Το αδιέξοδο της ιχνηλάτησης

Ο υψηλός ρυθμός των νέων κρουσμάτων καθιστά σχεδόν αδύνατη την ιχνηλάτηση των επαφών τους και τη συνεπόμενη απομόνωσή τους. Είναι όμως μια μάχη που πρέπει να δοθεί μέχρι τέλους, αν βέβαια σκοπεύουμε να ελέγξουμε την επιδημία χωρίς μόνιμα αυστηρά lockdown. Γιατί η Ελλάδα έχει μείνει πίσω και τι μπορεί να αλλάξει για να βελτιωθεί η κατάσταση;
Χρόνος ανάγνωσης: 
8
'

Τα τηλεοπτικά κανάλια και πολλές ιστοσελίδες που επενδύουν στον εντυπωσιασμό, στέκονται κατά κανόνα στον αριθμό των κρουσμάτων. Κι όμως, όπως εξηγούν στο inside story εμπειρογνώμονες του χώρου, οι δείκτες που πραγματικά καταδεικνύουν την πορεία της επιδημίας είναι η θετικότητα και ο αριθμός των ορφανών κρουσμάτων. Το σοκ για τους ειδικούς τις τελευταίες ημέρες λοιπόν, δεν συνδέεται τόσο με τον απόλυτο αριθμό των κρουσμάτων, όσο με το ποσοστό των θετικών επί του συνόλου των τεστ (έχει εκτοξευτεί από 1-2% τους θερινούς μήνες και τον Σεπτέμβριο, σε 7-8% ή ακόμη και σε διψήφια ποσοστά στο τέλος Οκτωβρίου). Αντίστοιχα, ο αριθμός των ορφανών κρουσμάτων κινείται σταθερά άνω του 50%, ενώ τις τελευταίες εβδομάδες ξεπερνά το 65 ή και το 70%. Στις 3/11, όταν ανακοινώθηκαν 2.166 κρούσματα, το 75% ήταν ορφανά. Τρία στα τέσσερα. Υπάρχουν μέρες δε που η «άτυπη ενημέρωση» για την κατανομή των κρουσμάτων είναι πραγματικά αποκαρδιωτική, όσον αφορά τον έλεγχο της επιδημίας. Στις 31 Οκτωβρίου για παράδειγμα, από τα 2.056 κρούσματα που δηλώθηκαν, μόλις τα 62 συνδέονταν με γνωστές συρροές.

Ο λόγος ενός τόσο υψηλού ποσοστού «ορφανών» είναι προφανώς η εκτεταμένη μετάδοση στην κοινότητα, αλλά και η ελλιπής ιχνηλάτηση. Όπως αποκαλύπτουν πηγές με γνώση του ζητήματος, το σύστημα ιχνηλάτησης στη χώρα μας έχει φτάσει στα όριά του, με αποτέλεσμα αρκετοί θετικοί φορείς και πολύ περισσότερες επαφές αυτών, να μη δέχονται ποτέ το τηλεφώνημα από τη Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας. Εξάλλου, αρκετοί φορείς του ιού που διαγιγνώσκονται θετικοί στον SARS-CoV-2, δεν αποδεικνύονται ιδιαίτερα συνεργάσιμοι και διαφωτιστικοί, ενώ πολλοί αρνούνται να απαντήσουν στις ερωτήσεις των ιχνηλατών. Πιθανόν να φοβούνται και τον κοινωνικό στιγματισμό και τυχόν συνέπειες στο επαγγελματικό τους περιβάλλον. Κι όμως, ένα από τα βασικότερα μέτρα ελέγχου των επιδημιών είναι η σωστή, εκτεταμένη και έγκαιρη ιχνηλάτηση – εξίσου σημαντικό με τους εκτεταμένους διαγνωστικούς ελέγχους και με την τήρηση των προτεινόμενων μέτρων υγιεινής.

