Ισγκλ, το σημείο μηδέν της πανδημίας στην Ευρώπη

Πώς έφτασε το διάσημο χειμερινό θέρετρο Ισγκλ να γίνει το hotspot του κορονοϊού στην Ευρώπη; Πώς μολύνθηκαν χιλιάδες τουρίστες που μετέφεραν τον ιό στις πατρίδες τους; Ποιες είναι οι ευθύνες της ντόπιας τουριστικής βιομηχανίας και τι έκαναν λάθος οι αρχές του Τιρόλου; Ο «Φάκελος Ίσγκλ» ανοίγει με τις πρώτες αγωγές κατά του αυστριακού κράτους.
Χρόνος ανάγνωσης: 
14
'
Η ατμόσφαιρα στο Ισγκλ ήταν αυτή ενός ατελείωτου πάρτι.

Θα ήταν σήμερα ζωντανός ο Χάνες Σοπφ, εάν οι αρχές του Τιρόλου είχαν διαχειριστεί διαφορετικά το ξέσπασμα της πανδημίας στο χειμωνιάτικο θέρετρο του Ισγκλ; Ο συνταξιούχος δημοσιογράφος, που πέθανε στις 10 Απριλίου από Covid-19, ήταν ένας ανάμεσα σε πέντε φίλους που έφτασαν στο χωριό του Τιρόλου στις 7 Μαρτίου, με το σχέδιο να περάσουν μια εβδομάδα κάνοντας σκι κι απολαμβάνοντας τη φύση και το εξαιρετικό φαγητό στα πολλά καλά εστιατόρια της περιοχής. Στις 13 Μαρτίου όμως, ο Αυστριακός καγκελάριος Σεμπάστιαν Κουρτς, σε μια έκτακτη συνέντευξη Τύπου, ανακοινώνει ότι το Ισγκλ, το κοντινό θέρετρο Σανκτ Άντον, καθώς και ολόκληρη η κοιλάδα του Πατσνάουν του Τιρόλου μπαίνουν αμέσως σε καραντίνα. Οι επισκέπτες πρέπει να εγκαταλείψουν την περιοχή. Ο Σοπφ και οι φίλοι του δεν χάνουν χρόνο. Όμως στα λεωφορεία της αιφνίδιας, μεγάλης εξόδου, επικρατεί φοβερός συνωστισμός. Λίγες ημέρες μετά, ο 73χρονος θα διαγνωστεί θετικός στον κορονοϊό και θα αφήσει την τελευταία του πνοή έναν μήνα αργότερα σε ένα κρεβάτι εντατικής.

Η χήρα του Σοπφ είναι πεπεισμένη ότι ο θάνατος του άντρα της οφείλεται σε λανθασμένους χειρισμούς της κυβέρνησης του Τιρόλου και της ομοσπονδιακής αυστριακής κυβέρνησης. Εάν αυτοί οι χειρισμοί ήταν αποτέλεσμα σκοπιμότητας, ώστε να μην πληγεί η τοπική τουριστική βιομηχανία, θα το κρίνει η Δικαιοσύνη. Την περασμένη Τετάρτη, σε συνέντευξη Τύπου που μεταδόθηκε σε live streaming από την αίθουσα χορού του Grand Hotel της Βιέννης, μια αυστριακή οργάνωση για την προστασία των καταναλωτών (η Verbraucherschutzverein, VSV) ανακοίνωσε ότι κατέθεσε τέσσερις αγωγές κατά του αυστριακού κράτους, εκ μέρους τεσσάρων φυσικών προσώπων. Ένα από αυτά είναι η σύζυγος του Χάνες Σοπφ. Οι υπόλοιποι τρεις είναι Γερμανοί, δύο εκ των οποίων πέρασαν μεγάλο διάστημα στην εντατική και εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα υγείας. Συνολικά διεκδικούν αποζημίωση ύψους περίπου 300.000 ευρώ.

Αυτό που καταλογίζουν στις τοπικές αρχές, αλλά και στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση, από τον υπουργό Υγείας Ρούντολφ Άνσομπερ έως τον καγκελάριο Σεμπάστιαν Κουρτς, είναι ότι τον περασμένο Φεβρουάριο και Μάρτιο διέπραξαν σοβαρά σφάλματα σε ό,τι αφορά τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκαν το ξέσπασμα της πανδημίας στην περιοχή του Τιρόλου και ειδικά στο πολυτελές θέρετρο του Ισγκλ, την «Ίμπιζα των Άλπεων», όπως είναι γνωστό το χωριό των 1.600 κατοίκων που φημίζεται όχι μόνο για τις ιδανικές πλαγιές του, αλλά και για τις ακριβές μπουτίκ, τα πεντάστερα ξενοδοχεία και τα τρελά πάρτυ που συνεχίζονται ως το ξημέρωμα στα après ski μπαρ και κλαμπ. Εκεί, τον περασμένο Μάρτιο, σε μια ατμόσφαιρα διαρκούς γιορτής, πλήθη από τουρίστες έπιναν, χόρευαν και απολάμβαναν τις ακριβοπληρωμένες διακοπές τους, χωρίς να υποψιάζονται πως ο φονικός ιός είχε ήδη κάνει την εμφάνισή του στην περιοχή.

