Ελληνική πρωτοπορία: Αναζητώντας τον κορονοϊό στους υπονόμους

Επιστήμονες σε αρκετές χώρες ανιχνεύουν τον νέο κορονοϊό στα αστικά λύματα. Μεταξύ αυτών, μια ομάδα του ΑΠΘ που αξιοποιεί μια παγκόσμια καινοτομία για πιο ακριβή και χρηστική ανίχνευση, αλλά και μια πανευρωπαϊκή ομάδα με ελληνική συμμετοχή, που βραβεύτηκε από την ΕΕ. Μιλήσαμε με τους ιθύνοντες για το κατά πόσον οι αναλύσεις αυτές μπορούν να αναχαιτίσουν την πανδημία.
Χρόνος ανάγνωσης: 
9
'
Επιστήμονες στη Βραζιλία παίρνουν δείγμα λυμάτων για να το ελέγξουν για κορονοϊό, 16/04/2020. [Douglas Magno/AFP]

Στα μέσα Μαρτίου, στην αμερικανική πολιτεία της Μασαχουσέτης είχαν επιβεβαιωθεί εργαστηριακά μόλις 400 κρούσματα του νέου κορονοϊού. Μέχρι που οι ερευνητές της Biobot, ενός startup που εξειδικεύεται στην επιδημιολογική ανάλυση λυμάτων σε συνεργασία με το ΜΙΤ, κατέγραψαν την παρουσία του ιού στους υπονόμους της πόλης και συμπέραναν πως υπήρχαν χιλιάδες αδιάγνωστοι φορείς. Σήμερα στην πόλη έχουν καταγραφεί πάνω από 80.000 επιβεβαιωμένα κρούσματα του SARS-CoV-2.

Ένα από τα «καμπανάκια» που μπορούν να προειδοποιήσουν τις αρχές για πιθανή έξαρση της επιδημίας του κορονοϊού σε μία περιοχή, είναι η ανίχνευσή του στα λύματά της. Εκεί αναζητούν το RNA του ιού ή τμήματά του, επιστημονικές ομάδες σε όλον τον κόσμο, προκειμένου να βοηθήσουν για τον γρήγορο εντοπισμό του κινδύνου.

Μια διεπιστημονική ομάδα ερευνητών του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης προσπαθεί να εκτιμήσει ποσοτικά την εξέλιξη της επιδημίας σε τοπικό επίπεδο, μέσω της συστηματικής ανάλυσης των αστικών λυμάτων της πόλης. Η έρευνα, υπό την αιγίδα πολυάριθμων καθηγητών του ΑΠΘ, ξεκίνησε τον Απρίλιο με συστηματικές δειγματοληψίες (ανά δύο-τρεις ημέρες) σε συνεργασία με την ΕΥΑΘ (Εταιρεία Ύδρευσης και Αποχέτευσης Θεσσαλονίκης) στον κεντρικό αποχετευτικό αγωγό στην είσοδο του βιολογικού καθαρισμού. «Πρόκειται για μια παγκόσμια πρωτοτυπία, όχι γιατί μετράμε αυτή καθαυτή τη συγκέντρωση, όσο για την καινοτομία της μεθοδολογίας, καθώς έχουν συμπεριληφθεί όλες οι περιβαλλοντικές παράμετροι, με αποτέλεσμα η τελική τιμή να αντιπροσωπεύει την πραγματική διασπορά του ιού στην κοινότητα», δήλωσε στο inside story o πρύτανης του ΑΠΘ, Νίκος Παπαϊωάννου.

Αυτές τις μέρες που υπάρχει ανάγκη για ξεκάθαρη ενημέρωση κι ανάλυση, το inside story προσφέρει όλα τα άρθρα γύρω από τον Covid-19 ελεύθερα σε όλους τους αναγνώστες.