Η προφορική επαφή με τους φορείς του ιού είναι ο πιο λειτουργικός –αλλά προφανώς όχι αλάνθαστος– τρόπος εντοπισμού των επαφών τους, οι οποίες πρέπει στη συνέχεια να ειδοποιηθούν ώστε να απομονωθούν ή/και να υποβληθούν σε διαγνωστική εξέταση. Η εναλλακτική πρόταση είναι οι εφαρμογές για κινητά που επιτρέπουν την ιχνηλάτηση με τη βοήθεια της ψηφιακής τεχνολογίας, αλλά έως τώρα έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικές μόνο σε χώρες της ΝΑ Ασίας, λόγω των χαμηλών ποσοστών υιοθέτησης από τον πληθυσμό. Στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις πληροφορίες μας, η εφαρμογή που βασίζεται στις αντίστοιχες ευρωπαϊκές βρίσκεται υπό ανάπτυξη, αλλά εκφράζονται βάσιμες αμφιβολίες για την επιτυχία της: αν δηλαδή ο γενικός πληθυσμός θα την εγκαταστήσει στο smartphone του (όσοι τέλος πάντων διαθέτουν smartphone) και αν βέβαια θα τη χρησιμοποιήσει στη συνέχεια. Υπό τη σκιά της αμφιβολίας, η σημασία της «χειροκίνητης ιχνηλάτησης» θα παραμείνει καίρια.

Η εκτεταμένη ιχνηλάτηση σε συνδυασμό με τους στοχευμένους διαγνωστικούς ελέγχους είναι οι μοναδικές τακτικές που, συμπληρωματικά με τα προληπτικά μέτρα, μπορούν να επιτρέψουν τη λειτουργία των κοινωνιών κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Κι αυτό γιατί ευνοούν τη λήψη στοχευμένων μέτρων και ενδέχεται να αποτρέψουν ή να περιορίσουν τα lockdowns. Όπως αποδεικνύεται στην πράξη και στη χώρα μας, αν δύο στους τρεις θετικούς φορείς δεν γνωρίζουν πού κόλλησαν, είναι σαφές ότι οι ειδικοί δεν μπορούν να συμβουλεύσουν ορθά την πολιτεία, με αποτέλεσμα να οδηγούμαστε σε τυφλά, συχνά άδικα και δυστυχώς αναποτελεσματικά μέτρα.

Πόσοι ιχνηλάτες χρειάζονται;

Η σημασία της ιχνηλάτησης είναι γνωστή στους επιδημιολόγους και τους ειδικούς της δημόσιας υγείας από παλαιότερες επιδημίες, αλλά πλέον την αντιλαμβάνονται και οι κυβερνήσεις, που καλούνται να επανδρώσουν τις μονάδες ιχνηλάτησης με εκπαιδευμένο και καταρτισμένο προσωπικό σε πολύ περιορισμένο διάστημα. Όπως αποδεικνύεται, δεν τα καταφέρνουν όλες στην πράξη.

Στην κινεζική Γουχάν, περιοχή-μηδέν της πανδημίας, απασχολήθηκαν 9.000 ιχνηλάτες επαφών (1.800 ομάδες των 5 ατόμων) που ανίχνευαν δεκάδες χιλιάδες επαφές των θετικών φορέων καθημερινά. Στην Ισλανδία, ο μεγάλος αριθμός ιχνηλατών με τη βοήθεια ενός app κατόρθωσε να περιορίσει σημαντική την επιδημική έξαρση. Στην πρώτη φάση μάλιστα είχε εντοπίσει περίπου τους μισούς φορείς προτού αυτοί διαγνωστούν εργαστηριακά. Αντίστοιχα εκτεταμένες ήταν οι προσπάθειες ιχνηλάτησης στη Νέα Ζηλανδία, όπου μόλις το 2% των θετικών κρουσμάτωνήταν «ορφανά».

Γι’ αυτό και όλες οι χώρες αυξάνουν τον αριθμό των ιχνηλατών σε περιόδους εκθετικής αύξησης των κρουσμάτων ή όταν σταματούν τα lockdown, γεγονός που αναπόφευκτα αυξάνει τον αριθμό των επαφών. Σύμφωνα με τις οδηγίες του αμερικανικού CDC, απαιτούνται από 15 έως 30 ιχνηλάτες ανά 100.000 πληθυσμού, ανάλογα με τη φάση της επιδημίας.

