Η νέα υπαρξιακή κρίση της Ευρώπης

H αντιπαράθεση για το κορονο-ομόλογο φέρνει ξανά στο προσκήνιο την προβληματική για περισσότερη ή λιγότερη Ευρώπη.
Χρόνος ανάγνωσης: 
10
'
Η πρόεδρος της Κομισιόν στη συνέντευξη Τύπου της 2ης Απριλίου για τις προσπάθειες της ΕΕ να περιορίσει τον οικονομικό αντίκτυπο της πανδημίας. [Francois Lenoir/POOL/AFP]

Μέσα σε λίγες μόνο εβδομάδες, η υγειονομική κρίση που διέρχεται η Ευρώπη προκάλεσε ανοικτή αντιπαράθεση, για το πώς θα αντιμετωπιστούν οι οικονομικές συνέπειες που θα έχουν τα μέτρα που λαμβάνονται για την αντιμετώπισή της. Η διάσταση απόψεων μεταξύ των ηγετών των κρατών-μελών έγινε τόσο γρήγορα αισθητή, που ο διεθνής Τύπος ανέσυρε το παλιό ρητό που λέει ότι «καμία κρίση δεν είναι ποτέ τόσο μεγάλη, ώστε να σταματήσει τα ευρωπαϊκά κράτη από το να βάζουν σε προτεραιότητα τα στενά εθνικά συμφέροντά τους» – μια τάση που τις τελευταίες ημέρες έχει επαναφέρει σενάρια για μία συστημική κρίση στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα.

 

Αυτές τις μέρες που υπάρχει ανάγκη για ξεκάθαρη ενημέρωση κι ανάλυση, το inside story προσφέρει όλα τα άρθρα γύρω από τον Covid-19 ελεύθερα σε όλους τους αναγνώστες.

#ΜένουμεΣπίτι: Ανακαλύψτε πάνωαπό 2.500 ρεπορτάζ και ιστορίες του inside story. Γραφτείτε για έναν μήνα δωρεάν EΔΩ

Οι «εννέα του κορονο-ομολόγου»

Το μήλο της έριδος είναι το λεγόμενο «κορονο-ομόλογο». Πρόκειται για την ιδέα ενός ευρωομολόγου ειδικού σκοπού, για τη χρηματοδότηση πολιτικών που θα αντιμετωπίζουν τις ζημιές από την εξάπλωση της πανδημίας. Σε αντίθεση με τα ομόλογα που εκδίδουν τα κράτη, ο τίτλος του κορονο-ομολόγου θα εκδίδεται από όλες τις χώρες της Ευρωζώνης, οι οποίες θα εμφανίζονται ως ενότητα και θα αναλαμβάνουν από κοινού την εγγύησή του, θα ευθύνονται δηλαδή αλληλέγγυα.

Στα τέλη Μαρτίου, εννέα ηγέτες κρατών της Ευρωζώνης, ανάμεσα στους οποίους και ο έλληνας πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, απέστειλαν επιστολή προς τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Σαρλ Μισέλ, ζητώντας την έκδοση ευρωομολόγου για την καταπολέμηση των οικονομικών επιπτώσεων του κορονοϊού. Εκτός από την Ελλάδα, την επιστολή υπέγραψαν οι Ιταλία, Γαλλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Βέλγιο, Ιρλανδία, Σλοβενία και Λουξεμβούργο.

«Πρέπει να εργαστούμε επί ενός χρεογράφου που θα εκδοθεί από έναν ευρωπαϊκό θεσμό, το οποίο θα αντλήσει χρήματα από τις αγορές στην ίδια βάση και προς όφελος όλων των κρατών-μελών, εξασφαλίζοντας έτσι σταθερή μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση για τις πολιτικές που είναι αναγκαίες για την αντιμετώπιση των ζημιών που προκαλεί αυτή η πανδημία. Τα επιχειρήματα υπέρ ενός τέτοιου κοινού εργαλείου είναι ισχυρά, καθώς όλοι αντιμετωπίζουμε ένα συμμετρικό εξωγενές σοκ, για το οποίο δεν φέρει ευθύνη καμία χώρα, αλλά τις αρνητικές συνέπειες του οποίου τις υποκείμεθα όλοι. Και είμαστε όλοι συλλογικά υπεύθυνοι για μία αποτελεσματική και ενιαία ευρωπαϊκή απάντηση», ανέφεραν στην επιστολή τους οι ηγέτες των παραπάνω κρατών.

