, για παράδειγμα, είναι ενδεδειγμένο για τον έλεγχο όλου του υγειονομικού προσωπικού της χώρας, αλλά όταν θα το κάνεις στην εφημερία του Ευαγγελισμού, δεν ταιριάζει» σημειώνει ο κ. Κατσίβελας. Το ίδιο επισημαίνει πως ισχύει και για περιπτώσεις δομών, καθώς «όπου υπάρχουν αυξημένες πιθανότητες θετικών δειγμάτων, το pool αδυνατεί».

Από την πλευρά της η δρ. Χατζηδημητρίου διευκρίνισε ότι σε γενικές γραμμές η μέθοδος είναι αξιόπιστη, και ότι ο έλεγχος έως και πέντε δειγμάτων ταυτόχρονα αποδεικνύεται κατά κανόνα ακριβής. Προκειμένου μάλιστα να κατοχυρωθεί η ακρίβεια της εξέτασης στο εργαστήριο του ΕΚΕΤΑ, έστω και για την πολύ μικρή πιθανότητα τυχόν ανθρώπινου λάθους, το αποτέλεσμα επαληθεύεται με επαναληπτικό έλεγχο.

Νέα όπλα στη μάχη

Στις προσπάθειες για αύξηση των διαγνωστικών δυνατοτήτων της χώρας, δύο μεγάλα ελληνικά νοσοκομεία (Αττικόν στην Αθήνα και ΑΧΕΠΑ στη Θεσσαλονίκη) εξοπλίστηκαν με υπερσύγχρονες συσκευές ταχείας διάγνωσης του SARS-CoV2. Έχουν τη δυνατότητα εξαγωγής αποτελέσματος σε λιγότερα από δέκα λεπτά, υποδεκαπλάσιο χρόνο του αντίστοιχου που απαιτούν τα μηχανήματα μοριακού ελέγχου που χρησιμοποιούνται ήδη, ενώ μπορούν να επεξεργάζονται έως και 5.000 δείγματα ημερησίως.

Παράλληλα, η ελληνική κυβέρνηση αγόρασε 200.000 τεμάχια ταχείας εξέτασης αντιγόνων COVID-19 (Ag Rapid Test), τα οποία σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση θα αξιοποιηθούν τόσο στην καθημερινή κλινική πράξη τη χειμερινή περίοδο, όσο και για επιδημιολογική μελέτη. Τα εν λόγω τεστ αγοράστηκαν χάρη στη δωρεά ύψους €1.000.000 του Θανάση Μαρτίνου. Ήδη τα πρώτα αντιγονικά τεστ χρησιμοποιούνται στη Λέσβο, και από τις 12 έως και τις 20 Σεπτεμβρίου 2020 τα κλιμάκια του ΕΟΔΥ πραγματοποίησαν συνολικά 7.064 ελέγχους στο ΚΥΤ Καρά Τεπέ, και ανευρέθηκαν 243 νέες μολύνσεις. Σύμφωνα με τον καθηγητή Γκίκα Μαγιορκίνη «τα θετικά επιβεβαιώνονται με επιτυχία από μοριακά», κάτι που συνεπάγεται ότι τα rapid tests δεν προσμετρώνται στον συνολικό αριθμό των ελέγχων.

Η τεχνολογική πρόοδος είναι πάντως εντυπωσιακή και τα rapid-tests προβάλλουν πλέον ως μονόδρομος για τον έλεγχο της πανδημίας, ενώ δοκιμάζονται ακόμη πιο προηγμένες λύσεις που βασίζονται στην ανάλυση γενετικού υλικού.

Η στρατηγική στο επίκεντρο

«Πρώτα θα δεις πόσα αντιδραστήρια διαθέτεις ως χώρα και μετά θα τα διαχειριστείς με τον καλύτερο τρόπο» τονίζει στο inside story ο κ. Κατσίβελας. «Όταν τα αντιδραστήρια λόγω της πίεσης που υπάρχει στην αγορά δεν είναι απεριόριστα, πρέπει να αξιολογήσεις με επιστημονικό τρόπο πώς θα τα χρησιμοποιήσεις».

Ελάχιστοι όμως γνωρίζουν με βεβαιότητα πόσα είναι τα διαθέσιμα αντιδραστήρια και πώς διοχετεύονται, συνεπώς άγνωστη παραμένει και η διαγνωστική δυνατότητα της χώρας. Όπως χαρακτηριστικά μας αποκάλυψαν άμεσα εμπλεκόμενοι, ακόμη και οι επικεφαλής των εργαστηρίων της χώρας δεν έχουν σαφή εικόνα του τι κάνουν και πώς πορεύονται τα υπόλοιπα. Το πανθομολογούμενο συμπέρασμα είναι ότι η χώρα οφείλει, έστω και τώρα αν δεν το έχει ήδη πράξει, να προμηθευτεί μεγάλη ποσότητα εμπορικών αντιδραστηρίων από διαφορετικές εταιρείες. «Να κάνουμε μεγάλες παραγγελίες κιτ όχι μόνο από έναν προμηθευτή, όπως θα προμηθευτούμε το εμβόλιο» μας είπαν χαρακτηριστικά. Επίσης, είναι απαραίτητο να αξιοποιήσει τα σαφώς οικονομικότερα και αμεσότερα διαθέσιμα in-house πρωτόκολλα, που έχουν αναπτυχθεί από ερευνητικά κέντρα.

