Προκλήσεις και ευκαιρίες για το οργανωμένο έγκλημα στην εποχή του κορονοϊού

Τα μέτρα για την πανδημία βάζουν εμπόδια στον δρόμο των εγκληματικών οργανώσεων, που προσαρμόζονται στις νέες συνθήκες, ενώ παράλληλα κοιτάζουν μπροστά και ονειρεύονται μεγάλα κέρδη, πάνω στα κοινωνικά και οικονομικά συντρίμμια που θα δημιουργηθούν. Τέσσερις ειδικοί στο οργανωμένο έγκλημα, που είτε το έχουν αντιμετωπίσει είτε το μελετούν, μιλούν στο inside story.
Χρόνος ανάγνωσης: 
12
'
Η οργάνωση της κόρης του διαβόητου εμπόρου ναρκωτικών «Ελ Τσάπο» μοιράζει τρόφιμα στη Γκουανταλαχάρα, σε κούτες με το σκίτσο του. [Ulises Ruiz/AFP]

«Η μαφία είναι σαν τον κορονοϊό, μπορεί να σε πετύχει παντού», είπε πριν λίγες μέρες ένας Ιταλός βουλευτής, θέλοντας να δείξει την ευκολία με την οποία το οργανωμένο έγκλημα προσαρμόζεται στις δυσκολίες που έφερε σε όλους η πανδημία.

Οι παράνομες δραστηριότητες έχουν σαφώς επηρεαστεί από τα μέτρα περιορισμού που είναι σε ισχύ ανά τον κόσμο καθώς, όπως κάθε καλή επιχείρηση, έτσι και τα εγκληματικά δίκτυα «ποντάρουν» στα ανοιχτά σύνορα, στην ανεμπόδιστη επικοινωνία και στην πετυχημένη παράδοση των προϊόντων στους πελάτες τους. Την ίδια στιγμή βέβαια, κάθε κρίση γεννά ευκαιρίες για τους «entrepreneurs» που βλέπουν μπροστά. Στις μέρες του κορονοϊού, αυτό σημαίνει στροφή στο ηλεκτρονικό έγκλημα, αναβάθμιση του «εταιρικού προφίλ», διαφοροποίηση των παρεχόμενων προϊόντων και υπηρεσιών και προετοιμασία για την επόμενη μέρα.

Αυτές τις μέρες που υπάρχει ανάγκη για ξεκάθαρη ενημέρωση κι ανάλυση, το inside story προσφέρει όλα τα άρθρα γύρω από τον Covid-19 ελεύθερα σε όλους τους αναγνώστες.

#ΜένουμεΑσφαλείς: Ανακαλύψτε πάνω από 2.500 ρεπορτάζ και ιστορίες του inside story. Γραφτείτε για έναν μήνα δωρεάν EΔΩ

Το inside story απευθύνθηκε σε ανθρώπους που έχουν ασχοληθεί με το οργανωμένο έγκλημα, είτε γιατί το αντιμετωπίζουν είτε γιατί το μελετούν. Ο Βρετανός δημοσιογράφος Μίσα Γκλένι, συγγραφέας του περίφημου McMafia, ο Ρόι ΜακΚομπ, επί χρόνια αστυνομικός στη Βόρεια Ιρλανδία και μέχρι πρόσφατα αναπλ. διευθυντής στη βρετανική Εθνική Υπηρεσία Αντιμετώπισης του Εγκλήματος (National Crime Agency), η Άννα Σέρτζι, αναπλ. καθηγήτρια Εγκληματολογίας στο Πανεπιστήμιο του Έσεξ, και ο Θόδωρος Χρονόπουλος, Αστυνομικός Υποδιευθυντής και εκπρόσωπος Τύπου της Ελληνικής Αστυνομίας μάς εξηγούν.

Οι αλλαγές στην καθημερινότητα του οργανωμένου εγκλήματος

«Η πανδημία δημιουργεί προκλήσεις για την παραδοσιακή δραστηριότητα των ομάδων του οργανωμένου εγκλήματος», λέει ο Ρόι ΜακΚομπ. «Θα υπάρξουν ορισμένες ομάδες που δεν θα είναι σε θέση να συνεχίσουν λόγω του λόκνταουν. Τα δίκτυα μεταφορών εξάλλου αποτελούσαν πάντα αντικείμενο εκμετάλλευσης του οργανωμένου εγκλήματος – για τη μεταφορά ναρκωτικών, όπλων, ανθρώπων, χρημάτων».