Η επιστολή περιγράφηκε από αναλυτές δημοσιογράφους και οικονομολόγους ως «ίσως η πλέον βαρυσύμαντη υποστήριξη μίας πρωτοβουλίας προς πραγματική δημοσιονομική ένωση στην ιστορία του κοινού νομισματικού χώρου», η οποία «σηματοδότησε μία σπάνια ένδειξη ενότητας» στους κόλπους της Ευρωζώνης.

Οι προσδοκίες από το κορονο-ομόλογο

Τι προσδοκούν όμως οι χώρες που υποστηρίζουν το κορονο-ομόλογο και γιατί αυτή η προβληματική ήρθε τώρα στο προσκήνιο;

Η εξάπλωση του κορονοϊού σε ολόκληρο τον πλανήτη επανέφερε την προοπτική επιβράδυνσης και τελικά συρρίκνωσης της παγκόσμιας οικονομίας, σε επίπεδα ανάλογα ή και μεγαλύτερα από εκείνα που προκλήθηκαν από την κατάρρευση της Lehman Brothers πριν από 12 χρόνια. Και αυτό γιατί η οικονομία βιώνει μία παρατεταμένη μείωση τόσο της προσφοράς –αφού πολλά εργοστάσια και μονάδες παραγωγής κλείνουν εξαιτίας των μέτρων για την αντιμετώπιση του ιού– όσο και της ζήτησης, λόγω των περιορισμών που έχουν επιβληθεί, των μειωμένων εισοδημάτων και της γενικευμένης αβεβαιότητας που αποτρέπει τους καταναλωτές από το να προχωρήσουν σε δαπάνες.

Αυτή η κατάσταση έκανε πολλές κυβερνήσεις, ανάμεσα στις οποίες και η Ελλάδα, να πάρουν πρωτοφανή δημοσιονομικά μέτρα στήριξης επιχειρήσεων και ιδιωτών. Ωστόσο, αυτά τα μέτρα έχουν μεγάλο κόστος, καθώς αυξάνουν τις δαπάνες του δημοσίου σε μία περίοδο κατά την οποία έτσι κι αλλιώς τα φορολογικά έσοδά του περιορίζονται σημαντικά εξαιτίας της μειωμένης οικονομικής δραστηριότητας. Αυξάνεται έτσι το δημοσιονομικό έλλειμμα. Ωστόσο, είναι δεδομένο ότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπιστεί το αναπόφευκτο αρνητικό αποτύπωμα του κορονοϊού στην οικονομία και την αγορά εργασίας. Και αυτό είναι τόσο ξεκάθαρο, που πολύ γρήγορα οι υπουργοί Οικονομικών της ΕΕ αποφάσισαν στις 23 Μαρτίου τη χρήση της γενικής ρήτρας διαφυγής από το δημοσιονομικό πλαίσιο της ΕΕ, λόγω της σοβαρής ύφεσης στη ζώνη του ευρώ ή στην Ένωση συνολικά.

«Η χρήση της ρήτρας θα διασφαλίσει την απαιτούμενη ευελιξία ώστε να ληφθούν όλα τα απαραίτητα μέτρα για τη στήριξη των συστημάτων υγείας και πολιτικής προστασίας και για την προστασία των οικονομιών μας, μεταξύ άλλων με περαιτέρω μέτρα τόνωσης και συντονισμένης δράσης κατά διακριτική ευχέρεια, τα οποία θα σχεδιάζονται, κατά περίπτωση, από τα κράτη μέλη ώστε να είναι έγκαιρα, προσωρινά και στοχευμένα», αναφέρεται στην κοινή ανακοίνωση των υπουργών Οικονομικών.

Εδώ, ωστόσο, προκύπτει ένα ζήτημα: παρά την ενοποίηση των ευρωπαϊκών οικονομιών, τα κράτη-μέλη συνεχίζουν να έχουν διαφορετικά περιθώρια για δημοσιονομικά ελλείμματα, που εξαρτώνται από τη δυναμική και τα χαρακτηριστικά της εκάστοτε εθνικής οικονομίας και παραγωγής. Για παράδειγμα, η Γερμανία και η Ολλανδία απολαμβάνουν μεγαλύτερο δημοσιονομικό χώρο σε σύγκριση με την Ελλάδα και την Πορτογαλία. Αυτό σημαίνει ότι χώρες με μικρότερο δημοσιονομικό χώρο, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η χώρα μας, ενδέχεται να αντιμετωπίσουν αδυναμία χρηματοδότησης των δαπανών τους πολύ νωρίτερα σε σύγκριση με άλλες.