Χιλιάδες από αυτούς κόλλησαν. Επιστρέφοντας στις πατρίδες τους μετέδωσαν, εν αγνοία τους, τον ιό σε άλλους. Στο τέλος του Μαρτίου, η Ίμπιζα των Άλπεων ήταν πια γνωστή ως το ευρωπαϊκό hotspot της πανδημίας. Δικαίως, όπως φαίνεται από έρευνα του πανεπιστημίου του Ίνσμπρουκ τον περασμένο Ιούνιο, όπου προέκυψε ότι το 42,4% των κατοίκων του Ισγκλ έχουν αντισώματα.

«Μετά τις ατομικές, έρχονται ομαδικές αγωγές κατά της Αυστρίας»

Για αυτήν την εξέλιξη, σύμφωνα με τους ενάγοντες, ευθύνονται οι αυστριακές αρχές. «Συγκεκριμένα, τους κατηγορούμε για τρία πράγματα. Πρώτον, καθυστέρησαν να επιβάλουν την καραντίνα στο Ισγκλ. Ενημερώθηκαν στις 4 Μαρτίου πως υπήρχε κρούσμα από τα τέλη Φεβρουαρίου, αλλά η καραντίνα ανακοινώθηκε στις 13/3. Δεύτερον, δεν ειδοποίησαν εγκαίρως τους τουρίστες. Τρίτον, έκαναν μοιραία λάθη όταν πια ανακοίνωσαν την καραντίνα και οργάνωσαν την αποχώρηση, με αποτέλεσμα να προκληθούν στα μέσα μεταφοράς συνθήκες συνωστισμού», μας λέει ο Πέτερ Κόλμπα, ο οποίος είναι ο ιδρυτής και επικεφαλής της VSV. Πού αποδίδει αυτόν τον χειρισμό της κατάστασης εκ μέρους των αρχών; «Στην πίεση που ασκεί το πανίσχυρο λόμπι του τουρισμού και στις στένες σχέσεις ανάμεσα στη βιομηχανία του τουρισμού και την πολιτική στο Τιρόλο», λέει. Καθόλου τυχαία, μία στις τέσσερις θέσεις εργασίας στο Τιρόλο εξαρτάται από τον τουρισμό.

Η κυβέρνηση του Τιρόλου, στο μεταξύ, επιμένει μήνες τώρα, ότι όλα έγιναν σωστά. Και η αυστριακή κυβέρνηση αναμένει, στα μέσα Οκτωβρίου, την έκθεση ανεξάρτητης επιστροπής εμπειρογνωμόνων που διερευνά την «υπόθεση Ισγκλ», προκειμένου να διαπιστωθεί εάν έγιναν λάθη και από ποιους. Και οι επιχειρηματίες της περιοχής, τι λένε; «Κάθε φορά που τους ρωτούν οι δημοσιογράφοι, επαναλαμβάνουν ότι αυτοί ακολούθησαν τις οδηγίες και τις εντολές των αρχών. Διαμαρτύρονται ότι δεν φταίνε και ότι στοχοποιούνται αδίκως», απαντάει ο Κόλμπα. «Δεν μας λένε, όμως, για το λόμπιγκ που είχε μεσολαβήσει προτού πάρουν τα όποια μέτρα οι αρχές». Στο μεταξύ, στο Ίνσμπρουκ εκκρεμεί εδώ και μήνες εισαγγελική έρευνα που είχε ξεκινήσει μετά από καταγγελίες πολιτών. Ο Κόλμπα εκτιμά ότι δεν πρόκειται να φέρει κανένα αποτέλεσμα. Γιατί; «Διότι και η Δικαιοσύνη στο Τιρόλο διατηρεί στενούς δεσμούς με την τουριστική βιομηχανία. Μα είναι ενδεικτικό ότι τόσους μήνες απλώς μαζεύουν χαρτιά. Δεν έχουν καλέσει ούτε έναν άνθρωπο να καταθέσει».

