Εμβόλιο COVID: Πώς θα πειστούν οι διστακτικοί;

Έξι και πλέον μήνες από τη μαζική έναρξη των εμβολιασμών κατά της COVID-19 και μάλιστα με διαφορετικά σκευάσματα, εκατομμύρια άνθρωποι σε όλον τον κόσμο δεν εμβολιάζονται, παρότι έχουν τη δυνατότητα. Πού οφείλεται η διστακτικότητα και η άρνηση και πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί;
Χρόνος ανάγνωσης: 
19
'
Στο mega εμβολιαστικό κέντρο «Προμηθέας», 22 Ιουνίου 2021. [Μιχάλης Καραγιάννης/Eurokinissi]

«Τι ήταν αυτό που σας οδήγησε να εμβολιαστείτε;» ρώτησε μέσω Twitter ο δικηγόρος και δεύτερος κύριος των ΗΠΑ, Ντάγκλας Έμχοφ.

Από τις αναρίθμητες απαντήσεις που πληκτρολόγησαν οι ακόλουθοί του, ξεχώρισα την πλέον προφανή:

«Αυτό που με οδήγησε να εμβολιαστώ είναι ο κορονοϊός», απαντάει ο χρήστης του twitter. Εδώ που τα λέμε, δεν χρειάζονταν άλλα επιχειρήματα ή παραινέσεις, από τη στιγμή που τα εγκεκριμένα εμβόλια αποδείχθηκαν αρκετά αποτελεσματικά και σχετικά ασφαλή.

Αυτές τις μέρες που υπάρχει ανάγκη για ξεκάθαρη ενημέρωση κι ανάλυση, το inside story προσφέρει όλα τα άρθρα γύρω από τον Covid-19 ελεύθερα σε όλους τους αναγνώστες.

#ΜένουμεΑσφαλείς: Ανακαλύψτε πάνω από 2.500 ρεπορτάζ και ιστορίες του inside story. Γραφτείτε για έναν μήνα δωρεάν EΔΩ.

Φαίνεται όμως ότι δεν καταλήγουν οι πάντες στο ίδιο συμπέρασμα. Αρκετοί συνάνθρωποί μας παραμένουν διστακτικοί ή εντελώς αρνητικοί απέναντι στον εμβολιασμό τους, τόσο στη χώρα μας όσο και διεθνώς. Στις ΗΠΑ το ποσοστό τους κινείται πλέον γύρω στο 20%, στην Ευρώπη κυμαίνεται στο 25%, με σημαντικές αποκλίσεις (από 10% στο Ην. Βασίλειο έως 40% στη Γαλλία). Στην πρόσφατη έρευνα του Ευρωβαρόμετρου που διεξήχθη στο τέλος Μαΐου καταγράφεται ότι τρεις στους τέσσερις Ευρωπαίους θεωρούν τα εμβόλια ως τον μοναδικό τρόπο για τον τερματισμό της πανδημίας. Το 69% των ερωτηθέντων έχουν ήδη εμβολιαστεί ή επιθυμούν να το πράξουν όσο το δυνατό πιο σύντομα, ενώ επιπλέον 10% σκοπεύουν να εμβολιαστούν έως το τέλος του έτους. Ωστόσο, περίπου ένας στους δέκα κατοίκους της ΕΕ δηλώνει κατηγορηματικά ότι δεν προτίθεται να εμβολιαστεί. Οι διαφορές μεταξύ των κρατών μελών είναι αξιοπρόσεκτες, ενώ οι κάτω των 45 ετών είναι σαφώς πιο διστακτικοί.

Οι διστακτικοί στην Ελλάδα

Στη χώρα μας παρότι το ποσοστό των διστακτικών στις δημοσκοπήσεις φαίνεται μικρότερο (από 15-25%), στην πράξη (από τις χορηγημένες δόσεις και τα κλεισμένα ραντεβού) αποδεικνύεται κατά πολύ υψηλότερο. Ειδικά στις ηλικίες άνω των 60, διστακτικοί ή αρνητικοί εμφανίζονται περίπου τρεις στους δέκα – ένα από το υψηλότερα ποσοστά σε όλη την ΕΕ. Αντίστοιχη είναι η εικόνα από το τελευταίο Ευρωβαρόμετρο, όπου το 11% των Ελλήνων θα ήθελε να εμβολιαστεί μετά το 2021, ενώ το 12% δηλώνει ότι δεν θα εμβολιαστεί ποτέ.

Κι αν θεωρήσουμε ότι η άποψη των αρνητών –που ανάλογα με τη δημοσκόπηση και το ερώτημα κυμαίνονται μεταξύ 5-10%– είναι πολύ δύσκολο να μεταστραφεί, δεν ισχύει το ίδιο για τους σκεπτικούς. Όσους δηλαδή αναγνωρίζουν τα οφέλη του εμβολιασμού γενικά και ειδικά κατά της COVID-19, αλλά προς το παρόν δεν έχουν πειστεί να το πράξουν.

Η διστακτικότητα στοιχίζει εκατομμύρια ζωές κάθε χρόνο

Η διστακτικότητα απέναντι στον εμβολιασμό είναι διαχρονικό φαινόμενο. Λίγο μετά την επινόηση του εμβολίου κατά της ευλογιάς το 1796, άρχισαν να διαδίδονται φήμες ότι μοσχαροκεφαλές θα φύτρωναν στα σώματα των ανθρώπων που είχαν λάβει το εμβόλιο, οδηγώντας σε κύμα επιφυλακτικότητας που γιγαντώθηκε όταν κυκλοφόρησαν τα επόμενα εμβόλια. Και όπως αποδεικνύει η πρόσφατη ιστορία της ανθρωπότητας, η διστακτικότητα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με κάθε τύπο εμβολίου.

Όπως τονίζει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, η απροθυμία ή η άρνηση εμβολιασμού παρά τη διαθεσιμότητα εμβολίων, απειλεί να ανακόψει ή και να αντιστρέψει την πρόοδο που έχει σημειωθεί στην αντιμετώπιση ασθενειών που προλαμβάνονται μέσω του εμβολιασμού. Εξ ου και κατέταξε τη διστακτικότητα σε μία από τις σημαντικότερες απειλές για τη δημόσια υγεία, μαζί με την κλιματική αλλαγή, τη μικροβιακή αντοχή, τα επικίνδυνα παθογόνα.