#ΜένουμεΑσφαλείς: Ανακαλύψτε πάνω από 2.500 ρεπορτάζ και ιστορίες του inside story. Γραφτείτε για έναν μήνα δωρεάν EΔΩ

Όπως μας εξηγεί ο καθηγητής στο Τμήμα Χημείας του ΑΠΘ Θεόδωρος Καραπάντσιος, που συμμετέχει στη ερευνητική ομάδα, το στοίχημα του εγχειρήματος είναι να επιτευχθεί ακρίβεια και αξιοπιστία στις μετρήσεις, ώστε να ανιχνεύονται έγκαιρα και αποτελεσματικά τα ιικά σωματίδια. «Στόχος μας είναι η μέτρηση να είναι απαλλαγμένη από την επίδραση περιβαλλοντικών αναστολέων, που ενδέχεται να μας αποπροσανατολίσουν». Για να το απλουστεύσουμε, οι επιστήμονες προσπαθούν να εντοπίσουν τις περιβαλλοντικές παραμέτρους που αλλοιώνουν τις μετρήσεις δίνοντας λανθασμένη πληροφορία και κατ’ επέκταση οδηγώντας σε λήψη λανθασμένων αποφάσεων. Όπως εξηγεί στο inside story o καθηγητής Καραπάντσιος, πλέον στα λύματα της Θεσσαλονίκης μετρώνται 24 διαφορετικές περιβαλλοντικές παράμετροι, καθώς λόγω της δομής τους οι ιοί έχουν την τάση να προσροφώνται σε αιωρούμενα στερεά σωματίδια, ενώ επιπρόσθετα επηρεάζονται από το οργανικό φορτίο και το οξειδωτικό δυναμικό των λυμάτων, που μπορούν επίσης να παρεμποδίσουν την ανίχνευσή τους. Αν για παράδειγμα βρέξει, τα αιωρούμενα στερεά του χώματος που θα καταλήξουν στο δίκτυο (ένα τμήμα του αποχετευτικού δικτύου της Θεσσαλονίκης είναι μικτό, δηλαδή μεταφέρει στη Μονάδα Βιολογικού Καθαρισμού εκτός από τα λύματα και τα νερά της βροχής) ενδέχεται να αλλοιώσουν τις μετρήσεις. Το ίδιο μπορεί να συμβεί λόγω αλλαγής της συγκέντρωσης κάποιων συγκεκριμένων ιόντων αλλά και συνολικά της ηλεκτρικής αγωγιμότητας των λυμάτων, που επηρεάζουν ηλεκτροστατικά φαινόμενα προσρόφησης. Λόγω των πιθανών περιβαλλοντικών παρεμποδίσεων στον ακριβή προσδιορισμό της συγκέντρωσης του ιού, αναπτύχθηκε από την ομάδα του ΑΠΘ πρωτότυπο μαθηματικό μοντέλο για την περιγραφή της συμπεριφοράς του ιού στα λύματα, βασισμένο σε λεπτομερείς φυσικοχημικούς μηχανισμούς που επιτρέπουν την ποσοτική ανίχνευση του ιού με αξιοπιστία, λαμβάνοντας υπόψη τη μεταβλητότητα σημαντικών περιβαλλοντικών παραμέτρων.

Τα τμήματα του ΑΠΘ που συμμετέχουν στην επιστημονική ομάδα που ανέλαβε το έργο

Ιατρικής, με επικεφαλής τον καθηγητή Εμμανουήλ Ροηλίδη και τον αναπλ. καθηγητή Συμεών Μεταλλίδη

Κτηνιατρικής, με επικεφαλής τον Πρύτανη και καθηγητή Νίκο Παπαϊωάννου
Βιολογίας, με επικεφαλής τον καθηγητή Μηνά Αρσενάκη και την επικ. καθηγήτρια Δήμητρα Ντάφου
Φαρμακευτικής, με επικεφαλής τον καθηγητή Φαρμακολογίας Θεόδωρο Σκλαβιάδη
Πολιτικών Μηχανικών, με επικεφαλής τη Δρ Μαρία Πεταλά
Χημείας, με επικεφαλής τον καθηγητή Θεόδωρο Καραπάντσιο
Πότε «μηδένισε» το κοντέρ στα λύματα της Θεσσαλονίκης;