Γι αυτό και αποφάσισε να πάει την υπόθεση στη Βιέννη. Οι τέσσερις πρώτες αγωγές θα αποτελέσουν το μοντέλο για ομαδικές αγωγές εκ μέρους χιλιάδων ανθρώπων, μας εξηγεί ο 61χρονος νομικός, ο οποίος έχει μακρά και γνωστή ιστορία υπεράσπισης των δικαιωμάτων των καταναλωτών στην πατρίδα του. Περισσότεροι από 1.000 άνθρωποι έχουν ήδη εξουσιοδοτήσει την VSV ώστε να διεκδικήσει εκ μέρους τους αποζημίωση από το αυστριακό κράτος. «Καθώς τα έξοδα είναι μεγάλα, αρχίζουμε με αγωγές τα έξοδα των οποίων καλύπτουν οι ασφαλιστικές των εναγόντων. Στο μεταξύ αναζητούμε χρηματοδότηση και για τις ομαδικές αγωγές που θα ακολουθήσουν μέσα στο 2021», προσθέτει.

«Κρατούσαν τα πάντα ανοιχτά για να μην χάσουν χρήματα»

Συνολικά, από το τέλος Μαρτίου έχουν επικοινωνήσει με την VSV 6.000 άνθρωποι από 45 χώρες του κόσμου, οι οποίοι είτε είχαν ταξιδέψει τον Μάρτιο στο Τιρόλο, είτε είναι συγγενείς με κάποιον που ταξίδεψε εκεί και αρρώστησε.

Οι συντριπτικά περισσότεροι από αυτούς είχαν κάνει διακοπές στο Ισγκλ, ενώ πολλοί επίσης είχαν μείνει στο Σανκτ Άντον. Σε ποσοστό 80% διαγνώστηκαν θετικοί στον ιό αμέσως μετά τις διακοπές τους. Σε ποσοστό 1,2% βρέθηκαν στην εντατική, ενώ 32 έχουν πεθάνει από Covid-19. Οι 22 από τους νεκρούς είναι Γερμανοί. Γερμανοί είναι έτσι κι αλλιώς πάνω από τους μισούς, ενώ υπάρχουν επίσης πολλοί Ολλανδοί, Αυστριακοί, Νορβηγοί, αλλά και ένας Έλληνας πολίτης. Δοκιμάσαμε να έρθουμε σε επαφή μαζί του, αλλά δεν στάθηκε εφικτό.

Μιλήσαμε, ωστόσο, με τον Ελληνο-γερμανό Δημήτρη Παπαδόπουλο, ο οποίος έχει την πρόθεση να απαιτήσει αποζημίωση από το αυστριακό κράτος. «Το θεωρώ μάλλον απίθανο να την πάρω, αλλά είναι θέμα αρχής να συμμετέχω. Ήξεραν ότι υπάρχουν κρούσματα, κι όμως κρατούσαν τα πάντα ανοιχτά για να μην χάσουν χρήματα», λέει, μιλώντας στο inside story από το σπίτι του στην Στουτγάρδη.

Ο Δημήτρης μαζί με δυο φίλους του έφτασαν στο Ισγκλ την Παρασκευή 6 Μαρτίου. «Τις τρεις ημέρες που ήμασταν εκεί δεν θυμάμαι να άκουσα ούτε μια φορά να γίνεται αναφορά στον κορονοϊό. Και σίγουρα δεν υπήρχε καμιά απολύτως ανησυχία στην ατμόσφαιρα. Ούτε στο ξενοδοχείο, ούτε στα μπαρ ή τα εστιατόρια», μας λέει ο 40χρονος μηχανικός. «Από όσο ξέραμε, δεν υπήρχε ούτε ένα κρούσμα στο χωριό. Επιστρέφοντας, όμως, στο σπίτι την Κυριακή και κοιτάζοντας τις ειδήσεις, διαβάζω ότι κάποιος είχε διαγνωστεί θετικός στο Ισγκλ». Πέντε ημέρες αργότερα, στις 13 Μαρτίου, ο Δημήτρης είχε ισχυρό πονοκέφαλο. «Κι ο λαιμός μου ήταν σαν γρατσουνισμένος, κάπως άγριος. Πήρα ασπιρίνη κι έπεσα για ύπνο, αλλά την επόμενη μέρα ήμουν χειρότερα, ανέβασα 39 πυρετό», αφηγείται.

Σε αυτό το στάδιο πια, ήταν σχεδόν σίγουρος πως είχε κολλήσει τον ιό. Το τεστ που έκανε στο τοπικό νοσοκομείο επιβεβαίωσε τον φόβο του. «Η οδηγία ήταν να μείνω σε καραντίνα», λέει. Μαζί του έπρεπε να μείνουν σε καραντίνα η σύζυγος και ο τριών ετών γιος τους. Τέσσερις μέρες μετά τον Δημήτρη, η γυναίκα του, η οποία είναι έγκυος και πρόκειται σύντομα να φέρει στον κόσμο ένα κοριτσάκι, παρουσιάζει και αυτή συμπτώματα: έχει ανοσμία κι έχει χάσει τη γεύση της. «Αλλά δεν πήγαμε στο νοσοκομείο για το τεστ, διότι δεν έπρεπε να βγούμε από το σπίτι», εξηγεί. Για καλή τους τύχη και οι δυο το πέρασαν σχετικά ελαφρά. «Φαντάσου το σαν μια γρίπη. Ήμασταν πολύ τυχεροί», αναγνωρίζει. Θα μπορούσε ωστόσο να το έχει αποφύγει και να μην έχει, άθελά του, θέσει σε κίνδυνο την υγεία της γυναίκας του.