Πάντως η προμήθεια των αντιδραστηρίων είναι μία μόνο πτυχή της συνολικής διαχείρισης. Το μείζον σε αυτή τη φάση είναι να επανακαθοριστεί κεντρικά ο σχεδιασμός της χώρας αναφορικά με τη διάγνωση του ιού: Πόσα τεστ κάνουμε, σε ποιους και υπό ποιες προϋποθέσεις. Πού πρέπει να απευθύνεται ο πολίτης αν έχει συμπτώματα, πού αν έχει επαφή με επιβεβαιωμένο κρούσμα; Είναι λογικό να συνωστίζονται ύποπτα ή πιθανά κρούσματα στους ίδιους χώρους και να περιμένουν επί ώρες για να υποβληθούν σε τεστ;

Η ανάγκη για ανοιχτά και διαφανή δεδομένα

Η πρόσβαση στα ανοιχτά δεδομένα –όχι μόνο αναφορικά με τα τεστ αλλά με κάθε πτυχή της διαχείρισης της πανδημίας– για όλους τους ενδιαφερόμενους είναι ζητούμενο που δεν πρέπει καν να τίθεται υπό συζήτηση – εφόσον προστατεύεται η ιδιωτικότητα των πολιτών.

Σχεδόν όλες οι ευρωπαϊκές χώρες προσφέρουν όλα τα (μη ευαίσθητα) δεδομένα που προκύπτουν από τη διαχείρισης της πανδημίας σε ιατρούς, επιστήμονες, ερευνητές, δημοσιογράφους, ενώ ορισμένες τα διαθέτουν και στο ευρύ κοινό.

Αναζητώντας τις βέλτιστες πρακτικές, βλέπουμε τι πράττει ενδεικτικά τo Robert Koch Institute στη Γερμανία, που ανακοινώνει σε εβδομαδιαία βάση τον αριθμό των ελέγχων που πραγματοποιούνται σε συνάρτηση με τα εθνικά αποθέματα σε αντιδραστήρια. Την προηγούμενη εβδομάδα πχ πραγματοποιήθηκαν πάνω από ένα εκατομμύριο τεστ, ενώ η «χωρητικότητα» του συστήματος φτάνει το 1,4 εκατ.

Στη χώρα μας, παρά τη δέσμευση της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου Υγείας και τη σχετική παραίνεση του καθηγητή Τσιόδρα προ μηνών, η πρόσβαση στα δεδομένα παραμένει περιορισμένη, και η πληροφόρηση διοχετεύεται με ακατανόητα επιλεκτικό τρόπο. Επτά μήνες μετά το πρώτο κρούσμα, και δεν γνωρίζουμε ούτε πού και πότε διενεργούνται τα τεστ, ούτε καν ποια είναι η διαφορά διασωληνωμένων και νοσηλευόμενων σε ΜΕΘ. Ακόμη και τα λειψά δεδομένα που ανακοινώνει ο ΕΟΔΥ είναι σε μη μηχαναγνώσιμη μορφή (σε PDF), δυσκολεύοντας περαιτέρω τη δουλειά ερευνητών, επιστημόνων, δημοσιογράφων και κάθε ενδιαφερόμενου. Με την ευχή να αποδίδεται σε γραφειοκρατικά προσκόμματα και την ελπίδα να επιλυθεί αυτό το πρόβλημα, εμπιστευόμαστε τα στοιχεία που συγκεντρώνει και ανανεώνει καθημερινά ένας απλός χρήστης του Twitter (@nyros), τον οποίον και συγχαίρουμε δημοσίως για την επιμέλεια και την αφοσίωσή του. Ο ίδιος χρήστης επισημαίνει τα γραφειοκρατικά σφάλματα του ΕΟΔΥ, όταν π.χ. αναπαράγει τα ίδια γραφήματα επί δύο διαδοχικές μέρες και τα ΜΜΕ τα αναδημοσιεύουν άκριτα.

Το αίτημα για ανοιχτά, επεξεργάσιμα δεδομένα, δεν συνδέεται απλώς με τη διευκόλυνση της δουλειάς μας ούτε με την ικανοποίηση της «δημοσιογραφικής περιέργειας», όπως μας είπε κάποιος ιθύνοντας. Πρόκειται για την αναγκαιότητα της ενημέρωσης του κοινού με απόλυτη διαφάνεια που αναδύεται ολοένα και πιο επιτακτική, καθώς η συσκότιση, τα μισόλογα και η έλλειψη διαυγούς πληροφόρησης δημιουργούν προνομιακό έδαφος για να ανθίσουν συνωμοσιολογικές θεωρίες και να αναδειχτούν όσοι πιστεύουν ότι «κάτι μας κρύβουν». Ας μην τους το επιτρέψουμε γιατί κάποιος δημόσιος λειτουργός βαριέται να κάνει τη δουλειά του.

Γράφει για τεχνολογία, επιστήμη και ψηφιακή κουλτούρα σε περιοδικά, εφημερίδες και websites. Σπούδασε στο τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του ΕΚΠΑ και πρόσφατα ξεκίνησε ένα εντελώς άσχετο μεταπτυχιακό. Η συλλογή διηγημάτων «24» (Εκδόσεις Πατάκη) είναι το πρώτο του βιβλίο.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.