Ο εμβολιασμός άλλωστε είναι ένας από τους πιο οικονομικά αποδοτικούς τρόπους αποφυγής ασθενειών, ο οποίος προς το παρόν σύμφωνα με τα στοιχεία του ΠΟΥ, αποτρέπει 2-3 εκατομμύρια θανάτους ετησίως, ενώ θα μπορούσαν να αποφευχθούν επιπλέον 1,5 εκατομμύρια θάνατοι εφόσον βελτιωθεί η παγκόσμια κάλυψη των εμβολιασμών. Και για να συμβεί αυτό θα πρέπει να καμφθούν οι αντιστάσεις των διστακτικών.

Τι προκαλεί τον δισταγμό;

Πριν όμως εστιάσουμε στο πώς αντιμετωπίζεται η διστακτικότητα, οφείλουμε να σταθούμε στους λόγους που την προκαλούν.

Ο βασικότερος είναι η ανησυχία για τις παρενέργειες. Σύμφωνα με το Ευρωβαρόμετρο, το 67% των Ελλήνων (και το 57% των κατοίκων της ΕΕ) που δεν εμβολιάστηκε επικαλείται την ανησυχία του για τις ανεπιθύμητες ενέργειες.

Ορισμένοι επίσης ανησυχούν για τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια των σκευασμάτων, επικαλούμενοι την ταχύτατη ανάπτυξή τους, αλλά και την επείγουσα αδειοδότησή τους από τις εγκριτικές αρχές. Το εν λόγω επιχείρημα χρησιμοποιείται ευρέως και από υγειονομικούς που επικαλούνται την αναπόδεικτη θεωρία της προτιμότερης «φυσικής ανοσίας» (από τη νόσηση δηλαδή). Άξια αναφοράς είναι και η διστακτικότητα που εκδηλώνεται σε υψηλότερα ποσοστά στις τάξεις των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας, λόγω της αβάσιμης φημολογίας περί σύνδεσης του εμβολιασμού με μελλοντικά προβλήματα γονιμότητας.

Η απροθυμία ιατρών και νοσηλευτών να εμβολιαστούν δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο, και γίνεται σαφές ότι αντανακλάται και στην κοινωνία («ο γιατρός μου δεν εμβολιάστηκε, άρα κάτι παραπάνω θα ξέρει, οπότε γιατί να το ρισκάρω εγώ;).

Στο ίδιο πλαίσιο, αρκετοί επιχειρηματολογούν κατά του εμβολιασμού αναφέροντας ότι τα εμβόλια δεν έχουν δοκιμαστεί επαρκώς και εκτενώς (63% κατά μέσο όρο στην ΕΕ και 76% στην Ελλάδα στις τάξεις των ανεμβολίαστων). Το 41% των διστακτικών Ελλήνων πιστεύει εξάλλου ότι τα υπάρχοντα εμβόλια δεν είναι αποτελεσματικά (30% κατά μέσο όρο σε όλα τα κράτη μέλη).

Εξίσου σημαντική αιτία της διστακτικότητας είναι η έλλειψη εμπιστοσύνης – τόσο απέναντι στα εμβόλια, όσο και απέναντι στους αρμόδιους φορείς (ρυθμιστικές αρχές, κυβέρνηση, υπερεθνικοί οργανισμοί) αλλά και τα ΜΜΕ. Σαφώς παίζει ρόλο και η πίστη σε θεωρίες συνωμοσίας και ψευδείς ειδήσεις, αν και οι περισσότεροι που τις υιοθετούν πιθανότατα εντάσσονται στους κόλπους των αποφασισμένων αντιεμβολιαστών.

Σαφώς, οι αποφάσεις περί εμβολιασμού επηρεάζονται από κοινωνικές και ψυχολογικές παραμέτρους. Πολλοί επιμένουν δε να αγνοούν την πραγματικότητα θεωρώντας ότι η πανδημία θα τελειώσει νωρίς (ένας στους πέντε Ευρωπαίους και ένας στους τέσσερις Έλληνες μη εμβολιασμένους το επικαλείται ως δικαιολογία), ενώ το 20% των συμπατριωτών μας που δεν εμβολιάστηκε θεωρεί ότι το ρίσκο του να νοσήσει είναι μικρό ή ανύπαρκτο. Αντίστοιχο είναι το ποσοστό και στις ΗΠΑ.

Πολλοί περισσότεροι Έλληνες (35% έναντι 28% που είναι ο μέσος όρος της ΕΕ) θεωρούν ότι οι κίνδυνοι της νόσου COVID-19 διογκώνονται από τις αρχές και τα μέσα. Σύμφωνα με την κυλιόμενη έρευνα του Eurofound, το 5,4% των συμπατριωτών μας δεν πιστεύει καν ότι ο ιός υπάρχει. Θλιβερό, αλλά τουλάχιστον σε άλλες χώρες της ΕΕ τα ποσοστά αυτά είναι πολύ υψηλότερα.

Λόγοι που οδηγούν σε διστακτικότητα
  • Ανησυχίες για την ασφάλεια του εμβολίου, τις ανεπιθύμητες ενέργειες, την τοξικότητα ή την κακή ποιότητα των συστατικών του εμβολίου.
  • Ανησυχία για μακροπρόθεσμες συνέπειες.
  • Προηγούμενες αρνητικές εμπειρίες με εμβόλια.
  • Προτίμηση στη φυσική ανοσία.
  • Δυσπιστία προς τους γιατρούς, τις υγειονομικές αρχές, τις κυβερνητικές πηγές, τις φαρμακευτικές εταιρείες, την επιστημονική κοινότητα.
  • Αμφιβολίες σχετικά με την τεχνολογία που χρησιμοποιείται για την παραγωγή του εμβολίου και την ταχύτητα ανάπτυξής του (ειδικά για τα εμβόλια που βασίζονται στο mRNA και στον αδενοϊό, καθώς είναι σχετικά νέοι τύποι εμβολίων).
  • Αντιλήψεις για χαμηλό κίνδυνο προσβολής από τη νόσο, μειωμένη σοβαρότητα ασθένειας και χαμηλή αποτελεσματικότητα εμβολίου.
  • Έλλειψη πληροφοριών.
  • Επιρροή των αντιεμβολιαστών.
  • Θρησκευτικές πεποιθήσεις.
  • Επιθυμία για έναν «φυσικό» και «οργανικό» τρόπο ζωής.
  • Φόβος για βελόνες.
Τι απαντάμε στους διστακτικούς;

Οι ερωτήσεις είναι εύλογες, και οι ειδικοί συστήνουν να ακούμε τους διστακτικούς και όχι να τους ειρωνευόμαστε ή να τους αποπροσανατολίζουμε. Αντίθετα οφείλουμε να τους απαντάμε με ξεκάθαρα και τεκμηριωμένα επιστημονικά επιχειρήματα.