Πώς το Ισγκλ έγινε hotspot: Το χρονικό

Στις 5 Μαρτίου, μια ημέρα πριν φτάσει ο Δημήτρης στο Ισγκλ, το υπουργείο Υγείας της Ισλανδίας ενημερώνει την Αυστρία, μέσω του Ευρωπαϊκού Συστήματος Έγκαιρης Προειδοποίησης και Αντίδρασης (EWRS), ότι 15 Ισλανδοί διαγνώστηκαν με τον κορονοϊό αμέσως μετά την επιστροφή τους από διακοπές στο Ισγκλ. Οι ασθενείς είχαν όλοι επισκεφθεί το τιρολέζικο θέρετρο και είχαν επιστρέψει στην πατρίδα τους στις 29 Φεβρουαρίου με πτήση της Icelandic Air, μέσω Μονάχου. Είναι 5 Μαρτίου και η Νορβηγία εκδίδει ταυτόχρονα ταξιδιωτική οδηγία, κατατάσσοντας το τιρολέζικο θέρετρο στα hotspots της πανδημίας, στην ίδια λίστα με τη Γουχάν της Κίνας, το Ιράν και τη Νότια Κορέα.

Για τις αρχές του Τιρόλου, όμως, η είδηση δεν χτυπάει κανένα καμπανάκι. Το πάρτυ συνεχίζεται κανονικά. Ο διευθυντής των υπηρεσιών υγείας του κρατιδίου, Φραντς Κάτσγκραμπερ, αντιδρά στην ενημέρωση των Ισλανδών δηλώνοντας ότι «από ιατρικής άποψης, είναι απίθανο να κόλλησαν τον ιό στο Τιρόλο». Κατά την εκτίμησή του, πρέπει να τους τον μετέδωσε ασθενής συνεπιβάτης τους, που επέστρεφε στο Όσλο από την Ιταλία με την ίδια πτήση μέσω Μονάχου. Γιατί όμως δεν θα μπορούσαν οι 15 να έχουν κολλήσει στο Ισγκλ; Αυτή η βεβαιότητα από ιατρικής άποψης προφανώς και δεν είχε βάση, πράγμα που ο Κάτσγκράμπερ πρέπει οπωσδήποτε να γνώριζε.

Στις 7 Μαρτίου εντοπίζεται το πρώτο κρούσμα στο Ισγκλ. Πρόκειται για έναν 36χρονο Γερμανό, ο οποίος εργάζεται ως μπάρμπαν στο Kitzloch, ένα από τα πιο δημοφιλή après ski μπαρ του χωριού, το οποίο ήταν κάθε νύχτα γεμάτο με τουρίστες από όλον τον κόσμο. Ο άντρας είχε παρουσιάσει ελαφρά συμπτώματα μέρες νωρίτερα. Πώς αντιδρούν οι υγειονομικές αρχές του Τιρόλου; Κλείνουν το μπαρ για λίγες ώρες ώστε να γίνει απολύμανση, ενώ ενημερώνονται να εξεταστούν για τον ιό όλοι οι εργαζόμενοι και τα κοντινά πρόσωπα του μπαρμπαν. Πρόκειται για super spreader, όπως θα φανεί σύντομα.

Το μπαρ, στο μεταξύ, συνεχίζει να λειτουργεί κανονικά. «Κοιτάξτε τώρα τη διαφορά σε σχέση με το κρούσμα που είχε εντοπιστεί σε ξενοδοχείο του Ίνσμπρουκ, στις 25 Φεβρουαρίου», μας λέει ο Κόλμπα. «Σε εκείνη την περίπτωση, ένα νεαρό ζευγάρι Ιταλών υπαλληλων είχαν παρουσιάσει συμπτώματα επιστρέφοντας από διακοπές στο Μπέργκαμο. Μόλις το τεστ βγήκε θετικό, οι υπηρεσίες υγείας έφτασαν επί τόπου και με τη βοήθεια της Αστυνομίας έβαλαν το ξενοδοχείο σε καραντίνα. Έκαναν το τεστ σε όλους τους εργαζόμενους και όσοι ήταν αρνητικοί πήραν οδηγία να πάνε στο σπίτι τους και να μείνουν εκεί σε καραντίνα». Το συμπέρασμα, λέει ο Κόλμπα, είναι ότι οι αρχές γνώριζαν πολύ καλά πόσο επικίνδυνος είναι ο ιός και τι έπρεπε να κάνουν για να περιορίσουν τον κίνδυνο μετάδοσης. «Γιατί, λοιπόν, χειρίστηκαν τόσο διαφορετικά, με τόση χαλαρότητα την περίπτωση του Kitzloch;» αναρωτιέται.