Όπως επισημαίνει, «το κλείσιμο των συνόρων έχει αντίκτυπο στους παραδοσιακούς τρόπους μεταφοράς παράνομων εμπορευμάτων. Για παράδειγμα, η μείωση των επιβατών στα αεροδρόμια (τον Απρίλιο ο αριθμός των πτήσεων παγκοσμίως μειώθηκε κατά 64%) έχει αντίκτυπο τόσο στη μεταφορά ανθρώπων όσο και εμπορευμάτων. Εάν οι οργανώσεις δεν μπορούν να μετακινήσουν τα προϊόντα τους διασυνοριακά, μπορεί να προσπαθήσουν να αναδιαμορφώσουν τις πωλήσεις τους εσωτερικά. Η Κίνα για παράδειγμα είναι ο μεγαλύτερος εξαγωγέας προϊόντων απομίμησης και η τεράστια αλλαγή στις αεροπορικές μεταφορές θα έχει σημαντικό αντίκτυπο στην παγκόσμια προσφορά αυτών των προϊόντων».

Ακόμη, η Κίνα και η Ινδία προμηθεύουν χημικά που απαιτούνται για την παραγωγή ναρκωτικών όπως η μεθαμφεταμίνη και η φεντανύλη, με αποτέλεσμα να αλλάξει η τιμή των ουσιών αυτών στις πιάτσες. Σε ένα από τα πιο γνωστά καρτέλ ναρκωτικών του Μεξικού, το Σιναλόα, ένας μάγειρας ηρωίνης ανέφερε πως η τιμή της ακετόνης, που χρησιμοποιείται για την παρασκευή του ναρκωτικού, υπερδιπλασιάστηκε μέσα στον Μάρτιο, πηγαίνοντας από τα 55 ευρώ για 20 λίτρα, στα 135 ευρώ.

Στην Ονδούρα, οι διακινητές αντέδρασαν στο κλείσιμο των συνόρων αυξάνοντας τις τιμές για την παράνομη διακίνηση ανθρώπων και προϊόντων εντός και εκτός της χώρας. Ένας αξιωματικός του Γραφείου των Ηνωμένων Εθνών για τα Ναρκωτικά και το Έγκλημα (UNODC) ανέφερε ότι, με βάση τις κατασχέσεις μεγαλύτερων φορτίων κοκαΐνης απ’ ό,τι συνήθως, θα μπορούσε να πει κανείς πως η Ευρώπη «γέμισε» με κοκαΐνη, παρά τα λόκνταουν. Οι διακινητές «συσκευάζουν τεράστια φορτία κοκαΐνης στα λιγότερα πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων και εμπορικά αεροπλάνα που κυκλοφορούν, δείχνοντας έτοιμοι να αναλάβουν υψηλότερο ρίσκο για την παράδοση των εμπορευμάτων τους», λέει ο δημοσιογράφος του Reuters.

Στα καθ' ημάς, σύμφωνα με αξιωματικούς της Ασφάλειας που μίλησαν στην Καθημερινή, η τιμή στην Αθήνα για ένα κιλό ινδικής κάνναβης από την Αλβανία έχει αυξηθεί από τα 1.500 στα 2.000 ευρώ. Αντίστοιχα, η τιμή ενός γραμμαρίου κοκαΐνης έχει αυξηθεί κατά 10 ευρώ και ενός γραμμαρίου ηρωίνης κατά 5 ευρώ.

Το επιχειρηματικό δαιμόνιο των προμηθευτών «οφείλει» να βρει λύσεις για την ικανοποίηση των πελατών, όπως έκανε ο ιδιοκτήτης καφετέριας στα νότια προάστια της Αθήνας, ο οποίος έκανε delivery κοκαΐνης. Οι αστυνομικοί της ΕΛ.ΑΣ υποπτεύθηκαν τον νεαρό και διαπίστωσαν ότι εκτός από καφέδες μετέφερε και αυτοσχέδιες συσκευασίες με κοκαΐνη στην πελατεία της Βούλας, της Γλυφάδας και της Βουλιαγμένης. Για τη συγκεκριμένη πρακτική των εμπόρων έχει ήδη προειδοποιήσει η Interpol.