Η ποσοτική χαλάρωση της ΕΚΤ

Ένα πρώτο βήμα για την αποφυγή των προβλημάτων στις οικονομίες των κρατών-μελών ήταν τα μέτρα στήριξης που ανακοίνωσε στα μέσα Μαρτίου η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ).

Η ΕΚΤ προχώρησε σε πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης ύψους 750 δισ. ευρώ, στο οποίο μάλιστα εντάχθηκαν για πρώτη φορά και τα ελληνικά ομόλογα. Για να εξηγήσουμε με απλά λόγια πώς λειτουργεί αυτός ο μηχανισμός, από τον Μάρτιο του 2015 η ΕΚΤ αγοράζει η ίδια ομόλογα από τράπεζες. Αυτές οι αγορές είναι ευρύτερα γνωστές ως ποσοτική χαλάρωση (quantitative easing ή, αλλιώς, QE). Η ευεργετική δράση της έγκειται στο ότι προσφέρει ρευστότητα στο τραπεζικό σύστημα και οδηγεί σε μείωση μίας σειράς επιτοκίων, με αποτέλεσμα τα δάνεια να γίνονται φθηνότερα. Χάρη στα φθηνότερα δάνεια οι επιχειρήσεις και οι καταναλωτές μπορούν να δανείζονται περισσότερα χρήματα και η αποπληρωμή των δανείων τους κοστίζει λιγότερο. Με αυτόν τον τρόπο δίνεται κίνητρο στη λήψη δανείων από τον ιδιωτικό τομέα, που οδηγεί σε αύξηση της κατανάλωσης και σε επενδύσεις, που με τη σειρά τους φέρνουν ανάπτυξη και δημιουργία θέσεων εργασίας.

Η ανακοίνωση της ΕΚΤ για ποσοτική χαλάρωση έγινε δεκτή με θετικά σχόλια από πολλά κράτη-μέλη, ανάμεσα στα οποία και η Ελλάδα μέσω του υπουργού Οικονομικών, Χρήστου Σταϊκούρα. Κατά μία έννοια αυτή η απόφαση αποτέλεσε μία ακόμη εκπλήρωση της περίφημης υπόσχεσης του πρώην επικεφαλής της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι, που σε ομιλία του στο Λονδίνο τον Ιούλιο του 2012, εν μέσω της δημοσιονομικής κρίσης της Ευρωζώνης, είπε ότι «η ΕΚΤ είναι έτοιμη, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, να κάνει ό,τι χρειαστεί για να σώσει το Ευρώ. Και πιστέψτε με, θα είναι αρκετό». Και αυτό γιατί σήμερα, την ώρα που τα κράτη-μέλη αντιμετωπίζουν μία νέα πρωτοφανή κρίση, η ΕΚΤ έκανε το κομμάτι που της αναλογούσε για να στηρίξει τα μέλη του Ευρώ.

Οι πολέμιοι του κορονο-ομολόγου

Ωστόσο, τα πράγματα δεν είναι το ίδιο εύκολα σε σχέση με την υιοθέτηση του κορονο-ομολόγου, η οποία προσκρούει σε μία μειοψηφία μελών της Ευρωζώνης, ανάμεσα στις οποίες είναι η Γερμανία, η Ολλανδία, η Αυστρία και η Φινλανδία. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να έχουν διαμορφωθεί δύο «στρατόπεδα», που προσιδιάζουν στη διάκριση «βορρά» και «νότου» που κυριάρχησε τα προηγούμενα χρόνια.