Τι συμβαίνει στην Ελλάδα;

Στο Κέντρο Ιχνηλάτησης της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας εργάζονται περίπου 190 άτομα. Στην πλειοψηφία τους είναι αποσπασμένοι από υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας, της Πυροσβεστικής και του Λιμενικού. Εκ του αποτελέσματος (διαρκώς αυξανόμενα ορφανά) είναι σαφές ότι δεν είναι αρκετοί. Αν η χώρα μας ακολουθούσε τις διεθνείς οδηγίες, ο αριθμός των ιχνηλατών θα έπρεπε να κυμαίνεται μεταξύ 2.500-3.000, ειδικά στη φάση της έξαρσης που αντιμετωπίζει τις τελευταίες εβδομάδες.

Ως εκ τούτου αναμένεται να προσληφθούν μέχρι το τέλος Νοεμβρίου 192 επιπλέον άτομα, μέσω οκτάμηνων συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Η διαδικασία υποβολής αιτήσεων έχει ήδη ολοκληρωθεί: υποβλήθηκαν πάνω από 3.000 αιτήσεις για τις θέσεις που άνοιξαν σε όλη τη χώρα. Σύμφωνα με πληροφορίες του inside story, οι επιπρόσθετες ανάγκες θα καλυφθούν έστω και εν μέρει με δόκιμους πυροσβέστες και λιμενικούς, ενώ είναι πιθανό να αποσπαστούν και άλλοι εργαζόμενοι του δημόσιου τομέα.

Το inside story απευθύνθηκε στον Αντιπύραρχο Σπύρο Γεωργίου, εκπρόσωπο Τύπου της ΓΓΠΠ, και τον ρώτησε για τον ιδανικό αριθμό εργαζομένων προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες της υπηρεσίας σε αυτήν τη φάση. «Σκοπός μας είναι να βρισκόμαστε πάντα μπροστά από τις εξελίξεις, ώστε να διασφαλίζουμε την απρόσκοπτη λειτουργία του μηχανισμού και την πλήρη απόκρισή του στις απαιτήσεις» δήλωσε ο κ. Γεωργίου. «Με καθημερινό σχεδιασμό και ανάλυση των δεδομένων, παρέχονται έγκαιρα οι απαραίτητοι ανθρώπινοι και υλικοτεχνικοί πόροι στο σύστημα, ώστε η λειτουργία του να παραμένει διαρκώς αξιόπιστη. Είναι συνεπώς σαφές ότι δεν είναι δεδομένος ο αριθμός των απαιτούμενων ιχνηλατών, καθώς οι ανάγκες του συστήματος μεταβάλλονται και επαναξιολογούνται διαρκώς, ιδίως στην τρέχουσα δεύτερη φάση της πανδημίας».

Με πόσους φορείς επικοινωνεί καθημερινά ο κάθε ιχνηλάτης

Η πολιτεία της Μασαχουσέτης στις ΗΠΑ υλοποίησε ένα εκτεταμένο πρόγραμμα ιχνηλάτησης, το οποίο δεν στάθηκε απλώς στο πλήθος των ιχνηλατών (1.900 εργαζόμενοι σε πληθυσμό περίπου 7 εκατ.), αλλά επικεντρώθηκε και στην «ποιοτική» διάσταση της επικοινωνίας των ιχνηλατών με τους φορείς και τις επαφές τους. Εκτιμάται ότι η κάθε συνομιλία διαρκούσε περίπου 40 λεπτά. Παρεμπιπτόντως, το ευρωπαϊκό ECDC εκτιμά ότι για μια πλήρη συνέντευξη με τον θετικό φορέα απαιτούνται 45-60 λεπτά ή ακόμη και δύο ώρες για τις πιο «περίπλοκες» υποθέσεις. Αντίστοιχα χρειάζονται 3,5-20 λεπτά για τις συνεντεύξεις με την κάθε επαφή. Αν συνυπολογίσουμε ότι οι επαφές κινούνται από 5-10 σε περιοχές με περιοριστικά μέτρα, έως 20-30 εκεί όπου χαλαρώνουν τα μέτρα, γίνεται αντιληπτός ο όγκος και ο συνολικός χρόνος της εργασίας που απαιτείται. Επίσης, το ECDC συστήνει καθημερινή επικοινωνία με όσους βρίσκονται σε απομόνωση (μέσης διάρκειας 10 λεπτών).