Στις 9 Μαρτίου, τα αποτελέσματα δείχνουν ότι 15 άνθρωποι από τον στενό επαγγελματικό και φιλικό κύκλο του Γερμανού μπάρμαν έχουν μολυνθεί. Έχουν περάσει ήδη δύο μέρες από τη διάγνωσή του και μόνο τώρα δίνεται η εντολή να κλείσει το Kitzloch. Έχει ενδιαφέρον το πώς άλλα κράτη είχαν στο μεταξύ αντιδράσει στην είδηση για τη μόλυνση των Ισλανδών τουριστών. Η Νορβηγία είχε αμέσως αρχίσει να υποβάλει σε υποχρεωτικά τεστ όσους επέστρεφαν στη χώρα από το Τιρόλο. Τι διαπίστωσε; Όπως ανακοινώθηκε στις 8 Μαρτίου, ανάμεσα σε 1.198 Νορβηγούς που είχαν κολλήσει, οι 491 είχαν εισάγει τον ιό από την Αυστρία και οι περισσότεροι από το Τιρόλο.

Στις 10 Μαρτίου ανακοινώνεται ότι όλα τα μπαρ του Ισγκλ πρέπει να κλείσουν, αμέσως. Ανοιχτά παραμένουν, ωστόσο, τα εστιατόρια μέσα και έξω από τα ξενοδοχεία, ενώ κανονικά εξακολουθούν να πηγαινοέρχονται τα βαγόνια του τελεφερίκ, μεταφέροντας τους σκιέρ στριμωγμένους. Περνούν άλλες τρεις ημέρες προτού οι αρχές αποφασίσουν ότι η κατάσταση είναι αρκετά σοβαρή ώστε να επιβάλει τη λήψη πολύ δραστικών μέτρων. Στις 13 Μαρτίου, στις 2:15 μμ ο αυστριακός καγκελάριος Σεμπάστιαν Κουρτς δίνει έκτακτη συνέντευξη Τύπου. Το γεγονός μεταδίδεται ζωντανά από την τηλεόραση. Ο Κουρτς ανακοινώνει ότι επιβάλλεται αμέσως καραντίνα στο Ισγκλ, το Σαντ Άνκτον και ολόκληρη την κοιλάδα του Πατσνάουν. Ως εκ τούτου, οι τουρίστες πρέπει να επιστρέψουν στις πατρίδες τους.

«Χιλιάδες άνθρωποι άρχισαν να φεύγουν εντελώς ανοργάνωτα»

Κατά τον Πέτερ Κόλμπα, εκείνο το μεσημέρι ο Κουρτς διέπραξε ένα τεράστιο λάθος. Πρώτον, οι αρχές του Τιρόλου είχαν αφήσει ήδη λίγο νωρίτερα να διαρρεύσει ότι είχε αποφασιστεί καραντίνα, με αποτέλεσμα οι επιχειρηματίες να αρχίσουν να ενημερώνουν τους υπαλλήλους τους πως έπρεπε άμεσα να πάνε στο σπίτι τους. Δεύτερο και βασικότερο, από την ώρα που έδωσε τη συνέντευξη Τύπου μέχρι τη στιγμή που η απόφαση επισημοποιήθηκε και η Αστυνομία του Τιρόλου πήρε εντολή να επιτηρήσει την εφαρμογή της, μεσολάβησαν πέντε ολόκληρες ώρες. «Μέσα σε αυτό το διάστημα, χιλιάδες άνθρωποι άρχισαν να φεύγουν από δουλειές και ξενοδοχεία, εντελώς ανοργάνωτα, χωρίς καθοδήγηση, με τα μέσα συγκοινωνίας που λειτουργούσαν στην περιοχή».