Καταρχάς, η αντιπαράθεση γύρω από την ύπαρξη ή μη κάποιας μορφής ευρωομολόγου δεν είναι καινούργια. Και αυτό γιατί ήδη κατά την κρίση της περιόδου 2010-2012 η Γαλλία και η Ιταλία είχαν υποστηρίξει μία τέτοια προοπτική, με τη Γερμανία, ωστόσο, να αντιτάσσεται. Το επιχείρημα όσων απέρριπταν τότε το ευρωομόλογο ήταν ότι μία τέτοια απόφαση θα προκαλούσε έναν «ηθικό κίνδυνο», μία «ηθική βλάβη» στον χώρο της Ευρωζώνης, αφού θα ζημίωνε τις χώρες που είχαν τακτοποιημένα τα οικονομικά τους και θα βοηθούσε όσες τα είχαν κακοδιαχειριστεί. Σύμφωνα με αυτόν τον τρόπο σκέψης, ήταν στην προσωπική ευθύνη των κρατών-μελών να έχουν σε τάξη τα οικονομικά τους και άρα δεν μπορούσαν οι «τακτοποιημένοι» να πάρουν το βάρος των «σπάταλων». Είναι χαρακτηριστικό ότι η Κεντρική Τράπεζα της Γερμανίας υποστήριξε τότε τη θέση της λέγοντας ότι «δεν εμπιστεύεσαι την πιστωτική σου κάρτα σε κάποιον που δεν έχει καμία δυνατότητα να ελέγξει τα έξοδά του».

Τα κράτη-μέλη που σήμερα υποστηρίζουν το κορονο-ομόλογο προφανώς δεν έχουν ξεχάσει το παραπάνω επιχείρημα και αυτό αποτυπώθηκε στην επιστολή τους προς τον Σαρλ Μισέλ. Είναι χαρακτηριστικό ότι εκεί αναφέρεται πως ο κορονοϊός είναι ένα «εξωγενές σοκ, για το οποίο δεν φέρει ευθύνη καμία χώρα, αλλά τις αρνητικές συνέπειες του οποίου τις υποκείμεθα όλοι». Οι συντάκτες της επιστολής φρόντισαν να τονίσουν ότι τα σημερινά δημοσιονομικά ζητήματα δεν οφείλονται αυτή τη φορά σε κάποια κακοδιαχείριση, αλλά σε μία εξωγενή απειλή, για την αντιμετώπιση της οποίας «είμαστε όλοι συλλογικά υπεύθυνοι» και θα πρέπει να δράσουμε με ευρωπαϊκή απάντηση.

Αυτή τη λογική εξέφρασε και η πρόσφατη δήλωση του υπουργού Οικονομικών του Βελγίου, Αλεξάντερ ντε Κρου, ο οποίος είπε ότι «η κατάσταση είναι θεμελιωδώς διαφορετική» από την κρίση που αντιμετώπισε η Ευρωζώνη, καθώς αφενός «οι επιπτώσεις σήμερα δεν οφείλονται σε κακή δημοσιονομική διαχείριση ή σε κακές πολιτικές», αφετέρου «μία ακόμη μεγάλη διαφορά αφορά στις χώρες που έχουν πληγεί: η Ιταλία είναι η τρίτη μεγαλύτερη οικονομία, η Ισπανία η τέταρτη».

Κοινώς, το επιχείρημα υπέρ του κορονο-ομολόγου είναι ότι αυτή τη φορά δεν θα ωφεληθούν «ανεύθυνα και σπάταλα κράτη». Το επιχείρημα έχει, ωστόσο, και μία δεύτερη πτυχή: η κρίση δεν αφορά ένα περιορισμένο αριθμό κρατών, αλλά αφορά σε όλη την Ευρωζώνη και έχει ήδη επηρεάσει βαθιά μεγάλες οικονομίες, χωρίς τις οποίες δεν υπάρχει Ευρώ. Μάλιστα, έχει εκφραστεί η άποψη ότι ακριβώς το ηθικό επιχείρημα θα πρέπει να οδηγεί στην έκφραση ευρωπαϊκής αλληλεγγύης κατά τη διάρκεια μίας υγειονομικής κρίσης που προκαλεί δεκάδες χιλιάδες θύματα σε ολόκληρη την ήπειρο.

Η σύγκρουση

Παρά όμως τη διαφορετική φύση της σημερινής κρίσης, οι πολέμιοι του ευρωομολόγου διατηρούν αρνητική στάση. Στην τηλεδιάσκεψη που πραγματοποιήθηκε στις 26 Μαρτίου μεταξύ των 27 ηγετών της ΕΕ, οι τέσσερις βασικές χώρες που αντιτίθενται στην υιοθέτηση του κορονοϊού υποστήριξαν ότι η υιοθέτηση ενός εργαλείου που θα παράγει κοινό χρέος αφενός θα είναι επιζήμια για τις χώρες που έχουν φροντίσει να αποκτήσουν αποθεματικό για μία κατάσταση έκτακτης ανάγκης, αφετέρου θα ενθαρρύνει τις χώρες που κακοδιαχειρίστηκαν τα οικονομικά τους σε περαιτέρω σπατάλη και κακοδιαχείριση.