Δεν είναι επικίνδυνο ένα εμβόλιο που αναπτύχθηκε σε λίγους μήνες; Πράγματι τα νέα εμβόλια αναπτύχθηκαν σε χρόνο ρεκόρ, αφού όμως είχαν προηγηθεί δεκαετίες ερευνών, όπως γράφαμε αναλυτικά στο άρθρο μας. Επίσης, τα εμβόλια που βασίζονται στις τεχνολογίες mRNA αλλά και όσα χρησιμοποιούν ιικούς φορείς, όπως οι αδενοϊοί δοκιμάζονταν επί μακρόν για την αντιμετώπιση άλλων νοσημάτων.

Μα τα εμβόλια συνήθως απαιτούν οκτώ με δέκα χρόνια έως ότου εγκριθούν. Ο ισχυρισμός είναι επίσης αληθής, αλλά ισχύει για μη επείγουσες καταστάσεις. Κατά τη διάρκεια της τρέχουσας πανδημίας όλοι οι εμπλεκόμενοι (ερευνητικά ινστιτούτα, φαρμακευτικές εταιρείες, κυβερνήσεις, ρυθμιστικές και εγκριτικές αρχές) κινητοποιήθηκαν προκειμένου να επιταχυνθούν και να συμπιεστούν όλες οι διαδικασίες – συχνά γραφειοκρατικές και τυπικές. Οι αρμόδιοι επιμένουν ότι όλα τα προβλεπόμενα πρωτόκολλα τηρήθηκαν κατά τη διάρκεια των κλινικών δοκιμών. Σε διαφορετική περίπτωση, δεν θα είχαν εγκριθεί τα εμβόλια. Όπως τονίζει και το CDC: «Προτού εγκριθούν τα εμβόλια, οι επιστήμονες τα δοκιμάζουν εκτενώς για να διασφαλίσουν ότι είναι αποτελεσματικά και ασφαλή. Τα εμβόλια είναι η καλύτερη άμυνα που έχουμε έναντι των μολυσματικών ασθενειών, αλλά κανένα εμβόλιο δεν είναι στην πραγματικότητα 100% ασφαλές ή αποτελεσματικό για όλους, επειδή το σώμα κάθε ατόμου αντιδρά διαφορετικά στα εμβόλια».

Επειδή βέβαια στη δημόσια υγεία ουδείς δικαιούται να είναι απόλυτος, αξίζει να επισημανθεί ότι οι κλινικές δοκιμές φάσης IV (στον πραγματικό κόσμο) εξελίσσονται εν μέσω αυτής της πρωτοφανούς υγειονομικής κρίσης. Αν θα έπρεπε να αναμένουμε την ολοκλήρωση της Φάσης IV, και μάλιστα σε υποπολλαπλάσιο δείγμα, δεν θα μιλούσαμε για πολυτέλεια, αλλά για εγκληματική αμέλεια.

Μήπως να περιμένουμε να το κάνουν οι άλλοι; Το συγκεκριμένο επιχείρημα που χρησιμοποιείται τακτικά στη χώρα μας δεν έχει πλέον βάση, καθώς μέσα στο τελευταίο εξάμηνο έχουν ήδη χορηγηθεί 2,6 δισ. δόσεις εμβολίων κατά της COVID-19, και σχεδόν 500 εκατ. κάτοικοι του πλανήτη είναι ήδη πλήρως εμβολιασμένοι. Ένας στους πέντε κατοίκους του πλανήτη έχει λάβει τουλάχιστον από μία δόση.

Στην Ελλάδα 4,5 εκατ. άνθρωποι έχουν λάβει έστω μία δόση και 3,2 εκατ. έχουν ολοκληρώσει τον εμβολιασμό τους, με προφανείς θετικές επιπτώσεις στη συρρίκνωση όλων των επιδημιολογικών δεικτών παρά την άρση των μέτρων.

Πόσο επώδυνες είναι οι παρενέργειες; Όπως θα διαβεβαίωνε η συντριπτική πλειονότητα όσων εμβολιάστηκαν, οι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι σχετικά ήπιες και διαρκούν από λίγες ώρες έως 1-2 ημέρες. Υπάρχουν βέβαια και οι πολύ σπάνιες σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. η αναφυλαξία στα mRNA εμβόλια ή το σύνδρομο TTS στα εμβόλια αδενοϊού, οι οποίες όμως αντιμετωπίζονται σχετικά αποτελεσματικά πλέον).

Και πώς θα ξέρω ότι δεν έχει μακροχρόνιες παρενέργειες; Η ιστορία μας δείχνει ότι οι σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες των εμβολίων είναι εξαιρετικά σπάνιες και εφόσον συμβούν, εντοπίζονται κατά κανόνα εντός των πρώτων εβδομάδων, με μέγιστο εκτιμώμενο διάστημα τους δύο μήνες από τη χορήγηση του εμβολίου.

Όπως τονίζει και ο Δρ. Τομ Φρίντεν, πρώην επικεφαλής του CDC, ειδικά τα εμβόλια κατά της COVID δεν παραμένουν στο σώμα μας, απλώς προετοιμάζουν τον οργανισμό προκειμένου να καταπολεμήσει τον ιό εφόσον μολυνθούμε, και στη συνέχεια εξαφανίζονται. Σε αντίθεση με τις μακροχρόνιες συνέπειες της νόσου.