Ένα αντίστοιχο πρόβλημα είχε αντιμετωπίσει η ομάδα του ΑΠΘ με τις παρεμποδίσεις στην αποτίμηση της ποιότητας των προς επεξεργασία λυμάτων του Διεθνούς Διαστημικού Σταθμού· οπότε υπήρχε η βασική τεχνογνωσία, η οποία αποδείχτηκε πολύ σημαντική στην περίπτωση της τωρινής πανδημίας. Πράγματι, η σύνθετη μεθοδολογία των ερευνητών του ΑΠΘ δοκιμάζεται εντατικά τις τελευταίες εβδομάδες και όλα δείχνουν ότι λειτουργεί άψογα. «Ασφαλώς χρειάζονται αρκετές ακόμη δοκιμές για να πούμε ότι αποτελεί καθιερωμένη γνώση, δεδομένου ότι δεν υπάρχει εκτενής διεθνής βιβλιογραφία στην αντιμετώπιση περιβαλλοντικών παρεμποδίσεων στις βιολογικές μετρήσεις, αλλά είμαστε σε καλό σημείο» μας λέει ο κ. Καραπάντσιος, εκτιμώντας ότι μέσα στον επόμενο μήνα οι δοκιμές θα έχουν ολοκληρωθεί.

Όπως μαθαίνουμε, κατά τη διάρκεια του Απριλίου και στις αρχές Μαΐου, σε όλες τις δειγματοληψίες εντοπίζονταν θετικά δείγματα του ιού, υποδεικνύοντας την παρουσία συμπτωματικών και ασυμπτωματικών φορέων στην πόλη. Όπως όμως μας αποκάλυψε ο πρύτανης, παρά την άρση του λόκνταουν, oι ποσότητες ιικών σωματιδίων άρχισαν να μειώνονται αισθητά στις μετρήσεις από τις 4-6 Μαΐου και μετά. Πλέον οι μετρήσεις είναι σχεδόν μηδενικές, οδηγώντας τους ειδικούς στο συμπέρασμα ότι η διάδοση του SARS-CoV-2 στην τοπική κοινότητα έχει σταματήσει, κι ότι ενδέχεται να μην υπάρχουν ούτε ασυμπτωματικοί φορείς. Οι επιστήμονες πάντως παραμένουν επιφυλακτικοί και περιμένουν τις επόμενες μετρήσεις για να διαπιστώσουν αν η άρση των μέτρων θα επιφέρει νέα αύξηση κρουσμάτων.

Εξίσου σημαντικό, σύμφωνα με τον κ. Παπαϊωάννου, είναι το γεγονός ότι η διεπιστημονική ομάδα του ΑΠΘ δεν αρκείται απλώς στην κατάδειξη του ιού (αν δηλαδή εντοπίζεται ή όχι στα λύματα) αλλά εστιάζει στην ικανότητα να δίνει απολύτως αξιόπιστη πληροφορία στην πολιτεία και στους υγειονομικούς φορείς που λαμβάνουν αποφάσεις. Αυτό μπορεί να γίνεται άμεσα – ακόμη και εντός 24 ωρών, εφόσον η παρακολούθηση είναι διαρκής. Με αυτό τον τρόπο, η πολιτεία σε συνεννόηση με τους λοιμωξιολόγους θα μπορούσε να εκτιμήσει μια ενδεχόμενη επιδημική έξαρση. «Επιπρόσθετα, είναι ένα εργαλείο που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί και από μικρότερες κοινότητες, ή ακόμη και από μεμονωμένους οργανισμούς, όπως τα ξενοδοχεία» μας εξηγεί ο κ. Παπαϊωάννου. Η οικονομική επιβάρυνση δεν είναι απαγορευτική για μια μεγάλη μονάδα, καθώς εκτιμάται ότι το αρχικό κόστος εγκατάστασης του δειγματολήπτη κυμαίνεται γύρω στα €5.000, ενώ το κόστος επεξεργασίας και ανάλυσης σε πιστοποιημένο εργαστήριο με τις απαιτούμενες προδιαγραφές κοστίζει περί τα €300-400.

Οι υποδομές που αναπτύσσονται θα είναι χρήσιμες, σύμφωνα με τον κ. Καραπάντσιο, όχι μόνο για την τρέχουσα πανδημική κρίση, αλλά και για μελλοντικές επιδημίες. Γι’ αυτό και προτείνεται η συστηματική διατήρηση περιοδικών δειγμάτων για μελλοντική ανάλυση και επιδημιολογική μελέτη. Εξάλλου, όπως τονίζει στο inside story o πρύτανης κ. Παπαϊωάννου, το project χρηματοδοτείται από ίδιους πόρους του ΑΠΘ, ενώ ο ίδιος ως επιστημονικός υπεύθυνος «αγκάλιασε» και ενθάρρυνε από την πρώτη στιγμή τη συνεργική αυτή δράση, την οποία χαρακτηρίζει ως «εμβληματική» για το Πανεπιστήμιο και δεσμεύεται ότι το εργαλείο που αναπτύσσεται θα παραχωρηθεί δωρεάν στην ελληνική πολιτεία.