Κλοπές, ληστείες, δολοφονίες

Ο Μίσα Γκλένι σημειώνει ότι «στις περισσότερες χώρες που προχώρησαν σε λόκνταουν καταγράφηκε μείωση του εγκλήματος. Για παράδειγμα στο Ηνωμένο Βασίλειο μειώθηκαν περίπου κατά 20% εγκλήματα όπως επιθέσεις, διακίνηση ναρκωτικών και σεξουαλική εκμετάλλευση. Οι εγκληματίες ας μην ξεχνάμε πως είναι άνθρωποι και άρα εξίσου απρόθυμοι να εκτεθούν στην Covid-19».

Στο Ελ Σαλβαδόρ, το ποσοστό των δολοφονιών κατέγραψε σημαντική μείωση μετά την επιβολή μέτρων κοινωνικής αποστασιοποίησης, ενώ στην Ευρώπη η αστυνομία της Ολλανδίας έλαβε πληροφορίες ότι «αναβλήθηκαν» δολοφονίες για μετά την καραντίνα.

Στην Ελλάδα, όπως επισημαίνει ο Θόδωρος Χρονόπουλος από την ΕΛ.ΑΣ., «από την ημερομηνία εφαρμογής των μέτρων προσωρινού περιορισμού της κυκλοφορίας καταγράφεται μια τάση μείωσης των κυριότερων δεικτών εγκληματικότητας, με εξαίρεση το αδίκημα της απάτης. Ειδικότερα για τον Μάρτιο σε σύγκριση με το 2019, στην επικράτεια καταγράφηκε μείωση κατά 38,23% στις ληστείες, 37,08% στις κλοπές-διαρρήξεις, 33,69% στις κλοπές τροχοφόρων και 26,82% στις παραβάσεις της νομοθεσίας περί ναρκωτικών».

Ωστόσο, όπως αναφέρει ο εκπρόσωπος της ΕΛ.ΑΣ., «λόγω του μικρού χρονικού διαστήματος εφαρμογής των μέτρων, δεν είναι δυνατόν να εξαχθούν ακριβή και ασφαλή συμπεράσματα, τόσο για την τάση της εγκληματικότητας, όσο και του οργανωμένου εγκλήματος».

Από την άλλη, στην Ιταλία κατά τη διάρκεια της πανδημίας η καθημερινότητα των «μεγάλων κεφαλιών» δεν έχει αλλάξει σε μεγάλο βαθμό, καθώς οι κρυφές επικοινωνίες συνεχίζονται κανονικά. Σύμφωνα με την καθηγήτρια Εγκληματολογίας Άννα Σέρτζι, «η ιταλική Ντράγκετα για παράδειγμα είναι μια οργάνωση που φημίζεται για την ιδιότητα των αρχηγών της να παραμένουν άγνωστοι στις Αρχές και να κρύβονται μάλιστα σε καταφύγια πολύ κοντά στα σπίτια τους». Εξαίρεση αποτελεί η περίπτωση του άτυχου (ή απρόσεκτου) Τσέζαρε Αντόνιο Κορντί, μέλους της Ντράγκετα στην περιοχή της Καλάμπρια, ο οποίος περπατούσε στην πόλη εν μέσω απαγόρευσης κυκλοφορίας και όταν τον σταμάτησε τυχαία για έλεγχο η αστυνομία είπε ότι πήγαινε τρόφιμα σε έναν φίλο. Η αστυνομία δεν πείστηκε και αναζήτησε τη διεύθυνση διαμονής που δήλωσε ο Κορντί, η οποία ήταν ενός ακατοίκητου σπιτιού. Αυτό κίνησε υποψίες και όταν στη συνέχεια παρακολούθησαν το σπίτι και είδαν την καύτρα ενός τσιγάρου να φωτίζει, κατάλαβαν ότι πράγματι εκεί κρυβόταν ο μαφιόζος.