Δεν διατέθηκαν επιπλέον λεωφορεία, με αποτέλεσμα να παρατηρηθεί τρομερός συνωστισμός και άρα αμέτρητες ακόμη εστίες μετάδοσης του ιού, εξηγεί ο Κόλμπα. Επιπλέον, πώς ακριβώς θα έφευγαν ταυτόχρονα χιλιάδες άνθρωποι με προορισμό δεκάδες διαφορετικές χώρες του κόσμου; Ήταν ποτέ δυνατόν να εγκαταλείψουν το Τιρόλο και την Αυστρία μέσα σε μία ημέρα; Προφανώς και οι περισσότεροι πέρασαν τουλάχιστον μια νύχτα σε κάποιο ξενοδοχείο, χωρίς απαραιτήτως να λαμβάνουν μέτρα προστασίας και χωρίς να δώσουν προκαταβολικά τα στοιχεία τους στις αρχές, ώστε να είναι εφικτή αργότερα η ιχνηλάτηση. Σχολιάζοντας την κατάσταση που επικράτησε εκείνες τις δυο-τρεις ημέρες, ο κυβερνήτης του Τιρόλου, Γκύντερ Πλάτερ, έκανε λόγο για ατομική ευθύνη των χιλιάδων τουριστών, οι οποίοι δεν μπόρεσαν να εγκαταλείψουν την Αυστρία αυθημερόν στις 13 Μαρτίου και αναγκάστηκαν να ζητήσουν κατάλυμα σε ξενοδοχεία του Ίνσμπρουκ και άλλων πόλεων.

Την εικόνα του χάους κατά την έξοδο από το Τιρόλο επιβεβαιώνει ο Στέφαν Φλάισμαν, ένας σερβιτόρος από την Βαυαρία, ο οποίος μαζί με τη σύζυγό του εργάζονται κάθε χειμώνα σε ένα μικρό εστιατόριο σε μια πλαγιά του Σανκτ Άντον, 70 χλμ από το Ισγκλ. «Στις 13 Μαρτίου, στη 01:00 μμ, ο εργοδότης μας είπε ότι έπρεπε να φύγουμε το συντομότερο, πράγμα που κάναμε», θυμάται. Μόλις πέρασαν τα σύνορα με τη Γερμανία, ενημερώθηκαν πως έπρεπε να μείνουν σε καραντίνα δεκαπέντε ημέρες. Στις 17 Μαρτίου, πάντως, ανήσυχοι από όσα είχαν στο μεταξύ μάθει για την έκταση της πανδημίας στο Τιρόλο, ο Φλάισμαν και η γυναίκα του ζήτησαν να υποβληθούν στο τεστ. «Ήμασταν και οι δυο θετικοί, αν και δεν εμφανίσαμε ποτέ συμπτώματα», λέει. Ο Φλάισμαν θεωρεί ότι δεν υπάρχει καμιά απολύτως πιθανότητα να κόλλησαν τον ιό οπουδήποτε αλλού, εκτός από τον χώρο εργασίας τους. «Όμως δεν μπορώ να κατηγορήσω τον εργοδότη μου, διότι είμαι απολύτως βέβαιος ότι όπως και εμείς έμαθε την έκταση του προβλήματος την τελευταία στιγμή. Είναι ο ιδιοκτήτης μιας μικρής ταβέρνας σε μια πλαγιά, δεν ανήκει στο πανίσχυρο λόμπι της τουριστικής βιομηχανίας του Ισγκλ», λέει. «Αυτοί που παίρνουν όλες τις αποφάσεις για την τουριστική σεζόν είναι η Ένωση των Ξενοδόχων και των Πανδοχέων και κυρίως η εταιρεία που διαχειρίζεται τα τελεφερίκ», παρατηρεί ο Φλάισμαν, ο οποίος μας λέει πως οι αρχές του Τιρόλου διαχειρίστηκαν την πανδημία εξίσου αποτυχημένα με τον Ντόναλντ Τραμπ.

«Οι αρχές τα έκαναν όλα σωστά»

Ο Γερμανός σερβιτόρος δεν είναι ο μόνος που κάνει ξεχωριστή αναφορά στην εταιρεία των τελεφερίκ, τα οποία μεταφέρουν κάθε χρόνο συνολικά 17 εκατομμύρια επισκέπτες. Το ίδιο μας είχε πει και ο Πέτερ Κόλμπα, ο οποίος προσέθεσε ότι στο Silvrettaseilbahn, όπως ονομάζεται η εταιρεία, έχουν μετοχές 300 ντόπιες οικογένειες. «Πρόκειται για οικογένειες που ζούσαν από τη γεωργία, μέχρι που πριν από λίγες δεκαετίες άρχισε να αναπτύσσεται ο τουρισμός. Και στο μεταξύ, όσοι είναι πια επιχειρηματίες στον χώρο του τουρισμού, έχουν θησαυρίσει», λέει. «Και κυρίως έχουν σχηματίσει ένα λόμπι με τεράστια επιρροή, καθώς το Τιρόλο στην πραγματικότητα ζει από τον τουρισμό». Ίσως, λοιπόν, δεν είναι τυχαίο ότι τα τελεφερίκ συνέχισαν σιωπηρά να μεταφέρουν σκιέρ στις πλαγιές, επί δυο ημέρες μετά την επιβολή της καραντίνας. Αυτό μαρτυρούν οι σχετικές εικόνες που είχαν κυκλοφορήσει στις 15 Μαρτίου στα σόσιαλ μίντια, κάνοντας έξαλλη ακόμη και την Μαργκρέτε Σράμπεκ, την υπουργό Οικονομικών της Αυστρίας.