Σε κάθε περίπτωση, όσοι αποφεύγουν να εμβολιαστούν συγκλίνουν στο ότι τα πλεονεκτήματα των εμβολίων δεν αρκούν για να αντισταθμίσουν τα πιθανά μειονεκτήματα, ενώ στην πραγματικότητα ισχύει το ακριβώς αντίθετο: Τα όποια μειονεκτήματα –εν προκειμένω: η μειωμένη αποτελεσματικότητα έναντι ορισμένων παραλλαγών του ιού ή οι εξαιρετικά σπάνιες παρενέργειες– είναι συγκριτικά πολύ λιγότερα από τα πολλά και προφανή πλεονεκτήματα. Κι αυτό οφείλει να είναι το μήνυμα όλων των αρχών και των ειδικών.

Είναι λοιπόν σκόπιμο να μιλούν ανοιχτά οι ειδικοί για την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια των εμβολίων, χωρίς να παραβλέπουν τις πιθανές παρενέργειες. Οι αντιφατικές δηλώσεις, τα πισωγυρίσματα και οι ανακόλουθες αποφάσεις των περισσότερων ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, είχαν ως αποτέλεσμα την ενίσχυση της διστακτικότητας, ακόμη και πολιτών που είχαν πειστεί να εμβολιαστούν, και όχι μόνο για τα εν λόγω σκευάσματα. Το επικοινωνιακό αδιέξοδο που βιώνουμε εσχάτως και στη χώρα μας καθιστά σαφές ότι η ενημέρωση των πολιτών οφείλει να είναι διαφανής και ανοιχτή σε όλα τα «μέτωπα».

Μήπως τα εμβόλια δεν προφυλάσσουν; Αρκετά επιχειρήματα των πολέμιων των εμβολίων, θεμελιώνονται στο τσιτάτο «τα εμβόλια δεν λειτουργούν». Παρότι το σύνολο σχεδόν των δημοσιευμένων μελετών και οι αρμόδιες εγκριτικές αρχές πιστοποιούν ότι όλα τα εγκεκριμένα εμβόλια είναι αποτελεσματικά, οι προπαγανδιστές εστιάζουν στις ακραίες εξαιρέσεις. Πράγματι, κανένα εμβόλιο δεν είναι 100% αποτελεσματικό. Τα ποσοστά όμως της τάξης του 70-90 και πλέον τοις εκατό που αναδείχθηκαν στις κλινικές μελέτες για τα διάφορα εμβόλια και αποδείχθηκαν εμφατικά στον πραγματικό κόσμο, είναι τα πιο τρανά αντεπιχειρήματα.

Στο Ισραήλ για παράδειγμα ο μαζικός εμβολιασμός απέτρεψε τη συντριπτική πλειονότητα των θανάτων από τη νόσο. Αυτό αποδεικνύεται στις εντατικές μονάδες ανά τον κόσμο – προφανώς και στη χώρα μας, όπου άνω του 90% των νοσηλευομένων σε ΜΕΘ δεν έχουν εμβολιαστεί.

Απαραίτητος είναι ο εμβολιασμός και όσων έχουν νοσήσει. Μία δόση είναι αρκετή για να «εκτοξευτούν» τα προστατευτικά αντισώματα και να ενδυναμωθεί η κυτταρική μνήμη έναντι του ιού.

Ως εκ τούτου, μία συνεπής επικοινωνιακή στρατηγική θα έπρεπε να εστιάζει σε αυτή ακριβώς την πτυχή: «Αν θέλεις να αποφύγεις τη νοσηλεία και τη διασωλήνωση, φρόντισε να εμβολιαστείς».

Και τι γίνεται με τις παραλλαγές; Παρά τους αρχικούς φόβους, τα περισσότερα εμβόλια φαίνεται ότι λειτουργούν σχετικά αποτελεσματικά έναντι των παραλλαγών του ιού.

Οι περιπτώσεις «διαφυγής» είναι υπαρκτές, αλλά όχι αρκετές ώστε να ανησυχήσουν τους ειδικούς.

Αν και ουδείς μπορεί να προβλέψει τι θα συμβεί στο μέλλον, εφόσον εμφανιστεί μια πιο μεταδοτική και φονική παραλλαγή του SARS-CoV-2, τα υπάρχοντα δεδομένα δείχνουν ότι ο κίνδυνος των πλήρως εμβολιασμένων ή όσων έχουν νοσήσει πρόσφατα να μολυνθούν ή να επαναμολυνθούν είναι συντριπτικά μικρότερος από τον αντίστοιχο των ανεμβολίαστων.

Πρόσφατη έκθεση του βρετανικού ΕΣΥ δείχνει ότι η πλήρης εμβολιαστική κάλυψη με δύο δόσεις (εν προκειμένω με τα εμβόλια των Pfizer/BioNTech και AstraZeneca) είναι αποτελεσματική και έναντι της παραλλαγής Δέλτα (B.1.617.2 που αρχικά εντοπίστηκε στην Ινδία).

Στο ίδιο πλαίσιο, ο μαζικός εμβολιασμός είναι κρίσιμος όχι απλώς για την επίτευξη της συλλογικής ανοσίας, αλλά και για την αποτροπή δημιουργίας νέων παραλλαγών του ιού. Εξ ου και είναι κρίσιμο να διανεμηθούν δόσεις των εμβολίων διεθνώς και όχι μόνο στις πλούσιες χώρες.

Τα επιστημονικά δεδομένα είναι πολλά και αδιάσειστα. Αποδεικνύεται όμως ότι από μόνα τους δεν είναι αρκετά ώστε να πειστούν διστακτικοί και αρνητές. Όπως επισημαίνει η Στρατηγική Συμβουλευτική Ομάδα Εμπειρογνωμόνων (SAGE) προς τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, η διστακτικότητα απέναντι στον εμβολιασμό είναι ένα πολύπλοκο και ταχέως μεταβαλλόμενο παγκόσμιο πρόβλημα που απαιτεί συνεχή παρακολούθηση, κατανόηση του μεγέθους και διάγνωση των βασικών αιτίων. «Δεν υπάρχει ενιαία στρατηγική παρέμβασης που να αντιμετωπίζει όλες τις περιπτώσεις διστακτικότητας» τονίζει χαρακτηριστικά η έκθεση.

Οι πέντε κατηγορίες

Μία πρόσφατη μελέτη στις ΗΠΑ κατηγοριοποιεί τους πολίτες σε πέντε διακριτές ομάδες δεδομένης της προσέγγισής τους στον εμβολιασμό: Οι ενθουσιώδεις, οι προσεκτικοί, οι αγχωμένοι με τον κίνδυνο, οι δύσπιστοι με το σύστημα και οι σκεπτικιστές.