Κάποια βέβαια από τα μέτρα που λαμβάνουν οι αρχές αποβαίνουν σε όφελος των εγκληματιών. Ενδιαφέρον έχει ότι αυτήν την περίοδο, στο πλαίσιο της πρόληψης για τη διασπορά του ιού, στην Ιταλία αυξάνονται οι ανησυχίες για μαζικές αποφυλακίσεις μαφιόζων, καθώς η ανάγκη για αποσυμφόρηση των φυλακών έχει ήδη οδηγήσει πρώην στελέχη της Καμόρα ή της σικελικής Κόζα Νόστρα εκτός φυλακής. «Θετική» για τους εγκληματίες είναι κάποιες φορές και η προσήλωση των αστυνομικών δυνάμεων στην εφαρμογή των μέτρων περιορισμού. Ειδικότερα, σύμφωνα με την έκθεση του Global Initiative, στην Αλβανία οι αστυνομικές δυνάμεις έχουν εξαντλήσει τις δυνάμεις τους καθώς προσπαθούν να επιβάλουν τα μέτρα περιορισμού στη χώρα, με αποτέλεσμα να αφήνουν χώρο στους καλλιεργητές κάνναβης να επεκτείνουν τις καλλιέργειές τους. Συμπτωματικά, ο Μάρτιος και ο Απρίλιος ήταν η εποχή της κάνναβης, γεγονός που ενδεχομένως να οδηγήσει σε υψηλότερη παραγωγή κατά τους καλοκαιρινούς μήνες.

Στη δε Ασία ανεστάλη η κοινή επιχείρηση που είχαν σχεδιάσει κατά του οργανωμένου εγκλήματος και των διακινητών ναρκωτικών οι Καμπότζη, Κίνα, Λάος, Μιανμάρ, Ταϊλάνδη, Βιετνάμ και το Γραφείο των Ηνωμένων Εθνών για τα Ναρκωτικά και το Έγκλημα (UNODC) κατά μήκος των συνόρων, γιατί οι αστυνομικοί ήταν απασχολημένοι με το λόκνταουν.

Το κοινωνικό προφίλ των συμμοριών

Στο Μεξικό, τη Βραζιλία, την Ιταλία και την Ιαπωνία, το οργανωμένο έγκλημα αποφάσισε να δείξει το «καλό του πρόσωπο», παρέχοντας «προστασία» σε υποβαθμισμένες περιοχές, εκεί που έτσι κι αλλιώς δεν φτάνει ποτέ το κράτος. Στόχος για τις οργανώσεις αυτές είναι να αναβαθμίσουν το προφίλ τους, να ισχυροποιήσουν τους δεσμούς με τις κοινότητες, να επαναβεβαιώσουν την εδαφική κυριαρχία τους.

Στην πρώτη περίπτωση, η κόρη του πιο γνωστού εμπόρου ναρκωτικών στο Μεξικό, του Ελ Τσάπο, που βρίσκεται σε φυλακή των ΗΠΑ, μοίρασε κούτες με είδη πρώτης ανάγκης σε φτωχούς και ηλικιωμένους. Εκτός από την Αλεχαντρίνα Γκουσμάν, στην ίδια κοινωνική προσφορά προχώρησαν κι άλλα καρτέλ, όπως το Jalisco New Generation.

Στην περίπτωση της Βραζιλίας, οι διακινητές ναρκωτικών σε μία από τις πιο γνωστές φαβέλες του Ρίο ντε Τζανέιρο επέβαλαν απαγόρευση κυκλοφορίας για να μην πλήξει ο ιός τους πιο φτωχούς πολίτες της χώρας. «Επιβάλλουμε εμείς την απαγόρευση κυκλοφορίας επειδή κανείς δεν λαμβάνει σοβαρά υπόψη τον κορονοϊό. Καλύτερα να μείνετε στο σπίτι» ήταν το μήνυμα των συμμοριών προς τους κατοίκους αλλά και προς τον Βραζιλιάνο πρόεδρο Μπολσονάρου, ο οποίος είχε αρχικά χαρακτηρίσει τα μέτρα περιορισμού «υπερβολές». «Η εξουσία του οργανωμένου εγκλήματος στη Βραζιλία αυξάνεται λόγω του πολιτικού αδιεξόδου της κυβέρνησης Μπολσονάρου. Η παρούσα κρίση στην ηγεσία της Αστυνομίας οδήγησε στην παραίτηση του υπουργού Δικαιοσύνης, Σέρχιο Μόρο, ενός από τους λίγους κυβερνητικούς αξιωματούχους που εμπιστεύονται οι Βραζιλιάνοι», αναφέρει ο Μ. Γκλένι.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα επίσης αποτελεί η Σικελία, η οποία ανήκει στον φτωχό Νότο που διαμαρτύρεται για την καθυστερημένη απάντηση της ιταλικής κυβέρνησης στην κρίση του κορονοϊου. Την ώρα που απελπισμένοι κάτοικοι ζητούν λεφτά από το κράτος, γιατί μετά το κλείσιμο της επιχείρησής τους βρέθηκαν στον άσσο, η μαφία είναι εκεί για να τους στηρίξει και να δείξει ότι «πάντα βοηθάει στα δύσκολα». Στο Παλέρμο τα μέλη της Κόζα Νόστρα μοιράζουν φαγητό σε φτωχογειτονιές, ενώ στη Νάπολη οι άνδρες και οι γυναίκες της Καμόρα πηγαίνουν στο σούπερ μάρκετ για να αγοράσουν είδη πρώτης ανάγκης για τις ευπαθείς ομάδες. Παράλληλα, η μαφία στις γειτονιές πουλάει πιο φτηνά τα προϊόντα που βρίσκουν οι πολίτες στο σούπερ μάρκετ.