Μιλώντας μετά την παραπάνω τηλεδιάσκεψη, ο πρωθυπουργός της Ολλανδίας, Μαρκ Ρούτε, είπε ότι δεν μπορούσε να δει «καμία προϋπόθεση υπό τον οποία η Ολλανδία θα μπορούσε να αποδεχτεί τα ευρωομόλογα». Από την πλευρά του, ο Ολλανδός υπουργός Οικονομικών, Βόπκε Χούκστρα, ζήτησε από τις Βρυξέλλες να ερευνήσουν γιατί κάποιες χώρες κατάφεραν να βάλουν σε τάξη τα οικονομικά τους και να αντιμετωπίσουν την κρίση και γιατί άλλες δεν τα κατάφεραν. Η πρόταση περιγράφηκε από τον ολλανδικό Τύπο ως «το μεσαίο δάχτυλο προς τον Νότο» της Ευρώπης και προκάλεσε αντιδράσεις, με τον πρωθυπουργό της Πορτογαλίας να την χαρακτηρίζει «αποκρουστική» και «απειλή για το μέλλον της ΕΕ». Αντιδράσεις προκάλεσε η ολλανδική στάση και στο εσωτερικό της χώρας, με το αντιπολιτευόμενο Εργατικό Κόμμα να υποστηρίζει ότι «το ολλανδικό όχι στα κορονο-ομόλογα υποσκάπτει το ευρωπαϊκό πρότζεκτ».

To Eurogroup της 7ης Απριλίου

Μετά την τηλεδιάσκεψη, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο έδωσε προθεσμία δύο εβδομάδων, ώστε το Eurogroup να καταθέσει προτάσεις για τη στήριξη των οικονομιών που θα πληγούν από την εξάπλωση του κορονοϊού. Νέα τηλεδιάσκεψη του Eurogroup πρόκειται να πραγματοποιηθεί την προσεχή Τρίτη, 7 Απριλίου. Σε αυτή αναμένεται να συνεχιστεί η συζήτηση για το κορονο-ομόλογο.

Χαρακτηριστικό του κλίματος που επικρατεί σήμερα είναι το γεγονός ότι στις 30 Μαρτίου, δηλαδή μετά την τηλεδιάσκεψη των 27, ο υπουργός Οικονομικών της Πορτογαλίας και πρόεδρος του Eurogroup, Μάριο Σεντένο, έστειλε επιστολή προς τους ομολόγους του στην Ευρωζώνη, με την οποία, σύμφωνα με το Bloomberg, προειδοποίησε ότι το δημοσιονομικό κόστος της κρίσης θα είναι ανάλογο του «κολοσσιαίου σοκ» που ακολούθησε την έκρηξη της πανδημίας και ότι ο τρόπος με τον οποίο η Ευρωζώνη θα αντιμετωπίσει το βάρος του μεγαλύτερου δημοσίου χρέους θα κρίνει «την ποιότητα και το μέγεθος τις ανάκαμψης και, τελικά, τη συνοχή της Ευρωζώνης». Ο κ. Σεντένο ζήτησε από τους ομολόγους του να καταθέσουν προτάσεις για την αντιμετώπιση των κινδύνων που θα προέλθουν από την αύξηση του χρέους λόγω κορονοϊού, «κάτι που δείχνει ότι η αντιπαράθεση γύρω από ζητήματα έκδοσης τίτλων κοινού χρέους μέσω των λεγόμενων κορονο-ομολόγων θα είναι πάνω στο τραπέζι στην επόμενη συζήτηση», σχολίασε το Bloomberg.