Όσοι εντάσσονται στην τελευταία ομάδα είναι και λιγότερο πιθανό να εμβολιαστούν, λόγω των συγκεκριμένων, εδραιωμένων πεποιθήσεών τους για την Covid-19. Σχεδόν όλοι σε αυτήν την ομάδα πιστεύουν τουλάχιστον σε μία θεωρία συνωμοσίας που σχετίζεται με την πανδημία – ακόμη και στις πιο ακραίες, όπως ότι το εμβόλιο είναι όχημα για την εμφύτευση μικροτσίπ ή ότι η πανδημία έχει αξιοποιηθεί από την κυβέρνηση για τον έλεγχο των πολιτών.

Η ανοιχτή πληγή των αντιεμβολιαστών

Η αντιεμβολιαστική προπαγάνδα είναι ένα πολυσύνθετο φαινόμενο που τις τελευταίες δεκαετίες, παρά την επιστημονική πρόοδο, ενισχύεται διεθνώς. Το διαδίκτυο, από τα πρώτα βήματά του, αποτέλεσε το μέσο για την ευρύτερη εξάπλωση τέτοιων θεωριών, αλλά και την ευκολότερη και διεθνή δικτύωση των υποστηρικτών τους. Η πανδημία του κορονοϊού σε συνδυασμό με την εκρηκτική ανάπτυξη των μέσων κοινωνικής δικτύωσης (facebook, twitter) όμως, ήταν το εφαλτήριο της πρωτοφανούς διεύρυνσης του κοινού τους.

Eιδικοί της δημόσιας υγείας επιμένουν διαχρονικά ότι πρόκειται για ένα μικρό ποσοστό του πληθυσμού και γι’ αυτό δεν θα πρέπει να τους δίνουμε ιδιαίτερη σημασία, ούτε να ενθαρρύνουμε την αντιπαράθεση μαζί τους. Πράγματι είναι λίγοι, αλλά φωνάζουν πολύ δυνατά – ειδικά σε διαδικτυακό περιβάλλον. Από μελέτες της διαΝέοσις προκύπτει ότι το ποσοστό των συμπολιτών μας που διαφωνούν (μάλλον ή απόλυτα) με τη θέση «τα εμβόλια σώζουν ζωές» φτάνει μόλις το 4,6% (έναντι 6,1% στην έρευνα του Μαρτίου 2021, και 4,5% τον Δεκέμβριο του 2020).

Το πρόβλημα δεν είναι λοιπόν η μαζικότητα της τάσης, αλλά το γεγονός ότι οι φωνές τους φτάνουν σε συμπολίτες μας που ούτε αρνητές είναι ούτε συμμερίζονται ακραίες θέσεις και συνωμοσιολογίες. Είναι απλώς διστακτικοί, ενδεχομένως και φοβισμένοι, ή διατηρούν θεμιτές επιφυλάξεις και απορίες για τους εμβολιασμούς κατά της COVID-19. Αυτό που κάνουν οι αρνητές είναι να στήνουν ένα πειστικό αφήγημα που προσελκύει ευκολότερα κάποιον διστακτικό.

Οι παρενέργειες της συνωμοσιολογίας

Διόλου τυχαία από πρόσφατη δημοσκόπηση της Harris Poll προέκυψε ότι ένα ανησυχητικό ποσοστό των διστακτικών που αναφέρουν τις ανεπιθύμητες ενέργειες ως κορυφαία πηγή ανησυχίας (περίπου ένας στους τέσσερις που απάντησαν), πιστεύουν λανθασμένα ότι τα εμβόλια προκαλούν θάνατο, αλλοίωση του DNA, στειρότητα ή γενετικές ανωμαλίες. Εκτός των θρομβώσεων, οι οποίες είναι μεν υπαρκτές, αλλά εξαιρετικά σπάνιες, οι λοιπές απαντήσεις των συμμετεχόντων αναδεικνύουν τον ρόλο της παραπληροφόρησης. Αξιοσημείωτο είναι ότι, ενώ μόλις το 37% των ερωτηθέντων της γενιάς Z (γεννημένοι μετά το 1990) πιστεύουν ότι το εμβόλιο προκαλεί θρόμβους στο αίμα, το 81% των Boomers –δηλαδή άνω των 57 ετών– πιστεύει το ίδιο. Αντίστοιχα ένας στους 4 νέους ανέφερε τη στειρότητα ως παρενέργεια του εμβολίου, ενώ το ίδιο έπραξε ένας στους πέντε Boomers.

Οι ανησυχίες αυτές υποκινούνται συστηματικά τόσο από ομάδες και μεμονωμένους χρήστες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όσο και από τα παραδοσιακά ΜΜΕ.

Διαχρονικά άλλωστε τα ΜΜΕ υπερτόνιζαν τις σπάνιες ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκων και εμβολίων – ειδικά κατά τη διάρκεια υγειονομικών κρίσεων, επηρεάζοντας ευθέως το κοινό. Μία πρόσφατη «είδηση» που αναπαρήχθη αυτούσια από ουκ ολίγες ενημερωτικές ιστοσελίδες, αφορούσε στις δήθεν σοβαρές παρενέργειες που αντιμετωπίζει μια γυναίκα μετά τον εμβολιασμό της με Johnson & Johnson. Αναρωτιόμαστε πόσοι διστακτικοί θα τρομάξουν από τους τίτλους και θα αποφύγουν να εμβολιαστούν, χωρίς ποτέ να διαβάσουν τον επίλογο του άρθρου, όπου αναφέρει ότι οι γιατροί απέδωσαν τα συμπτώματα στο άγχος και όχι σε ανεπιθύμητες ενέργειες του εμβολίου.

Πώς οι αντιεμβολιαστές αξιοποιούν τη φαρμακοεπαγρύπνηση

Οι αντιμεβολιαστές έχουν κάνει σημαία τις καταγεγραμμένες παρενέργειες των εμβολίων όπως καταγράφονται στο VAERS στις ΗΠΑ και στο EudraVigilance στην Ευρώπη. Παραβλέποντας προφανώς ότι πρόκειται για καταχωρήσεις πολιτών που δεν έχουν ελεγχθεί από ειδικούς, καθώς και το γεγονός ότι συχνά οι πλατφόρμες αξιοποιούνται από τους ίδιους τους αντιεμβολιαστές, που συστηματικά καταχωρούν και στη συνέχεια δημοσιοποιούν ψευδείς ανεπιθύμητες ενέργειες.