Το ίδιο και στην Καλάμπρια, όπου εκτός από τρόφιμα η Ντράγκετα δίνει και οικονομική ενίσχυση στους πληγέντες επιχειρηματίες και τις οικογένειές τους. Στην Ιταλία 3,7 εκατ. εργαζόμενοι δουλεύουν στη «μαύρη» οικονομία και το 60% αυτών βρίσκεται στον Νότο. Όπως αναφέρει ο Εισαγγελέας του Καταντζάρο Νικολά Γκρατέρι, «στις περιοχές του Νότου πολλοί εργαζόμενοι με μαύρα έβγαζαν μέχρι πρότινος 30 ευρώ τη μέρα δουλεύοντας σε πιτσαρίες, σε λαϊκές, σε χωράφια. Τώρα δεν έχουν ούτε αυτά τα 30 ευρώ, με αποτέλεσμα η μαφία να μοιάζει με τον Ερυθρό Σταυρό, κερδίζοντας την ευγνωμοσύνη των κατοίκων. Αυτή την ευγνωμοσύνη θα τη θυμούνται στις επόμενες εκλογές».

Στην Ιαπωνία, εξηγεί ο Μ. Γκλένι, εδώ και πέντε χρόνια εξελίσσεται η μάχη ανάμεσα στις παραδοσιακές οργανώσεις της Γιακούζα (Yakuza) και των νεότερων και πιο επιθετικών ανταγωνιστών τους, γνωστών ως «Hangure». Η Γιακούζα προσπαθεί να ισχυροποιήσει το έρεισμά της στις κοινότητες της χώρας παρέχοντας υπηρεσίες όπως τα ψώνια αλλά και φαρμακευτικά προϊόντα για άτομα που δεν μπορούν να βγουν από το σπίτι. Η ιαπωνική μαφία εξάλλου από πολύ παλιά χρησιμοποιεί τις κρίσεις ως ευκαιρίες για να αποδείξει ότι αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της κοινωνίας, ενώ στη συνέχεια εκμεταλλεύεται τη δημόσια αποδοχή για να καλύψει τις νέες εγκληματικές της δραστηριότητες.

Οι οργανώσεις της μαφίας κοιτάζουν μπροστά και περιμένουν να διαμορφώσουν τον κόσμο μετά την πανδημία της Covid-19. Τρίβουν τα χέρια τους και ονειρεύονται μεγάλα κέρδη, βλέποντας τα κοινωνικά και οικονομικά συντρίμμια που δημιουργούνται, καθώς υγιείς εταιρείες βρίσκονται στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, ολόκληροι οικονομικοί κλάδοι δεν έχουν ρευστότητα, φτωχές οικογένειες οδηγούνται στην εξαθλίωση. Για τη μαφία όμως, όσοι είναι όμηροι της ανάγκης γίνονται εύκολα θύματα προς εκμετάλλευση. Η ανταπόδοση της βοήθειας μπορεί να περιλαμβάνει το κρύψιμο ενός όπλου, τη συμμετοχή σε κάποια εταιρεία, την ενοικίαση ενός διαμερίσματος, ή ακόμα και τη μεταφορά ναρκωτικών μέσω του ιδίου ή κάποιου συγγενή με καθαρό μητρώο.