Πέρα από το ζήτημα του αν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί θα αποφασίσουν τελικά να υιοθετήσουν το κορονο-ομόλογο, προβληματισμοί έχουν εκφραστεί για τον χρόνο που θα χρειαστεί μέχρι τη διαμόρφωση ενός πλαισίου για την έκδοσή του. Συγκεκριμένα, ο επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM), Κλάους Ρέγκλινγκ, είπε σε συνέντευξή τους στους Financial Times ότι η δημιουργία ενός νέου θεσμού που θα εκδίδει τέτοιους τίτλους θα μπορούσε να πάρει από ένα έως τρία χρόνια, σημειώνοντας ότι αν ο στόχος είναι η κάλυψη βραχυπρόθεσμων αναγκών που συνδέονται με την κρίση του κορονοϊού, θα ήταν προτιμότερο να χρησιμοποιηθεί κάποιος από τους ήδη υπάρχοντες θεσμούς, όπως η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων ή ο ESM, ο οποίος έχει στη διάθεσή του 410 δισ. ευρώ. Ωστόσο, το ποσό αυτό ίσως τελικά αποδειχθεί ανεπαρκές μπροστά στο μέγεθος των χρηματοδοτικών αναγκών που θα γεννήσει ο κορονοϊός.

Φον ντερ Λάιεν: «Πολλοί σκέφτηκαν μόνο τα προβλήματα των χωρών τους»

Μετά τις αντιδράσεις της Ιταλίας απέναντι στην αρνητική στάση κρατών-μελών στο ζήτημα του ευρωομολόγου, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, έγραψε σε κείμενό της στην ιταλική Repubblica, στις 2 Απριλίου, ότι «σήμερα η Ευρώπη κινητοποιείται στο πλευρό της Ιταλίας», παραδεχόμενη παράλληλα ότι «δυστυχώς, δεν το έκανε πάντα» και ότι «πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι στην αρχή της κρίσης, όταν ήταν ανάγκη για κοινή ευρωπαϊκή απάντηση, υπερβολικά πολλοί σκέφτηκαν μόνο τα προβλήματα των χωρών τους». Την ίδια ώρα, δύο βουλευτές και δύο ευρωβουλευτές της Ολλανδίας ζήτησαν από την κυβέρνησή τους να δείξει αλληλεγγύη ανάλογη με αυτή που απαιτείται σε καιρό πολέμου. O ευρωβουλευτής και πρώην επικεφαλής της Συμμαχίας Φιλελεύθερων και Δημοκρατών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, Γκι Φερχόφστατ, μίλησε για την πολλών εβδομάδων έλλειψη ανταπόκρισης από την Ευρώπη, όταν η Ιταλία ζητούσε απεγνωσμένα να ανεφοδιαστεί με ιατρικές μάσκες, παρατηρώντας ότι «αν συνεχίσουμε να κοιτάμε τη δουλειά μας, θα βγούμε σύντομα από την κρίση κατεστραμμένοι και συντετριμμένοι».

Μαζί με την κρίση του κορονοϊού, η Ευρώπη φαίνεται πως θα κληθεί να αντιμετωπίσει και μία δική της υπαρξιακή κρίση, έχοντας μάλιστα το προηγούμενο του Brexit και της πρώτης αποχώρησης κράτους-μέλους από την ΕΕ. Στο ερώτημα βέβαια «πόση αλληλεγγύη είναι διατεθειμένη να δείξει», οφείλει κανείς να βάλει στην εξίσωση, εκτός από τα 750 δισ. της ποσοτικής χαλάρωσης, το 1,1 τρισ. που υποσχέθηκε η ΕΚΤ για μέτρα τόνωσης της οικονομίας, που περιλαμβάνουν εξαιρετικά φθηνά δάνεια προς τις τράπεζες με στόχο τη διατήρηση του χαμηλού κόστους δανεισμού για τις επιχειρήσεις και τις κυβερνήσεις, αλλά και την προώθηση από την Κομισιόν του προσωρινού εργαλείου SURE, συνολικού ύψους έως 100 δισ. ευρώ, με στόχο την προστασία των θέσεων εργασίας.

Στο γνωστό πλέον τουίτ, η πρόεδρος της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ, διαβεβαίωσε ότι «δεν υπάρχουν όρια στη δέσμευσή μας για το ευρώ»:

 

 

Ας το ελπίσουμε.

Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Πήρε το δημοσιογραφικό βάπτισμα του πυρός στην Popaganda. Εργάστηκε στο γερμανικό κανάλι Offener Kanal και το Vice και συνεργάζεται ως fixer/producer με διεθνή ραδιοτηλεοπτικά ΜΜΕ. Έχει ασχοληθεί με το βίντεο και τη φωτογραφία.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.