Οι απαντήσεις σε αυτούς είναι σαφείς: Ακόμη κι αν δεχθούμε ότι ισχύουν όλες οι –ατεκμηρίωτες– καταχωρήσεις στη βάση δεδομένων, το ποσοστό θνητότητας των εμβολιασμένων κυμαίνεται σε περίπου 0,0016%, την ώρα που το εκτιμώμενο ποσοστό θνητότητας της COVID-19 βάσει επιβεβαιωμένων κρουσμάτων στις ΗΠΑ υπερβαίνει το 1,8%. Εν ολίγοις, είναι περίπου 1.000 φορές πιθανότερο να χάσει τη ζωή του κάποιος από COVID παρά από εμβολιασμό.

Κι αυτό το στατιστικό όμως φαντάζει (και εν μέρει είναι) απλουστευτικό και ανίσχυρο ως επιχείρημα υπέρ του εμβολιασμού, ειδικά όταν εστιάσουμε στον εκάστοτε εμβολιαζόμενο που αναρωτιέται: «Κι αν είμαι εγώ ο ένας ή η μία στο εκατομμύριο;». Και εδώ υπεισέρχεται η ανάγκη για συνεπή και απολύτως διαφανή επικοινωνία βασισμένη σε ξεκάθαρα και κατανοητά επιστημονικά δεδομένα, δίχως «κρυφές ατζέντες».

Η κρίσιμη δεύτερη δόση
Ο νομπελίστας Αμπιτζίτ Μπανερτζί που μελέτησε τι παρακινεί τους διστακτικούς να αλλάξουν γνώμη, διαπίστωσε ότι οι περισσότεροι δεν έχουν «ισχυρές ιδεολογικές απόψεις», αλλά ενδεχομένως χρειάζονται λίγο χρόνο προκειμένου να αισθανθούν άνετα με τα νέα εμβόλια, αφού πρώτα ακούσουν για τα οφέλη από άτομα που γνωρίζουν και εμπιστεύονται. «Η ανησυχία μου, στην πραγματικότητα, είναι ότι οι άνθρωποι θα πειστούν τελικά να λάβουν την πρώτη δόση, αλλά στη συνέχεια θα θεωρήσουν ότι είναι ανοσοποιημένοι και θα παραλείψουν τη δεύτερη», δήλωσε, επισημαίνοντας ότι δωροκάρτες ή λοταρίες θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ώστε να μην παραλείψουν τη δεύτερη δόση.
Στροφή στον γιατρό

Το 79% των Αμερικανών εμπιστεύεται τις συμβουλές των γιατρών και το 60% της αρμόδιας αρχής, προκειμένου να αποφασίσει αν θα εμβολιαστεί.

Αντίστοιχα είναι τα ποσοστά διεθνώς αλλά και στη χώρα μας, όπου σημαντικό ποσοστό των πολιτών ακούει τον γιατρό και τον φαρμακοποιό (και μάλιστα θα προτιμούσαν να εμβολιαστούν απ’ αυτούς).

Ως εκ τούτων, ειδικοί της δημόσιας υγείας έχουν συντάξει συγκεκριμένες «οδηγίες» προκειμένου να αντιμετωπίζουν οι ιατροί, οι φαρμακοποιοί κ.ά. τη διστακτικότητα των πολιτών. Ορισμένες εξ αυτών μπορούν να χρησιμοποιηθούν και στον καθημερινό δημόσιο ή ιδιωτικό διάλογο, αντί να κυριαρχούν οι κραυγές και οι προσβολές:

  • Ακούστε τον ασθενή και αναγνωρίστε τις ανησυχίες του χωρίς να τον κρίνετε.
  • Προχωρήστε σε διάλογο μαζί του, χωρίς όμως αυτός να εξαντλείται στη δυαδική απόφαση (ναι/όχι) για τον εμβολιασμό του.
  • Προσαρμόστε την απάντησή σας στις ανησυχίες του ασθενούς.
  • Διατηρήστε τα μηνύματα σαφή και κατανοητά.
  • Αποφύγετε την τεχνική ορολογία.
  • Αποφύγετε τις δηλώσεις όπως «χωρίς κίνδυνο», καθώς οι άνθρωποι δεν εμπιστεύονται τις ισχυρές δηλώσεις και ενδέχεται να πιστεύουν το αντίθετο.
  • Βοηθήστε τους ασθενείς να σταθμίσουν τους κινδύνους σε σχέση με τα οφέλη.
  • Υπενθυμίστε στους ασθενείς τα οφέλη των εμβολιασμών, την ηπιότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών του εμβολίου και τον πολύ χαμηλό κίνδυνο σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών.
  • Επισημάνετε τους κινδύνους του μη εμβολιασμού.
  • Διορθώστε την παραπληροφόρηση, αποδεχτείτε ερωτήσεις και εξηγήστε.
  • Δώστε προσωπικά παραδείγματα (π.χ. τον εμβολιασμό του φαρμακοποιού).

Όλες τις συμβουλές μπορείτε να βρείτε εδώ και ακόμη πιο αναλυτικές οδηγίες εδώ.

Σημαντικοί στη διαδικασία της πειθούς είναι οι διαμορφωτές της κοινής γνώμης, ειδικά σε τοπικό και κοινοτικό επίπεδο, καθώς διαχρονικά έχει αποδειχθεί ότι δύνανται να πείσουν τους διστακτικούς.