Επιχειρηματικές ευκαιρίες στο διαδίκτυο εν μέσω πανδημίας

Ο Μίσα Γκλένι, ο οποίος έχει γράψει και το DarkMarket σχετικά με τη σκοτεινή πλευρά του διαδικτύου, αναφέρει: «Η πανδημία δίνει εξαιρετικό κίνητρο για να οργανωθούν μερικές από τις πιο δημιουργικές απάτες. Αυτό περιλαμβάνει και θεαματικές περιπτώσεις, όπως την κλοπή 6,5 εκατ. ευρώ από μια γαλλική φαρμακευτική εταιρεία από μια ομάδα στη Σιγκαπούρη, για την αγορά ανύπαρκτων μασκών προσώπου και άλλου προστατευτικού εξοπλισμού».

Οι ομάδες του οργανωμένου εγκλήματος δραστηριοποιούνται ήδη στο διαδίκτυο, υπογραμμίζει ο Ρ. ΜακΚομπ:

  • Οι κυβερνοεπιθέσεις έχουν αυξηθεί, καθώς εν μέσω καραντίνας οι άνθρωποι περνούν περισσότερο χρόνο στο σπίτι σερφάροντας στο ίντερνετ. Αυτό σημαίνει επιθέσεις phishing, malware, Ddos (Distributed Denial Of Service). Σύμφωνα με την SecDev, εταιρεία cyber security με έδρα την Οττάβα του Καναδά, οι επιθέσεις ransomware και η κυκλοφορία κακόβουλου λογισμικού «εκτοξεύθηκαν» κατά 400% τον πρώτο μήνα της πανδημίας.
  • Αυξάνεται ο κίνδυνος για διαδικτυακή σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιών, με τους θύτες να αναζητούν online φωτογραφίες. Ανήλικοι που χρησιμοποιούν πλατφόρμες gaming και εφαρμογές κοινωνικής δικτύωσης είναι πιο ευάλωτοι.
  • Η online ζήτηση πορνογραφικού υλικού έχει καταγράψει αύξηση (εκτόξευση της κίνησης στο Pornhub), στοιχείο που με τη σειρά του οδηγεί στην αύξηση της εκμετάλλευσης ευάλωτων ομάδων, ειδικά γυναικών που είναι θύματα κυκλωμάτων τράφικινγκ.
  • Οι οικονομικές απάτες ιατρικού εξοπλισμού με προϊόντα όπως αντισηπτικά, μάσκες κλπ έχουν πυκνώσει.
  • Κυβερνοεπιθέσεις σε νοσοκομεία (όπως στο μεγαλύτερο νοσοκομείο στο Μπρνο της Τσεχίας) και κέντρα υγείας, με στόχο την κλοπή προσωπικών στοιχείων, δεν είναι σπάνιες.
  • Διευρύνεται η διαδικτυακή αγορά ναρκωτικών.

Στην Ελλάδα, σύμφωνα με την Αστυνομία, καταγράφηκαν αρκετές περιπτώσεις παραβίασης λογαριασμών ιστοσελίδων κοινωνικής δικτύωσης και στη συνέχεια εξαπάτηση των υπόλοιπων επαφών του λογαριασμού, με απατηλά μηνύματα από την εφαρμογή ανταλλαγής μηνυμάτων. Με την πρόσβαση στις επαφές του θύματος αποστέλλονται μηνύματα από τους θύτες που ζητούν χρηματική βοήθεια, με το πρόσχημα της απώλειας πορτοφολιού, εγγράφου ή λόγω άμεσης ανάγκης στην οποίαν έχουν περιέλθει, υποσχόμενοι ότι θα τα επιστρέψουν το συντομότερο δυνατό.

Εκτός από τις διαδικτυακές απάτες, χρησιμοποιείται και το παραδοσιακό τηλέφωνο. Οι ομάδες Hangure της Ιαπωνίας καλούν ευάλωτες ομάδες ανθρώπων, συνήθως ηλικιωμένους Ιάπωνες, και τους προειδοποιούν ότι οφείλουν ένα μεγάλο χρέος, το οποίο πρέπει να πληρώσουν αμέσως. Αυτός ο τύπος απάτης εν τέλει αποδείχθηκε εντυπωσιακά αποτελεσματικός.