Sewers4Covid: Ευρωπαϊκή καινοτομία με ελληνική συμμετοχή

Η λύση Sewers4Covid είναι ένα έξυπνο εργαλείο που (ευελπιστούμε ότι) θα χρησιμοποιηθεί στην αντιμετώπιση της πανδημίας, ανιχνεύοντας εγκαίρως το RNA του SARS-CoV-2 στα λύματα, προκειμένου να προειδοποιεί για νέα επιδημικά κύματα. Πρόκειται για μια ηλεκτρονική πλατφόρμα που αξιοποιεί τεχνολογίες μηχανικής μάθησης προκειμένου να αναλύει τα μεγάλα δεδομένα που συγκεντρώνονται από αισθητήρες, οι οποίοι τοποθετούνται στο δίκτυο λυμάτων μιας πόλης. Τα δεδομένα αυτά αναλύονται παράλληλα και συγκριτικά με δεδομένα για τον πληθυσμό (ηλικία, κατάσταση υγείας, ευαλωτότητα στον ιό κ.ά.) και ειδικές πληροφορίες για την πορεία της επιδημίας σε τοπικό επίπεδο (αριθμός νοσούντων, νοσηλευόμενων σε ΜΕΘ, αναρρώσαντων, άνοσων κλπ.) προκειμένου να εξαχθούν χρήσιμα συμπεράσματα.

Το προηγμένο αυτό εργαλείο σχεδιάστηκε από την πανευρωπαϊκή ομάδα Sewers4COVID, και κέρδισε ένα από τα έξι κορυφαία βραβεία στον διαγωνισμό #EUvsVirus Hackathon που διοργανώθηκε υπό την αιγίδα της ΕΕ με τη συμμετοχή 2.100 ομάδων και 27.000 συμμετεχόντων από 50 χώρες.

Το project «τρέχει» ήδη στην Ολλανδία από τον Φεβρουάριο, με πρωτοβουλία του κορυφαίου ερευνητικού κέντρου KWR. Στην ομάδα Sewers4COVID συμμετέχουν επίσης το Πανεπιστήμιο του Exeter στο Ην. Βασίλειο, το ισπανικό ερευνητικό δίκτυο Eurecat, ενώ από την Ελλάδα συμμετείχαν η Σχολή Αγρονόμων & Τοπογράφων Μηχανικών του Ε.Μ.Π. και το τμήμα Πολιτικών Μηχανικών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Η επικεφαλής της ομάδας, καθηγήτρια Χρυσή Λασπίδου, μίλησε στο inside story για τις προοπτικές του εγχειρήματος.

«Εφόσον το σύστημα λειτουργήσει όπως σχεδιάστηκε, θα είμαστε σε θέση να προβλέψουμε εγκαίρως ενδεχόμενα νέα κύματα της πανδημίας και να προειδοποιήσουμε τις αρμόδιες αρχές για την πιθανότητα έξαρσης σε τοπικό επίπεδο» μας λέει η κ. Λασπίδου. Όπως μάλιστα επισημαίνει, η καταγραφή και ανάλυση των δεδομένων θα μπορεί να γίνεται σχεδόν σε πραγματικό χρόνο, ενώ θα αρκεί μία μέτρηση ημερησίως στο επίπεδο της μονάδας επεξεργασίας υγρών αποβλήτων (βιολογικού καθαρισμού). Στη συνέχεια, τα δεδομένα αυτά μπορούν να επιμεριστούν και να αναλυθούν με τη βοήθεια αλγορίθμων, ώστε να εξαχθούν οι απαραίτητες πληροφορίες: πόσοι νοσούν, πού ακριβώς βρίσκονται κλπ, καθώς τα δεδομένα από τα λύματα θα επιτρέπουν μια ταχύτερη και πιο ακριβή ιχνηλάτηση.