Το προφίλ των διστακτικών σύμφωνα με ελληνική μελέτη
Από μελέτη που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο Global Health Research and Policy, προκύπτει ότι μόλις το 57,7% των 1.004 ερωτηθέντων σκόπευε να εμβολιαστεί κατά της COVID-19. Η έρευνα βέβαια διενεργήθηκε την περασμένη άνοιξη, όταν τα εμβόλια βρίσκονταν ακόμη υπό ανάπτυξη, και βέβαια έκτοτε τα ποσοστά έχουν ανατραπεί. Αυτό που κατέδειξε πάντως η μελέτη είναι ότι όσοι ανήκουν σε ευάλωτη ομάδα ή φροντίζουν ευπαθείς και ηλικιωμένους, αλλά και όσοι πιστεύουν ότι ο ιός δεν αναπτύχθηκε σε εργαστήρια από ανθρώπους, αλλά και ότι είναι πολύ πιο μεταδοτικός και θανατηφόρος σε σύγκριση με τον ιό H1N1, είναι στατιστικά πολύ πιθανότερο να εμβολιαστούν. Η υψηλότερη προθυμία συσχετίστηκε και με τη βαθύτερη γνώση αναφορικά με τα συμπτώματα, τους τρόπους μετάδοσης και τα μέτρα πρόληψης και ελέγχου κατά του κορονοϊού.
Οι διστακτικές μειονότητες

Όπως έχει αποδειχθεί διεθνώς, το ποσοστό των διστακτικών είναι αισθητά υψηλότερο σε μειονοτικούς και λιγότερο προνομιούχους πληθυσμούς, παρά τον συγκριτικά υψηλότερο κίνδυνο που αντιμετωπίζουν από τη νόσο.

Μια πρόσφατη επιδημιολογική μελέτη σε εγκαταστάσεις υποδοχής προσφύγων και αιτούντων άσυλο στη χώρα μας, καταδεικνύει ότι σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό, ο κίνδυνος μόλυνσης από COVID-19 μεταξύ προσφύγων και μεταναστών ήταν δυόμιση έως τρεις φορές υψηλότερος. Παρόλ’ αυτά τα ποσοστά των προθύμων να εμβολιαστούν στις δομές αυτές είναι πενιχρά και αν μη τι άλλο ανησυχητικά.

Ένα ενδιαφέρον επιστημονικό άρθρο επιχειρεί να απαντήσει στο ερώτημα αν η διστακτικότητα απέναντι στα εμβόλια συνδέεται με (ή επικαλύπτει) τον ρατσισμό, καθώς είναι πολύ πιθανότερο να απαντηθεί στους κόλπους των Αφροαμερικανών, των Λατίνων και άλλων μειονοτήτων.

Χρειάζονται κίνητρα;

Είναι πλέον σαφές ότι τα επιστημονικά δεδομένα, όσο εκλαϊκευμένα κι αν παρουσιαστούν, δεν πρόκειται να πείσουν τους πάντες. Γι’ αυτό και γίνεται έντονη και πολυδιάστατη συζήτηση αναφορικά με τα κίνητρα που ενδεχομένως θα οδηγήσουν ορισμένους διστακτικούς στα εμβολιαστικά κέντρα.

Ο δήμαρχος Ντε Μπλάσιο στη Νέα Υόρκη προσφέρει δωρεάν μπέργκερ και τηγανιτές πατάτες.

Στην Ινδονησία το δέλεαρ για τους διστακτικούς είναι ένα (ζωντανό) κοτόπουλο!

Στη Δυτική Βιρτζίνια προσφέρουν αποταμιευτικά ομόλογα ύψους $100 σε νέους ηλικίας 16-35 ετών οι οποίοι, όπως σχεδόν παντού, παραμένουν επιφυλακτικοί.

Ο κυβερνήτης του Οχάιο όμως ανέβασε τον πήχη πολύ ψηλότερα. Έδωσε τη δυνατότητα σε τέσσερις κατοίκους της πολιτείας που έσπευσαν να εμβολιαστούν να κερδίσουν από μία επιταγή ύψους ενός εκατ. δολαρίων.

Κι αν τα χρήματα που υπόσχονται οι Αμερικανοί (και άλλοι ανά τον κόσμο) δεν είναι αρκετά; Πολλοί θέλουν απλώς να επιστρέψουν στην προπανδημική κανονικότητα. Προς αυτή την κατεύθυνση κινείται η πρωτοβουλία του Αμερικανού προέδρου να επιταχύνει την άρση υποχρέωσης χρήσης μάσκας από εμβολιασμένους ή να διευκολύνει τα ταξίδια και τη συμμετοχή τους σε εκδηλώσεις. Όπως άλλωστε συνέβη και στο Ισραήλ, όπου εξαρχής ήταν σαφή τα προνόμια των εμβολιασμένων.

Αντίστοιχες συστάσεις αναμένεται, σύμφωνα με πληροφορίες, να εκδώσει σύντομα και το ευρωπαϊκό ECDC, που είναι πολύ πιθανό να εισηγηθεί διευκολύνσεις για τους εμβολιασμένους, όπως την πρόσβαση σε κλειστούς χώρους και η δυνατότητα ταξιδιών χωρίς την υποχρέωση του διαγνωστικού ελέγχου, με κύριο στόχο την κάμψη των αντιστάσεων των ανεμβολίαστων. Στη χώρα μας, η αντίστοιχη συζήτηση μάλλον παραπέμπεται για το φθινόπωρο. Ας ελπίσουμε ότι η δυστοκία αυτή δεν θα έχει περαιτέρω συνέπειες στο εμβολιαστικό πρόγραμμα.

O πιο αποτελεσματικός τρόπος ενθάρρυνσης

Σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Lancet Public Health, προκειμένου να ενθαρρυνθούν όσοι δεν σκοπεύουν να εμβολιαστούν ή το αναβάλλουν, ο πλέον αποτελεσματικός τρόπος είναι να εστιάσει κανείς στα προσωπικά τους οφέλη. Οι αρχές οφείλουν να τονίζουν ότι οι πολίτες δεν μπορούν να είναι βέβαιοι, ακόμη και αν είναι σχετικά νέοι και υγιείς, ότι δεν θα νοσήσουν σοβαρά από COVID ή ότι δεν θα έρθουν αντιμέτωποι με τις συνέπειες της χρόνιας COVID.