Και μετά την πανδημία τι;

Μια συνομιλία μεταξύ δύο Ιταλών μαφιόζων το 1989 αποκαλύπτει την αλάνθαστη συνταγή που ακολουθεί εδώ και πολλά χρόνια το οργανωμένο έγκλημα: «Πηγαίνετε αμέσως στη Γερμανία και επενδύστε – επενδύστε στο ανατολικό Βερολίνο», λέει ο πρώτος. Ο δεύτερος μπερδεμένος απαντά: «Τι εννοείς; Να επενδύσουμε σε τι;». Και ο πρώτος εξηγεί: «Σε όλα. Επενδύστε σε όλα, παντού. Βάλτε τα χρήματά σας παντού, γιατί θα πολλαπλασιαστούν. Εκεί πρέπει να επενδύσουμε».

Αυτό ακριβώς συμβαίνει και σήμερα. Σύμφωνα με τον Μίσα Γκλένι, μετά το τέλος των λόκνταουν ενδέχεται να δούμε ομάδες του οργανωμένου εγκλήματος να εκμεταλλεύονται τα τεράστια οικονομικά προβλήματα που θα προκύψουν. Όπως και μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την κατάρρευση του κομμουνισμού, θα επιδιώξουν να πάρουν τον έλεγχο της προσφοράς κρίσιμων εμπορευμάτων.

Όπως μας εξηγεί η Άννα Σέρτζι, «όσες οργανώσεις δεχτούν πλήγμα σήμερα, δεν θα μπορούν να αντεπεξέλθουν αργότερα, και μοναδική λύση θα είναι να προσπαθήσουν να παρεισφρήσουν σε “παραθυράκια” της θεσμικής οικονομικής ζωής. Όσες οργανώσεις “αντέξουν” στη συγκυρία, θα βρεθούν σε καλύτερη θέση ώστε να εισχωρήσουν πιο εύκολα σε κάθε πτυχή της οικονομίας και των μηχανισμών ανάκαμψης που θα έχουν δημιουργηθεί».

Ρεπορτάζ του BBC: Με την αύξηση του αριθμού των θανάτων από Covid-19, οι συμμορίες οργανωμένου εγκλήματος κάνουν στους απελπισμένους Ιταλούς προσφορές που ορισμένοι δεν έχουν άλλη επιλογή παρά να τις δεχτούν.

Ο έτερος σημαντικός αντίκτυπος της κρίσης του κορονοϊού θα είναι η αδυσώπητη και πλέον πιο διευρυμένη μετάβαση του εγκλήματος από τον «πραγματικό κόσμο» στο διαδίκτυο, τονίζει ο Μ. Γκλένι. Οι περισσότερες μεγάλες ομάδες οργανωμένου εγκλήματος θεωρούν πλέον απαραίτητη τη χρήση της τεχνολογίας. Είτε πρόκειται για τη διακίνηση ναρκωτικών ή άγριων ζώων που απειλούνται με εξαφάνιση ή την εμπορία ανθρώπων, καμία μαφία δεν μπορεί πλέον να μην εντάσσει στη λειτουργία της τη σοβαρή κατανόηση της τεχνολογίας υπολογιστών.

Από την άλλη, είναι πιθανό μετά την κρίση να υπάρξει καταπολέμηση συγκεκριμένων εγκλημάτων, κυρίως όσον αφορά το λαθρεμπόριο άγριων ζώων, το οποίο υπάρχει βασικά λόγω της ζήτησης στην Κίνα. Μάλιστα, αυτή θεωρείται και μια από τις πιο πιθανές αιτίες της πανδημίας. Εάν η κυβέρνηση της Κίνας δεσμευτεί πραγματικά να περιορίσει το συγκεκριμένο εμπόριο και αν οι κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο συμφωνήσουν σε μια κοινή στρατηγική, τότε υπάρχουν πιθανότητες οι αφρικανικές χώρες (από τις οποίες προέρχεται το μεγαλύτερο μέρος των άγριων ζώων) να βρουν τους κατάλληλους πόρους για να βάλουν τέλος σε αυτή την πολύ μεγάλη επιχείρηση του οργανωμένου εγκλήματος, αναφέρει ο Μ. Γκλένι.