Η πιο χρηστική πτυχή του εγχειρήματος είναι ότι θα ανιχνεύει τον ιό στα λύματα, ακόμη και προτού κάποιος νοσήσει ή εξεταστεί εργαστηριακά για παρουσία του ιού στον οργανισμό του, καθώς όπως έχει αποδειχθεί επιστημονικά, ο ιός ανιχνεύεται στα κόπρανα και τα ούρα του φορέα ακόμη και κατά την περίοδο επώασης. «Με τον ίδιο τρόπο θα μπορούμε να εντοπίσουμε εγκαίρως και τους ασυμπτωματικούς φορείς, οι οποίοι μεταδίδουν τον ιό εν αγνοία τους χωρίς να νοσούν», σημειώνει η κ. Λασπίδου. Παράλληλα, οι αλγόριθμοι θα μπορούν να προβλέπουν τη διάδοση του ιού και να «χτυπούν καμπανάκι» για τη λήψη νέων μέτρων και ειδικά για την προστασία ευάλωτων ομάδων. Γι’ αυτό και η λύση, όταν δοκιμαστεί και λειτουργήσει όπως σχεδιάστηκε, θα μπορεί να αποδειχθεί σωτήρια, ειδικά σε δομές ευάλωτων πληθυσμών, όπως οι οίκοι ευγηρίας, οι δομές φιλοξενίας προσφύγων, οι φυλακές κ.ά., αλλά και σε πόλεις όπου δεν υπήρχαν ανάλογες υποψίες (π.χ. στην Καστοριά ή στην Ξάνθη). Λόγω του τουρισμού, αντίστοιχες μετρήσεις θα μπορούν να γίνονται στα νησιά, αλλά και τα λιμάνια ή τα αεροδρόμια. «Όσο περισσότερα δεδομένα εισέρχονται στο σύστημα, τόσο πιο έξυπνο και αποτελεσματικό θα γίνεται» σχολιάζει η κ. Λασπίδου.

Η κ. Λασπίδου, που διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών με γνωστικό αντικείμενο την «Περιβαλλοντική Μηχανική Υδάτινων Συστημάτων», διαθέτει εκτεταμένη εμπειρία στην επεξεργασία δεδομένων που προκύπτουν από την ανάλυση αστικών λυμάτων. «Διαθέτουμε τη σχετική τεχνογνωσία και ήδη αντλούμε πολύ χρήσιμα δεδομένα από τους αισθητήρες που τοποθετούνται στο αποχετευτικό δίκτυο για άλλα projects. Αξιοποιούμε μεγάλο όγκο πληροφοριών που θα πήγαινε χαμένος» λέει στο inside story. To τμήμα της κ. Λασπίδου μάλιστα συνεργάζεται ήδη με το ολλανδικό KWR, ενώ συντονίζει το ευρωπαϊκό πρόγραμμα Water for Cities. Οι υπάρχουσες υποδομές βέβαια δεν μπορούν να αξιοποιηθούν άμεσα για την ανάλυση των λυμάτων με στόχο την αντιμετώπιση της πανδημίας, αλλά μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για ένα αντίστοιχο project στο άμεσο μέλλον. Όπως λέει στο inside story η κ. Λασπίδου, η ερευνητική προσπάθεια έχει ορίζοντα εξαμήνου και θα μπορούσε να δοκιμαστεί πιλοτικά σε επίπεδο πόλης, εφόσον βέβαια εξασφαλιστούν οι απαιτούμενοι πόροι, πολύ σύντομα και στη χώρα μας.

Η βιντεο-παρουσίαση του τρόπου λειτουργίας της εφαρμογής στις Κάτω Χώρες.