Όπως δήλωσε στο inside story o Αντιπύραρχος Σπύρος Γεωργίου, o κάθε ιχνηλάτης έχει τη δυνατότητα να ελέγχει σε μία βάρδια εργασίας περίπου 30-50 επιβεβαιωμένα κρούσματα με μέσο όρο τα 40, «χωρίς φυσικά αυτό να είναι απόλυτο, διότι κανένα κρούσμα δεν είναι ίδιο με το προηγούμενο, αλλά και καμία ιχνηλάτηση δεν είναι ίδια με την προηγούμενη» όπως επισημαίνει. Η μέση χρονική διάρκεια κάθε κλήσης κυμαίνεται στα 15 λεπτά, αν και όπως μας λέει ο κ. Γεωργίου, υπάρχουν περιπτώσεις που μπορεί να διαφοροποιηθούν κατά πολύ του μέσου όρου, «καθώς μέλημα μας είναι να καταγράψουμε όλες τις στενές επαφές ενός επιβεβαιωμένου κρούσματος».

Ο αριθμός των επαφών, στενών και μη, που αναφέρουν τα επιβεβαιωμένα κρούσματα, ποικίλλει κατά πολύ. «Μέσω της συνέντευξης που διενεργούμε, είμαστε σε θέση να διακριβώσουμε ποιες από τις επαφές που αναφέρει κάθε κρούσμα εμπίπτουν στα κριτήρια της “στενής επαφής”. Πρακτικά, δηλαδή, όλες οι στενές επαφές κρούσματος αποτελούν προϊόν της δικής μας ιχνηλάτησης» λέει ο κ. Γεωργίου.

Δεν πρόκειται για ανακριτική διαδικασία

Η Μασαχουσέτη είναι η πολιτεία των ΗΠΑ που από την πρώτη φάση της πανδημίας λειτούργησε υποδειγματικά στην ιχνηλάτηση των επαφών. Ο βασικότερος λόγος είναι ότι, εκτός από τη χαρτογράφηση των επαφών, οι ιχνηλάτες λαμβάνουν λεπτομερέστατο ιστορικό, ενώ σε συνεργασία με τον μηχανισμό της πολιτείας φροντίζουν ότι θα διασφαλιστούν οι απαραίτητες προμήθειες και θα καλυφθούν τυχόν επείγουσες ανάγκες των φορέων, ώστε να αποκλειστεί η πιθανότητα αυτοί να σπάσουν την επιβεβλημένη κατ’ οίκον απομόνωση. Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι στη χώρα μας απασχολείται προσωπικό από τα σώματα ασφαλείας (με έμφαση σε όσους διαθέτουν «ανακριτική» εμπειρία), ενώ στην αμερικανική πολιτεία τη δουλειά αυτή κάνουν κατά κανόνα νοσηλευτές και άτομα με ιατρικές γνώσεις.

Εξίσου καίρια είναι η έγκαιρη επικοινωνία. Τόσο στις ασιατικές χώρες (εδώ το παράδειγμα της Σιγκαπούρης) όσο και στην Ισλανδία και τη Νέα Ζηλανδία τα τηλεφωνήματα των ιχνηλατών γίνονταν μέσα σε λίγες ώρες από τη γνωστοποίηση της θετικής διάγνωσης, και σε κάθε περίπτωση πριν κλείσει 24ωρο. Μα αντίστοιχη ταχύτητα γίνονταν οι κλήσεις στις επαφές τους, καθώς αυτό είναι ίσως το πιο καίριο στάδιο περιορισμού της επιδημίας.