O Ρ. ΜακΚομπ υπογραμμίζει ότι «μετά τη λήξη της πανδημίας θα διανύσουμε μια περίοδο ανασχηματισμού. Καθώς οι πόλεις θα ξανανοίγουν, οι οργανώσεις ανά τις χώρες θα κινηθούν με διαφορετικές ταχύτητες», αναφέρει και εξηγεί πως η προσπάθεια ανοικοδόμησης της οικονομίας θα προσφέρει ευκαιρίες, οι οποίες μπορεί να έχουν τη μορφή οικονομικών εγκλημάτων (απάτες, έγκλημα στον κυβερνοχώρο, ξέπλυμα χρήματος και εκμετάλλευση κρατικών επιδοτήσεων). Παράλληλα, οι δημόσιοι πόροι που θα χρησιμοποιηθούν για την ανοικοδόμηση τομέων όπως ο τουριστικός ή ο ταξιδιωτικός θα μπουν στο στόχαστρο των ομάδων αυτών, που μπορούν να προχωρήσουν και σε ίδρυση εταιρειών με στόχο τη σύναψη συμβάσεων με το δημόσιο, αφότου έχουν εξασφαλίσει (μέσω της επιρροής τους) ότι η ανάθεση θα γίνει στις ίδιες.

Όπως ακόμα σημειώνει, ενδέχεται να αυξηθεί η εκμετάλλευση ανθρώπων (trafficking) και η παράνομη διακίνηση προσφύγων/μεταναστών, καθώς θα χρειαστεί «ανεφοδιασμός» μετά το κενό που δημιουργεί η καραντίνα.

Ταυτόχρονα, η ενασχόληση των αστυνομικών δυνάμεων με την εφαρμογή των μέτρων περιορισμού ενδέχεται να έδωσε χρόνο στις οργανώσεις ώστε να εντοπίσουν και να εκμεταλλευτούν «αδυναμίες στο σύστημα» (νέες διαδρομές, στρατολόγηση νέων μελών κλπ.).

Όπως και στην Ελλάδα, μπορεί το έγκλημα να έχει υποχωρήσει λόγω του κορονοϊού –«ανύπαρκτο» το χαρακτήρισε ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη, Μ. Χρυσοχοϊδης– καθώς καταγράφεται μείωση (σε επιθέσεις, διαρρήξεις, κλοπές κλπ), αλλά μετά το τέλος της πανδημίας το λεγόμενο έγκλημα του δρόμου θα επιστρέψει και οι δυνάμεις ασφαλείας θα πρέπει να αντιμετωπίσουν όχι μόνο αυτό, αλλά και το οργανωμένο.

Οι παραπάνω παρατηρήσεις καθιστούν σαφές ότι πράγματι το οργανωμένο έγκλημα πρέπει να αντιμετωπιστεί ακριβώς όπως ο κορονοϊός: με τακτικές πρόληψης. Ας θυμηθούμε ότι στην Ιταλία, η τελευταία επιδημία ήταν πολύ επικερδής για το οργανωμένο έγκλημα. Μιλάμε για το 1884, όταν η Νάπολη καταστράφηκε από τη χολέρα, καθώς πάνω από το 50% των θανάτων της χώρας καταγράφηκαν εκεί. Για να αντιμετωπίσει την κατάσταση, το ιταλικό κοινοβούλιο είχε ψηφίσει έναν νόμο για την «αποκατάσταση» της πόλης, δίνοντας τότε 100 εκατ. λιρέτες. Όλοι κέρδισαν: οι διεφθαρμένοι εργολάβοι, οι εταιρείες που έδιναν τιμές κάτω του κόστους για να πάρουν διαγωνισμούς και μετά παρέδιδαν –αν παρέδιδαν– κακής ποιότητας έργα, οι πολιτικοί συνεργάτες των οικογενειών της Καμόρα. Όλοι δηλαδή εκτός από την ίδια τη Νάπολη. Ήταν τόσο μεγάλο το μέγεθος της απάτης, που ένας ιστορικός είχε πει: «Καλύτερα χολέρα παρά αυτή η αποκατάσταση».

Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και έκανε μεταπτυχιακό στη μετάφραση στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Από το 2015 εργάζεται στον ηλεκτρονικό Τύπο ως δημοσιογράφος. Μιλάει αγγλικά, ιταλικά και γερμανικά και δεν της αρέσει να μιλάει για τον εαυτό της σε τρίτο πρόσωπο.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.