Μεταδίδεται ο ιός από τα κόπρανα;

Παρότι ο SARS-CoV-2 ανιχνεύεται στα κόπρανα φορέων που έχουν νοσήσει, αλλά και ασυμπτωματικών, δεν είναι ακόμη απολύτως σαφές αν υπάρχει και πόσο υψηλός είναι ο κίνδυνος μετάδοσης από αυτήν την οδό. Επιστήμονες από όλον τον κόσμο έχουν εκφράσει τον προβληματισμό τους για την πιθανότητα μετάδοσης μέσω σωματικών εκκρίσεων (στα κόπρανα ορισμένων ασθενών, ίχνη του ιού ανιχνεύονται από δύο έως τέσσερις εβδομάδες μετά την ανάρρωση) αλλά οι περισσότεροι θεωρούν ότι ο συγκεκριμένος κίνδυνος, εφόσον επιβεβαιωθεί με νεότερες μελέτες, παραμένει συγκριτικά χαμηλός, αρκεί να τηρούνται σχολαστικά οι κανόνες προσωπικής υγιεινής. Σύμφωνα με τις επίσημες οδηγίες του ΕΟΔΥ, σε περίπτωση φροντίδας ασθενή ή ύποπτου κρούσματος στο σπίτι, συστήνεται η αποφυγή άμεσης επαφής με σωματικά υγρά, ιδιαίτερα σάλιο, πτύελα ή άλλες αναπνευστικές εκκρίσεις και κόπρανα με γυμνά χέρια και εφαρμογή γαντιών μιας χρήσης. Ακολουθεί υγιεινή των χεριών.

Περιβαλλοντολόγοι από το Πανεπιστήμιο του Stirling προειδοποιούν πάντως ότι δεν πρέπει να αγνοήσουμε την πιθανότητα εξάπλωσης της νόσου Covid-19 μέσω αστικών λυμάτων. Η μεταφορά του κορονοϊού μέσω του δικτύου αποχέτευσης θα μπορούσε να αυξήσει την πιθανότητα παρουσίας του ιού σε αερολύματα, ιδιαίτερα κατά την άντληση λυμάτων μέσω συστημάτων αποχέτευσης, κατά την επεξεργασία και κατά την απόρριψή τους, σημειώνουν οι συντάκτες της μελέτης. Ο κίνδυνος θα μπορούσε να αυξηθεί περαιτέρω σε περιοχές με ανεπαρκή συστήματα υγιεινής και αποχέτευσης.

Αρκεί ο εντοπισμός του ιού στα λύματα;

Ο εντοπισμός του RNA ΤΟΥ SARS-Cov2, είναι μεν το πρώτο βήμα, αλλά αν η πληροφορία δεν αξιοποιηθεί από τις αρχές, είναι σαν να την πετάμε ξανά στον υπόνομο. Όπως τονίζουν ερευνητές στο Πανεπιστήμιο του Queensland στην Αυστραλία, το εργαλείο που αναπτύσσουν επιτρέπει στην τοπική κυβέρνηση να λάβει μέτρα, εφόσον καταγραφούν σημαντικές αυξήσεις ιικού φορτίου.

«Ελπίζουμε ότι τελικά θα καταφέρουμε όχι απλώς να εντοπίσουμε τις γεωγραφικές περιοχές όπου υπάρχουν ασθενείς με Covid-19, αλλά και να υπολογίσουμε κατά προσέγγιση τον αριθμό των φορέων – χωρίς να ελέγξουμε εργαστηριακά κάθε άτομο σε μια περιοχή. Αυτό θα δώσει στο κοινό μια καλύτερη αίσθηση του πόσο αποτελεσματικά περιορίζουμε την πανδημία», δήλωσε ο επικεφαλής του CSIRO, Δρ Λάρι Μάρσαλ.

Οι μετρήσεις βέβαια δεν αρκούν για να εντοπιστούν αδιάγνωστοι φορείς, ούτε μπορούν να λειτουργούν ως πανάκεια, καθώς στη συνέχεια πρέπει να ξεκινήσουν εκτεταμένοι διαγνωστικοί έλεγχοι στην περιοχή και, εφόσον απαιτείται, να εφαρμοστούν μέτρα κοινωνικής απομόνωσης και καραντίνας.

Γράφει για τεχνολογία, επιστήμη και ψηφιακή κουλτούρα σε περιοδικά, εφημερίδες και websites. Σπούδασε στο τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του ΕΚΠΑ και πρόσφατα ξεκίνησε ένα εντελώς άσχετο μεταπτυχιακό. Η συλλογή διηγημάτων «24» (Εκδόσεις Πατάκη) είναι το πρώτο του βιβλίο.

Σχόλια

Εικόνα Anonymous
2

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.