Ειδικά οι επιπτώσεις της χρόνιας νόσου, θα έπρεπε να ήταν κεντρικές στην επικοινωνία του εμβολιαστικού προγράμματος. Μετά τη δημοσίευση της συγκεκριμένης έρευνας, δημοσιεύτηκαν και άλλες σχετικές. Μεταξύ αυτών και η μεγαλύτερη ανάλυση του φαινομένου Long COVID, η οποία μελέτησε τα ιατρικά δεδομένα περίπου δύο εκατομμυρίων φορέων του κορονοϊού. Σύμφωνα με αυτή, το 19% των ασυμπτωματικών φορέων συνέχισαν να παρουσιάζουν τουλάχιστον μία από τις καταστάσεις/συμπτώματα της χρόνιας νόσου (πόνος, δυσκολίες στην αναπνοή, υπερλιπιδαιμία, αδιαθεσία και κόπωση, υπέρταση). Συμπτώματα της χρόνιας COVID ανέφερε και το 27,5% των συμπτωματικών ασθενών και το 50% όσων νοσηλεύτηκαν. Περίπου ένας στους τέσσερις (23,2%) όσων είχαν θετικό τεστ ανέφερε κάποιο σύμπτωμα εβδομάδες ή και μήνες μετά την (υποτιθέμενη) αποδρομή της νόσου. Μεταξύ αυτών άτομα όλων των ηλικιών – π.χ. από τους ασθενείς που παρουσίασαν καρδιακή φλεγμονή, το 25,4% ανήκει στην ηλικιακή ομάδα 19-29.

Εξάλλου, η μελέτη συμπέρανε ότι οι πιθανότητες θανάτου 30 ημέρες ή και περισσότερο μετά την αρχική διάγνωση με COVID-19 ήταν 46 φορές υψηλότερες για ασθενείς που νοσηλεύτηκαν και πήραν εξιτήριο σε σύγκριση με όσους δεν είχαν νοσηλευτεί. Εκτιμάται ότι ένας στους 200 ασθενείς που έλαβε εξιτήριο, πέθανε 30 και πλέον ημέρες κατόπιν της διάγνωσης.

Ατομικό ή συλλογικό όφελος;

Η λήψη μιας απόφασης που σχετίζεται με την ατομική μας υγεία προφανώς και οδηγείται από το προσδοκώμενο όφελος και βέβαια τον πιθανό κίνδυνο σε προσωπικό επίπεδο. Η ιδέα της ανοσίας της αγέλης –ή του τείχους ανοσίας, όπως προσαρμόστηκε στα καθ’ ημάς– είναι μεν ελκυστική για πολιτικούς και επιστήμονες, αλλά μάλλον αδύνατο να ενθαρρύνει διστακτικούς να εμβολιαστούν.

Σε αυτό το πλαίσιο, ερευνητές από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης συνέλεξαν και επεξεργάστηκαν τις αντιδράσεις 18.885 ενηλίκων στο Ην. Βασίλειο σε πληθώρα μηνυμάτων αναφορικά με τα εμβόλια. «Πολλά από τα επίσημα μηνύματα γύρω από τον εμβολιασμό κατά της Covid-19 βασίζονται στην ιδέα της συλλογικής ευθύνης – ότι δηλαδή ωφελεί όλους μας να εμβολιαστούμε», δηλώνει ο επικεφαλής συγγραφέας Ντάνιελ Φρίμαν, καθηγητής στο Τμήμα Ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Αλλά για τη σημαντική μερίδα των ανθρώπων που παραμένουν δύσπιστοι για τον εμβολιασμό, το συλλογικό καλό δεν αρκεί για να τους παρακινήσει. Όπως τονίζουν οι ερευνητές, αντί να εστιάζουν οι αρχές στα μάλλον αφηρημένα οφέλη για το κοινωνικό σύνολο, θα έπρεπε να επισημαίνουν τα προσωπικά οφέλη.

Αισιόδοξα μηνύματα

Στον ίδιο άξονα, η Μόνικα Γκάντι, καθηγήτρια Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο Σαν Φρανσίσκο, αναφέρει ότι τα μηνύματα των αρμοδίων θα πρέπει να είναι σαφή και να εστιάζουν στις αισιόδοξες πτυχές του εμβολιασμού, αρκεί να τεκμηριώνονται από κατανοητά επιστημονικά δεδομένα. «Ένα από τα πιο κρίσιμα μηνύματα που μπορούμε να εκπέμψουμε τώρα, είναι ότι αυτά τα εμβόλια θα μας απελευθερώσουν τελικά από τους περιορισμούς αυτής της πανδημίας» τονίζει.

Συστήνει για παράδειγμα να λέμε ότι όσοι έχουν εμβολιαστεί μπορούν να βρίσκονται με άλλους εμβολιασμένους χωρίς περιορισμούς, αλλά πρέπει να προστατεύουν τους μη εμβολιασμένους με μάσκες και αποστάσεις. Επίσης μπορούμε να πούμε ότι «τα άτομα που δεν έχουν εμβολιαστεί πρέπει να τηρούν όλους τους ισχύοντες περιορισμούς έως ότου εμβολιαστούν», επισημαίνοντας ότι αντίστοιχα μηνύματα και συμβουλές κοινοποιούνται επί σειρά ετών σε φορείς του HIV (π.χ. εάν έχετε HIV αλλά ο σύντροφός σας όχι, να λαμβάνετε αυτές τις προφυλάξεις, αλλά εφόσον και οι δύο έχετε HIV, μπορείτε να μην τις λαμβάνετε κ.λπ.)

Στη χώρα μας εξ αρχής ακολουθήθηκε μία συγκεκριμένη επικοινωνιακή στρατηγική που υποδείκνυε ότι ανεξαρτήτως αν εμβολιαστήκαμε, «συνεχίζουμε να τηρούμε όλα τα μέτρα». Αποτέλεσμα της τακτικής αυτής, ήταν να θεωρήσουν πολλοί ότι το ρίσκο του εμβολίου δεν αξίζει εφόσον δεν πρόκειται να αλλάξουν πολλά στην καθημερινότητά τους. Κι όμως θα αλλάξουν πολλά. Έστω και αργά, το μήνυμα αυτό πρέπει να διαδοθεί και να οδηγήσει περισσότερους συμπολίτες μας στα εμβολιαστικά κέντρα.

Εικόνα goranitis
Γράφει για τεχνολογία, επιστήμη και ψηφιακή κουλτούρα σε περιοδικά, εφημερίδες και websites. Σπούδασε στο τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του ΕΚΠΑ και πρόσφατα ξεκίνησε ένα εντελώς άσχετο μεταπτυχιακό. Η συλλογή διηγημάτων «24» (Εκδόσεις Πατάκη) είναι το πρώτο του βιβλίο.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.