Θα μπορούσε κανείς να πει ότι η εικόνα που εκείνες τις ημέρες έδωσε το Ισγκλ στην υπόλοιπη Αυστρία, αλλά κυρίως σε ολόκληρη την Ευρώπη, συνοψίζεται στον τίτλο ενός άρθρου που δημοσιεύεται στις 16 Μαρτίου στην ημερήσια αυστριακή εφημερίδα Der Standard: «Hotspot Ισγκλ: Απληστία και αποτυχία στο Τιρόλο». «Κάθε μέρα πληθαίνουν οι ειδήσεις για ανθρώπους στη Δανία, τη Σουηδία και κυρίως στη Γερμανία, οι οποίοι διαγνώστηκαν θετικοί στον ιό επιστρέφοντας από διακοπές στο Τιρόλο», αναφέρει ο αρθρογράφος, ο οποίος υπενθυμίζει πως οι γιατροί του κρατιδίου είχαν εγκαίρως σημάνει συναγερμό, αλλά οι αρχές τους αγνόησαν. Την ίδια ημέρα, καλεσμένος να δώσει απαντήσεις για την υπόθεση του Ισγκλ στην πιο γνωστή δημοσιογραφική εκπομπή της κρατικής αυστριακής τηλεόρασης, με οικοδεσπότη τον Άρμιν Βολφ, είναι ο υπουργός Υγείας του Τιρόλου, Μπέρνχαρντ Τιλγκ.

Πολλές εκατοντάδες, για την ακρίβεια χιλιάδες άνθρωποι από τη Γερμανία, τη Νορβηγία, τη Δανία και αλλού μολύνθηκαν από τον ιό στο Ισγκλ, όπου η κατάσταση ήταν ανεξέλεγκτη, λέει ο Βολφ στον καλεσμένο του. Για να πάρει την απάντηση ότι «οι αρχές τα έκαναν όλα σωστά. Τα ξένα μέσα δίνουν την εντύπωση ότι ο ιός ξεκίνησε από στο Ισγκλ, αλλά δεν είναι έτσι, πρόκειται για παγκόσμιο πρόβλημα». Ο Βολφ επιμένει, θυμίζοντας ότι η Ισλανδία είχε ενημερώσει από τις 5 Μαρτίου για το κρούσμα, αλλά οι αρχές του Τιρόλου δεν πήραν μέτρα. Η απάντηση και πάλι είναι ότι «οι αρχές τα έκαναν όλα σωστά». Κι όταν ο δημοσιογράφος θα αναφερθεί στην χαώδη κατάσταση που επικράτησε κατά την έξοδο χιλιάδων τουριστών μετά την ανακοίνωση της καραντίνας, ο πολιτικός επισήμανε ότι «υπάρχει και η ατομική ευθύνη». «Αφού τα κάνατε όλα σωστά, πώς γίνεται και το 1/3 των κρουσμάτων στην Αυστρία εντοπίζονται στο Τιρόλο, των 600.000 κατοίκων;» του λέει ο Βολφ.

Σεμπάστιαν Κουρτς: «Ξεχάστε τα après ski»

Σε λίγο καιρό ο Στέφαν Φλάισμαν και η γυναίκα του θα επιστρέψουν στο Σανκτ Άντον. «Δεν έχουμε επιλογή, αυτή είναι η δουλειά μας. Η πανδημία μάς έχει κοστίσει πολύ ακριβά, δεν μπορέσαμε να εργαστούμε το καλοκαίρι στην πατρίδα μας, όπως κάνουμε κάθε χρόνο», λέει. Σε ολόκληρο το Τιρόλο έχουν αρχίσει οι ετοιμασίες ενόψει της χειμερινής σεζόν. Το φιάσκο του Ισγκλ δεν πρέπει να επαναληφθεί, σε αυτό συμφωνούν όλες οι πλευρές. Εξάλλου, ο τουρισμός φέρνει το 15% του αυστριακού ΑΕΠ. Την περασμένη Πέμπτη, στις 24 Σεπτεμβρίου, ο καγκελάριος Κουρτς έδωσε συνέντευξη Τύπου για να ανακοινώσει τα μέτρα κατά της πανδημίας που θα ισχύουν από εδώ και στο εξής στα θέρετρα του σκι της Αυστρίας. Όλα θα επιτρέπονται – το σκι, τα ψώνια, τα spa, τα εστιατόρια, τα μπαρ, αλλά έως τις 10μμ αυστηρά. Και στα μπαρ θα επιτρέπονται μόνο όσοι χωρούν να πιούν το ποτό τους καθιστοί. Η παράδοση του après ski μπαίνει προσωρινά στον πάγο.