Στην Ελλάδα αντίθετα, ειδικά τις τελευταίες ημέρες, πχ στη Θεσσαλονίκη, αρκετοί φορείς αναφέρουν ότι δεν δέχθηκαν καν τηλεφωνήματα από την Πολιτική Προστασία. Δεν έχουμε στοιχεία για τον αριθμό των ολοκληρωμένων επικοινωνιών, αλλά για λόγους σύγκρισης αναφέρουμε ότι στο Ην. Βασίλειο, όπου εκτιμάται από την κυβέρνηση ότι τις τελευταίες εβδομάδες οι 8 στους 10 θετικούς φορείς απαντούν στις ερωτήσεις των ιχνηλατών για τις επαφές τους, οι ειδικοί εκτιμούν την αποτελεσματικότητα του συστήματος σε περίπου 40%.

Μήπως η ιχνηλάτηση γίνεται με λάθος τρόπο;

Όπως επισημαίνουν αρκετοί ειδικοί επιστήμονες, η ελλιπής ή αποτυχημένη ιχνηλάτηση δεν αποδίδεται μονοσήμαντα στο μικρό ποσοστό ιχνηλατών, αλλά και στο γεγονός ότι οι ιχνηλάτες ξοδεύουν ενέργεια και χρόνο προσπαθώντας να εντοπίσουν τις επαφές του εκάστοτε φορέα, με στόχο να ανακαλύψουν ποιους είναι πιθανό να μόλυνε. Όπως όμως αποδεικνύεται, περίπου το 80% των φορέων δεν μεταδίδει τον ιό σε κανέναν άλλο. Αντίθετα, το 15-20% των φορέων ευθύνεται για την πλειονότητα των επιμολύνσεων. Προκειμένου να εντοπιστούν οι υπερμεταδότες, οι ιχνηλάτες θα πρέπει να εστιάζουν στον τρόπο που κόλλησε τον ιό ο φορέας, καθώς είναι ιδιαίτερα πιθανό να μολύνθηκαν σε κάποιο συμβάν υπερμετάδοσης. Η ανίχνευση επαφών «προς τα πίσω» μπορεί να βοηθήσει στον εντοπισμό περισσότερων αλυσίδων μετάδοσης, επομένως και περισσότερων, πιθανόν ασυμπτωματικών φορέων, που συνεχίζουν να διαδίδουν τον ιό. Παράλληλα, η γνώση αυτή επιτρέπει στους επιστήμονες να κατανοήσουν καλύτερα τα γεγονότα υπερδιάδοσης.

Ατομική ευθύνη και στην ιχνηλάτηση;

Οι ευθύνες των κυβερνήσεων στη διαχείριση της πανδημίας είναι αναντίρρητες και πρέπει να αποδίδονται, με στόχο όχι την ευκαιριακή αντιπολίτευση, αλλά τη διόρθωση των λαθών ώστε να αντιμετωπίσουμε συλλογικά το πρόβλημα. Μέχρι όμως να λυθεί «κεντρικά» το ζήτημα της ιχνηλάτησης, μπορούμε να συμβάλλουμε με τον τρόπο μας στον περιορισμό της πανδημίας. Όπως συμβουλεύουν οι ιθύνοντες του ΠΟΥ, το μέτρο που πρέπει να ακολουθούν όσοι πληροφορούνται τη θετική διάγνωσή τους, είναι να κάνουν μια λεπτομερή λίστα όλων των ανθρώπων με τους οποίους ήρθαν σε επαφή τις τελευταίες 14 ημέρες.

Και βέβαια δεν πρέπει να μένουν στην καταγραφή, αλλά να ενημερώνουν για την πιθανότητα να τους έχουν μεταδώσει τον ιό όσο πιο έγκαιρα γίνεται, μειώνοντας με αυτό τον τρόπο τις πιθανότητες περαιτέρω διάδοσης του ιού, αλλά και αμβλύνοντας το φαινόμενο του κοινωνικού στιγματισμού.

Γράφει για τεχνολογία, επιστήμη και ψηφιακή κουλτούρα σε περιοδικά, εφημερίδες και websites. Σπούδασε στο τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του ΕΚΠΑ και πρόσφατα ξεκίνησε ένα εντελώς άσχετο μεταπτυχιακό. Η συλλογή διηγημάτων «24» (Εκδόσεις Πατάκη) είναι το πρώτο του βιβλίο.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous
5

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.