Την ίδια ημέρα, το γερμανικό ινστιτούτο Robert Koch κατέτασσε το Τιρόλο στις επικίνδυνες περιοχές. Και μιλώντας στο δεύτερο κανάλι της γερμανικής τηλεόρασης, ο υπουργός Υγείας Γενς Σπαν προέτρεπε τους συμπατριώτες του να αποφύγουν αυτόν τον χειμώνα τα ταξίδια στο εξωτερικό, θυμίζοντάς τους τι συνέβη στο Ισγκλ. Την προειδοποίηση του ινστιτούτου Robert Koch και τα λόγια του Γερμανού υπουργού θα μεταφέρει στον επικεφαλής της κυβέρνησης του Τιρόλου, Γκύντερ Πλάτερ, μια δημοσιογράφος της κρατικής αυστριακής τηλεόρασης, υπενθυμίζοντας ότι η συντριπτική πλειοψηφία των επισκεπτών του Τιρόλου είναι παραδοσιακά από τη Γερμανία. «Υπάρχει προφανώς μια κρίση εμπιστοσύνης. Γιατί λοιπόν δεν έχουμε ακόμη ακούσει από εσάς ότι ναι, κάναμε λάθη αλλά θα κάνουμε τα πάντα προκειμένου να μην επαναληφθούν όσα έγιναν στο Ισγκλ;» είναι το ερώτημα προς τον Πλάτερ. Σε συνθήκες πανδημίας είναι αναπόφευκτο να είναι κανείς αλάνθαστος, αποκρίνεται ο Πλάτερ και διαβεβαιώνει ότι από εδώ και πέρα όλα θα πάνε καλά. Έχει ενδιαφέρον, ωστόσο, ότι αρνείται να απαντήσει στις επανειλημμένες ερωτήσεις της δημοσιογράφου που θέλει να μάθει εάν θα επιβληθεί περιορισμός του αριθμού των επιβατών στα βαγόνια του τελεφερίκ. «Θα πρέπει να υπάρχει απόσταση ενός μέτρου μεταξύ τους», λέει ο πολιτικός, αποφεύγοντας όμως να εξηγήσει πώς θα γίνει αυτό χωρίς να επιβληθεί συγκεκριμένος αριθμός ανθρώπων που χωρούν έτσι σε κάθε βαγόνι.

«Οι άνθρωποι επιθυμούν μια συγνώμη»

Ο Πέτερ Κόλμπα θεωρεί ότι εδώ που έχουν φτάσει τα πράγματα, το πλήγμα στην φήμη του Τιρόλου είναι τόσο μεγάλο που είναι προς το συμφέρον τόσο της τοπικής τουριστικής βιομηχανίας, όσο και της κυβέρνησης της Αυστρίας, να καλέσουν όσους ασθένησαν και να κάτσουν όλοι γύρω από ένα τραπέζι για να φτάσουν σε έναν συμβιβασμό. «Οι αρχές του Τιρόλου θα μπορούσαν να αναγνώρισουν τα λάθη τους, να ζητήσουν συγγνώμη από τους ανθρώπους που ασθένησαν εξαιτίας των χειρισμών τους και να συμφωνήσουν να αποζημιώσουν εκείνους που υπέστησαν τις πιο βαριές βλάβες», λέει ο Βιεννέζος νομικός, προσθέτοντας ότι οι περισσότεροι από τους 6.000 άνθρωπους οι οποίοι έχουν μέχρι σήμερα έρθει σε επαφή με την οργάνωσή του, επιθυμούν πάνω απ’ όλα μια συγγνώμη για την ταλαιπωρία που υπέστησαν.

Για ορισμένους, δεν είναι βέβαιο ότι ακόμη και μια συγγνώμη είναι αρκετή για να αποκατασταθεί μια σχέση εμπιστοσύνης. Εδώ και περίπου μια δεκαετία, ο Δημήτρης Παπαδόπουλος πηγαίνει κάθε χειμώνα για τουλάχιστον ένα σαββατοκύριακο στο Ισγκλ. Τον ρωτάω αν σκοπεύει να πάει και του χρόνου. «Αν ρωτήσεις τη γυναίκα μου, θα σου πει ότι αποκλείεται να ξαναπατήσει το πόδι της εκεί», λέει γελώντας. «Εγώ δεν ξέρω, μπορεί. Θα είναι δύσκολο, όμως. Πώς θα μπορέσω να τους εμπιστευθώ ξανά;»

Έχει εργαστεί στον Ταχυδρόμο, τον Ελεύθερο Τύπο, την Ελευθεροτυπία και το Marie Claire. Ήταν European Journalism Fellow στο Βερολίνο. Το βιβλίο της «Ο τραγουδιστής του Αουσβιτς. Εστρόγκο Ναχάμα, Θεσσαλονίκη 1918 - Βερολίνο 2000» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καπόν.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.